ΠΡΟΣΟΧΗ!! Έχει καταργηθεί από την 31/12/2013 με την Παρ.25 Άρθρο 72 ΝΟΜΟΣ 4172/2013 !!!

ΝΟΜΟΣ 2238/16.9.1994

Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Κυρώνεται ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, ο οποίος έχει συνταχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 76 του Συντάγματος, από την ειδική επιτροπή που συγκροτήθηκε, κατ΄ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 105 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α΄) και 34 του Ν. 1914/1990 (ΦΕΚ 178 Α΄), με την 1156657/1341/0006 από 31 Δεκεμβρίου 1993 (ΦΕΚ 13 Β΄ 1994) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και ο οποίος έχει ως ακολούθως:

ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Τμήμα Πρώτο
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Μέρος Πρώτο
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΕΠΙΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 1
Αντικείμενο του φόρου
Επιβάλλεται φόρος στο συνολικό καθαρό εισόδημα που προκύπτει είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή και αποκτάται από κάθε φυσικό πρόσωπο για το οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2.

Άρθρο 2
Υποκείμενο του φόρου

1. Σε φόρο για το παγκόσμιο εισόδημα του υπόκειται κάθε φυσικό πρόσωπο, τοοποίο έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα.

Σε φόρο για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα υπόκειται κάθε φυσικόπρόσωπο, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του ή της συνήθους διαμονής του.

Ως συνήθης θεωρείται η διαμονή στην Ελλάδα η οποία υπερβαίνει τις εκατόνογδόντα τρεις ημέρες συνολικά μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Η διαμονήτεκμαίρεται ως συνήθης, εκτός αν ο φορολογούμενος αποδείξει διαφορετικά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ.1Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

2. Κάθε φυσικό πρόσωπο που υπηρετεί στην αλλοδαπή, αν:

α) είναι λειτουργός ή συνδέεται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δημόσιου ήιδιωτικού δικαίου με φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στοάρθρο 1Β του ν. 2362/1995, που έχει προστεθεί με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010ή

β) συνδέεται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου μεθεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνή Οργανισμό και είχε κατά τοχρόνο της εισόδου του στην υπηρεσία του θεσμικού οργάνου της Ε.Ε. ή τουΔιεθνούς Οργανισμού την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα,θεωρείται ότι συνεχίζει να έχει την κατοικία του στην Ελλάδα.

Ομοίως, θεωρούνται ότι έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα και τα μέλη τηςοικογένειας που το βαρύνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, εκτός ανέχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους σε κράτος στο οποίο υπόκεινταισε φόρο για το παγκόσμιο εισόδημα τους και το κράτος αυτό δεν περιλαμβάνεταιστον κατάλογο των κρατών που περιέχεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 51 Α.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ.1Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

3. Σε φόρο υπόκειται και η σχολάζουσα κληρονομία.

4. Σε φόρο υπόκεινται επίσης, οι ομόρρυθμες και οι ετερόρρυθμες εταιρίες, οι κοινωνίες αστικού δικαίου, που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, οι αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρίες, οι συμμετοχικές ή αφανείς, καθώς και οι κοινοπραξίες της παρ. 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992, ΦΕΚ 84 Α`).

5. Κατ` εξαίρεση από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, υπόκειται σε φόρο μόνο για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα, για τρία διαδοχικά έτη και γιαμία μόνο φορά, το φυσικό πρόσωπο που έχει τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδακαι υπόκειται σε φόρο για το παγκόσμιο εισόδημα του σε κράτος το οποίο δενέχει συνάψει με την Ελλάδα Σύμβαση για την Αποφυγή Διπλής Φορολογίας(Σ.Α.Δ.Φ.), σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου και εφόσον τοκράτος αυτό δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των κρατών που περιέχεται στηνπαράγραφο 4 του άρθρου 51 Α. Το χρονικό διάστημα των τριών ετών υπολογίζεταιαπό την έναρξη διαμονής του φυσικού προσώπου στην Ελλάδα.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

Άρθρο 3
Χρόνος Επιβολής του Φόρου

1.Ο φόρος επιβάλλεται κάθε οικονομικό έτος στο εισόδημα που αποκτάται μέσα στο αμέσως προηγούμενο οικονομικό έτος, κατά τις διακρίσεις που ορίζει αυτός ο νόμος.

2. Η χρονική διάρκεια του οικονομικού έτους αρχίζει από την 1η /1 και λήγει την 31η/12 του ίδιου ημερολογιακού έτους

Άρθρο 4
Εισόδημα και εξεύρεσή του

1.Εισόδημα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος είναι το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του, όπως αυτό προσδιορίζεται ειδικότερα στα άρθρα 20 έως 51. Ο φόρος αυτού του νόμου, τα πρόστιμα και οι πρόσθετοι φόροι δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση από το εισόδημα αυτό

2.Το εισόδημα ανάλογα με την πηγή της προέλευσής του διακρίνεται κατά τις επόμενες κατηγορίες ως εξής:

Α-Β. Εισόδημα από ακίνητα.

Γ. Εισόδημα από κινητές αξίες.

Δ. Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις.

Ε. Εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις.

ΣΤ. Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.

Ζ. Εισόδημα από υπηρεσίες ελευθέριων επαγγελμάτων και από κάθε άλλη πηγή.

3. Για να βρεθεί το συνολικό εισόδημα, αθροίζονται τα επί μέρους εισοδήματα των κατηγοριών Α` έως Ζ` της προηγούμενης παραγράφου τα οποία αποκτώνται από κάθε φυσικό πρόσωπο είτε κατά το οικονομικό έτος το προηγούμενο από τη φορολογία, είτε κατά το ημερολογιακό ή διαχειριστικό ή γεωργικό έτος το οποίο έληξε μέσα στο προηγούμενο από τη φορολογία οικονομικό έτος. Κατά την άθροιση αυτή συμψηφίζονται τα θετικά και αρνητικά στοιχεία των επί μέρους εισοδημάτων.
“Ειδικά, το αρνητικό στοιχείο (ζημία) του εισοδήματος από εμπορικές καιγεωργικές επιχειρήσεις, που προκύπτει από βιβλία τρίτης κατηγορίας του ΚώδικαΒιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.) που τηρούνται επαρκώς και ακριβώς, αν δενκαλύπτεται με συμψηφισμό θετικού στοιχείου εισοδήματος άλλης πηγής, είτεγιατί δεν υπάρχει τέτοιο στοιχείο εισοδήματος είτε γιατί αυτό που υπάρχειείναι ανεπαρκές, μεταφέρεται για να συμψηφισθεί ολόκληρο στην πρώτη περίπτωσηή κατά το υπόλοιπο αυτού στη δεύτερη, διαδοχικώς στα πέντε (5) επόμενα οικονομικά έτη κατά το υπόλοιπο που απομένει κάθε φορά, με την προϋπόθεση ότικατά τα έτη αυτά τα βιβλία του υποχρέου τηρούνται επαρκώς και ακριβώς.

Τα παραπάνω εφαρμόζονται αναλόγως και για το αρνητικό στοιχείο (ζημία) του εισοδήματος από εμπορικές επιχειρήσεις που προκύπτει από επαρκή και ακριβή βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., το οποίο μεταφέρεται για να συμψηφισθεί διαδοχικώς στα πέντε (5) επόμενα οικονομικά έτη.

Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και για το αρνητικό στοιχείο (ζημία) του εισοδήματος από ελευθέρια επαγγέλματα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.2 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002 ,επανήλθαν σε ισχύ (όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από το άρθρο 19Ν.3220/2004),ΦΕΚ Α 15, δυνάμει της παρ.2 άρθρου 22 Ν.3259/2004,ΦΕΚ Α 149, με το άρθρο 22 Ν.3259/2004,ΦΕΚ Α 149,με την παρ.1 άρθρ.5Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004 και με την παρ.1β άρθρου 7 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

4. Αρνητικό στοιχείο εισοδήματος από πηγή που βρίσκεται στην αλλοδαπή συμψηφίζεται μόνο με θετικά εισοδήματα του φορολογουμένου που προκύπτουν στην αλλοδαπή.

5. Το καθαρό εισόδημα από κύριες αποδοχές που αποκτούν αποκλειστικά από την άσκηση του επαγγέλματος τους:

α) Οι συντάκτες οι οποίοι είναι μέλη της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών, της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Μακεδονίας – Θράκης, της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Πελοποννήσου – Νήσων – Ηπείρου, της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας – Εύβοιας και της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού Τύπου, καθώς και οι δημοσιογράφοι που έχουν ασφαλιστική κάλυψη ως δημοσιογράφοι στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία για πέντε (5) τουλάχιστον συνεχή έτη και ο χρόνος ασφάλισης βεβαιώνεται από τα αφαλιστικά ταμεία, οι οποίοι εργάζονται στις εφημερίδες, στα περιοδικά, στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, στη Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών και στα γραφεία τύπου των κρατικών υπηρεσιών και δεν έχουν την ιδιότητα κου μόνιμου δημόσιου υπαλλήλου και

β) οι εικονολήπτες επικαίρων τηλεόρασης, μειώνεται κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) στο ποσό του καθαρού εισοδήματος αυτού, για την αντιμετώπιση ειδικών δαπανών του επαγγέλματος.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.8 του άρθρ. 1 Ν.2459/1997 (ΦΕΚ Α 17)

6. Το ποσό της κύριας σύνταξης, που καταβάλλεται στα πρόσωπα που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ της προηγούμενης παραγράφου, τα οποία συνταξιοδοτήθηκαν λόγω της ιδιότητάς τους ως διευθυντών σύνταξης, αρχισυντακτών, συντακτών της ύλης κ.λπ. και μόνο για τη σύνταξη που τους καταβάλλεται από αυτήν την αιτία, μειώνεται κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) στο καθαρό ποσό αυτής.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.9 του άρθρ. 1 Ν.2459/1997 (ΦΕΚ Α 17)

7. Εισοδήματα από την εκμίσθωση ακινήτων και από τόκους δανείων που θεωρούνται ότι έχουν αποκτηθεί κατά τις διατάξεις του παρόντος και τα οποία αποδεδειγμένα δεν έχουν εισπραχθεί από το δικαιούχο, επιτρέπεται να μη συνυπολογίζονται στο συνολικό καθαρό εισόδημά του, εφόσον εκχωρηθούν στο Δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα. Η εκχώρηση γίνεται με απλή έγγραφη δήλωση του υποχρέου σε φόρο, η οποία υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μέσα στο οικονομικό έτος στο οποίο τα εισοδήματα αυτά υπόκεινται σε φόρο. Μαζί με τη δήλωση αυτή παραδίδονται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας τα αποδεικτικά έγγραφα της εκχωρούμενης απαίτησης και με την ίδια δήλωση ο εκχωρών βεβαιώνει άτι δεν κατέχει κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Το Δημόσιο υποκαθίσταται στα δικαιώματα του εκχωρητή.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία, ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης εκχώρησης εισοδημάτων στο Δημόσια, τα δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται με αυτήν, η διαδικασία βεβαίωσης των ποσών των εισοδημάτων που εκχωρούνται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της παραγράφου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.7Ν.2873/2000,FEK A

Άρθρο 5
Φορολογία των εισοδημάτων των συζύγων και των ανήλικων τέκνων

1. Κατά τη διάρκεια του γάμου οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν κοινή δήλωση των εισοδημάτων τους, στα οποία ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν υπολογίζονται χωριστά στο εισόδημα καθενός συζύγου. Σε αυτή την περίπτωση, το τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα του εισοδήματος του ενός συζύγου δεν συμψηφίζεται με τα εισοδήματα του άλλου συζύγου.

2. Ειδικά, το εισόδημα του ενός συζύγου, το οποίο προέρχεται από επιχείρηση που εξαρτάται οικονομικά από τον άλλο σύζυγο, προστίθεται στα εισοδήματα του άλλου συζύγου και φορολογείται στο όνομα του.

3. Το εισόδημα των ανήλικων τέκνων προστίθεται στα εισοδήματα του γονέα που έχει το μεγαλύτερο συνολικό εισόδημα και φορολογείται στο όνομά του. Αν οι γονείς έχουν ίσο ποσό συνολικού εισοδήματος, το εισόδημα του ανήλικου τέκνου προστίθεται στο εισόδημα του πατέρα και φορολογείται στο όνομά του. Αν ο υπόχρεος γονέας δεν έχει τη γονική μέριμνα, το εισόδημα προστίθεται στα εισοδήματα του άλλου γονέα και φορολογείται στο όνομά του.

Τα προηγούμενα εδάφια έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση που το εισόδηματων ανηλίκων τέκνων προέρχεται από ακίνητα που περιήλθαν σε αυτά απόανιόντες, στους οποίους είχαν μεταβιβασθεί από τους γονείς των ανηλίκων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 1Ν.3763/2009,ΦΕΚ Α 80/27.5.2009.Ισχύς από το οικονομικό έτος 2010.

4. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται για τα εισοδήματα τα οποία προκύπτουν από:

α) την παροχή εργασίας του ανήλικου τέκνου, με σχέση εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή μίσθωσης έργου,

β) περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν στο ανήλικο τέκνο από κληρονομία,

Υ) περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν στο ανήλικο τέκνο από χαριστικέςπαροχές, εκτός από εκείνα που προέρχονται από χαριστικές παροχές γονέα του,

δ) περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν στο ανήλικο τέκνο από χαριστικές παροχές, που έγιναν σε αυτό από γονέα του, ο οποίος έχει αποβιώσει κατά το χρόνο που προκύπτει το εισόδημα από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία,

ε) συντάξεις που απονεμήθηκαν στο ανήλικο τέκνο, λόγω θανάτου του πατέρα του ή της μητέρας του και

στ) περιουσιακά στοιχεία που με βάση δικαστική απόφαση περιέρχονται στο ανήλικο, ως υποκατάστατα στοιχείων που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις αυτής της παραγράφου.

Για τα εισοδήματα αυτά το ανήλικο τέκνο έχει δική του φορολογική υποχρέωση, με εξαίρεση το εισόδημα από περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν σε αυτό από χαριστικές παροχές από τους γονείς του, καθώς και το αντίστοιχο υποκατάστατό τους.

Το εισόδημα από περιουσιακό στοιχείο που περιήλθε στο ανήλικο με χαριστική παροχή γονέα του φορολογείται στο όνομα του γονέα που το παραχώρησε. Αν η αξία του υποκατάστατου υπερβαίνει την αξία του περιουσιακού στοιχείου το οποίο εκποιήθηκε, το εισόδημα που προκύπτει θεωρείται ότι αποτελεί μέρος χαριστικής παροχής που έγινε στο τέκνο από το γονέα του που έχει το μεγαλύτερο ποσό εισοδήματος και φορολογείται, επιμεριζόμενο αναλόγως, στο όνομα αυτού του γονέα.Σε περίπτωση που για το ανήλικο τέκνο, συντρέχει μία ή περισσότερες από τιςπεριπτώσεις α` έως στ` της παραγράφου αυτής, τότε στην υποβαλλόμενη δήλωσητου περιλαμβάνεται και το εισόδημα που προέρχεται από περιουσιακά στοιχείαπου περιήλθαν σε αυτό από χαριστικές παροχές από τους γονείς του, καθώς καιτο αντίστοιχο υποκατάστατο τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.3 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000.

Άρθρο 6
Απαλλαγές από το φόρο

1. Απαλλάσσονται από το φόρο προσωπικά και με τον όρο της αμοιβαιότητας:

α) Οι αλλοδαποί πρεσβευτές και οι λοιποί διπλωματικοί αντιπρόσωποι και πράκτορες για το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και για τα από κάθε πηγή εισοδήματα τους που αποκτώνται στην αλλοδαπή.

β) Οι πρόξενοι και προξενικοί πράκτορες, ως και το κατώτερο προσωπικό των ξένων πρεσβειών και προξενείων, εφόσον έχουν την ιθαγένεια του Κράτους που αντιπροσωπεύεται και αποκτούν στην Ελλάδα εισόδημα μόνο από μισθωτές υπηρεσίες.

2. Από το εισόδημα από ακίνητα απαλλάσσεται:
α) Το τεκμαρτό εισόδημα που προκύπτει από την παραχώρηση της χρήσης ακινήτων από τον κύριο, νομέα ή επικαρπωτή αυτών, στο Ελληνικό Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς αντάλλαγμα.
β) Το ακαθάριστο τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση γενικά.
γ) Το τεκμαρτό εισόδημα που προκύπτει από τη δωρεάν παραχώρηση της χρήσηςκατοικίας εμβαδού μέχρι διακόσια (200) τετραγωνικά μέτρα, από τον γονέα πουέχει την κυριότητα ή την επικαρπία αυτής προς τα τέκνα του ή από τα τέκνα πουέχουν την κυριότητα ή την επικαρπία αυτής προς τους γονείς τους, προκειμένουνα χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 άρθρ.2 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249, με την παρ.2 άρθρ.2 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α330/24.12.2002 αντικαταστάθηκε πάλι με την παρ.2 άρθρ.26 Ν.3427/2005,ΦΕΚ Α312/27.12.2005 και  με το άρθρο 5παρ.1 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

3. Από το εισόδημα από κινητές αξίες απαλλάσσονται:

α) Οι τόκοι οποιασδήποτε μορφής κατάθεσης σε τράπεζες που λειτουργούν στηνΕλλάδα ή το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, εφόσον η κατάθεση δεν είναι σε ευρώ καιο δικαιούχος είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.2 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α330/24.12.2002.

β) Οι τόκοι εκούσιων καταθέσεων όψεως ή ταμιευτηρίου στο ΤαμείοΠαρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον οι καταθέσεις αυτές δεν είναι σε ευρώ καιο δικαιούχος είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.4 άρθρ.2 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α330/24.12.2002.

γ` (ε) Οι τόκοι από υποχρεωτικές καταθέσεις τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν.1667/1986 στην Τράπεζα της Ελλάδος καθώς και οι τόκοι που προέρχονται από καταθέσεις του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.29 άρθρ.6του Ν.2386/1996 (Α 43), και με την παρ.2 άρθρου 12 Ν.2459/1997 και ισχύει για κέρδη που προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν με 31 Δεκεμβρίου 1996 και μετά.

δ` (η) Οι τόκοι εθνικών δανείων που εκδίδονται με έντοκα γραμμάτια ή ομολογίες, εφόσον προβλέπεται η απαλλαγή από τον οικείο νόμο.

ε  θ) Οι τόκοι ενυπόθηκων δανείων αλλοδαπής, τα οποία παρέχονται από αλλοδαπούς με εγγραφή υποθήκης σε πλοία ελληνικής ιθαγένειας.

στ ι) Οι τόκοι των ομολογιακών δανείων της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού και του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, εφόσον προβλέπεται η απαλλαγήαπό τον οικείο νόμο.

ζ΄(ια) Οι τόκοι των ομολογιακών δανείων που εκδίδει η Ευρωπαϊκή ΤράπεζαΕπενδύσεων σε ευρώ ή συνάλλαγμα στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό με την επιφύλαξητων διατάξεων της παραγράφου 8 του άρθρου 12.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.5 άρθρ.2 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α330/24.12.2002.

η(ιγ) Οι τόκοι των εκδιδόμενων ομολογιακών δανείων και η υπεραξία που τυχόν προκύπτει κατά την εξόφληση των ομολόγων με ρήτρα εξωτερικού συναλλάγματος ή ευρωπαϊκής νομισματικής μονάδας (ECU).θ`

(ιε) Τα μερίσματα από ιδρυτικούς τίτλους και μετοχές ημεδαπών ανώνυμων εταιριών που ασχολούνται με την εκμετάλλευση πλοίων των οποίων τα κέρδη υπόκεινται στον ειδικό φόρο πλοίων, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. Αν η ανώνυμη εταιρία παράλληλα με την εκμετάλλευση των πλοίων ασκεί και άλλες επιχειρήσεις τότε απαλλάσσεται από το φόρο ποσό μερίσματος ίσο με τη σχέση μεταξύ των ακαθάριστων εσόδων από την εκμετάλλευση των πλοίων και του συνόλου των ακαθάριστων εσόδων της εταιρίας.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.6 άρθρ.2 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

ι) Τα κέρδη αμοιβαίων κεφαλαίων του Ν. 3283/2004 (ΦΕΚ 210 Α΄) και του Ν.2778/1999 (ΦΕΚ 295 Α΄), καθώς και η πρόσθετη αξία που αποκτούν οι μεριδιούχοι αυτών των αμοιβαίων κεφαλαίων από την εξαγορά των μεριδίων τους σε τιμήανώτερη της τιμής κτήσης, επιφυλασσόμενων των διατάξεων της παραγράφου 3 τουάρθρου 33 του Ν. 3283/2004 και της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του Ν.2778/1999. Η πιο πάνω απαλλαγή ισχύει και για τα αμοιβαία κεφάλαια που είναιεγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε κράτος τουΕυρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου / Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών(ΕΟΧ/ΕΖΕΣ).

Σημ.: όπως ηπερ.ι`προστέθηκε με την παρ. 1 άρθρ.9 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002 και αντικαταστάθηκε  με την παρ.1 άρθρ.8Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

ια) Τα κεφαλαιακά κέρδη που προκύπτουν από την ανταλλαγή ομολόγων του ΕλληνικούΔημοσίου ή εταιρικών ομολόγων με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου με άλλους τίτλους κατ`εφαρμογήν προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους.

Σημ.: όπως η περίπτωση ια΄προστέθηκε με την παράγραφο 2 άρθρου 13Ν.4051/2012,ΦΕΚ Α 40/29.2.2012.

4. Από το Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις απαλλάσσονται:

α) Τα κέρδη από την εκμετάλλευση πλοίων, τα οποία υπόκεινται στον ειδικό φόρο για τα πλοία, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά.

β…..η περ.β ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.1 άρθρ.4 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

γ. Από 1ης Ιανουαρίου 2003 το ποσό της επιχορήγησης που καταβάλλεται στουςνέους επαγγελματίες οι οποίοι υπάγονται στα προγράμματα απασχόλησης του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) της παραγράφου 9 τουάρθρου 29 του ν. 1262/1982 (ΦΕΚ 70 Α`).
Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν και για τα ποσά τωνεπιχορηγήσεων που καταβάλλονται στους νέους ελεύθερους επαγγελματίες.

Σημ.: η περ. γ΄προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ. 26 Ν.3156/2003,ΦΕΚ Α 157/25.6.2003 και τροποποιήθηκε με την παρ.7 άρθρου 4 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

δ) Τα κέρδη φυσικών προσώπων και πολύ μικρών επιχειρήσεων, που εμπίπτουνστη Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, από τη διάθεσηπαραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας προς την εταιρεία “Δ.Ε.Η. Α.Ε.” ή άλλοπρομηθευτή, μετά από την ένταξη τους στο “Ειδικό Πρόγραμμα ΑνάπτυξηςΦωτοβολταϊκων Συστημάτων μέχρι δέκα (10) kw”, κατόπιν αποφάσεως των ΥπουργώνΟικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας καιΔημόσιων Έργων, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 14του ν. 3468/2006 (ΦΕΚ 8 Α`).

Σημ.: όπως η περ.δ΄προστέθηκε με το άρθρο 36 παρ.1 Ν.3775/2009ΦΕΚ Α 122/21.7.2009.

5. Από το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες απαλλάσσονται:

α) Οι συντάξεις και κάθε είδους περιθάλψεις, οι οποίες παρέχονται σε ανάπηρους πολέμου και θύματα ή οικογένειες θυμάτων πολέμου ως και σε ανάπηρους και θύματα ειρηνικής περιόδου στρατιωτικούς γενικά που έπαθαν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους προδήλως, αναμφισβήτητα και εξαιτίας αυτής.

β) η περ.β  καταργήθηκε με την παρ.10 του άρθρου 1 Ν.2459/1997 (Α 17).

γ) η περ.γ  καταργήθηκε με την παρ.11 του άρθρου 1 Ν.2459/1997 (Α 17).

δ) Η σύνταξη που καταβάλλεται σε ανάπηρους πολέμου με βάση τα έτη υπηρεσίας τους στο Δημόσιο, ελάμβανε ο δικαιούχος αν δε είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα λήψης της. Η διάταξη αυτής της περίπτωσης εφαρμόζεται ανάλογα και στις συντάξεις που καταβάλλονται από το Δημόσιο σε θύματα ή οικογένειες θυμάτων πολέμου.

ε) Το εξωιδρυματικό επίδομα, καθώς και το ποσό με το οποίο προσαυξάνεται η σύνταξη, που καταβάλλεται σε τυφλούς και γενικά σε πρόσωπα, που ευρίσκονται διαρκώς σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση άλλων προσώπων (απόλυτος αναπηρία), τα οποία καταβάλλονται στους δικαιούχους από το Δημόσιο ή άλλους ασφαλιστικούς φορείς.

στ)η περ.στ΄ καταργήθηκε με την περ.12 άρθρου 1 Ν.2459/1997

ζ) Η σύνταξη, που καταβάλλεται σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α`).

η)η περ.η΄ καταργήθηκε με την περ.13 άρθρου 1 Ν.2459/1997

θ) Οι μισθοί, συντάξεις και η πάγια αντιμισθία που χορηγούνται σε πρόσωπα που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και σε πρόσωπα που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες, που υπερβαίνει σε ποσοστό το ογδόντα τοις εκατό (80%).

ι. Οι αποδοχές των αλλοδαπών κατωτέρων πληρωμάτων των εμπορικών πλοίων.

Σημ.: όπως η περ.ι`προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.9 Ν.2515/1997 Α 15.

ια) Το καθαρό ποσό της ειδικής αποζημίωσης που παίρνουν εκτός των αποδοχών της οργανικής τους θέσης οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σχολικών μονάδων της Βαυαρίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας με φορέα το Ελληνικό Γενικό Προξενείο στο Μόναχο.

Σημ.: όπως η περ.ια`που προστέθηκε με την παρ.13 άρθρ. Ν.2740/1999,ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ,με το άρθρο 46 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000.(για τα εισοδήματα που αποκτούνται από 1.1.2001 και μετά.

ιβ) Τα επιδόματα που καταβάλλονται στους δικαιούχους σύμφωνα με τιςπαραγράφους 1, 2, 3 και 6 του άρθρου 63 του ν.1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α`).

Σημ.: όπως η περ.ιβ΄ προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ.3 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

ιγ. Το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΑΣ) που καταβάλλεται στους δικαιούχους σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ν.2453/1997.

Σημ.: όπως η περ.ιγ` προστέθηκε με το άρθρο 18 Ν.3756/2009,ΦΕΚ Α 53/31.1.2009.

ιδ) Από 1.1.2010 και κατά ποσοστό 65% τα ειδικά επιδόματα επικίνδυνηςεργασίας και η ειδική αποζημίωση που προβλέπονταν στην παρ. 7 του άρθρου 14,όπως ίσχυε πριν την κατάργηση της με την παρ. 7 του άρθρου 5 του ν.3842/2010(ΦΕΚ 58/Α`).

Σημ.: όπως η περ.ιδ΄προστέθηκε με το άρθρο 89 Ν.3883/2010,ΦΕΚ Α 167/24.9.2010.

ιε) Από 1.1.2010 και κατά ποσοστό 50% των αποδοχών των προσώπων πουπαρέχουν υπηρεσίες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα ελληνικά σχολείαπου λειτουργούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και έχουν τηνελληνική ιθαγένεια ή την ελληνική και τη γερμανική ιθαγένεια ή μόνο τηγερμανική ή είναι πολίτες τρίτης χώρας και πληρώνονται από το ΕλληνικόΔημόσιο ή φορέα που βρίσκεται στην αλλοδαπή και αποτελεί υποδιαίρεση τουΕλληνικού Δημοσίου ή υπηρεσία αυτού. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικώνκαθορίζεται η διαδικασία απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου επί τουυπολοίπου των αποδοχών τους και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Σημ.: όπως η περ.ιε` προστέθηκε με την παρ.1 άρθρου 21 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

6. Επίσης απαλλάσσονται από το φόρο:

α) Οι αμοιβές που καταβάλλει η Παγκόσμια Ένωση Αναπήρων Καλλιτεχνών (V.D.Μ.F.Κ.), στα μέλη της ζωγράφους με το πόδι και το στόμα, που είναι μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας, για την εργασία της ζωγραφικής που κάνουν, αμειβόμενοι αποκλειστικά από την Ένωση αυτή σε συνάλλαγμα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.1 Ν.2579/1998Ισχύς από 1.1.1997 και μετά.

β) Τα χρηματικά βραβεία που καταβάλλονται από το Δημόσιο ή την Ακαδημία Αθηνών ή τον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, για τη βράβευση επιστημονικών, καλλιτεχνικών και πνευματικών γενικά επιδόσεων, καθώς και αυτά που απονέμονται από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αφού προκηρυχθεί νόμιμα σχετικός δημόσιος διαγωνισμός.

γ) Τα ποσά των υποτροφιών που καταβάλλονται σε όσους νόμιμα έλαβαν την υποτροφία από το Δημόσιο ή από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τα ιδρύματα και από περιουσίες του α.ν. 2039/1939 (ΦΕΚ 455 Α`), εφόσον από αυτά αποδεδειγμένα επιδιώκονται σκοποί εθνωφελείς ή θρησκευτικοί ή φιλανθρωπικοί ή εκπαιδευτικοί ή καλλιτεχνικοί ή κοινωφελείς, ως και τα ποσά των υποτροφιών που παρέχονται σε Έλληνες υποτρόφους από ξένα κράτη ή αλλοδαπά ιδρύματα και οργανισμούς.

δ) Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στους αναγνωρισμένους πολιτικούς πρόσφυγες, σε αυτούς που διαμένουν προσωρινά στην Ελλάδα για ανθρωπιστικούς λόγους και σε όσους έχουν υποβάλει αίτηση για αναγνώριση προσφυγικής ιδιότητας, η οποία βρίσκεται στο στάδιο εξέτασης από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, από φορείς που υλοποιούν προγράμματα παροχής οικονομικής ενίσχυσης προσφύγων, τα οποία χρηματοδοτούνται από την `Ύπατη Αρμοστεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ελληνικό Δημόσιο.

Σημ.: όπως η περ.δ`προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001.

7. Απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος τα κέρδη από την άσκηση ατομικήςεμπορικής επιχείρησης ή ελευθέριου επαγγέλματος, μέχρι τριάντα χιλιάδες(30.000) ευρώ, όσων υποβάλλουν δήλωση έναρξης εργασιών για πρώτη φορά, για τοέτος της έναρξης και για τα δύο επόμενα έτη, εφόσον ο φορέας της επιχείρησηςκατά την έναρξη δεν έχει συμπληρώσει το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίαςτου. Με τις ίδιες προϋποθέσεις απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, μέχριτριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, οι ομόρρυθμες εταιρείες εφόσον συμμετέχουν σεαυτές αποκλειστικά φυσικά πρόσωπα τα οποία κατά την έναρξη δεν έχουνσυμπληρώσει το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους.

Σημ.: όπως η παρ.7,η οποία είχε προστεθεί με την παρ.1 άρθρ.69 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58, ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παράγραφο 4 άρθρου 42 Ν.4024/2011,ΦΕΚ Α 226/27.10.2011. Η κατάργηση ισχύει για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν από την 1.1.2011 και μετά.

Άρθρο 7
Πρόσωπα που θεωρείται ότι βαρύνουν τους φορολογουμένους

1. Θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούμενο:

α) Ο ή η σύζυγος που δεν έχει φορολογούμενο εισόδημα.

β) Τα ανήλικα άγαμα τέκνα.

γ) Τα ενήλικα άγαμα τέκνα τα οποία δεν έχουν υπερβεί το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και σπουδάζουν σε αναγνωρισμένες σχολές ή σχολεία του εσωτερικού ή εξωτερικού, καθώς και εκείνα τα οποία παρακολουθούν δημόσια ή ιδιωτικά ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης στο εσωτερικό.

Ειδικά, για τα τέκνα του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και για τα τέκνα πουδεν σπουδάζουν, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θεωρούνται προστατευόμεναμέλη παρατείνεται μέχρι και δύο έτη, εφόσον κατά τα έτη αυτά είναιεγγεγραμμένα στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ.

δ) Τα άγαμα τέκνα τα οποία δεν υπάγονται στην προηγούμενη περίπτωση, εφόσον υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία.

ε) Τα τέκνα που είναι άγαμα ή διαζευγμένα ή τελούν σε κατάσταση χηρείας, εφόσον παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και πάνω [από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία].

στ) Οι ανιόντες και των δύο συζύγων.

ζ) Οι αδελφοί και οι αδελφές και των δύο συζύγων που είναι άγαμοι ή διαζευγμένοι ή τελούν σε κατάσταση χηρείας, εφόσον παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και πάνω από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία.

η) Οι ανήλικοι ορφανοί από πατέρα και μητέρα, συγγενείς μέχρι τον τρίτο βαθμό οποιουδήποτε από τους συζύγους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.3 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000 και με την παρ.11 άρθρ.1Ν.3296/2004, ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

2. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις β` έως η` της προηγούμενης παραγράφου,θεωρείται ότι βαρύνουν τον φορολογούμενο εφόσον συνοικούν με αυτόν και το ετήσιοφορολογούμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό και απαλλασσόμενο εισόδημα τους δεν υπερβαίνει τοποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ ή το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ αν αυτάπαρουσιάζουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω.

Για την εφαρμογή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγράφου στο όριο του εισοδήματος δεν λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα που αποκτώνται από το δικαιούχο:

α) Το τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση γενικά ή από την παραχώρηση τηςχρήσης ακινήτου χωρίς αντάλλαγμα σε πρόσωπα που είναι συγγενείς με αυτόνμέχρι το δεύτερο βαθμό εξ αίματος.

β) τα εισοδήματα των ανήλικων τέκνων, που κατά τις διατάξεις του άρθρου 5προστίθενται στο συνολικό εισόδημα του γονέα,

γ) έσοδα από διατροφή που καταβάλλεται στο ανήλικο με δικαστική απόφαση η ύστερα από συμφωνία που καταρτίστηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Δε θεωρείται ότι βαρύνει το φορολογούμενο αν ο ανήλικος αποκτά εισόδημα από εμπορικές η γεωργικές επιχειρήσεις ή αμοιβές από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το ποσό του εισοδήματος, εκτός αν το σχετικό δικαίωμα περιήλθε στον ανήλικο από κληρονομία.

και δ) το εξωιδρυματικό επίδομα της περίπτωσης ε` της παραγράφου 5 τουάρθρου 6 του Κ.Φ.Ε. και τα προνοιακά επιδόματα που χορηγούνται σε άτομα μεδιάφορες αναπηρίες.

Σημ.: όπως η περ.δ΄προστέθηκε της παρ.2 με την παρ.4 άρθρ.5 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.4 άρθρ.3 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000 ,με την παρ.8 άρθρ.2 Ν.3091/2002, ΦΕΚ Α 330/24.12.2002 αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17 και με την παρ.3 άρθρου δέκατου Ν.4211/2013,ΦΕΚ Α 256/28.11.2013.

Άρθρο 8
Έκπτωση δαπανών από το συνολικό εισόδημα

1. Από το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου αφαιρούνται, κατά περίπτωση, τα ποσά των πιο κάτω δαπανών:

α) Ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της δαπάνης του ενοικίου που καταβάλλεται ετησίως για κύρια κατοικία του φορολογουμένου και της οικογένειας του και μέχρι ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του εισοδήματος, που δηλώνεται με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση, μη δυνάμενο να υπερβεί το ποσό των διακοσίων σαράντα χιλιάδων (240.000) δραχμών. Δεν δικαιούνται το αφορολόγητο αυτό ποσό όσοι παίρνουν στεγαστικό επίδομα.

Επίσης, δικαιούται ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της δαπάνης του ενοικίου που καταβάλλει, ετησίως για τα τέκνα του ο φορολογούμενος που μισθώνει κατοικίες για την ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών τους, τα οποία φοιτούν σε αναγνωρισμένα σχολεία ή σχολές του εσωτερικού, εφόσον αυτά τον βαρύνουν και εφόσον οι κατοικίες που μισθώνονται βρίσκονται στην περιοχή που έχει την έδρα της η σχολή ή το σχολείο που φοιτούν τα τέκνα του και αυτός ή τα τέκνα του δεν έχουν άλλη κατσίκια σε αυτήν την περιοχή και μέχρι ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του εισοδήματος, που δηλώνεται με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση του υπόχρεου, το οποίο δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 120.000 (εκατόν είκοσι χιλιάδων) δραχμών

Η περιοχή της τέως Διοίκησης Πρωτεύουσας θεωρείται ως μία πόλη. Η έκπτωση αυτής της περίπτωσης αναγνωρίζεται μόνο όταν ο φορολογούμενος αναγράψει στις οικείες ενδείξεις της ετήσιας δήλωσης φόρου εισοδήματος τον αριθμό του φορολογικού μητρώου του εκμισθωτή ή τον αριθμό της ταυτότητας του, όταν δεν του έχει χορηγηθεί αριθμός φορολογικού μητρώου. Αν πρόκειται για εκμισθωτές που δεν κατοικούν ούτε διαμένουν στην Ελλάδα μπορεί να αναγράφεται ο αριθμός φορολογικού μητρώου ή ταυτότητας του πληρεξούσιου ή νόμιμου εκπροσώπου τους. Για τους ανήλικους εκμισθωτές, που δεν έχουν αριθμό φορολογικού μητρώου ή ταυτότητας, αναγράφονται τα αντίστοιχα στοιχεία του προσώπου που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να χορηγεί τον αριθμό φορολογικού μητρώου ή ταυτότητας του εκμισθωτή ή του ενοικιαστή κατά περίπτωση, ύστερα από αίτηση του προσώπου που είναι υπόχρεο για την αναγραφή του αριθμού στην ετήσια δήλωση φόρου εισοδήματος ή στα οικεία έντυπα που συνυποβάλλονται με αυτή

β) Το ποσό της ετήσιας δαπάνης που καταβάλλει ο φορολογούμενος για ασφάλιστρα ασφαλίσεων ζωής ή θανάτου, ασφαλίσεων προσωπικών ατυχημάτων, καθώς και των ασφαλίστρων για ασφαλιστήρια ασθένειας, για την ασφάλιση του υπόχρεου, του άλλου συζύγου και των τέκνων τους τα οποία τους βαρύνουν, κατά τις διατάξεις του παρόντος .Το ποσό αυτής της δαπάνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος, που δηλώνεται με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση του υπόχρεου, μέχρι το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών, αθροιστικώς υπολογιζόμενο και για τους δύο συζύγους.

γ) Ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) της δαπάνης για παράδοση κατ οίκον ιδιαίτερων μαθημάτων ή φροντιστηρίων οποιασδήποτε αναγνωρισμένης εκπαιδευτικής βαθμίδας ή ξένων γλωσσών που καταβάλλει ετησίως ο φορολογούμενος για κάθε τέκνο του, που τον βαρύνει ή για τον ίδιο, και μέχρι εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές για καθένα από αυτά τα πρόσωπα

 

δ) Το συνολικό ποσό των εισφορών που καταβάλλονται από το φορολογούμενο σε ταμεία ασφάλισης του, εφόσον η καταβολή τους είναι υποχρεωτική από το νόμο, καθώς και το ποσό των καταβαλλόμενων εισφορών στις περιπτώσεις προαιρετικής ασφάλισης του σε ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο.

ε) Το συνολικό ποσό των εξόδων νοσοκομειακής και ιατρικής περίθαλψης του φορολογουμένου και των λοιπών προσώπων που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 7. Ως έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης θεωρούνται μόνο: αα) οι αμοιβές που καταβάλλονται για ιατρικές επισκέψεις και εξετάσεις, γενικά, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ακτινολογικές και μικροβιολογικές εξετάσεις, καθώς και η δαπάνη για οδοντοθεραπεία και οδοντοπροσθετική. ββ) τα έξοδα νοσηλείας, που καταβάλλονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα ή ιδιωτικές κλινικές, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έξοδα για φαρμακευτική περίθαλψη στο νοσοκομείο ή στην κλινική, γγ) οι αμοιβές που καταβάλλονται σε νοσοκόμο, για την παροχή υπηρεσιών σε ασθενή, κατά τη νοσηλεία του σε νοσοκομείο ή κλινική ή στο σπίτι, δδ) η δαπάνη για την αντικατάσταση μελών του σώματος με τεχνητά μέλη, καθώς και η δαπάνη για την αγορά ή τοποθέτηση στο σώμα του ασθενούς οργάνων, τα οποία είναι αναγκαία για τη φυσιολογική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού, εε) τα έξοδα νοσοκομειακής περίθαλψης των τέκνων που είναι άγαμα ή διαζευγμένα ή τελούν σε κατάσταση χηρείας, εφόσον το ετήσιο φορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημα τους δεν υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών και πάσχουν από ανίατο νόσημα, καθώς επίσης και με τις ίδιες προϋποθέσεις η δαπάνη για την περίθαλψη με οποιονδήποτε τρόπο των τυφλών, κωφαλάλων ή διανοητικά καθυστερημένων τέκνων του φορολογουμένου, όπως και η δαπάνη τους για δίδακτρα ή τροφεία που καταβάλλονται για αυτά τα τέκνα σε ειδικές για την πάθηση τους σχολές ή θεραπευτήρια, στστ) ποσό ίσο με το 50% (πενήντα τοις εκατό) της δαπάνης που καταβάλλεται σε επιχειρήσεις περίθαλψης ηλικιωμένων, οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του οικείου νόμου που ισχύει κάθε φορά.

Αν το συνολικό ποσό των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του φορολογουμένου και των λοιπών προσώπων που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν, αυτής της περίπτωσης, καθώς και της παραγράφου 6, δεν καλύπτεται από το συνολικό ετήσιο πραγματικό εισόδημα του φορολογουμένου και της συζύγου του, το υπόλοιπο που απομένει, μεταφέρεται για να αφαιρεθεί διαδοχικά, κατά το ποσό που απομένει κάθε φορά. στα 2 (δύο) επόμενα οικονομικά έτη. αθροιζόμενο με τα χρηματικά ποσά, τυχόν, άλλων εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης σε αυτά τα έτη.

στ) Η αξία των ακινήτων, που μεταβιβάζονται, καθώς και τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από το φορολογούμενο λόγω δωρεάς στο Δημόσιο, τους δήμους και τις κοινότητες του κράτους, τους ιερούς ναούς, τις ιερές μονές του Αγίου Όρους, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία, που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, καθώς και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων. Η αξία των ακινήτων καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1249/1982 (ΦΕΚ 43 Α΄) ή ύστερα από εκτίμηση· που ενεργείται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας σύμφωνα με τις διατάξεις περί φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, στις περιοχές που δεν ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων. Η αξία των ιατρικών μηχανημάτων και των ασθενοφόρων αυτοκινήτων, που μεταβιβάζονται λόγω δωρεάς στα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

Αν το ποσό των ανωτέρω δωρεών υπερβαίνει το συνολικό ετήσιο πραγματικό εισόδημα του φορολογούμενου, το υπόλοιπο που απομένει μεταφέρεται διαδοχικά, κατά το ποσό που απομένει κάθε φορά, στα δύο (2) επόμενα οικονομικά έτη, αθροιζόμενο με τα χρηματικά ποσά. τυχόν, άλλων δωρεών των ίδιων περιπτώσεων σε αυτά τα έτη

Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από το φορολογούμενο λόγω δωρεάς προς τα κοινωφελή ιδρύματα, τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σωματεία που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, καθώς και οποιοδήποτε αθλητικό σωματείο που έχει συσταθεί νόμιμα και είναι αναγνωρισμένο από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, εφόσον οι δωρεές αυτές προορίζονται για την καλλιέργεια και ανάπτυξη των ερασιτεχνικών τους τμημάτων. Επίσης, τα χρηματικά ποσά. που καταβάλλονται από το φορολογούμενο μέχρι ποσοστού δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του συνολικού φορολογούμενου εισοδήματος του λόγω χορηγίας προς τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα υφίστανται ή συνιστώνται, εφόσον επιδιώκουν σκοπούς πολιτιστικούς. Πολιτιστικοί σκοποί είναι. ιδίως, η καλλιέργεια, προαγωγή και διάδοση των γραμμάτων, της μουσικής, του χορού, του θεάτρου, του κινηματογράφου, της ζωγραφικής, της γλυπτικής και των τεχνών γενικότερα, καθώς και η ίδρυση, επέκταση και συντήρηση των αναγνωρισμένων ιδιωτικών μουσείων, όπως τέχνης, ,φυσικής ιστορίας, εθνολογικών και λαογραφικών.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Πολιτισμού και Οικονομικών καθορίζονται, μετά από έλεγχο του Υπουργείου Πολιτισμού, τα νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν πολιτιστικούς σκοπούς, για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων.

Όταν τα ποσά των δωρεών και των χορηγιών αυτής της περίπτωσης, με εξαίρεση τις δωρεές που καταβάλλονται στους δωρεοδόχους του πρώτου εδαφίου, υπερβαίνουν τις ογδόντα χιλιάδες (80.000) δραχμές ετησίως, λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον έχουν κατατεθεί σε ειδικό λογαριασμό του νομικού προσώπου, που πρέπει να ανοιχθεί για το σκοπό αυτόν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε τράπεζα που νόμιμα λειτουργεί στην Ελλάδα. Ειδικώς, τα χρηματικά ποσά, που καταβάλλονται λόγω δωρεάς σε αθλητικά σωματεία, λαμβάνονται υπόψη μόνον εφόσον κατατίθενται σε λογαριασμό τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε τράπεζα που νόμιμα λειτουργεί στην Ελλάδα.

Τα ποσά αυτών των δωρεών αφαιρούνται από το συνολικό εισόδημα, εφόσον ο δωρητής υποβάλλει με την αρχική εμπρόθεσμη φορολογική του δήλωση τα ακόλουθα δικαιολογητικά:

αα) Το πρωτότυπο του παραστατικού κατάθεσης του ποσού της δωρεάς.

ββ) Αντίγραφο πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου περί αποδοχής της δωρεάς θεωρημένο από τον προϊστάμενο του γραφείου φυσικής αγωγής του νομού της έδρας του σωματείου.

γγ) Αντίγραφο της σελίδας του βιβλίου ταμείου του σωματείου, όπου έχει καταχωρηθεί το ποσό της δωρεάς θεωρημένο από τον παραπάνω προϊστάμενο του γραφείου φυσικής αγωγής.

Το οικείο γραμμάτιο είσπραξης της τράπεζας που θα εκδίδεται πρέπει να αναφέρει τα στοιχεία του δωρητή ή χορηγού και δωρεοδόχου, το ποσό της δωρεάς ή χορηγίας αριθμητικώς και ολογράφως, την ημερομηνία κατάθεσης του και την υπογραφή του δωρητή ή χορηγού, κατά περίπτωση.

Τα χρηματικά ποσά αυτών των δωρεών και χορηγιών δεν πρέπει να έχουν εκπέσει με βάση άλλη διάταξη του παρόντος.

Το αφορολόγητο ποσό αυτής της περίπτωσης, που προέρχεται από δωρεές ή χορηγίες χρηματικών ποσών, δεν μπορεί να υπερβεί ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του εισοδήματος που προκύπτει σε περίπτωση εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 19.

ζ) Το ποσό των δεδουλευμένων τόκων που καταβάλλονται από το φορολογούμενο για:

αα) Στεγαστικά δάνεια για απόκτηση πρώτης κατοικίας που χορηγούνται στο φορολογούμενο με υποθήκη ή προσημείωση από τράπεζες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τα Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια και λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς, εφόσον οφείλονται από αυτόν και η υποθήκη ή προσημείωση έχει εγγραφεί σε ακίνητο του ή του άλλου συζύγου ή των τέκνων τους που τους βαρύνουν.

ββ) Στεγαστικά δάνεια για απόκτηση πρώτης κατοικίας που χορηγούνται από ασφαλιστικές επιχειρήσεις στους υπαλλήλους αυτών, εφόσον οφείλονται από αυτούς και η υποθήκη ή προσημείωση έχει εγγραφεί σε ακίνητο τους ή του άλλου συζύγου ή των τέκνων τους που τους βαρύνουν.

γγ) Προκαταβολές που χορηγούνται από τα Ταμεία Αλληλοβοήθειας Στρατού, Αεροπορίας και Ναυτικού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν.Δ. 398/1974 (ΦΕΚ 116 Α΄) για απόκτηση πρώτης κατοικίας από τους βοηθηματούχους αυτών.

δδ) Δάνεια που χορηγούνται στο φορολογούμενο από τράπεζες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τα Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια και λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς, εφόσον οφείλονται από αυτόν, για αναστήλωση, επισκευή, συντήρηση ή εξωραϊσμό διατηρητέων κτισμάτων, καθώς και κτισμάτων που βρίσκονται σε περιοχές χαρακτηριζόμενες ως παραδοσιακά τμήματα πόλεων ή ως παραδοσιακοί οικισμοί.

εε) Χρέη προς το Δημόσιο από φόρο κληρονομιάς, δωρεάς και γονικής παροχής που οφείλονται από αυτόν. Το αφαιρούμενο συνολικό ποσό τόκων της υποπερίπτωσης αυτής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ανώτερο από το είκοσι πέντε (25%) του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος που δηλώνεται με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση του υπόχρεου.

Το ποσό της δαπάνης της περίπτωσης, αυτής δεν πρέπει να έχει εκπέσει με βάση άλλη διάταξη του παρόντος.

η) Ποσοστό 30% (τριάντα τοις εκατό) της δαπάνης για την αμοιβή που καταβάλλεται σε δικηγόρο για τις νομικές υπηρεσίες αυτού από οποιαδήποτε αιτία, και μέχρι ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του εισοδήματος που δηλώνεται με την εμπρόθεσμη αρχική δήλωση του υπόχρεου, το οποίο δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών, ετησίως.

θ) Εκτός από τις δαπάνες που ορίζονται στις προηγούμενες περιπτώσεις οπό το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου αφαιρείται ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του συνολικού ετήσιου ποσού των οικογενειακών δαπανών; στις οποίες υποβάλλεται ο φορολογούμενος. η σύζυγος του και τα τέκνα τους που συνοικούν με αυτούς και τους βαρύνουν, για αγορά αγαθών και υπηρεσίες γενικώς.

Από τις δαπάνες αυτές εξαιρούνται:

αα) αυτές που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 23 αυτού του νομού,

ββ) πραγματικές δαπάνες που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 αυτού του νόμου,

γγ) αυτές που ορίζονται στις προηγούμενες περιπτώσεις,

δδ) δαπάνες για αγορά τροφίμων και ποτών, γενικώς. καθώς και καυσίμων,

εε) δαπάνες για ύδρευση, αποχέτευση, συγκοινωνίες, φωταέριο, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, ασφάλιστρα και τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτων, καθώς και για δίδακτρα σε ιδιωτικά σχολεία.

Το ποσό που αφαιρείται συνολικά και για τους δύο συζύγους δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών. Το ποσό αυτό μερίζεται μεταξύ των συζύγων ανάλογα με το ύφος του φορολογούμενου με τις γενικές διατάξεις εισοδήματος του καθενός, όπως αυτό δηλώθηκε με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση τους. Η μείωση του φόρου, που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι ανώτερη για κάθε σύζυγο του ποσοστού 15% (δεκαπέντε τοις εκατό) επί του αφορολόγητου ποσού που του αναλογεί, ούτε ανώτερη από το φόρο που εκπίπτει για τις δαπάνες αυτές με βάση την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση.

Για τη διενέργεια της έκπτωσης αυτής πρέπει το συνολικό ποσό των δαπανών, που καταβλήθηκε για αγαθά και υπηρεσίες, να αναγράφεται στην αρχική εμπρόθεσμη δήλωση εισοδήματος και να συνυποβάλλονται με αυτή τα πρωτότυπα των νόμιμων δικαιολογητικών, που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά.

Αποδείξεις λιανικής πώλησης αξίας άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών γίνονται δεκτές για την αναγνώριση της έκπτωσης της δαπάνης που αντιπροσωπεύουν, μόνον εάν αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του αγοραστή φορολογουμένου και τίθεται η σφραγίδα του πωλητή.

Δαπάνες αυτής της παραγράφου που γίνονται στην αλλοδαπή δεν αφαιρούνται.

Σημ.: όπως η παράγραφος 1 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο 27 παρ.1 Ν.3986/2011,ΦΕΚ Α 152/1.7.2011,το οποίο εφαρμόζεται για εισοδήματα και δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2011 και μετά

2. Από το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου εκπίπτει ως δαπάνη χωρίςδικαιολογητικά ποσό δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400) ευρώ, για τον ίδιοφορολογούμενο και για καθένα από τα πρόσωπα που συνοικούν με αυτόν ή τονβαρύνουν, εφόσον:

α)παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα εφτά τοις εκατό (67%) και πάνω απόνοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση, με βάση τη γνωμάτευσητης οικείας πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, που εδρεύει σε κάθε νομό. Δε λαμβάνεται υπόψη επαγγελματική ή ασφαλιστική αναπηρία,

β) είναι τυφλοί που είναι γραμμένοι στο γενικό μητρώο τυφλών, που τηρείταιστην οικεία νομαρχία,

γ) είναι νεφροπαθείς που τελούν υπό αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή δεν έχουνκάνει μεταμόσχευση νεφρού, καθώς και τα πρόσωπα που πάσχουν από μεσογειακή,δρεπανοκυτταρική και μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία και κάνουν μεταγγίσεις αίματος.

δ) είναι ανάπηροι αξιωματικοί ή οπλίτες, οι οποίοι με την ιδιότητα του αναπήρου παίρνουν σύνταξη από το δημόσιο ταμείο ή αξιωματικοί οι οποίοι έχουν τεθεί σε κατάσταση πολεμικής διαθεσιμότητας ή αξιωματικοί που εξαιτίας πολεμικού τραύματος ή νοσήματος που επήλθε λόγω κακουχιών σε πολεμική περίοδο, βρίσκονται σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου ή πρόσωπα που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 1579/1950 (ΦΕΚ 286 Α`) και του ν.δ. 330/1947 (ΦΕΚ 84 Α`).

ε) είναι θύματα πολέμου. Θύματα πολέμου κατά την έννοια του παρόντος είναιτα πρόσωπα που λαμβάνουν σύνταξη από πολεμική αιτία. Με τα θύματα πολέμου εξομοιώνονται και τα πρόσωπα τα οποία ως μέλη οικογενειών αξιωματικών και οπλιτών, οι οποίοι απεβίωσαν κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας σε ειρηνική περίοδο, δικαιούνται σύνταξη από το δημόσιο ταμείο,

στ) παίρνουν σύνταξη από το δημόσιο ταμείο ως ανάπηροι ή θύματα εθνικής αντίστασης ή εμφυλίου πολέμου σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 1543/1985 (ΦΕΚ 73 Α`) και 1863/1985 (ΦΕΚ 204 Α`), όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 1976/1991 (ΦΕΚ 184 Α).

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.6 άρθρ.1 Ν.2753/1999 ΦΕΚ Α 249/17.11.1999 και με το άρθρο 27 παρ.1 Ν.3986/2011,ΦΕΚ Α 152/1.7.2011.

3. Για τη σύζυγο που έχει εισόδημα, οι δαπάνες της παραγράφου 2 που αφορούνστην ίδια, στα τέκνα της από προηγούμενο γάμο, στα χωρίς γάμο τέκνα της,στους γονείς της και στους ανήλικους ορφανούς από πατέρα και μητέρα συγγενείςτης μέχρι το δεύτερο βαθμό, αφαιρούνται από το δικό της εισόδημα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρ. 2Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58,και  με το άρθρο 27 παρ.1Ν.3986/2011,ΦΕΚ Α 152/1.7.2011

4. Όταν οι σύζυγοι υποχρεούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, να υποβάλλουν κοινή δήλωση και όταν λόγω θανάτου του ενός από τους συζύγους υποβάλλονται χωριστές δηλώσεις, αν ο ένας από τους συζύγους δεν έχει φορολογούμενο εισόδημα ή αυτό είναι κατώτερο από το άθροισμα των ποσών που αφορούν τις δαπάνες της παρ.1, το άθροισμα αυτών ή η διαφορά που προκύπτει δεν προστίθεται στις δαπάνες του άλλου συζύγου. Εξαιρετικώς, στις περιπτώσεις αυτές προστίθενται στις δαπάνες του άλλου συζύγου τα ποσά που αφορούν τα έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του ενός συζύγου και των λοιπών προσώπων που συνοικούν μαζί του και τον βαρύνουν.

Σημ.: όπως η παρ. 4 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο 27 παρ.1 Ν.3986/2011,ΦΕΚ Α 152/1.7.2011

5. Όταν ο ένας από τους συζύγους δεν έχει εισόδημα φορολογούμενο ή αυτό πουέχει είναι κατώτερο από το ποσό της δαπάνης της παραγράφου 2 που αφορούναυτόν προσωπικά και τα πρόσωπα που τον βαρύνουν, ολόκληρο το ποσό της δαπάνηςή η διαφορά προστίθεται στις δαπάνες του άλλου συζύγου. Όταν η δαπάνη τουενός συζύγου είναι ανώτερη από το φορολογούμενο εισόδημα του, τότε η διαφοράπου προκύπτει προστίθεται στις δαπάνες του άλλου συζύγου.

Σημ.: όπως η παρ.5 τροποποιήθηκε με την παρ.4 άρθρου 7 Ν.3790/2009,ΦΕΚ Α 143 και με το άρθρο 27 παρ.1 Ν.3986/2011,ΦΕΚ Α 152/1.7.2011

6. Οι δαπάνες για έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης των προσώπων, που αναφέρονται στο άρθρο 7 τα οποία συνοικούν με το φορολογούμενο και παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα εφτά τοις εκατό (67%) και πάνω, από νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση, με βάση τη γνωμάτευση της οικείας πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, που εδρεύει σε κάθε νομό ή είναι τυφλοί που είναι γραμμένοι στο γενικό μητρώο τυφλών, που τηρείται στην οικεία νομαρχία, στην περίπτωση κατά την οποία έχουν αποκτήσει ετήσιο εισόδημα πάνω από εξακόσιες χιλιάδες (600.000) δραχμές, κατά το ποσό που τα έξοδα αυτά υπερβαίνουν το πραγματικό φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο ετήσιο καθαρό εισόδημα των προσώπων αυτών, προστίθεται στις δαπάνες του φορολογουμένου τον οποίο βαρύνουν. Αν αυτός δεν έχει εισόδημα ή το εισόδημα του είναι κατώτερο από το άθροισμα των δαπανών των παρ. 1 και 2, το ποσό αυτό προστίθεται στις δαπάνες του άλλου συζύγου.

Σημ.: όπως η παρ.6 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.16 άρθρ.2 Ν.3091/2002ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

7. Όσοι κατοικούν στην αλλοδαπή και αποκτούν εισόδημα από πηγή πουβρίσκεται στην Ελλάδα δεν δικαιούνται την έκπτωση της παραγράφου 2. Από τηδιάταξη αυτή εξαιρούνται οι κάτοικοι των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσηςπου αποκτούν εισόδημα στην Ελλάδα μεγαλύτερο του ενενήντα τοις εκατό (90%)του συνολικού εισοδήματος τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 27 παρ.1 Ν.3986/2011,ΦΕΚ Α 152/1.7.2011

8. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ταδικαιολογητικά που απαιτούνται για την αναγνώριση της συνδρομής τωνπροϋποθέσεων για την αφαίρεση των ποσών των δαπανών που ορίζονται από τοάρθρο αυτό.Επίσης, με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίες δημοσιεύονται στην εφημερίδα τηςΚυβερνήσεως, καθορίζονται τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται για τηναπόδειξη του ποσοστού της αναπηρίας.Με τις αποφάσεις των προηγούμενων εδαφίων ορίζεται επίσης και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.15 άρθρ.2Ν.3091/2002, ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

Άρθρο 9
Υπολογισμός και καταβολή του φόρου
Σημ.: όπως το άρθρο 9  είχε αντικατασταθεί με την παρ.2 άρθρου 38 Ν.4024/2011,ΦΕΚ Α 226/27.10.2011,αντικαταστάθηκε πάλι με την παρ.1 άρθρου 1 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

1.α) Το εισόδημα από μισθούς, συντάξεις και μισθούς με έκδοση τιμολογίου ή απόδειξης γιαπαροχή υπηρεσιών υποβάλλεται σε φόρο σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:

Κλιμάκιο εισοδήματος (ευρώ)
Φορολογικός συντελεστής %
Φόρος κλιμακίου (ευρώ)
Σύνολο
Εισοδήματος (ευρώ)
Φόρου (ευρώ)
25.000
22%
5.440
25.000
75.000
17.000
32%
5.440
42.000
10.940
Υπερβάλλον
42%

Όταν το πραγματικό εισόδημα των φορολογουμένων κατά το οικονομικό έτος 2014 δενυπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ή το τεκμαρτό τους εισόδημα δεν υπερβαίνειτο ποσό των 9.500 ευρώ και εφόσον αυτοί δεν ασκούν ατομική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμακαι δεν αποκτούν εισόδημα από ακίνητα, τα εισοδήματά τους αυτά φορολογούνται με την κλίμακατων μισθωτών – συνταξιούχων.

β) Το εισόδημα από ατομική επιχείρηση, εκτός της περίπτωσης γ`της παρούσας παραγράφου και ελευθέριο επάγγελμα, υποβάλλεται σε φόρο σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα :

Κλιμάκιο εισοδήματος (ευρώ)
Φορολογικός συντελεστής %
Φόρος κλιμακίου (ευρώ)
Σύνολο
Εισοδήματος (ευρώ)
Φόρου (ευρώ)
25.000
22%
5.440
25.000
75.000
17.000
32%
5.440
42.000
10.940
Υπερβάλλον
42%

Για νέες ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις ή νέους ελεύθερους επαγγελματίες με πρώτη δήλωσηέναρξης επιτηδεύματος από 1ης Ιανουαρίου 2013 και για τα τρία (3) πρώτα έτη άσκησης τηςδραστηριότητας τους ο φορολογικός συντελεστής του πρώτου κλιμακίου της παραπάνω κλίμακαςμειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) και μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ εισόδημα, γ) Τοεισόδημα από ατομική γεωργική επιχείρηση υποβάλλεται σε φόρο με συντελεστή δεκατρία τοιςεκατό (13%). Ειδικά για το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) για το δηλωθέν εισόδημα απόατομική γεωργική επιχείρηση εφαρμόζεται αυτοτελώς η κλίμακα μισθωτών – συνταξιούχων.

δ) Τα εισοδήματα από μισθώσεις ακινήτων, καθώς και τα εισοδήματα από κινητές αξίες, εκτός απότις περιπτώσεις που με την παρακράτηση φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση,υποβάλλονται σε φορολόγηση βάσει της παρακάτω κλίμακας:

ΚΛΙΜΑΚΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝΑΠΟ ΑΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ ΚΙΝΗΤΕΣ ΑΞΙΕΣ που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις

Κλιμάκιο εισοδήματος (ευρώ)
Φορολογικός συντελεστής %
Φόρος κλιμακίου (ευρώ)
Σύνολο
Εισοδήματος (ευρώ)
Φόρου (ευρώ)
25.000
22%
5.440
25.000
75.000
17.000
32%
5.440
42.000
10.940
Υπερβάλλον
42%

Το ακαθάριστο ποσό από ακίνητα υποβάλλεται και σε συμπληρωματικό φόρο, ο οποίοςυπολογίζεται με συντελεστή ενάμισι τοις εκατό (1,5%). Ειδικώς, ο συντελεστής του προηγούμενουεδαφίου αυξάνεται σε τρία τοις εκατό (3%), εφόσον η επιφάνεια κατοικίας υπερβαίνει τα τριακόσια(300) τετραγωνικά μέτρα ή πρόκειται για επαγγελματική μίσθωση.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρ.184παρ.1 Ν.4261/2014,ΦΕΚ Α 107/5.5.2014.

2. Ο φόρος που προκύπτει με βάση την κλίμακα των μισθωτών και συνταξιούχων τηςπαραγράφου 1 μειώνεται:

α) Για εισόδημα μέχρι και είκοσι μία χιλιάδες (21.000) ευρώ κατά δύο χιλιάδες εκατό (2.100) ευρώ.Εφόσον ο φόρος που προκύπτει είναι μικρότερος των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ το ποσόμείωσης περιορίζεται στο ποσό του φόρου.

β) Για εισόδημα πάνω από είκοσι μία χιλιάδες (21.000) ευρώ το ποσό μείωσης της περίπτωσης α`περιορίζεται κατά εκατό (100) ευρώ ανά χίλια (1.000) ευρώ εισοδήματος και μέχρι εξαντλήσεωςτου ποσού των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ. Προκειμένου να διατηρηθεί ακέραιο το ποσότης μείωσης του φόρου, ο φορολογούμενος απαιτείται να προσκομίσει αποδείξεις που έχουνεκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των Κανόνων Απεικόνισης Συναλλαγών ή σε χώρες τηςΕυρωπαϊκής Ένωσης για δαπάνες αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποιείο ίδιος, η σύζυγος του ή τα τέκνα που τους βαρύνουν. Στις πιο πάνω δαπάνες περιλαμβάνονταιαγαθά και υπηρεσίες που ανήκουν στις ομάδες 1, 2, 3, 4 (μόνο υπηρεσίες και είδη επισκευής καισυντήρησης κατοικίας), 5, 7 (μόνο μεταφορές πραγμάτων, συντήρηση και επισκευή αυτοκινήτου-μοτοσικλέτας, ανταλλακτικά αυτοκινήτου, λιπαντικά-αντιψυκτικό, μίσθωση ταξί, καύσιμαοχήματος), 9 (εκτός από εισφορές ΕΡΤ και συνδρομητικής τηλεόρασης), 10 (μόνο δίδακτραφροντιστηρίων και ξένων γλωσσών), 11 και 12 (εκτός κάθε είδους ασφάλισης), όπως ορίζονταιστησχετική ταξινόμηση για το Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της ΕΛ.ΣΤΑΤ.. Σε καμία περίπτωση δενπεριλαμβάνονται οι δαπάνες ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, η καταβαλλόμενη διατροφή,οι δωρεές και οι δαπάνες για την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων.

Το ποσό των αποδείξεων δαπανών, που απαιτείται να προσκομισθούν, ορίζεται σε ποσοστό είκοσιπέντε τοις εκατό (25%) του δηλούμενου και φορολογούμενου με την κλίμακα της παραγράφουαυτής ατομικού εισοδήματος. Το ποσό των αποδείξεων που προσκομίζεται δεν απαιτείται ναυπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες πεντακόσια (10.500) ευρώ. Οι δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθείγίνονται αποδεκτές μόνον εφόσον έχουν περιληφθεί στην εμπρόθεσμη δήλωση, λογίζονταισυνολικά και για τους δύο συζύγους και επιμερίζονται μεταξύ τους ανάλογα με το δηλούμενο καιφορολογούμενο σύμφωνα με την κλίμακα της παραγράφου αυτής ατομικό εισόδημα.

Στην περίπτωση που δεν προσκομίζεται το απαιτούμενο ποσό αποδείξεων αγορών, τότε ο φόροςπροσαυξάνεται κατά τη θετική διαφορά μεταξύ του απαιτούμενου ποσού αποδείξεων, με ανώτατοόριο τις δέκα χιλιάδες πεντακόσια (10.500) ευρώ και του προσκομισθέντος ποσού αποδείξεων, ηοποία πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 22%. Εξαιρούνται της υποχρέωσης προσκόμισηςαποδείξεων οι δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στην αλλοδαπή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης καιτα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 47 του ΚΦΕ, όσοι διαμένουνσε οίκο ευγηρίας, σε ψυχιατρικά καταστήματα και οι φυλακισμένοι.

3. Το ποσό του φόρου που προκύπτει σύμφωνα με την περίπτωση α` της παραγράφου 1 και τηνπαράγραφο 2 μειώνεται κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) για κάθε καταβαλλόμενη από τιςακόλουθες δαπάνες:

α) Των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του φορολογουμένου και των λοιπώνπροσώπων που τον βαρύνουν κατά το μέρος που δεν καλύπτονται από ασφαλιστικά ταμεία ή/καιασφαλιστικές εταιρείες και υπερβαίνουν το πέντε τοις εκατό (5%) του φορολογούμενουεισοδήματος. Το ποσό της μείωσης δεν μπορεί να υπερβεί τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Ως έξοδαιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης θεωρούνται:

αα) οι αμοιβές που καταβάλλονται σε ιατρούς και ιατρικά κέντρα όλων των ειδικοτήτων γιαιατρικές επισκέψεις και εξετάσεις, καθώς και οι αμοιβές που καταβάλλονται σε οδοντιάτρους,ορθοδοντικούς, γνα-θοχειρουργούς για οδοντοθεραπεία, οδοντοπροσθετική καιγναθοχειρουργική,

ββ) τα έξοδα νοσηλείας που καταβάλλονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα ή ιδιωτικές κλινικές, καθώςκαι οι δαπάνες που καταβάλλονται για διαρκή κάλυψη ιατρικών αναγκών,

γγ) τα έξοδα για φαρμακευτική περίθαλψη γενικά,

δδ) οι αμοιβές που καταβάλλονται σε νοσοκόμο για την παροχή υπηρεσιών σε ασθενή κατά τηνοσηλεία του σε νοσοκομείο ή κλινική ή στο σπίτι,

εε) η δαπάνη για την αντικατάσταση μελών του σώματος με τεχνητά μέλη, καθώς και η δαπάνηγια την αγορά ή τοποθέτηση στο σώμα του ασθενούς οργάνων, τα οποία είναι αναγκαία για τηφυσιολογική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού,

στστ) τα έξοδα νοσοκομειακής περίθαλψης των τέκνων με ειδικές ανάγκες που παρουσιάζουναναπηρία σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) και άνω με βάση τη γνωμάτευση των οικείωνυγειονομικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ), εφόσον το ετήσιοφορολογούμενο και απαλλασσόμενο εισόδημα τους δεν υπερβαίνει το ποσό των έξι χιλιάδων(6.000) ευρώ, καθώς και η δαπάνη τους για δίδακτρα ή τροφεία που καταβάλλονται γι` αυτά τατέκνα σε ειδικές για την πάθηση τους σχολές ή θεραπευτήρια,

ζζ) ποσό ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) της δαπάνης που καταβάλλεται σε επιχειρήσειςπερίθαλψης ηλικιωμένων, οι οποίες λειτουργούν νόμιμα.

Στις δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται και οι δαπάνες για έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακήςπερίθαλψης των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 7, τα οποία συνοικούν με τονφορολογούμενο και παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω με βάση τηγνωμάτευση των οικείων υγειονομικών επιτροπών του ΚΕΠΑ και έχουν αποκτήσει ετήσιο εισόδημαπάνω από έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, εκπίπτει το ποσό των εξόδων ιατρικήςκαι νοσοκομειακής περίθαλψης που υπερβαίνει το συνολικό ετήσιο καθαρό πραγματικό,φορολογούμενο με τις γενικές διατάξεις ή με ειδικό τρόπο ή απαλλασσόμενο ή τεκμαρτό εισόδηματων προσώπων αυτών. Στις δαπάνες αυτές περιλαμβάνονται και οι αντίστοιχες δαπάνες πουαφορούν τα τέκνα που ορίζονται στο άρθρο 7 στην περίπτωση που καταβάλλονται από γονέα πουδεν συνοικεί μαζί τους, λόγω διάζευξης με τον άλλο γονέα.

Το ποσό της κάθε δαπάνης της περίπτωσης αυτής, η οποία υπολογίζεται αθροιστικά και για τουςδύο συζυγούς, μειώνει το φόρο, μόνο εφόσον έχει περιληφθεί στην αρχική δήλωση και μερίζεταιμεταξύ των συζύγων ανάλογα με το ύψος του εισοδήματος του καθενός που φορολογείται με τιςγενικές διατάξεις, όπως αυτό δηλώθηκε με την αρχική δήλωση ή συμπληρωματική μέχρι τη λήξητης προθεσμίας.

β) Το ποσό της διατροφής που επιδικάστηκε και καταβάλλεται από τον έναν σύζυγο στον άλλο,του οποίου αποτελεί φορολογητέο εισόδημα. Το ποσό της μείωσης του φόρου δεν μπορεί ναυπερβεί τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

γ) Των χρηματικών ποσών που καταβάλλονται από τον φορολογούμενο λόγω δωρεάς προς:

αα) τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, το Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής, τους ιερούςναούς, τις ιερές μονές του Αγίου Όρους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ταΠατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, την Ιερά Μονή Σινά, την Ορθόδοξη Εκκλησία τηςΑλβανίας, τα δημοτικά νοσοκομεία και τα νοσοκομεία που είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίουκαι επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό,

ββ) τα κοινωφελή ιδρύματα, τα σωματεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που παρέχουν υπηρεσίεςεκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ταημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και ταοποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, τους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς πουδιέπονται από το ν. 1514/1985 (Α` 13) και τα ερευνητικά κέντρα που αποτελούν ημεδαπά νομικάπρόσωπα ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα,

γγ) τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμαυπάρχουν ή συνιστώνται, εφόσον επιδιώκουν σκοπούς πολιτιστικούς. Πολιτιστικοί σκοποί είναι,ιδίως, η καλλιέργεια, προαγωγή και διάδοση των γραμμάτων, της μουσικής, του χορού, τουθεάτρου, του κινηματογράφου, της ζωγραφικής, της γλυπτικής και των τεχνών γενικότερα, καθώςκαι η ίδρυση, επέκταση και συντήρηση των αναγνωρισμένων ιδιωτικών μουσείων, όπως τέχνης,φυσικής ιστορίας, εθνολογικών και λαογραφικών.

Με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού καιΤουρισμού καθορίζονται τα νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν πολιτιστικούς σκοπούς, καθώς και οιδιαδικασίες ελέγχου τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού.

Τα ποσά των δωρεών και των χορηγιών της περίπτωσης γ` λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσονέχουν κατατεθεί σε ειδικό λογαριασμό του νομικού προσώπου, που πρέπει να ανοιχθεί για τοσκοπό αυτόν σε πιστωτικό ίδρυμα που νόμιμα λειτουργεί στην Ελλάδα.

Το γραμμάτιο είσπραξης του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδεται πρέπει να αναφέρει τα στοιχείατου δωρητή ή χορηγού και δωρεοδόχου, το ποσό της δωρεάς ή χορηγίας αριθμητικώς καιολογράφως, την ημερομηνία κατάθεσης του και την υπογραφή του δωρητή ή χορηγού, κατάπερίπτωση.

δ) Της αξίας των ιατρικών μηχανημάτων και των ασθενοφόρων αυτοκινήτων, που μεταβιβάζονταιλόγω δωρεάς στα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία που αποτελούννομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

Το συνολικό ποσό των δωρεών και χορηγιών των περιπτώσεων γ` και δ` επί του οποίουυπολογίζεται η μείωση δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικούεισοδήματος που φορολογείται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις.

Η μείωση διενεργείται εφόσον τα ποσά των δωρεών και χορηγιών υπερβαίνουν συνολικά τα εκατό(100) ευρώ.

Τα χρηματικά ποσά αυτών των δωρεών και χορηγιών δεν πρέπει να έχουν εκπέσει με βάση άλληδιάταξη του παρόντος.

Οι διατάξεις των περιπτώσεων γ` και δ` εφαρμόζονται και για δωρεές υπέρ αντίστοιχων κρατικώνφορέων και νομικών προσώπων, εγκατεστημένων σε άλλα κράτη -μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσηςκαι σε χώρες ΕΟΧ. Το ποσό των δωρεών που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο μπορεί νακατατίθεται και σε πιστωτικό ίδρυμα στην οποία έχει την κατοικία του ο δωρεοδόχος.

4. Εξαιρετικά, το ποσό του φόρου που προκύπτει σύμφωνα με την παράγραφο 1 μειώνεται κατάδιακόσια (200) ευρώ, για τον ίδιο φορολογούμενο και για καθένα από τα πρόσωπα που συνοικούνμε αυτόν ή τον βαρύνουν, εφόσον:

α) Παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω με βάση τη γνωμάτευση τωνοικείων υγειονομικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ). Δεν λαμβάνεταιυπόψη επαγγελματική ή ασφαλιστική αναπηρία.

β) Είναι ανάπηροι αξιωματικοί ή οπλίτες, οι οποίοι με την ιδιότητα του αναπήρου παίρνουνσύνταξη από το δημόσιο ταμείο ή αξιωματικοί οι οποίοι έχουν τεθεί σε κατάσταση πολεμικήςδιαθεσιμότητας ή αξιωματικοί που εξαιτίας πολεμικού τραύματος ή νοσήματος που επήλθε λόγωκακουχιών σε πολεμική περίοδο, βρίσκονται σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου ή πρόσωπα πουέχουν υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 1579/1950 (Α` 286) και του ν.δ. 330/1947 (Α` 84).

γ) Είναι θύματα πολέμου, θύματα πολέμου κατά την έννοια του παρόντος είναι τα πρόσωπα πουλαμβάνουν σύνταξη από πολεμική αιτία. Με τα θύματα πολέμου εξομοιώνονται και τα πρόσωπα ταοποία ως μέλη οικογενειών αξιωματικών και οπλιτών, οι οποίοι απεβίωσαν κατά την εκτέλεσηδιατεταγμένης υπηρεσίας σε ειρηνική περίοδο, δικαιούνται σύνταξη από το δημόσιο ταμείο.

δ) Παίρνουν σύνταξη από το δημόσιο ταμείο ως ανάπηροι ή θύματα εθνικής αντίστασης ήεμφυλίου πολέμου σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 1543/1985 (Α` 73) και 1863/1985 (Α`204), όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 1976/1991 (Α` 184).

5. Για τη σύζυγο, η οποία έχει εισόδημα από το οποίο προκύπτει φόρος, οι μειώσεις τωνπεριπτώσεων α`, γ`, και δ` της παραγράφου 3 και της παραγράφου 4 που αφορούν την ίδια, τηςπερίπτωσης α` της παραγράφου 3 που αφορούν τα τέκνα της από προηγούμενο γάμο, τα χωρίςγάμο τέκνα της, τους γονείς της και τους ανήλικους ορφανούς από πατέρα και μητέρα συγγενείςτης μέχρι το δεύτερο βαθμό, αφαιρούνται από το δικό της φόρο που προκύπτει με βάση τηνκλίμακα.

Όταν λόγω θανάτου του ενός από τους συζύγους υποβάλλονται χωριστές δηλώσεις, αν στοεισόδημα του ενός συζύγου δεν προκύπτει φόρος ή ο φόρος που προκύπτει είναι κατώτερος απότο άθροισμα των μειώσεων των περιπτώσεων α`, γ` και δ` της παραγράφου 3 και της παραγράφου4, το άθροισμα αυτών ή η διαφορά που προκύπτει δεν μειώνει το φόρο του άλλου συζύγου.

Κατ` εξαίρεση, στην περίπτωση αυτή, μειώνουν το φόρο του άλλου συζύγου τα ποσά τωνμειώσεων που αφορούν έξοδα ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του ενός συζύγου και τωνλοιπών προσώπων που συνοικούν μαζί του και τον βαρύνουν.

Αν με βάση τη φορολογική κλίμακα δεν προκύπτει για τον φορολογούμενο ποσό φόρου ή αυτόπου προκύπτει είναι μικρότερο από το άθροισμα των μειώσεων της περίπτωσης α` τηςπαραγράφου 3 και της παραγράφου 4 που αφορούν αυτόν προσωπικά και τα πρόσωπα που τονβαρύνουν, ολόκληρο το ποσό των μειώσεων των περιπτώσεων αυτών ή η διαφορά που προκύπτειμειώνει το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική κλίμακα για τον άλλο σύζυγο.

Αν το συνολικό ποσό των μειώσεων είναι μεγαλύτερο του φόρου, ο οποίος προκύπτει με βάση τηφορολογική κλίμακα για τον φορολογούμενο και τη σύζυγο του, η διαφορά δεν επιστρέφεται ούτεσυμψηφίζεται.

Το ποσό που απομένει ύστερα από τις μειώσεις αποτελεί το φόρο που αναλογεί στο συνολικόκαθαρό εισόδημα του φορολογούμενου.

6. Τα πρόσωπα του προτελευταίου εδαφίου της παρ.1 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε. δεν δικαιούνταιτην έκπτωση των δαπανών του άρθρου 31 του Κ.Φ.Ε.

7. Το ποσό που προκύπτει από την άθροιση των ποσών φόρου των προηγούμενων παραγράφωναποτελεί το συνολικό φόρο του υπόχρεου.

8. Ο φόρος στις αμοιβές που αποκτούν οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικούναυτικού από την παροχή υπηρεσιών σε εμπορικά πλοία, υπολογίζεται με αναλογικό συντελεστήδεκαπέντε τοις εκατό (15%) για τους αξιωματικούς και δέκα τοις εκατό (10%) για το κατώτεροπλήρωμα στις αμοιβές που αποκτώνται από το ημερολογιακό έτος 2013 και επόμενα.

9. Από το συνολικό ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση τις κλίμακες της παραγράφου 1εκπίπτουν:

α) Ο φόρος που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52και 54 έως 58 στο εισόδημα που υπόκειται σε φόρο μέσα στο ίδιο οικονομικό έτος. Εάν το ποσότου φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε είναι μεγαλύτερο από τον οφειλόμενο φόρο, ηεπιπλέον διαφορά επιστρέφεται.

β) Ο φόρος που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε σε κράτος με το οποίο η Ελλάδα έχει θέσει σε ισχύΣύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας του Εισοδήματος και του Κεφαλαίου (Σ.Α.Δ.Φ.) για τοεισόδημα που προέκυψε σε αυτό και μέχρι του ποσού του φόρου που αναλογεί για το εισόδημααυτό στην Ελλάδα, εφόσον ο φόρος που καταβλήθηκε στο άλλο κράτος ορίζεται στις διατάξεις τηςΣ.Α.Δ.Φ..

Επίσης, ο φόρος που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε σε κράτος με το οποίο η Ελλάδα δεν έχει θέσεισε ισχύ Σ.Α.Δ.Φ. για το εισόδημα που προέκυψε σε αυτό και μέχρι του ποσού του φόρου πουαναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα, εξαιρουμένων των κρατών που περιλαμβάνονταιστον κατάλογο των μη συνεργάσιμων κρατών της παραγράφου 5 και των κρατών με προνομιακόφορολογικό καθεστώς κατά την έννοια της παραγράφου 7 του άρθρου 51Α του παρόντοςΚώδικα.»

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με τη παρ. 1 άρθρου 18Ν.4223/2013,ΦΕΚ Α 287/31.12.2013 και ισχύει για εισοδήματα που αποκτώνται τα οικονομικά έτη 2013και 2014 (φορολογικές χρήσεις 2012 και 2013).

10. Ο φόρος, που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδημα ή το υπόλοιπο που απομένει μετά τιςεκπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες δόσεις από τις οποίες ηπρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα τουεπόμενου μήνα από τη βεβαίωση του φόρου και η καθεμία από τις επόμενες την τελευταίαεργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του τρίτου και πέμπτου μήνα, αντιστοίχως, από τηβεβαίωση του φόρου.

Αν ο φόρος βεβαιώνεται τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του οικείου οικονομικού έτους,καταβάλλεται σε δύο (2) ίσες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται μέχρι την τελευταίαεργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου μήνα από τη βεβαίωση του φόρου και ηδεύτερη την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του τρίτου μήνα από τηβεβαίωση του φόρου. Αν ο φόρος βεβαιώνεται το μήνα Οκτώβριο του οικείου οικονομικού έτουςκαι μετά, καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρατου μεθεπόμενου μήνα από τη βεβαίωση του φόρου. Αν το συνολικό ποσό της οφειλής, η οποίαπροκύπτει με βάση την αρχική δήλωση του υπόχρεου, είναι μέχρι το ποσό των τριακοσίων (300)ευρώ για τον ίδιο και για τη σύζυγο του αθροιστικά λαμβανόμενο, τούτο θα καταβληθεί μέχρι τηντελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μεθεπόμενου μήνα από τη βεβαίωσητου φόρου.

Όταν ο φόρος που οφείλεται με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στηνπροθεσμία της πρώτης δόσης, ανεξάρτητα αν βεβαιώθηκε σε μία ή περισσότερες δόσεις, παρέχεταιστο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν οφειλών έκπτωσηενάμισι τοις εκατό (1,5%).

Κατά την καταβολή του φόρου που προκύπτει με βάση τροποποιητική δήλωση παρέχεταιέκπτωση ποσοστού ενάμισι τοις εκατό (1,5%) στο σύνολο της νέας οφειλής, εφόσον αυτή είναιμικρότερη από την αρχική και ο υπόχρεος κατέβαλε την αρχική οφειλή και έτυχε παρόμοιαςέκπτωσης ή κατέβαλε μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης ποσό της αρχικής οφειλής πουκαλύπτει σε ποσοστό ενενήντα οκτώ και μισό τοις εκατό (98,5%) της νέας οφειλής, εφόσον τολάθος οφείλεται σε υπαιτιότητα της φορολογικής αρχής.

Εξαιρετικά για το φόρο που αναλογεί, σύμφωνα με το εδάφιο 1, στο οικονομικό έτος 2014, ηπρώτη δόση καταβάλλεται έως την 31η Ιουλίου 2014. Αν το συνολικό ποσό της οφειλής, κατά τοίδιο οικονομικό έτος, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο εδάφιο 4, είναι μέχρι το ποσό των τριακοσίων(300) ευρώ, αυτό καταβάλλεται έως την 29η Αυγούστου 2014.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 53 Ν.4272/2014,ΦΕΚ Α 145/11.7.2014.

11. Όσοι κατοικούν στην αλλοδαπή και αποκτούν εισόδημα από πηγή που βρίσκεται στην Ελλάδαδεν δικαιούνται τις μειώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4. Από τη διάταξη αυτήεξαιρούνται οι κάτοικοι των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποκτούν εισόδημαστην Ελλάδα πλέον του ενενήντα τοις εκατό (90%) του συνολικού εισοδήματος τους.

12. Με προεδρικό διάταγμα, μετά από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζονται ταδικαιολογητικά που απαιτούνται για την αναγνώριση της συνδρομής των προϋποθέσεων για τημείωση του φόρου που ορίζεται από το άρθρο αυτό, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

13. Με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας και Εργασίας,Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζονται τα δικαιολογητικά τα οποία απαιτούνται για τηναπόδειξη του ποσοστού αναπηρίας.

Άρθρο 10
Φορολογία του εισοδήματος των εταιριών, κοινοπραξιών και κοινωνιών που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα

1.Το συνολικό καθαρό εισόδημα των υπόχρεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 τουάρθρου 2, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις αυτού του Κώδικα, μετά την αφαίρεσητωνκερδών τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται αυτοτελώς, καθώς και τωνκερδών τα οποία προέρχονται από μερίσματα ημεδαπών ανωνύμων εταιριών ή συνεταιρισμών καιτων κερδών από μερίδια ημεδαπής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ή από τη συμμετοχή σευπόχρεους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2, φορολογείται ως εξής:

Προκειμένου για ομόρρυθμες εταιρείες (Ο.Ε.), ετερόρρυθμες εταιρείες (Ε.Ε.), κοινωνίες αστικούδικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, αστικές ή μη κερδοσκοπικές εταιρείες, συμμετοχικέςήαφανείς, καθώς και κοινοπραξίες, με την ακόλουθη κλίμακα:

Κλιμάκιο εισοδήματος (ευρώ)
Φορολογικός συντελεστής %
Φόρος κλιμακίου (ευρώ)
Σύνολο
Εισοδήματος (ευρώ)
Φόρου (ευρώ)
50.000
26%
13.000
50.000
13.000
Υπερβάλλον
33%

Όταν οι παραπάνω υπόχρεοι τηρούν διπλογραφικά βιβλία το συνολικό καθαρό εισόδημα τουςυποβάλλεται σε φόρο με συντελεστή είκοσι έξι τοις εκατό (26%).

Σε περίπτωση διανομής κερδών από τους τηρούντες διπλογραφικά βιβλία και εφόσον υπάρχεισχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 55.

Επίσης για τους υπόχρεους αυτούς εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 98 και επόμενα.

Με την επιβολή αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση, επί των κερδών αυτών, των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτούς τους υπόχρεους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.6Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010,αντικαταστάθηκε πάλι με την παρ.1 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013. Ισχύς για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) και μετά.

2. Αν στο συνολικό εισόδημα περιλαμβάνεται και εισόδημα από ακίνητα, τοακαθάριστο ποσό αυτού υποβάλλεται και σε συμπληρωματικό φόρο ο οποίοςυπολογίζεται με συντελεστή τρία τοις εκατό (3%).Το ποσό του συμπληρωματικού φόρου αυτής της παραγράφου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ποσό του φόρου που αναλογεί στο συνολικό εισόδημα του υποχρέου, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3. Από το συνολικό ποσό του φόρου που αναλογεί στο φορολογούμενο εισόδημα καιτου συμπληρωματικού φόρου εκπίπτουν: α) Ο φόρος που προκαταβλήθηκε ήπαρακρατήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52, 54, 55 και 58 στοεισόδημα που υπόκειται σε φόρο με βάση αυτό το άρθρο. β) Ο φόρος πουαποδεδειγμένα καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για το εισόδημα που προέκυψε σε αυτήνκαι υπόκειται σε φόρο. Ο φόρος αυτός σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ανώτερος από το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα.

4. `Όταν το ποσό του φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε είναιμεγαλύτερο από το ποσό του φόρου που αναλογεί, τούτο συμψηφίζεται στο τυχόνυπόλοιπο ποσό που προκύπτει για βεβαίωση.

5. Για την εξεύρεση του συνολικού καθαρού φορολογητέου εισοδήματος των υποχρέων της παρ. 4 του άρθρου 2, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 7 του Άρθρου 4.

6. Οι δικηγορικές εταιρείες, που έχουν συσταθεί και λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα κατά τιςδιατάξεις του άρθρου 12 του π.δ. 152/2000, ως παράρτημα δικηγορικής εταιρείας, που είναιεγκατεστημένη και λειτουργεί νόμιμα σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για εισοδήματαπου έχουν αποκτήσει ή αποκτούν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια ισχύος των διατάξεων του ν.2238/1994, όπως εκάστοτε ισχύουν φορολογούνται όπως οι αντίστοιχες ελληνικές δικηγορικέςεταιρείες.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με το άρθρο τρίτο υποπαρ. Β.2.περ.4Ν.4254/2014,ΦΕΚ Α 85/7.4.2014.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΑΥΤΟΤΕΛΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΝ

Άρθρο 11
Αυτοτελής φορολόγηση εισοδήματος από ακίνητα
Επιβάλλεται αυτοτελώς φορολογία με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%). στον οποίο περιλαμβάνεται ο φόρος εισοδήματος, τα τέλη χαρτοσήμου και η εισφορά Ο.Γ.Α. στο χαρτόσημο, στο ακαθάριστο εισόδημα από εκμίσθωση κοινόχρηστων χώρων, γενικώς, σε οικοδομές, που από τον κανονισμό της οροφοκτησίας ανήκουν στους ιδιοκτήτες των διηρημένων ιδιοκτησιών της.

Το ποσό του φόρου που αναλογεί αποδίδεται από το διαχειριστή της πολυκατοικίας με δήλωση, η οποία υποβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα Δεκεμβρίου του οικείου έτους, στη δημόσια οικονομική υπηρεσία στην περιφέρεια της οποίας βρίσκεται το εκμισθούμενο ακίνητο. Η δήλωση αυτή υποβάλλεται σε τρία αντίτυπα από τα οποία το πρώτο κατατίθεται στην αρμόδια φορολογική αρχή και τα άλλα δύο, αφού θεωρηθούν, παραδίδονται στον υπόχρεο. Τα αντίτυπα αυτά αντικαθιστούν τα πιστοποιητικά που απαιτούνται από οποιαδήποτε αρχή ή ενδιαφερόμενο, για την απόδειξη της εκπλήρωσης της φορολογικής υποχρέωσης. Με απόφαση του Υπ. Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης αυτού του φόρου και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου.

Άρθρο 12
Αυτοτελής φορολόγηση εισοδήματος από κινητές αξίες

1. Επιβάλλεται φόρος εισοδήματος στους τόκους, οι οποίοι αποκτώνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, χωρίς να εξετάζεται η ιθαγένεια και ο τόπος που διαμένουν ή κατοικούν ή έχουν την έδρα τους και προκύπτουν στην Ελλάδα από:

α) Οποιαδήποτε μορφή κατάθεσης, περιλαμβανομένων και των πιστοποιητικών καταθέσεων, σε τράπεζα ή ταμιευτήριο, που είναι στην Ελλάδα.

β) Οποιαδήποτε μορφή κατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

γ) …

δ) Ομολογιακά δάνεια επιχειρήσεων, εφόσον έχουν τύχει των απαλλαγών του ν.δ. 3746/1957 (ΦΕΚ 173 Α`).

Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου θεωρούνται τόκοι καταθέσεων και τα εισοδήματα που προκύπτουν από πράξεις, όπως αυτές ορίζονται στις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του Ν. 3632/1928 (ΦΕΚ 137 Α`), που προστέθηκαν με το άρθρο 74 του Ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α`) και όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του Ν. 2651/1998 (ΦΕΚ 248 Α`),τα οποία λαμβάνουν οι δικαιούχοι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του προηγουμένου εδαφίου.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και στους τόκους απόκαταθέσεις στην αλλοδαπή ή από ομολογιακά δάνεια που εκδίδονται σε αυτή,καθώς και στα εισοδήματα από κάθε μορφής τίτλους που εκδίδονται απόθυγατρικές εταιρίες ημεδαπών τραπεζικών ιδρυμάτων στο εξωτερικό και δύνανταινα συμπεριληφθούν στην κατηγορία των εποπτικών κεφαλαίων για την ενίσχυσητης κεφαλαιακής τους επάρκειας, σύμφωνα με τις εκάστοτε πράξεις του Διοικητήτης Τράπεζας της Ελλάδος, όταν όλα τα πιο πάνω εισοδήματα αποκτώνται απόφυσικά ή νομικά πρόσωπα, κατοίκους Ελλάδος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 12 άρθρ.10 Ν.2642/1998 Α 216/17.9.1998,με την παρ.7 άρθρ.2 ΠΝΠ της 21.12.2001,ΦΕΚ Α 288/21.12.2001,η οποία κυρώθηκε με τον Ν.2990/2002,με την παρ.6 άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001 και με την παρ.1 άρθρου 6Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

2.Ο φόρος υπολογίζεται στο ποσό των τόκων που προκύπτουν με συντελεστή δεκαπέντε τοιςεκατό (15%).Ο φόρος αυτός παρακρατείται από τον οφειλέτη των τόκων κατά το χρόνο που γίνεται οεκτοκισμός της κατάθεσης ή από εκείνον που καταβάλλει τους τόκους, κατά την εξαργύρωση των τοκομεριδίων

Ειδικώς, για ομόλογα χωρίς κουπόνια (ZERO COUPON) ο φόρος υπολογίζεται κατά την έκδοση τους. Με την παρακράτηση του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των υπόχρεων τουάρθρου 2, καθώς και των υπόχρεων της παραγράφου 2 του άρθρου 101.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρ.2 παρ.8 ΠΝΠ της 21.12.2001,ΦΕΚ Α 288,η οποία κυρώθηκε με τον Ν.2990/2002,το δε τελευταίο εδάφιο αυτής το οποίο είχε αντικατασταθεί με την παρ.1 άρθρ.3 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002,,με την παρ.1,2 άρθρου 2Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

3. Ο κατά τα ανωτέρω παρακρατούμενος φόρος αποτελεί έσοδο του οικονομικού έτους επι του οποίου υπολογίστηκαν οι τόκοι, βεβαιώνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μηνός Δεκεμβρίου του έτους αυτού και αποδίδεται με εφάπαξ καταβολή στο Δημόσιο, με την υποβολή δήλωσης, από τον οφειλέτη των τόκων ή από εκείνον που εξαργύρωσε τα τοκομερίδια, στη δημόσια οικονομική υπηρεσία στην περιφέρεια της οποίας αυτός έχει την έδρα του κεντρικού, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από το τέλος του μήνα που υπολογίστηκαν οι τόκοι.

Ειδικώς:

α) Ο φόρος που αναλογεί στα ομόλογα χωρίς κουπόνια αποδίδεται στο Δημόσιο μέσα σε ένα (1) μήνα από τη διάθεσή τους στους ενδιαφερομένους.

β) Τα πιστωτικά ιδρύματα, που υπολογίζουν τους τόκους εφάπαξ κατ` έτος, υποχρεούνται στην υποβολή προσωρινής δήλωσης και στην απόδοση του αντίστοιχου φόρου μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από το τέλος του μήνα στον οποίο υπολογίστηκαν οι τόκοι. Η οριστική δήλωση υποβάλλεται μέσα σε πέντε (5) μήνες από το τέλος του μήνα στον οποίο υπολογίστηκαν οι τόκοι μαζί με την τυχόν θετική διαφορά φόρου. Στην περίπτωση αρνητικής διαφοράς ο φόρος επιστρέφεται στο πιστωτικό Ίδρυμα ως αχρεωστήτως καταβληθείς.

γ) τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν ή είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα καιέχουν καταστεί “φορείς πληρωμής” με βάση την περίπτωση α` της παραγράφου 2του άρθρου 4 του ν. 3312/2005 (ΦΕΚ 35 Α`) υποχρεούνται για τα εισοδήματα πουαναφέρονται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 και εισπράττονται από αυτάγια λογαριασμό κατοίκων Ελλάδος σε παρακράτηση του φόρου κατά την καταβολήτων τόκων ή στην πίστωση του λογαριασμού του δικαιούχου. Ο φόροςυπολογίζεται επί του συνόλου των τόκων που εισπράττουν τα πιστωτικά ιδρύματα γιαλογαριασμό κατοίκων Ελλάδας είτε το προϊόν της είσπραξης εισάγεται στηνΕλλάδα είτε επανεπενδύεται ή παραμένει στο εξωτερικό.

Για την απόδοση του παρακρατούμενου φόρου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 60.

Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής εφαρμόζονται και για τους δεδουλευμένους τόκους κατά το χρόνο μεταβίβασης του ομολόγου αλλοδαπής προέλευσης ήτοκομεριδίου.

Στους τόκους που αποκτά φυσικό πρόσωπο κάτοικος Ελλάδας από καταθέσεις στην αλλοδαπή ήαπό ομολογιακά δάνεια που εκδίδονται σε αυτή και παραμένουν στην αλλοδαπή, ο δικαιούχοςυποχρεούται να αποδίδει τον οφειλόμενο φόρο δεκαπέντε τοις εκατό (15%) με την υποβολήδήλωσης στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία μέχρι και την 31η Ιανουαρίου του επόμενουαπό την καταβολή ή πίστωση έτους, προσκομίζοντας και το πρωτότυπο αποδεικτικό τηςαλλοδαπής τράπεζας ή πιστωτικού οργανισμού, από το οποίο θα προκύπτει το ποσό των τόκωνπου καταβλήθηκε ή με το οποίο πιστώθηκε ο λογαριασμός του στην αλλοδαπή κατά τοπροηγούμενο ημερολογιακό έτος, ο φόρος που έχει παρακρατηθεί και ο χρόνος καταβολής ήπίστωσης.Από το συνολικό ποσό του φόρου που αναλογεί και πρέπει να αποδοθεί, εκπίπτει ο φόρος πουαποδεδειγμένα έχει παρακρατηθεί από τα φυσικά πρόσωπα σε κράτος με το οποίο η Ελλάδα έχειθέσει σε ισχύ Σ.Α.Δ.Φ. για το εισόδημα που προέκυψε σε αυτό και μέχρι του ποσού του φόρου πουαναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα, εφόσον ο φόρος που παρακρατήθηκε στο άλλοκράτος ορίζεται στις διατάξεις της Σ.Α.Δ.Φ..

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρου 6 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276 και έχει εφαρμογή για εισοδήματα που αποκτώνται από 1ης Ιανουαρίου 2007,με την παρ.1 άρθρου 10Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010 και με την παρ.3 άρθρου 2Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

4. Η δήλωση περιέχει τα στοιχεία του υπόχρεου απόδοσης του φόρου, το συνολικό ποσό των τόκων, το μήνα υπολογισμού των τόκων των καταθέσεων ή της εξαργύρωσης των τοκομεριδίων, καθώς και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε και αποδίδεται στο Δημόσιο.

5. Οι διατάξεις των άρθρων 65, 66, 68, 70, 74, 75, 84, 85, 86, 87 και 88, καθώς και της περίπτωσης α` της παρ. 1 του άρθρου 93, εφαρμόζονται αναλόγως, για τη διαδικασία υποβολής των δηλώσεων, ελέγχου αυτών και βεβαίωσης του φόρου που επιβάλλεται με αυτό το άρθρο.

6. Η κατά τα ανωτέρω Επιβολή του φόρου δεν συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των καταθέσεων στις τράπεζες, όπως αυτό ισχύει σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

7. Εξαιρούνται από τη φορολογία που επιβάλλεται με αυτό το άρθρο οι τόκοι πουπροκύπτουν από:

α)Οποιαδήποτε μορφή κατάθεσης μη μόνιμων κατοίκων Ελλάδας σε τράπεζες που είναι στην Ελλάδα ή το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, εφόσον το ποσό αυτών είναι σε ξένο νόμισμα.

β)Εκούσιες καταθέσεις όψεως ταμιευτηρίου μη μόνιμων κατοίκων Ελλάδας στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον το ποσό αυτών είναι σε ξένο νόμισμα.

γ) Καταθέσεις στεγαστικού ταμιευτηρίου” εφόσον το προϊόν τους χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την εξασφάλιση στεγαστικού δανείου προς απόκτηση πρώτης κατοικίας του φορολογουμένου.

δ)…

ε) Καταθέσεις τραπεζών και πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφήαμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α`) σε άλλεςτράπεζες στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οιυποχρεωτικές ή μη καταθέσεις αυτών στην Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και απόκαταθέσεις του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων στην Τράπεζα της Ελλάδος.

στ)Ομόλογα ή ομολογιακά δάνεια γενικά, που έχουν εκδοθεί ή έχουν συναφθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1990, καθώς και οι τόκοι από ομολογιακά δάνεια σε συνάλλαγμα, που εκδίδονται από την Τράπεζα της Ελλάδος από την lη Ιανουαρίου 1991 και μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1996.

(ζ) ….

η) Προθεσμιακές καταθέσεις σε ξένο νόμισμα, που έχουν συναφθεί από μόνιμους κατοίκουςΕλλάδος μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1996 και για το χρονικό διάστημα μέχρι την πρώτη ανανέωσή τους μετά από αυτή την ημερομηνία.

θ) Προθεσμιακές καταθέσεις σε δραχμές που προέρχονται από εισαγωγή συναλλάγματος πουέχουν συναφθεί από μη κατοίκους Ελλάδας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1997 και για το χρονικό διάστημα μέχρι την πρώτη ανανέωσή τους μετά από αυτή την ημερομηνία.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.7 άρθρ.10Ν.2459/1997,ΦΕΚ Α 17(ισχύς για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1/1/1997 και μετά) ,με την παρ.1,2 άρθρ.6 Ν.2579/1998 Α 31/17.2.1998 και με την παρ.3άρθρ.19Ν.3610/2007,ΦΕΚ Α 258/22.11.2007.

8. Ομοίως, επιβάλλεται φόρος εισοδήματος στους τόκους, οι οποίοι αποκτώνταιαπό φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, χωρίς ναεξετάζεται η ιθαγένεια και ο τόπος που διαμένουν ή κατοικούν ή έχουν τηνέδρα τους και προκύπτουν από εθνικά δάνεια που εκδίδονται με έντοκαγραμμάτια ή ομολογίες από την 1η Ιανουαρίου 1997 και μετά.

Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ποσό των τόκων πουπροκύπτουν από τους πιο πάνω τίτλους από την 1η Ιανουαρίου 2013 και μετά, ακόμα και ανπροέρχονται από τίτλους που έχουν ανανεωθεί.

Ο φόρος αυτός για τα έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, που εκδίδονταιμε φυσικούς τίτλους ή με τη μορφή άυλων τίτλων, προεισπράττεται κατά τηνέκδοσή τους, ενώ για τα ομόλογα ο φόρος παρακρατείται κατά το χρόνο τηςεξαργύρωσης των τοκομεριδίων τους ή κατά τη λήξη τους, όταν πρόκειται γιαομόλογα χωρίς τοκομερίδια (ΖΕΑΟ CΟUΡΟΝ). Σε περίπτωση σιωπηρής ανανέωσηςέντοκων γραμματίων, για τους τόκους που προκύπτουν στο διάστημα που διαρκείη ανανέωση, γίνεται παρακράτηση του φόρου που αναλογεί κατά το χρόνο τηςεξόφλησής τους. Με τον προεισπραττόμενο ή παρακρατούμενο κατά περίπτωσηφόρο, πιστώνεται ο τηρούμενος στην Τράπεζα της Ελλάδος οικείος λογαριασμόςτου Ελληνικού Δημοσίου.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται όταν έχειμεσολαβήσει μεταβίβαση του ομολόγου ή τοκομεριδίου αυτού πριν από τη λήξη.Στην περίπτωση αυτή, ο φόρος που παρακρατείται κατά το χρόνο της εξαργύρωσηςτου τοκομεριδίου ή κατά τη λήξη του ομολόγου και αναλογεί στο χρονικόδιάστημα που μεσολαβεί από την τελευταία μεταβίβαση μέχρι το χρόνοεξαργύρωσης, αποδίδεται με δήλωση της δικαιούχου τράπεζας ή αυτής πουμεσολαβεί για λογαριασμό τρίτου, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενουαπό την παρακράτηση μήνα, με δήλωση που υποβάλλει στη Δ.Ο.Υ. που ανήκει.

Φόρος με τον ίδιο ως άνω συντελεστή επιβάλλεται και στους τόκους, οι οποίοιαποκτώνται από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καιπροκύπτουν από έντοκους τίτλους που εκδίδονται στην Ελλάδα με τις εγκρίσειςπου προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, τοΔιεθνή Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως, τη Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως καιΑναπτύξεως, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως και τηνΑσιατική Τράπεζα Αναπτύξεως.

Σε περίπτωση μεταβίβασης του ομολόγου ή τοκομεριδίου του πριν από τη λήξητου, η μεσολαβούσα τράπεζα προβαίνει σε παρακράτηση φόρου για τους δεδουλευμένους μέχρι το χρόνο μεταβίβασης τόκους και για την απόδοση τουφόρου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 60. Αν τοομόλογο ή τοκομερίδιο που μεταβιβάζεται ανήκει στην τράπεζα, υποχρεούται ηίδια να καταβάλει το φόρο που αναλογεί στους πιο πάνω δεδουλευμένους τόκους.

Ο φόρος αυτός παρακρατείται κατά το χρόνο λήξηςκαι εξόφλησης των τοκομεριδίων τους ή κατά τη λήξη των τίτλων, ότανπρόκειται για ομόλογα χωρίς τοκομερίδια, από το διαχειριστή εκάστου δανείουή από το νόμιμο εκπρόσωπο του εκδότη στην Ελλάδα ή από άλλο εξουσιοδοτημένοπρος τούτο πρόσωπο. Ο παρακρατούμενος φόρος του προηγούμενου εδαφίουαποδίδεται με εφάπαξ καταβολή στο Δημόσιο, με την υποβολή δήλωσης, από τοπρόσωπο που διενήργησε την παρακράτηση, στη Δ.Ο.Υ. στην περιφέρεια τηςοποίας αυτό έχει την έδρα του, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενουμήνα που έγινε η παρακράτηση του φόρου.Με την παρακράτηση του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των υπόχρεων τουάρθρου 2, καθώς και των υπόχρεων της παραγράφου 2 του άρθρου 101.

Επίσης, για τη φορολογία των τόκων της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονταιανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου αυτού.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.1 άρθρου 11 Ν.2459/1997(Α 17), τροποποιήθηκε με την παρ.2 άρθρ.3 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002,με την παρ.2α άρθρου 10Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010 ,με το άρθρο 15 παρ.1 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 και με την παρ.4,5 άρθρου 2Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

9. Εξαιρούνται από τη φορολογία που επιβάλλεται με την προηγούμενη παράγραφο οι τόκοι που προκύπτουν από:

α) Ομόλογα που έχουν εκδοθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1996 ανεξάρτητα αν η διάρκεια αυτών είναι ετήσια ή μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας.

β) Έντοκα γραμμάτια που έχουν εκδοθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1996. Τόκοι όμως που προκύπτουν από ανανεώσεις εκδοθέντων έντοκων γραμματίων” εφόσον η ανανέωση αυτών γίνεται μετά την 1η Ιανουαρίου 1997, υπόκεινται σε φορολογία εισοδήματος κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.

γ)Ομολογιακά δάνεια που εκδίδει από 1ης Ιανουαρίου 1997 και μετά το Ελληνικό Δημόσιο στο εξωτερικό.

δ)`Έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου και οι οποίοι αποκτώνται απόεπενδυτές μόνιμους κατοίκους αλλοδαπής.

Σημ.: όπως η παρ.9 προστέθηκε με την παρ.1 άρθρου 11Ν.2459/1997 (Α 17) , τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 του Ν.2592/1998 (Α 57/18-3-1998) και με την παρ.1 άρθρου 86 Ν.3746/2009,ΦΕΚ Α 27/16.2.2009.

11. Απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος οι τόκοι Ομολογιακών Δανείων του Δημοσίου με διάρκεια δύο (2) ετών ή και μεγαλύτερη, υπό την προϋπόθεση ότι ο αρχικός κάτοχος των τίτλων των δανείων αυτών διακρατεί τόσο τα σώματα αυτών όσο και τα τοκομερίδιά τους, μέχρι την ημερομηνία λήξης τους. Αρχικός κάτοχος των τίτλων θεωρείται εκείνο το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσίας που κατέχει τους τίτλους (σώμα κα τοκομερίδια) των Ομολογιακών Δανείων του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη δέκατη εργάσιμη ημέρα μετά την έκδοσή τους. Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της διακράτησης των τίτλων αυτών από τους αρχικούς κατόχους τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια που είναι απαραίτητη για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης.”

Η απαλλαγή της παραγράφου αυτής δεν αίρεται όταν τα ταμεία ασφάλισης πουέχουν συσταθεί με νόμο συστήνουν ενέχυρο ή συνάπτουν πράξεις (repos – reverserepos) με βάση τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3632/1928 (Α` 137) επί τωνανωτέρω τίτλων, καθώς και επί των τίτλων τους που περιλαμβάνονται στο ΚΚΝΠΔΔκαι ΑΦ της παρ. 11 του άρθρου 15 του ν. 2469/1997 (Α` 38), και με τηνπροϋπόθεση ότι εξακολουθούν να είναι δικαιούχοι των τόκων που προκύπτουν απότους υπόψη τίτλους μέχρι τη λήξη αυτών.

Η ανταλλαγή ομολόγων από τον αρχικό κάτοχο τους με άλλους τίτλους, κατ` εφαρμογήπρογράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, θεωρείται διακράτηση μέχριτην ημερομηνία λήξης των αρχικών ομολόγων για την απαλλαγή που ορίζεται στο πρώτο εδάφιοτης παρούσας παραγράφου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 15 του Ν.2628/1998 (Α 151), με το άρθρο 32 παρ.1Ν.3986/2011,ΦΕΚ Α 152/1.7.2011.και με την παράγραφο 1 άρθρου 3 Ν.4046/012,φΕΚ Α 28/14.2.2012.

12. Απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος οι τόκοι ων Εντόκων Γραμματίων τουΕλληνικού Δημοσίου που εκδίδονται από την 1η Ιανουαρίου 2003, υπό την προϋπόθεση ότι ο αρχικός κάτοχος των τίτλων αυτών είναι φυσικό πρόσωπο κάτοικοςτης Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποκτά τους τίτλους μέσα σε πέντε (5) εργάσιμεςημέρες από την επόμενη ημέρα της έκδοσης τους και τους διακρατεί μέχρι τηνημερομηνία λήξης τους.

Απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος οι τόκοι των Ομολογιακών Δανείων τουΕλληνικού Δημοσίου που εκδίδονται από την 1 η Ιανουαρίου 2003, υπό τηνπροϋπόθεση ότι ο αρχικός κάτοχος των τίτλων αυτών είναι φυσικό πρόσωποκάτοικοςτης Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποκτά τους τίτλους μέσα σε πέντε (5)εργάσιμες ημέρες από την επόμενη ημέρα της έκδοσης τους ή επανέκδοσης τουςκαι διακρατεί τόσο τα σώματα αυτών όσο και τα τοκομερίδιά τους μέχρι τηνημερομηνία λήξης τους.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται τα κριτήριακαι οι προϋποθέσεις για τη διάθεση, την απόκτηση και διασφάλιση τηςδιακράτησης των τίτλων αυτών από τους αρχικούς κατόχους τους, καθώς και κάθεάλλο θέμα που είναι απαραίτητο για την εφαρμογή της διάταξης αυτής

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 37 Ν.3130/2003,ΦΕΚ Α 76/28.3.2003.

13.Στους τόκους που καταβάλλονται από φυσικά πρόσωπα στην αλλοδαπή, ενεργείταιπαρακράτηση φόρου με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) όταν δικαιούχος είναι φυσικό και μεσυντελεστή τριάντα τρία τοις εκατό (33%) όταν δικαιούχος είναι νομικό πρόσωπο.

Ο φόρος παρακρατείται από το φυσικό πρόσωπο που τους καταβάλλει και αποστέλλεται στηναλλοδαπή το υπόλοιπο ποσό που απομένει. Για την τράπεζα που μεσολαβεί έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 13.Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αλλοδαπούδικαιούχου για τα πιο πάνω εισοδήματα. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 τουάρθρου 25 έχουν εφαρμογή και για τα δάνεια που συνάπτονται μεταξύ κατοίκουΕλλάδας και αλλοδαπού πιστωτή.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.4α άρθρου 10Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010 ,τροποποιήθηκε  με την παρ.6 άρθρου 2Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

14. Οι τόκοι που προκύπτουν από ομόλογα που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό ΤαμείοΧρηματοοικονομικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), κατ` εφαρμογή προγράμματος συμμετοχής στηναναδιάταξη του ελληνικού χρέους, έχουν την ίδια φορολογική αντιμετώπιση με τους τόκους πουπροκύπτουν από ομόλογα που εκδίδει το Ελληνικό Δημόσιο στην Ελλάδα. Για τους τόκους πουπροκύπτουν από τα ομόλογα αυτά εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 11.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2άρθρου 3 Ν.4046/2012,φΕΚ Α 28/14.2.2012.

15. Όταν στα πλαίσια εφαρμογής του προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη τουελληνικού χρέους, οι κάτοχοι ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή εταιρικών ομολόγων, για ταοποία υπάρχει εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποκτούν νέα ομόλογα του Ευρωπαϊκού ΤαμείουΧρηματοοικονομικής Σταθερότητας για το ποσό των δεδουλευμένων και μη καταβληθέντωντόκων που αναλογούν μέχρι του χρόνου ανταλλαγής των αρχικών ομολόγων, η παρακράτησητουφόρου που οφείλεται λόγω προεξόφλησης των τόκων με νέα ομόλογα διενεργείται κατά το χρόνολήξης των νέων ομολόγων από τη μεσολαβούσα τράπεζα. Η απόδοση του φόρου ενεργείται μέσαστο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα με δήλωση πουυποβάλλεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και σε περίπτωση που δικαιούχος των τόκων είναι η ίδια ητράπεζα, αυτή υποχρεούται να καταβάλει τον οφειλόμενο φόρο μέσα στην ίδια προθεσμία.

Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του ν. 4046/2012 (Α` 28) εφαρμόζονται ανάλογακαιγια τους τόκους της παραγράφου αυτής.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παράγραφο 2 άρθρου δεύτερουΝ.4050/2012,ΦΕΚ Α 36/23.2.2012.

Άρθρο 13
Αυτοτελής φορολόγηση εισοδήματος από επιχειρήσεις ή επαγγέλματα

1. Φορολογείται αυτοτελώς λογιζόμενο ως εισόδημα:

α) Με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) κάθε κέρδος ή ωφέλεια πουπροέρχεται από τη μεταβίβαση: αα) Ολόκληρης επιχείρησης με τα άυλο στοιχείααυτής, όπως αέρας, επωνυμία, σήμα, προνόμια κτλ. ή υποκαταστήματοςεπιχείρησης, όπως αυτό ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 τουάρθρου 9 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.

ββ) Εταιρικών μερίδων ή μεριδίων ποσοστών συμμετοχής σε κοινωνία αστικού δικαίου πουασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα ή σε κοινοπραξία, εκτός κοινοπραξίας τεχνικών έργων, τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 2 του κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων”. “Για τον υπολογισμό της ωφέλειας, που προκύπτει από τη μεταβίβαση μεριδίωνημεδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, αφαιρείται το κόστος απόκτησης τηςαπό την κατώτατη πραγματική αξία που έχουν κατά το χρόνο μεταβίβασης.Για τον προσδιορισμό της κατώτατης πραγματικής αξίας των μεριδίων πουμεταβιβάζονται, ως κατώτατη πραγματική αξία ολόκληρης της εταιρίας λαμβάνεταιτο άθροισμα: i) των ιδίων κεφαλαίων της, που εμφανίζονται στον τελευταίο πριναπό τη μεταβίβαση επίσημο ισολογισμό, ii) της άυλης αξίας της, iii) της αξίαςτων ακινήτων της εταιρείας κατά το μέρος που η αξία του καθενός από αυτά,όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο μεταβίβασης στη φορολογία μεταβίβασηςακινήτων, υπερβαίνει την αξία κτήσης του και iv) των αυξήσεων των ιδίωνκεφαλαίων που έχουν μεσολαβήσει από το χρόνο σύνταξης του τελευταίου επίσημουισολογισμού μέχρι το χρόνο μεταβίβασης των μεριδίων ή των μειώσεων των ιδίωνκεφαλαίων που έχουν γίνει στο ίδιο χρονικό διάστημα.Ειδικότερα, για τον προσδιορισμό της άυλης αξίας, αφαιρούνται οι τόκοι τωνιδίων κεφαλαίων της εταιρείας, οι οποίοι υπολογίζονται με βάση το μέσο όροτου επιτοκίου των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιαςδιάρκειας, που εκδόθηκαν το Δεκέμβριο του έτους που προηγείται τηςμεταβίβασης, από το μέσο όρο των ολικών αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης τωνπέντε (5) τελευταίων, πριν από τη μεταβίβαση, ισολογισμών και το ποσό πουπροκύπτει (R) αναπροσαρμόζεται αρχικά με την εφαρμογή της σταθερής ληξιπρόθεσμηςράντας:

Α = R x1 – un———-i

και στη συνέχεια το αποτέλεσμα που προκύπτει προσαυξάνεται με τουςακόλουθους ποσοστιαίους συντελεστές, ανάλογα με τα έτη λειτουργίας τηςεπιχείρησης:

Έτη λειτουργίαςΣυντελεστές Πάνω από 3 μέχρι 510% Πάνω από 5 μέχρι 1020% Πάνω από 10 μέχρι 1530% Πάνω από 1540%

Για την εφαρμογή της πιο πάνω ράντας:

– α = το ποσό που προκύπτει μετά την αναπροσαρμογή και αποτελεί την άυληαξία της επιχείρησης,

– R = το ποσό που αναπροσαρμόζεται και αναφέρεται στο υπερκέρδος τηςεπιχείρησης,

– n = το πενταετές μελλοντικό χρονικό διάστημα για το οποίο προσδοκάταιυπερκέρδος,

1- un =——— (1+i)n

η παρούσα αξία του κεφαλαίου, η αξία του οποίου μετά από το πιο πάνωμελλοντικό διάστημα (η) είναι ένα λεπτό του ευρώ,

– i = το επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιαςδιάρκειας.

Σε περίπτωση που νόμιμα έχουν καταρτιστεί λιγότεροι των πέντε (5)ισολογισμών, λαμβάνονται υπόψη τα πιο πάνω στοιχεία των εν λόγω ισολογισμών.

Όταν η εταιρεία της οποίας μεταβιβάζονται τα μερίδια έχει προέλθει απόμετατροπή ή συγχώνευση άλλων επιχειρήσεων και έχει καταρτίσει λιγότερους απότρεις (3) ισολογισμούς, πριν από τη μεταβίβαση των μεριδίων της, τότε γιατην εξεύρεση του μέσου όρου των ολικών αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης,λαμβάνονται υπόψη τα ολικά αποτελέσματα εκμετάλλευσης και τα ίδια κεφάλαια όσωνισολογισμών αυτής υπάρχουν, καθώς και τα αποτελέσματα και τα ίδια κεφάλαιαόσων από τους τελευταίους ισολογισμούς των επιχειρήσεων που έχουνμετασχηματισθεί και τηρούσαν βιβλία Γ` κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων καιΣτοιχείων απαιτούνται, ώστε στο επίπεδο της επιχείρησης να συγκεντρωθούντρεις (3) ισολογισμοί.

Προκειμένου για μεταβιβάσεις μεριδίων από επιχειρήσεις που τηρούν βιβλίαΓ` κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ως κόστος απόκτησης τωνμεταβιβαζόμενων μεριδίων λαμβάνεται αυτό που έχει καταχωρηθεί στα βιβλίατους, ανεξάρτητα από το χρόνο απόκτησης τους.

Για τα φυσικά πρόσωπα και τις επιχειρήσεις με βιβλία Α` ή Β` κατηγορίας τουΚώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, που μεταβιβάζουν μερίδια, ως κόστος απόκτησηςλαμβάνεται η ελάχιστη αξία μεταβίβασης των μεριδίων, η οποία έχει υπολογισθείκατά την απόκτηση τους, με βάση τις διατάξεις του παρόντος ή της1030366/10307/ Β0012/ΠΟΛ. 1053/1.4.2003 Α.Υ.Ο. (ΦΕΚ 477 Β`), η οποία εκδόθηκεκατ` εξουσιοδότηση της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 3091/2002 (ΦΕΚ 330 Α`) ήτης 1119720/1980/Α0012/ΠΟΛ.1259/1999 Α.Υ.Ο. (ΦΕΚ 2227 Β`), η οποία εκδόθηκεκατ` εξουσιοδότηση της παρ. 11 του άρθρου 3 του ν. 2753/1999 (ΦΕΚ 249 Α)ανάλογα με το χρόνο απόκτησης τους, κατά περίπτωση.

Αν τα μεταβιβαζόμενα μερίδια ή μέρος αυτών έχουν αποκτηθεί πριν από το χρόνοέναρξης ισχύος της προγενέστερης από τις πιο πάνω αποφάσεις, ως αξία κτήσηςλαμβάνεται αυτή που οριστικοποιήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο κατά την εφαρμογήτων διατάξεων φορολογίας εισοδήματος ή κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών ήσε περίπτωση μη οριστικοποίησης, η δηλωθείσα αξία. Όταν τα μεταβιβαζόμεναμερίδια έχουν αποκτηθεί κατά την ίδρυση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης,ως κόστος απόκτησης των μεριδίων αυτών λαμβάνεται η αξία τους, όπως αυτήαναφέρεται στο καταστατικό της εταιρείας. Εάν μέχρι το χρόνο μεταβίβασης τωνμεριδίων έχει λάβει χώρα τυχόν αύξηση ή μείωση του κεφαλαίου, ως κόστοςαπόκτησης λαμβάνεται ο μέσος όρος του κεφαλαίου των πέντε (5) προηγούμενωνχρήσεων πριν από τη μεταβίβαση και σε περίπτωση κατά την οποία έχουν παρέλθειλιγότερες από τις πέντε (5) χρήσεις, ως κόστος απόκτησης λαμβάνεται ο μέσοςόρος του κεφαλαίου αυτών των χρήσεων.

Ειδικά για μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται μεταξύ ημεδαπής επιχείρησης και επιχειρήσεωνσυνδεδεμένων με αυτή, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 39 και 39Α.`

Αν από το συμβολαιογραφικό έγγραφο ή το ιδιωτικό συμφωνητικό προκύπτει αξίαμεταβίβασης μεγαλύτερη της ελάχιστης αξίας που προσδιορίζεται σύμφωνα με τιςπαραπάνω παραγράφους, ως αξία πώλησης λαμβάνεται η συμφωνηθείσα.

Η διάταξη της περίπτωσης α` της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται και γιαμεταβιβάσεις μεριδίων αλλοδαπών εταιρειών περιορισμένης ευθύνης από ημεδαπάφυσικά ή νομικά πρόσωπα. Για τον υπολογισμό της ωφέλειας, που προκύπτει απότη μεταβίβαση μεριδίων αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, αφαιρείταιτο κόστος απόκτησης τους από τη συμφωνηθείσα αξία πώλησης των μεριδίων.

Με μεταβίβαση εταιρικών μερίδων ή μεριδίων εξομοιώνεται και η μη συμμετοχή εταίρου στην αύξηση του κεφαλαίου προσωπικής εταιρίας ή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης

Αν μεταβιβαστεί από επαχθή αιτία ατομική επιχείρηση ή μερίδιο ομόρρυθμης ήετερόρρυθμης εταιρίας από γονέα προς τα τέκνα του ή από σύζυγο σε σύζυγο,λόγω συνταξιοδότησης του μεταβιβάζοντος, δεν υπόκειται σε φόρο υπεραξίας. Ανόμως η ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρία διαθέτει ακίνητο στα πάγια περιουσιακάτης στοιχεία, η αντικειμενική αξία του ακινήτου, που ισχύει κατά το έτοςαποτίμησης της επιχείρησης, φορολογείται με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%)επί του ποσοστού του μεριδίου που μεταβιβάζεται. Αν μεταβιβαστεί από επαχθή αιτία ατομική επιχείρηση ή μερίδιο προσωπικήςεταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης από δικαιούχο με βαθμό συγγένειας της Α` κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του ν.2961/2001, η υπεραξία φορολογείται με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%).

Για τις ίδιες μεταβιβάσεις από δικαιούχους με βαθμό συγγένειας της Β`κατηγορίας της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 2961/2001 η υπεραξία φορολογείταιμε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

Σε περιπτώσεις ευθύνης του αποκτώντος κατ` εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης, η βεβαίωσηδεν είναι έγκυρη εφόσον δεν έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί το φύλλο ελέγχου. Εφόσον κατ`εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ακυρώνεται το φύλλο ελέγχου κατά το τελευταίο έτος τηςπαραγραφής, ή μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, ο προϊστάμενος της ΔημόσιαςΟικονομικής Υπηρεσίας υποχρεούται να εκδώσει και να κοινοποιήσει νέο φύλλο ελέγχου μέ σε ένα(1) έτος από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Η μίσθωση ακινήτου, στο οποίο λειτουργούσε επιχείρηση, μετά του τυχόν υφιστάμενου εξοπλισμού, σε άλλη επιχείρηση, δεν συνιστά μεταβίβαση επιχείρησης για την επιβολή φόρου υπεραξίας (σύμφωνα με την παρ.2 του άθρ.45 τουν.4489/2017 ισχύει για  περιπτώσεις που έχει ήδη επιβληθεί φόρος υπεραξίας κατά το άρθρο 13 του ν. 2238/1994).

β) Με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) κάθε κέρδος ή ωφέλεια που προέρχεται από την εκχώρηση ή μεταβίβαση αυτοτελώς κάθε δικαιώματος, το οποίο είναι συναφές με την άσκηση της επιχείρησης ή του επαγγέλματος, όπως του δικαιώματος της μίσθωσης ή υπομίσθωσης ή του προνομίου ή του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και άλλων παρόμοιων δικαιωμάτων, καθώς και της άδειας κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων ή μοτοσυκλετών δημόσιας χρήσης που μεταβιβάζονται. Με εκχώρηση εξομοιώνεται και η παραίτηση από μισθωτικά δικαιώματα.

Ο δικαιούχος του κέρδους ή της ωφέλειας, που προκύπτει από την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, επιβαρύνεται με τον οικείο φόρο και καταβάλλει αυτόν εφάπαξ με την υποβολή δήλωσης στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία της περιφέρειας όπου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης της οποίας μεταβιβάζεται ή εκχωρείται το περιουσιακό στοιχείο, πριν από τη με οποιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση ή εκχώρηση του οικείου περιουσιακού στοιχείου. Η σχετική δήλωση υποβάλλεται σε τρία (3) αντίτυπα από τα οποία τα δύο (2) επιστρέφονται θεωρημένα στο δικαιούχο του κέρδους ή της ωφέλειας. Εάν η οικεία πράξη μεταβίβασης ή εκχώρησης γίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, ο προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. υποχρεούται να αρνηθεί τη θεώρηση του εγγράφου αυτού, εάν δεν επισυνάπτεται σε αυτό αντίτυπο της οικείας δήλωσης και δεν αναγράφονται στο σώμα του εγγράφου τα στοιχεία αυτής. Στο ιδιωτικό αυτό έγγραφο πρέπει απαραιτήτως να αναγράφεται το κέρδος ή η ωφέλεια που προέκυψε από τηνεκχώρηση του δικαιώματος ή του εταιρικού μεριδίου ή ολόκληρης της επιχείρησης. Σε περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείουαπό τα αναφερόμενα στη διάταξη αυτή, χωρίς να υποβληθεί η οικεία δήλωση από το δικαιούχο του κέρδους ή της ωφέλειας για να καταβληθεί με βάσηαυτή ο φόρος εφάπαξ, το πρόσωπο που αποκτά το περιουσιακό στοιχείο είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον συνυπεύθυνο με τον μεταβιβάζοντα ή εκχωρούντα για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται.

γ) Με συντελεστή “είκοσι τοις εκατό (20%)” κάθε ποσό που καταβάλλεται, πέρα από τα μισθώματα, από το μισθωτή προς τον εκμισθωτή, σε περίπτωση μίσθωσης ακινήτου μόνου του ή μαζί με τον οποιονδήποτε εξοπλισμό ή εγκατάσταση που τυχόν διαθέτει. Τα αναφερόμενα στα επόμενα εδάφια αυτής της παραγράφου, καθώς και στην παράγραφο 8 του άρθρου 81, εφαρμόζονται ανάλογα και σ` αυτή την περίπτωση.

Όταν δικαιούχοι των εισοδημάτων της παραγράφου αυτής είναι πρόσωπα πουαναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 101, με την καταβολή του πιο πάνωφόρου δεν εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων, αλλά ταεισοδήματα αυτά φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται στα φυσικά πρόσωπα καιστους υπόχρεους της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του Κ.Φ.Ε. για τα ποσά τουπρώτου εδαφίου της περίπτωσης γ` της παραγράφου αυτής.

Σημ.: όπως η παρ.1 υπέστη τις παρακάτω τροποποιήσεις :

με την παρ.1 άρθρ.6Ν.2386/1996 (Α 43).

με την παρ.3 άρθρ.4 Ν.2390/1996(Α 54)

με την παρ.1 άρθρ.15 Ν.2459/1997.

με την παρ.1 άρθρ.3Ν.2753/1999 Α 249/17.11.1999,

με την παρ.5 άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001,με την παρ.6 άρθρ.3Ν.3091/2002, ΦΕΚ Α 330/24.12.2002 και με την παρ. 2 άρθρ.9Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002

με την παρ.7 άρθρου 5Ν και άρθρο 11 του3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

με την παρ.2α άρθρ.5 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

με το άρθρο 21παρ.11 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

με το άρθρο 11παρ.6 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

με το άρθρο τρίτο του ν. 4218/2013,ΦΕΚ Α 268/10.12.2013

με το άρθρο 45 παρ 1 του ν. 4489/2017

 

 

 

 

2. Φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) η υπεραξία που προκύπτειαπό τη μεταβίβαση μετοχών ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών μη εισηγμένων στο ΧρηματιστήριοΑθηνών, που αποκτούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά. Για τον υπολογισμό τηςυπεραξίας του προηγούμενου εδαφίου αφαιρείται το κόστος απόκτησης των μεταβιβαζόμενωνμετοχών από την κατώτατη πραγματική αξία που έχουν αυτές κατά το χρόνο της μεταβίβασης.Η κατώτατη πραγματική αξία των μετοχών που μεταβιβάζονται, εξευρίσκεται ως εξής:

α) Τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας, που εμφανίζονται στον τελευταίο πριν από τη μεταβίβασηεπίσημο ισολογισμό και όπως αυτά διαμορφώνονται μετά από αύξηση ή μείωση που έχειπραγματοποιηθεί μέχρι και την προηγούμενη ημέρα της μεταβίβασης, προσαυξάνονται με τηναπόδοση των ιδίων κεφαλαίων των πέντε (5) τελευταίων διαχειριστικών περιόδων πριν από τημεταβίβαση. Στο αποτέλεσμα που προκύπτει προστίθεται και η υφιστάμενη διαφορά μεταξύ τηςαξίας των ακινήτων της εταιρείας, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της μεταβίβασης στηφορολογία μεταβίβασης ακινήτων και της εμφανιζόμενης στα βιβλία αξίας κτήσης αυτών, αν ηδεύτερη είναι μικρότερη της πρώτης. Το ποσό που προκύπτει σύμφωνα με τα πιο πάνω,διαιρούμενο δια του αριθμού των υφιστάμενων κατά το χρόνο μεταβίβασης μετοχών,αντιπροσωπεύει την ελάχιστη πραγματική αξία της κάθε μετοχής, η οποία λαμβάνεται υπόψη γιατον προσδιορισμό της αξίας των μετοχών που μεταβιβάζονται.

β) Ως απόδοση ιδίων κεφαλαίων λαμβάνεται ο λόγος του μέσου όρου των ολικών αποτελεσμάτωνεκμετάλλευσης (προ φόρων) των πέντε (5) τελευταίων, πριν από τη μεταβίβαση, ισολογισμών καιτου μέσου όρου των ιδίων κεφαλαίων της ίδιας χρονικής περιόδου. Σε περίπτωση που νόμιμαέχουν καταρτισθεί λιγότεροι από πέντε (5) ισολογισμοί, λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία τωνισολογισμών αυτών. Αν το άθροισμα των ολικών αποτελεσμάτων είναι αρνητικό, δεν λαμβάνεταιυπόψη καμία απόδοση.

γ) Όταν η εταιρεία της οποίας μεταβιβάζονται οι μετοχές έχει προέλθει από μετατροπή ήσυγχώνευση άλλων ανωνύμων εταιρειών ή άλλων μορφών επιχειρήσεων και η μεταβίβασηλαμβάνει χώρα πριν από τη σύνταξη τριών ισολογισμών, λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία τηςπροηγούμενης περίπτωσης, που προκύπτουν και από τους ισολογισμούς των επιχειρήσεων πουέχουν μετασχηματισθεί, εφόσον τηρούσαν βιβλία με τη διπλογραφική μέθοδο, ώστε ναλαμβάνονται υπόψη στοιχεία τριών ισολογισμών συνολικά.

δ) Σε περίπτωση που από το συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό συμφωνητικό προκύπτει ωςπραγματική αξία μεταβίβασης μετοχών μεγαλύτερη αυτής που προκύπτει, σύμφωνα με τιςδιατάξειςτων περιπτώσεων α` έως γ`, λαμβάνεται υπόψη η συμφωνηθείσα.Ως κόστος απόκτησης των μεταβιβαζόμενων μετοχών λαμβάνεται αυτό που ορίζεται στηνπαράγραφο 1.Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για μεταβιβάσεις μετοχών αλλοδαπώνανωνύμων εταιρειών μη εισηγμένων σε διεθνώς αναγνωρισμένο χρηματιστηριακό θεσμό απόημεδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Για τον υπολογισμό της υπεραξίας, που προκύπτει από τημεταβίβαση μετοχών αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας αφαιρείται το κόστος απόκτησης τους από τησυμφωνηθείσα αξία πώλησης των μετοχών.Για την καταβολή του φόρου αυτού και την υποβολή της σχετικής δήλωσης έχουν εφαρμογή τααναφερόμενα στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτήςέχουν εφαρμογή και επί εισφοράς των τίτλων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, για την κάλυψητου κεφαλαίου νεοϊδρυόμενης, ημεδαπής ή αλλοδαπής εταιρείας ή για την αύξηση του κεφαλαίουυφιστάμενης. Ως κατώτατη πραγματική αξία των μετοχών που εισφέρονται για την κάλυψη ήαύξηση του κεφαλαίου ημεδαπής εταιρείας, λαμβάνεται η αξία η οποία προσδιορίζεται από τηνΕκτιμητική Επιτροπή του άρθρου 9 του κ.ν. 2190/1920.

Ειδικά για μεταβιβάσεις μετοχών που πραγματοποιούνται μεταξύ ημεδαπής επιχείρησης καιεπιχειρήσεων συνδεδεμένων με αυτή, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 39 και 39Α.

Όταν δικαιούχοι των εισοδημάτων της παραγράφου αυτής είναι πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 101, με την καταβολή του πιο πάνω φόρου δεν εξαντλείται ηφορολογική υποχρέωση των δικαιούχων αλλά τα εισοδήματα αυτά φορολογούνται με τις γενικέςδιατάξεις.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 11 παρ.7 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013, με την παρ.7 άρθρου 2 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013 ( η περίπτωση δ` της παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 4110/2013  ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο 74 παρ.7γΝ.4172/2013,ΦΕΚ Α 167 )

3. Η καθοριζόμενη αμοιβή που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1του άρθρου 1 του π.δ. 696/1974, όπως ισχύει, όσων ασχολούνται ατομικώς μετην ανέγερση οικοδομών προς πώληση, εφόσον αυτοί με την ιδιότητα τους ωςαρχιτέκτονες ή πολιτικοί μηχανικοί εκπόνησαν μερικώς ή ολικώς τη μελέτη ήεπέβλεψαν την εκτέλεση των εργασιών του οικοδομικού έργου, θεωρείται ότιαποκτάται στο ημερολογιακό έτος που πραγματοποιείται η πρώτη πώληση από τοακίνητο και φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%),πλέον εισφοράς Ο.Γ.Α. δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ποσό του φόρου. Ο φόροςαυτός υπολογίζεται στην πιο πάνω αμοιβή μειωμένη κατά δέκα τοις εκατό (10%)και καταβάλλεται με δήλωση που υποβάλλεται μέσα στο μήνα Ιανουάριο κάθεχρόνου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.8α άρθρου 20 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.Εφαρμογή από 1.7.2011.

4.Αν ο αρχιτέκτονας ή πολιτικός μηχανικός, ο οποίος αναλαμβάνει τη σύνταξητης μελέτης ή την επίβλεψη ανέγερσης οικοδομής, συμμετέχει στην επιχείρησηπου αναλαμβάνει την ανέγερση και πώληση της οικοδομής, την οποία αφορά ημελέτη ή η επίβλεψη, επιβάλλεται σε βάρος της επιχείρησης φόρος εισοδήματος,ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ακαθάριστοποσό της καθοριζόμενης αμοιβής που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου1 του άρθρου 1 του π.δ. 696/1974 όπως ισχύει, ανεξάρτητα από κάθε άλληεπιβάρυνση των αποτελεσμάτων της επιχείρησης από φόρο εισοδήματος,πλέον εισφοράς Ο. Γ.Α. δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ποσό του φόρου.

Σε περίπτωση εφαρμογής της διάταξης αυτής της παραγράφου, ο δικαιούχος της αμοιβής αρχιτέκτονας ή πολιτικός μηχανικός ή μηχανολόγος ή ηλεκτρολόγος μηχανικός, καθώς και τα λοιπά πρόσωπα που συμμετέχουν στην επιχείρηση, απαλλάσσονται από κάθε άλλη επιβάρυνση από φόρο εισοδήματος από την αιτία αυτή. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες πριν από τη χρονολογία έκδοσης της πολεοδομικής άδειας, κατατεθεί για το σκοπό αυτό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία της έδρας της επιχείρησης, κοινή δήλωση αυτού που συνέταξε τη μελέτη ή θα επιβλέψει την εκτέλεση του έργου μηχανικού και της επιχείρησης και συγχρόνως καταβληθεί ο φόρος που αναλογεί σύμφωνα με τα παραπάνω. Σε περίπτωση που δεν υποβληθεί δήλωση και δεν καταβληθεί ο φόρος, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 50 και 52 παράγραφος 4.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.8βάρθρου 20 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

5.Αν ο αρχιτέκτονας ή πολιτικός μηχανικός που υπογράφει τη μελέτη ήαναλαμβάνει την επίβλεψη είναι μισθωτός της επιχείρησης η οποία αναλαμβάνειτη μελέτη ή επίβλεψη ή ανέγερση της οικοδομής, η επιχείρηση μπορεί ναζητήσει να επιβληθεί σε αυτή φόρος δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ακαθάριστοποσό της καθοριζόμενης αμοιβής που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου1 του άρθρου 1 του π.δ. 696/1974 όπως ισχύει, πλέον εισφοράς Ο.Γ.Α.δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ποσό του φόρου.

Το ποσό της αμοιβής μειώνεται κατά το ποσό των ακαθάριστων αποδοχών απόμισθωτές υπηρεσίες που καταβάλλονται στον παραπάνω μηχανικό κατά το χρονικόδιάστημα από την έναρξη της μελέτης μέχρι την αποπεράτωση της οικοδομής. Οφόρος της παραγράφου αυτής καταβάλλεται πριν από την έκδοση της πολεοδομικήςάδειας. Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφουεφαρμόζεται αναλόγως. Αν η επιχείρηση δεν ζητήσει την εφαρμογή των διατάξεωντων προηγούμενων εδαφίων για το ποσό της αμοιβής που φορολογείται κατά τιςδιατάξεις αυτές, το ποσό αυτό λογίζεται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίεςτου μηχανικού, ο οποίος υπέγραψε τη μελέτη και ανέλαβε την επίβλεψη, για τοοποίο η επιχείρηση υποχρεούται να υποβάλει δήλωση και να καταβάλει το φόροσύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.8γάρθρου 20 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

6. Στις αποζημιώσεις ή τα δικαιώματα που καταβάλλονται σε αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισμούς που δεν έχουν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα ή σε φυσικά πρόσωπα κατοίκους αλλοδαπής που δεν ασκούν επάγγελμα ή επιχείρηση στην Ελλάδα:

α) για τη χρήση ή παραχώρηση της χρήσης τεχνικών μεθόδων παραγωγής, τεχνικής ή τεχνολογικής βοήθειας, δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας, σημάτων και προνομίων, σχεδίων ή προτύπων γενικά, αποτελεσμάτων ερευνών, κινηματογραφικών και τηλεοπτικών ταινιών, μαγνητοταινιών για ραδιοφωνικές εκπομπές, αναπαραγωγής βιντεοκασετών, πνευματικής ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσης άρθρων και μελετών και λοιπών συναφών δικαιωμάτων,

β) για την εκμίσθωση μηχανημάτων, εγκαταστάσεων και γενικά κινητών πραγμάτων, την επισκευή και συντήρηση μηχανημάτων και λοιπού εξοπλισμού, την οργάνωση επιχειρήσεων, την εκπαίδευση προσωπικού και για την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας και κάθε είδους συμβουλών στην Ελλάδα, καθώς και στις αμοιβές, που καταβάλλονται σε ξένα καλλιτεχνικά συγκροτήματα ή μεμονωμένους καλλιτέχνες κατοίκους ξένων χωρών για τη συμμετοχή τους σε διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα, ενεργείται από τον υπόχρεο για την καταβολή, παρακράτηση φόρου εισοδήματος που βαρύνει το δικαιούχο της αποζημίωσης ή του δικαιώματος ή της αμοιβής.

Ομοίως, ενεργείται παρακράτηση φόρου και στα ποσά που καταβάλλονται σε αλλοδαπάαθλητικά σωματεία, επαγγελματικά ή μη, καθώς και σε οποιοδήποτε τρίτο αλλοδαπό φυσικόή νομικό πρόσωπο, για τη μεταβίβαση σε ημεδαπά αθλητικά σωματεία, ανεξάρτητα από τηνομική μορφή τους, του δικαιώματος χρησιμοποίησης αλλοδαπών,ποδοσφαιριστών,καλαθοσφαιριστών, πετοσφαιριστών, υδατοσφαιριστών και λοιπών αθλητών.

Ο φόρος αυτός υπολογίζεται στο ακαθάριστο ποσό της αποζημίωσης ή του δικαιώματος ή της αμοιβής, ανεξάρτητα αν για την καταβολή αυτήν απαιτείται ή όχι απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 7 του ν. 4171/1961 (ΦΕΚ 93 Α`), όπως ισχύει, με συντελεστή:

αα)είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) για αποζημιώσεις ή δικαιώματα που καταβάλλονται σε αλλοδαπές επιχειρήσεις ή φυσικά πρόσωπα για τη χρήση ή παραχώρηση χρήσης στην Ελλάδα κινηματογραφικών ή τηλεοπτικών ταινιών, μαγνητοταινιών για ραδιοφωνικές εκπομπές και για την αναπαραγωγή βιντεοκασετών.

ββ) Είκοσι πέντε τοις εκατό (25%)” για αποζημιώσεις ή δικαιώματα ή αμοιβέςτων λοιπών περιπτώσεων της παραγράφου αυτής.

Με την παρακράτηση του φόρου που ενεργείται σύμφωνα με τα πιο πάνω, εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αλλοδαπού δικαιούχου από το φόρο εισοδήματος για τα εισοδήματά του αυτά.

Σε όλες τις περιπτώσεις, στον αλλοδαπό δικαιούχο καταβάλλεται η διαφορά μεταξύ του ποσού της αποζημίωσης, δικαιώματος ή αμοιβής, που δικαιούται να λάβει και του παρακρατούμενου φόρου που αναλογεί στο ποσό αυτής.

Η παρακράτηση του φόρου που οφείλεται ενεργείται κατά την πίστωση ή την καταβολή της αποζημίωσης ή του δικαιώματος ή της αμοιβής στο δικαιούχο και η απόδοσή του γίνεται με σχετική δήλωση στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα.

Οι τράπεζες υποχρεούνται να αρνηθούν την παροχή του ποσού συναλλάγματος ή ευρώ, πού αναλογεί για την αποστολή στο εξωτερικό των αποζημιώσεων, δικαιωμάτων και αμοιβών που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, αν δεν προσκομισθεί σε αυτές αποδεικτικό καταβολής στο Δημόσιο του φόρου που αναλογεί στα εισοδήματα αυτά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.9 άρθρ.5Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999 , με την παρ.7 άρθρ.3Ν.3091/2002, ΦΕΚ Α 330/24.12.2002 και με την παρ.4 άρθρ.4 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

7. Στα δικαιώματα που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή και τα οποία καταβάλλει ημεδαπήανώνυμη εταιρεία ή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα εταιρείας κράτους μέλους της ΕυρωπαϊκήςΈνωσης, σε συνδεδεμένη εταιρεία άλλουκράτους μέλους ή σε μόνιμη εγκατάσταση συνδεδεμένης εταιρείας κράτους μέλους ευρισκόμενησε άλλο κράτος μέλος, δεν ενεργείται παρακράτηση φόρου εισοδήματος. Ως δικαιώματα νοούνταιοι πληρωμές πάσης φύσεως που λαμβάνονται σε αντάλλαγμα της χρήσης ή του δικαιώματοςχρήσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας επί λογοτεχνικού, καλλιτεχνικού ή επιστημονικούέργου, συμπεριλαμβανομένων των κινηματογραφικών ταινιών και λογισμικού, διπλωμάτωνευρεσιτεχνίας, εμπορικών σημάτων, σχεδίων ή υποδειγμάτων, σχεδιαγραμμάτων, απόρρητωνχημικών τύπων ή μεθόδων κατεργασίας ή σε αντάλλαγμα πληροφοριών που αφορούν βιομηχανική, εμπορική ή επιστημονική πείρα, καθώς και οι πληρωμές για τη χρήση ή για το δικαίωμα χρήσης βιομηχανικού, εμπορικού ή επιστημονικού εξοπλισμού. Για τηνεφαρμογή των αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή διατάξεων, μία εταιρεία θεωρείται”συνδεδεμένη” με άλλη εταιρεία εφόσον, τουλάχιστον η πρώτη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστησυμμετοχή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%)στο μετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης εταιρείας ή η δεύτερη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστησυμμετοχή με το ίδιο πιο πάνω ποσοστό στο μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εταιρείας ή μία τρίτηεταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή με το ίδιο πιο πάνω ποσοστό στο μετοχικό κεφάλαιο τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης εταιρείαςκαι υπό τον όρο ότι σε όλες τις αναφερόμενες πιο πάνω περιπτώσεις, η συμμετοχή κατέχεται χωρίςδιακοπή για δύο έτη. Η απαλλαγή από την παρακράτηση παρέχεται με την προϋπόθεση ότι οδικαιούχος των δικαιωμάτων δέχεται τις πληρωμές για δικό του λογαριασμό και όχι με τηνιδιότητα του αντιπροσώπου και εφόσον προσκομίσει σχετική βεβαίωση που ισχύει για δύο έτη απότην ημερομηνία χορήγησής της. Η βεβαίωση πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία τουδικαιούχου:

α) ότι έχει την έδρα της πραγματικής διοίκησής του σε ένα συγκεκριμένοκράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

β) ότι υπόκειται στο πιο πάνω κράτος μέλος που έχει την έδρα του σε φόροεισοδήματος χωρίς να τυγχάνει απαλλαγής από αυτόν,

γ) ότι κατέχει την πιο πάνω αναφερόμενη συμμετοχή χωρίς διακοπή τουλάχιστονγια δύο έτη,

δ) ότι το εισόδημα από τα δικαιώματα που αποκτά, σε περίπτωση που αυτόςείναι μόνιμη εγκατάσταση άλλης εταιρείας, υπόκειται σε φόρο εισοδήματος στοκράτοςμέλος όπου έχει τη μόνιμη εγκατάσταση και ότι η εταιρεία της οποίαςαποτελεί μόνιμη εγκατάσταση πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται σταστοιχεία α΄, β΄, γ΄ και ε΄ του παρόντος άρθρου,

ε) ότι έχει μία από τις μορφές που ορίζονται με απόφαση του ΥπουργούΟικονομίας και Οικονομικών σύμφωνα με το Παράρτημα της Οδηγίας 2003/49/ΕΚ(L. 157/49). Με την ίδια απόφαση θα καθοριστούν ο τρόπος και τα απαιτούμεναδικαιολογητικά για την εφαρμογή των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό.

Εξαιρετικά, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου οκτώ ετών που αρχίζει απότην 1η Ιουλίου 2005, κατά την καταβολή των αναφερόμενων πιο πάνω δικαιωμάτων,θα ενεργείται παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή δέκα τοις εκατό(10%) κατά τα πρώτα τέσσερα έτη και πέντε τοις εκατό (5%) κατά τα τελευταίατέσσερα έτη, εκτός εάν από την οικεία διμερή σύμβαση για την αποφυγή διπλήςφορολογίας εισοδήματος προβλέπεται ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση. Γιατην παρακράτηση και την απόδοση του φόρου αυτού έχουν εφαρμογή τα οριζόμενααπό τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου. Με την παρακράτηση αυτήεξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αλλοδαπού δικαιούχου. Μέχρι την έναρξητης μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται πιο πάνω, κατά την καταβολή των υπόψηδικαιωμάτων, θα ενεργείται παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με τιςισχύουσες διατάξεις των διμερών συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας ή τηςεσωτερικής νομοθεσίας, κατά περίπτωση.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με το άρθρο 15 Ν.3312/2005,ΦΕΚ Α 35/16.2.2005.

8. Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισμούς που αναλαμβάνουν στην Ελλάδα κατάρτιση μελετών και σχεδίων ή τη διεξαγωγή ερευνών τεχνικής, οικονομικής ή επιστημονικής γενικά φύσεως, ανεξάρτητα αν αυτές εκπονούνται στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή ή την επίβλεψη και συντονισμό εκτέλεσης τεχνικών έργων που πραγματοποιούνται από τρίτους στην Ελλάδα ή την παροχή επιστημονικής φύσεως συμβουλών προς τον κύριο του εκτελούμενου στην Ελλάδα τεχνικού έργου, επιβάλλεται, για τα καθαρά κέρδη που αποκτούν από τις υπηρεσίες αυτές, φόρος εισοδήματος με συντελεστή σε είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), ο οποίος υπολογίζεται στη συνολική ακαθάριστη αμοιβή τους.

Ομοίως, ενεργείται παρακράτηση φόρου και στα ποσά που καταβάλλονται σε αλλοδαπάαθλητικά σωματεία, επαγγελματικά ή μη, καθώς και σε οποιοδήποτε τρίτο αλλοδαπό φυσικόή νομικό πρόσωπο, για τη μεταβίβαση σε ημεδαπά αθλητικά σωματεία, ανεξάρτητα από τηνομική μορφή τους, του δικαιώματος χρησιμοποίησης αλλοδαπών ποδοσφαιριστών,καλαθοσφαιριστών, πετοσφαιριστών, υδατοσφαιριστών και λοιπών αθλητών.

Ο φόρος αυτός παρακρατείται από τον υπόχρεο για την καταβολή κατά τηνεκάστοτε πίστωση ή την καταβολή της αμοιβής στο δικαιούχο και αποδίδεται μεσχετική δήλωση στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία το βραδύτερο μέσαστο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα.

Με την παρακράτηση του φόρου που ενεργείται σύμφωνα με τα πιο πάνω, εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των αλλοδαπών επιχειρήσεων και οργανισμών για τα κέρδη που αποκτούν από τις υπηρεσίες αυτές.

Οι τράπεζες υποχρεούνται να αρνηθούν την παροχή του ποσού συναλλάγματος  ή ευρώ που αναλογεί για την αποστολή στο εξωτερικόεισοδημάτων, που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, αν δεν προσκομισθεί σεαυτές αποδεικτικό καταβολής στο Δημόσιο του φόρου που αναλογεί σταεισοδήματα αυτά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.7 άρθρ.3Ν.3091/2002, ΦΕΚ Α 330/24.12.2002 ,με την παρ. 2 άρθρ.9 Ν.3091/2002 και με την παρ.5 άρθρ.5 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

9. Στις αλλοδαπές εταιρίες και οργανισμούς που αναλαμβάνουν την εργοληπτική κατασκευή δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων στην Ελλάδα, επιβάλλεται φόρος εισοδήματος για τα καθαρά κέρδη που αποκτούν από τις εργασίες αυτές, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή που ορίζεται:

α) Τέσσερα τοις εκατό (4%) στη συνολική ακαθάριστη αξία των έργων του Δημοσίου, δήμων και κοινοτήτων, δημόσιων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου γενικά, ανεξάρτητα αν τα έργα εκτελούνται με υλικά του εργολήπτη ή όχι.

β) Τέσσερα και ογδόντα τοις εκατό (4,80%) στη συνολική ακαθάριστη αξία των ιδιωτικών έργων, γενικά.

γ) Δέκα τοις εκατό (10%) στη συνολική ακαθάριστη αξία των έργων χωρίς την αξία των υλικών για έργα που αναφέρονται στην πιο πάνω περίπτωση β`, για τα οποία ο εργολήπτης δεν χρησιμοποιεί δικά του υλικά. Ο παραπάνω τρόπος φορολογίας εφαρμόζεται στις αλλοδαπές εργοληπτικές εταιρίες και οργανισμούς, που συμβάλλονται απευθείας με το Δημόσιο και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο.Ο φόρος που επιβάλλεται στις πιο πάνω περιπτώσεις παρακρατείται από τον, υπόχρεο για την καταβολή, εργοδότη κατά την εκάστοτε πίστωση ή την καταβολή της αξίας του έργου στο δικαιούχο και αποδίδεται με σχετική δήλωση στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα.Με την παρακράτηση του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των αλλοδαπών εταιριών και οργανισμών για τα κέρδη που αποκτούν από τις εργασίες αυτές.Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και στις αλλοδαπές εταιρίες και οργανισμούς που ασχολούνται με την εκτέλεση μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, επιφυλασσόμενων των διατάξεων του άρθρου 12 του ν. 542/1977 (ΦΕΚ 41 Α”).

10. Τα έσοδα από έπαθλα ή βραβεία από την κατοχή και εκμετάλλευση δρομώνων ίππων που χρησιμοποιούνται σε αγώνες ιπποδρομίου φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δέκα τοις εκατό (10%). Ο φόρος που προκύπτει παρακρατείται κατά την πληρωμή.Για την απόδοση του φόρου αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 60. Με την παρακράτηση αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των ιδιοκτητών δρομώνων ίππων για τα έσοδα αυτά.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.4 άρθρ.6 Ν.2386/1996 (Α 43) αναριθμήθηκε  με το άρθρο 15 Ν.3312/2005,ΦΕΚ Α 35/16.2.2005 και τροποποιήθηκε  και με το άρθρ.25 παρ.6 Ν.3610/2007,ΦΕΚ Α 258/22.11.2007.

11.Οι πάσης φύσεως παροχές που χορηγούνται στα πρόσωπα που εκλέγονται για τον πρώτο και δεύτερο βαθμό της τοπικής αυτοδιοίκησης φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου “είκοσι τοις εκατό (20%)”. Ο φόρος που προκύπτει παρακρατείται κατά την πληρωμή. Για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 60. Με την παρακράτηση αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των δικαιούχων για τις ως άνω παροχές.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.3 άρθρ.5Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010
1
12.Οι αμοιβές που καταβάλλονται από το Ελληνικό Δημόσιο, τους δήμους και τις κοινότητες του Κράτους, τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, τον Οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, τον Οργανισμό Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης-Θεσσαλονίκη 1997, το Σύλλογο “Οι Φίλοι της Μουσικής”,καθώς και την Εθνική Λυρική Σκηνή σε ξένα καλλιτεχνικά συγκροτήματα ή μεμονωμένους καλλιτέχνες ξένων χωρών, για τη συμμετοχή τους σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα, φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου είκοσιπέντε τοις εκατό (25%)

Ο φόρος που προκύπτει παρακρατείται κατά την πληρωμή. Για την απόδοση τουφόρου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 60. Με την παρακράτηση αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των δικαιούχων για τις ως άνω αμοιβές.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.16άρθρ.3 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000,με την παρ.2 άρθρ.5Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004 και με την παρ.5 άρθρ.5 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α58/23.4.2010.

13 .Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται σε αθλητές εθνικών ομάδων, ωςεπιβράβευση αυτών από το Δημόσιο, λόγω επίτευξης διεθνών στόχων ατομικώς ήομαδικώς, καθώς και τα χρηματικά ποσά των πάσης φύσεως χορηγιών πουκαταβάλλονται στους ανωτέρω αθλητές, φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστήφόρου είκοσι τοις εκατό (20%).”

Ο φόρος που προκύπτει παρακρατείται κατά την πληρωμή. Για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 60. Με την παρακράτηση αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των δικαιούχων για τα ποσά αυτά.

Τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν από το Δημόσιο στους αθλητές των εθνικώνομάδων, ως επιβράβευση για τις διακρίσεις τους στους Ολυμπιακούς Αγώνες καιτην Παραολυμπιάδα της Ατλάντα το 1996, και από τα οποία παρακρατήθηκε φόροςδεκαπέντε τοις εκατό (15%) θεωρούνται ότι φορολογήθηκαν αυτοτελώς καιεξαντλήθηκε η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων αθλητών από το φόροεισοδήματος. Σε περίπτωση που τα ποσά αυτά έχουν δηλωθεί με την ετήσιαδήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικονομικού έτους από τουςδικαιούχους, τα ποσά του φόρου που βεβαιώθηκαν ή καταβλήθηκαν από τουςδικαιούχους των χρηματικών ποσών συμψηφίζονται με το φόρο αυτής τηςπαραγράφου και ο φόρος που τυχόν βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε επιπλέον,διαγράφεται ή επιστρέφεται κατά περίπτωση.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.8 άρθρ.10Ν.2459/1997 (Α 17) τροποποιήθηκε  με την παρ.11άρθρ.134 Ν.2725/1999,ΦΕΚ Α 121/17.6.1999 και με την παρ.6 άρθρ.5Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.Ισχύς από 1.1.2006.

14. Τα χρηματικά ποσά που παρέχονται σε όσους συμμετέχουν σε ραδιοφωνικούς, τηλεοπτικούς και λοιπούς παρεμφερείς διαγωνισμούς που διενεργούνται με οποιαδήποτε μορφή φορολογούνται αυτοτελώς μεσυντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), εφόσον το καταβαλλόμενο ποσό υπερβαίνει το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Ο φόρος πουπροκύπτει παρακρατείται από τον καταβάλλοντα κατά το χρόνο της καταβολής του ποσού στο δικαιούχο. Για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 60. Με την παρακράτηση αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των δικαιούχων για τα ποσά αυτά.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.4 άρθρ.6 Ν.2579/1998,Α 31/17.2.1998 και  τροποποιήθηκε με την παρ.24 άρθρ.9 Ν.2948/2001,ΦΕΚ Α 242/19.10.2001 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο 35 παρ.2 Ν.3775/2009,ΦΕΚ Α 122/21.7.2009.

Άρθρο 14
Αυτοτελής φορολόγηση εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ` της παρ. 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση:α) το άρθρο 1 του β.δ.16/18 Ιουλίου 1920 (ΦΕΚ 158 Α`),β) το ν. 2112/1920 (ΦΕΚ 67 Α`),γ) το άρθρο 94 του ν.δ. 3026/1954 (ΦΕΚ 235 Α`).

Ο φόρος υπολογίζεται, με βάση την παρακάτω κλίμακα:

Κλιμάκιο αποζημίωσης (ευρώ)
Φορολογικός συντελεστής (%)
0                  –       60.000
0%
60.001       –      100.000
10%
100.001     –     150.000
20%
150.001     και    άνω
30%
Ο φόρος παρακρατείται κατά την πληρωμή της αποζημίωσης στον δικαιούχο. Μετην επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ` της παραγράφου 4 του άρθρου 45,οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης εφαρμόζονται αναλόγως και για κάθε εφάπαξαποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιονδήποτε λόγοδιακοπής της σχέσης εργασίας ή άλλης σύμβασης, η οποία συνδέει τον φορέα μετον δικαιούχο της αποζημίωσης. Αν το ποσό που καταβάλλεται στον δικαιούχο τηςαποζημίωσης υπερβαίνει εκείνο που πρέπει να του καταβληθεί, σύμφωνα με τιςκείμενες διατάξεις, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που καταβάλλεταιφορολογείται σύμφωνα με την πιο πάνω κλίμακα.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η φορολογική αρχή που είναι αρμόδια για την επιστροφή του φόρου στο δικαιούχο, σε περίπτωση που το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε υπερβαίνει αυτό που οφείλεται.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.6 άρθρ.5 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

2. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στους ποδοσφαιριστές,καλαθοσφαιριστές, προπονητές, καθώς και τους άλλους αμειβόμενους αθλητές,κατά περίπτωση, από τις ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες ή τα αναγνωρισμένααθλητικά σωματεία, κατά την υπογραφή του συμβολαίου μετεγγραφής ή τηνανανέωση του συμβολαίου συνεργασίας, φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστήφόρου είκοσι τοις εκατό (20%). Ο φόρος που προκύπτει παρακρατείται κατά την πληρωμή. Για την απόδοση του φόρου αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 60. Με την παρακράτηση του φόρου που ενεργείται σύμφωνα με τα πιο πάνω, εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος για τα ποσά αυτά. Οι δικαιούχοι μπορούν να περιλάβουν το σύνολο αυτών των ποσών στην ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικονομικού έτους, για να φορολογηθούν με βάση την κλίμακα του άρθρου 9. Στην περίπτωση αυτή, για το συμψηφισμό του φόρου που παρακρατήθηκε εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ίδιου άρθρου 9.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και για τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στους ανωτέρω δικαιούχους από τις ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες ή τα αναγνωρισμένα αθλητικά σωματεία για τη συμμετοχή τους σε ευρωπαϊκές ή διεθνείς διοργανώσεις και αποτελούν μέρος των όσων εισπράττουν σε συνάλλαγμα οι Π.Α.Ε. ή τα αναγνωρισμένα αθλητικά σωματεία από ευρωπαϊκούς ή διεθνείς οργανισμούς για τις διοργανώσεις αυτές.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.28 άρθρ.4Ν.2390/1996 (Α 54) και με τηνπαρ.9 άρθρ.10 Ν.2459/1997 (Α 17).

3. Οι αποδοχές των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα ελληνικά σχολεία που λειτουργούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και έχουν την ελληνική υπηκοότητα ή την ελληνική και τη γερμανική υπηκοότητα ή μόνο τη γερμανική ή είναι υπήκοοι τρίτης χώρας και πληρώνονται από το Ελληνικό Δημόσιο ή φορέα που βρίσκεται στην αλλοδαπή και αποτελεί υποδιαίρεση του Ελληνικού Δημοσίου ή υπηρεσία αυτού, υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) στο ποσό των αποδοχών πριν από κάθε κράτηση που τις βαρύνει, και εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση για τις αποδοχές αυτές. Ο φόρος που αναλογεί με βάση το συντελεστή αυτόν παρακρατείται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών κατά την εκκαθάριση αυτών και αποδίδεται με εξαμηνιαίες δηλώσεις στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία. Οι δηλώσεις αυτές, οι οποίες περιλαμβάνουν το ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο, διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του δικαιούχου, το ποσό αποδοχών, το φόρο που αναλογεί σε αυτές, καθώς και τον αριθμό και την ημερομηνία του τίτλου εξόφλησης και του εμβάσματος ή της επιταγής, υποβάλλονται μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου για τα ποσά φόρου που παρακρατήθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου ημερολογιακού εξαμήνου κάθε έτους και μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου για τα ποσά φόρου που παρακρατήθηκαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου ημερολογιακού εξαμήνου κάθε έτους.

Τα ποσά που παρακρατήθηκαν στέλνονται με επιταγή στη δημόσια οικονομική υπηρεσίακατοίκων εξωτερικού. Οι εκκαθαριστές υποβάλλουν τις δηλώσεις αυτές, μέσω τηςπροξενικής αρχής, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατοίκωνεξωτερικού, ο οποίος συντάσσει τους οικείους χρηματικούς καταλόγους”.*** Τα τέταρτο και πέμπτοεδάφιο αντικαταστάθηκαν ως άνωμε την παρ.10 άρθρ.5 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

Στους δικαιούχους χορηγούνται βεβαιώσεις αποδοχών στις οποίες, εκτόςαπό τα στοιχεία του δικαιούχου, αναγράφεται το σύνολο των ακαθάριστωνκαι καθαρώναποδοχών, οι κρατήσεις που βάρυναν αυτές, ο φόρος που αναλογεί, καθώς και ο φόρος που παρακρατήθηκε. Οι δικαιούχοι των αποδοχών αυτών υποβάλλουν δήλωση φόρου εισοδήματος, η οποία συνοδεύεται από την οικεία βεβαίωση αποδοχών, μέχρι τη 10η Απριλίου κάθε οικονομικού έτους. Για τις περιπτώσεις αυτές αρμόδιος ορίζεται ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας Γενικών Εσόδων Αθηνών.

Εξαιρούνται της παρούσας οι αμοιβές των προσώπων που υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 41, καθώς και του άρθρου 22 του ν.817/1978 (ΦΕΚ 170 Α`).

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  με την παρ.7 άρθρ.5 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

4. Το καθαρό ποσό των αποδοχών που παίρνουν τα πρόσωπα πουαναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 47 ως μισθωτοί από τους εργοδότες που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο, κατά το τμήμα που απομένει μετά την αφαίρεση από αυτό του καθαρού ποσού των αποδοχών τις οποίες αυτοί θα έπαιρναν αν υπηρετούσαν στο εσωτερικό, φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Ο φόρος που προκύπτει παρακρατείται κατά την πληρωμή. Για την απόδοση του φόρου αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 59. Με την παρακράτηση του φόρου που ενεργείται σύμφωνα με τα πιο πάνω εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος για το ποσό αυτό των αποδοχών.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  με την παρ.7 άρθρ.5 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

5.Οι διατάξεις της περίπτωσης α` της παραγράφου 4 του άρθρου 45 δεν εφαρμόζονται για τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται σύμφωνα με τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας στους υπαλλήλους των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών καθώς και στα πρόσωπα που εκλέγονται για τον πρώτο και δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης” για τις εκτός έδρας δαπάνες υπηρεσίας που τους έχουν ανατεθεί. Τα ποσά αυτά φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Το ποσό του φόρου που προκύπτει παρακρατείται κατά την καταβολή των αποζημιώσεων αυτών από τον υπόχρεο για την καταβολή τους. Για την απόδοση του φόρου αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 59. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για το ποσό αυτό των αμοιβών.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  με την παρ.7 άρθρ.5 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

6. Από την αποζημίωση που καταβάλλεται στους δικαιούχους από τους λογαριασμούς των Δικαιώματα Εκτελέσεως Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ), Δικαιώματα Εκτελέσεως Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ) και Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης υπέρ Τρίτων, (ΔΙΒΕΤ)”από τα ποσοστά πουπροβλέπονται από τις παραγράφους 7 και 38 του άρθρου 27 του Ν. 2166/1993(ΦΕΚ 137 Α), καθώς και του άρθρου 44 του Ν. 2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α)”ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Το ποσό του φόρου που προκύπτει παρακρατείται κατά την καταβολή των αποζημιώσεων αυτών από τον υπόχρεο για την καταβολή τους. Για την απόδοση του φόρου αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 59. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για το ποσό αυτό των αμοιβών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.15 άρθρ.8 Ν.3219/2004,ΦΕΚ Α 13/27.1.2004 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  με την παρ.7 άρθρ.5 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

7. Τα ειδικά επιδόματα επικίνδυνης εργασίας: πτητικό, καταδυτικό, ναρκαλιείας, αλεξιπτωτιστών, δυτών και υποβρύχιων καταστροφών, που καταβάλλονται σε αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, της πυροσβεστικής υπηρεσίας και του λιμενικού σώματος, το επίδομα ναρκαλιείας που καταβάλλεται σε ιδιώτες οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ναρκαλιείας με οποιαδήποτε σχέση στα Υπουργεία Εθνικής Άμυνας, Δημόσιας Τάξης και Εμπορικής Ναυτιλίας, καθώς και τα επιδόματα επικίνδυνης εργασίας που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση την παράγραφο 5 του άρθρου 14 του ν.1505/1984 (ΦΕΚ 194 Α”) και την περίπτωση α` της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν.1711/1987 (ΦΕΚ 109 Α`), φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δεκαπέντε τοις εκατό (15%).

Το ποσό του φόρου που προκύπτει παρακρατείται κατά την καταβολή των αποζημιώσεων αυτών από τον υπόχρεο για την καταβολή τους. Για την απόδοση του φόρου αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 59. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για το ποσό αυτό των αμοιβών.

Σε αυτοτελή φορολόγηση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο αυτή,υπόκειται και η ειδική αποζημίωση που καταβάλλεται, κατά τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 19 του Ν. 1193/1981, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 τουάρθρου 3 του Ν. 2256/1994 (ΦΕΚ 196 Α), στους ιατρούς, τα πληρώματαασθενοφόρων και το νοσηλευτικό προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β. καθώς και κάθε άλλοιατρό που εντέλλεται από το Ε.Κ.Α.Β. που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία μεαεροπορικά μέσα για παροχή Α` Βοηθειών σε άτομα που ασθενούν.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.10 άρθρ.10 Ν.2459/1997(Α 17) , τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 26 του Ν.3204/2003(ΦΕΚ Α 296

8. Τα καθαρό ποσό της ειδικής αποζημίωσης που παίρνουν εκτός από τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης οι αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σχολικών μονάδων της Βαυαρίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Ο.Δ.Γ.), με φορέα το Προξενείο της Ελλάδας, φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημα αυτό υπολογίζεται κατά την εκκαθάριση της οικείας ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Με την καταβολή αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για το ποσό αυτό των αμοιβών.

Σημ.: όπως προστέθηκε  προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.45 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000

9. Παροχές σε χρήμα (μπόνους) πέραν των τακτικών αποδοχών και των υπερωριώνπου καταβάλλουν μέχρι και το οικονομικό έτος 2013 τα πιστωτικά ιδρύματα ταοποία λειτουργούν στην Ελλάδα σε στελέχη τους, φορολογούνται ως εξής: γιασυνολικό ετήσιο εισόδημα μέχρι εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ εάν καταβληθούνπρόσθετες αμοιβές (μπόνους) έως δέκα τοις εκατό (10%) επί του συνόλου τωνετήσιων τακτικών αποδοχών και υπερωριών, φορολογούνται στην κλίμακα τουάρθρου 9.

Ποσά που υπερβαίνουν το ποσοστό αυτό φορολογούνται αυτοτελώς με την ακόλουθη κλίμακα:

Μέχρι 20.000
50%
20.001 – 40.000
60%
40.001 – 60.000
70%
60.001 – 80.000
80%
80.001 και άνω
90%.
Ο φόρος παρακρατείται κατά την καταβολή ή την πίστωση των ποσών αυτών στουςδικαιούχους και αποδίδεται στο Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2του άρθρου 60.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και για παροχές που καταβάλλονται από τα κέρδη τωνανωτέρω νομικών προσώπων.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.14 άρθρου 8 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010 και η ισχύς της  παρατάθηκε μέχρι και το οικονομικό έτος 2014 με το άρθρο 6 παρ.1 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΑΣ ΥΛΗΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

Άρθρο 15
Προσδιορισμός εισοδήματος με βάση αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες
Το συνολικό εισόδημα προσδιορίζεται, κατ` εξαίρεση, με βάση τις δαπάνες διαβίωσης του φορολογουμένου και των προσώπων που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν, όταν το συνολικό ποσό των δαπανών που προσδιορίζεται κατά τα επόμενα άρθρα είναι ανώτερο από το συνολικό καθαρό εισόδημα των κατηγοριών Α` έως Ζ`. Το εισόδημα που υπόκειται σε φόρο στην περίπτωση αυτή προσδιορίζεται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 19.

Σημ.: όπως ο τίτλος αντικαταστάθηκε  με την παρ.1άρθρ.3Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

Άρθρο 16
Τεκμήριο δαπανών διαβίωσης
Σημ.: όπως το άρθρο 16 αντικαταστάθηκε με την παρ.2 άρθρ.3Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

1. Για τον προσδιορισμό του αντικειμενικού εισοδήματος με βάση τη συνολικήετήσια δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων πουσυνοικούν και τους βαρύνουν λαμβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:

α) α) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη, με βάση τα τετραγωνικά μέτρα τηςιδιοκατοικούμενης ή μισθωμένης ή της δωρεάν παραχωρούμενης κύριας κατοικίαςορίζεται κλιμακωτά, για τα ογδόντα (80) πρώτα τετραγωνικά μέτρα κύριων χώρωναυτής, με σαράντα (40) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, για τα επόμενα από ογδόνταένα (81) μέχρι και εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικά μέτρα κύριων χώρων αυτής,με εξήντα πέντε (65) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, για τα επόμενα από εκατόνείκοσι ένα (121) μέχρι και διακόσια (200) τετραγωνικά μέτρα κύριων χώρωναυτής, με εκατόν δέκα (110) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, για τα διακόσια ένα(201) έως τριακόσια (300) τετραγωνικά μέτρα κύριων χώρων αυτής, με διακόσια(200) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο και για τα πλέον των τριακοσίων (300)τετραγωνικών μέτρων κύριων χώρων αυτής, με τετρακόσια (400) ευρώ τοτετραγωνικό μέτρο.Για τον υπολογισμό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης των βοηθητικών χώρωντης κύριας κατοικίας ορίζεται ποσό σαράντα (40) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο.

Τα παραπάνω ποσά προσαυξάνονται, προκειμένου για κατοικίες που βρίσκονται σεπεριοχές με τιμή ζώνης, σύμφωνα με τον αντικειμενικό προσδιορισμό τωνακινήτων, από 2.800 ευρώ έως 4.999 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο, κατά ποσοστόσαράντα τοις εκατό (40%) και για περιοχές με τιμή ζώνης από 5.000 ευρώ καιάνω το τετραγωνικό μέτρο, κατά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%). Όλα ταπαραπάνω ποσά προσαυξάνονται, προκειμένου για μονοκατοικίες, κατά ποσοστόείκοσι τοις εκατό (20%).

β) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη, που εκτιμάται με βάση τα τετραγωνικά μέτραμιας ή περισσοτέρων ιδιοκατοικούμενων ή μισθωμένων δευτερευουσών κατοικιών,καθώς και των βοηθητικών χώρων αυτών, ορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) τηςετήσιας αντικειμενικής δαπάνης όπως αυτή ορίζεται στην περίπτωση α`.

γ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης,ορίζεται ως εξής: αα) για τα αυτοκίνητα μέχρι χίλια διακόσια (1.200) κυβικάεκατοστά σε τέσσερις χιλιάδες (4.000) ευρώ, ββ) για αυτοκίνητα μεγαλύτερα τωνχιλίων διακοσίων (1.200) κυβικών εκατοστών προστίθενται εξακόσια (600) ευρώανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά μέχρι τα δύο χιλιάδες (2.000) κυβικάεκατοστά, γγ) για αυτοκίνητα μεγαλύτερα των δύο χιλιάδων (2.000) κυβικώνεκατοστών προστίθενται εννιακόσια (900) ευρώ ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστάκαι μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) κυβικά εκατοστά και δδ) για αυτοκίνηταμεγαλύτερα από τρεις χιλιάδες (3.000) κυβικά εκατοστά προστίθενται χίλιαδιακόσια (1.200) ευρώ ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά.

Τα παραπάνω ποσά ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης από κάθε αυτοκίνητομειώνονται ανάλογα με την παλαιότητα του, η οποία υπολογίζεται από το έτοςπρώτης κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, ή σε χώρα της Ε.Ε./ΕΟΧ» κατά ποσοστό ως εξής:

αα) Τριάντα τοις εκατό (30%) για χρονικό διάστημα πάνω από πέντε (5) καιμέχρι δέκα (10) έτη.

ββ) Πενήντα τοις εκατό (50%) για χρονικό διάστημα πάνω από δέκα (10) έτη. Ηετήσια αντικειμενική δαπάνη δεν εφαρμόζεται για επιβατικά αυτοκίνηταιδιωτικής χρήσης που διαθέτουν πιστοποιητικό αυθεντικότητας το οποίοεκδίδεται από διεθνή ή ημεδαπό φορέα που έχει αρμοδιότητα να εκδίδει τέτοιοπιστοποιητικό, καθώς και για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης τα οποίαείναι ειδικά διασκευασμένα για κινητικά αναπήρους.

Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασμένα για κινητικάαναπήρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάσθηκαν ύστερα από άδεια της αρμόδιαςαρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητική αναπηρία σεποσοστό τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή για να μεταφέρουν αυτά ταπρόσωπα μαζί με τα αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τη μετακίνηση τους.Στις περιπτώσεις εταιριών ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή περιορισμένης ευθύνης ήανωνύμων ή αστικών, καθώς και των κοινωνιών και κοινοπραξιών που ασκούνεπιχείρηση ή επάγγελμα, οι οποίες έχουν στην κυριότητα ή στην κατοχή τουςεπιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, η αντικειμενική δαπάνη που αναλογεί σεαυτά λογίζεται ως αντικειμενική δαπάνη των:

i) ομόρρυθμων ή απλών, εκτός των ετερόρρυθμων, εταίρων ή κοινωνών ή μελώντης κοινοπραξίας φυσικών προσώπων, επιμεριζόμενη μεταξύ αυτών κατά το ποσοστόσυμμετοχής τους στην εταιρία, προκειμένου περί ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ήαστικών εταιριών ή στην κοινωνία ή στην κοινοπραξία,

ιι) των φυσικών προσώπων, μελών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης,επιμεριζόμενη μεταξύ αυτών, κατά το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στηνεταιρία περιορισμένης ευθύνης, όταν οι διαχειριστές αυτής δεν είναι εταίροιτης,

iii) των διαχειριστών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που είναι καιεταίροι της, επιμεριζόμενη μεταξύ αυτών κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στηνεταιρία περιορισμένης ευθύνης και

iv) των διευθυνόντων και εντεταλμένων συμβούλων, διοικητών ανωνύμων εταιριώνκαι προέδρων των διοικητικών συμβουλίων τους, επιμεριζόμενη ισομερώς μεταξύτους.

Αν στις πιο πάνω περιπτώσεις οι εταίροι των ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ήπεριορισμένης ευθύνης ή αστικών εταιριών, καθώς και των κοινωνιών ήκοινοπραξιών είναι νομικά πρόσωπα, η αντικειμενική δαπάνη που προκύπτει μεβάση τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που έχουν στην κυριότητα ή τηνκατοχή τους λογίζεται ως αντικειμενική δαπάνη των φυσικών προσώπων, πουμετέχουν σε αυτά τα νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενοεδάφιο.

Για τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που δεν έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα, αλλάυποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης με βάση την παράγραφο 1 του άρθρου 107, καθώςκαι για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις, το ποσό της ετήσιας αντικειμενικήςδαπάνης που προκύπτει με βάση αυτοκίνητα αυτής της περίπτωσης, ιδιοκτησίαςτου αλλοδαπού νομικού προσώπου ή ιδιοκτησίας ή κατοχής γραφείου,υποκαταστήματος ή πρακτορείου της αλλοδαπής επιχείρησης εγκατεστημένου στηνΕλλάδα, βαρύνει το πρόσωπο που εκπροσωπεί στην Ελλάδα το αλλοδαπό νομικόπρόσωπο ή την αλλοδαπή επιχείρηση ή προΐσταται του γραφείου ή υποκαταστήματοςή πρακτορείου.

Η αντικειμενική αυτή δαπάνη βαρύνει καθένα από τα φυσικά πρόσωπα πουορίζονται από τις διατάξεις αυτής της παραγράφου ανεξάρτητα από τον τόποδιαμονής ή κατοικίας τους και δεν μπορεί για καθένα από αυτά τα πρόσωπα καιγια κάθε εταιρία να είναι ανώτερη από τη μεγαλύτερη αντικειμενική δαπάνη πουπροκύπτει από αυτοκίνητο της εταιρίας.

Αν ο φορολογούμενος, η σύζυγος του και τα προστατευόμενα μέλη είναι κύριοι ήκάτοχοι και άλλων επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, η αντικειμενικήδαπάνη που προκύπτει για τα αυτοκίνητα αυτά λαμβάνεται υπόψη για τονυπολογισμό της συνολικής αντικειμενικής δαπάνης.

Η αντικειμενική δαπάνη που προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικήςχρήσης, του οποίου κύριος ή κάτοχος είναι ανήλικο τέκνο, λογίζεται ωςαντικειμενική δαπάνη του γονέα που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα και αν αυτόςέχασε τη γονική μέριμνα, του άλλου γονέα. Αν αποκτηθεί ή μεταβιβασθεί μεοποιονδήποτε τρόπο επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης κατά τη διάρκεια τουέτους, η αντικειμενική δαπάνη περιορίζεται σε τόσα δωδέκατα όσοι και οι μήνεςκυριότητας ή κατοχής του αυτοκινήτου. Διάστημα μεγαλύτερο από δεκαπέντε (15)ημέρες λογίζεται ως ολόκληρος μήνας. Τα ίδια εφαρμόζονται και σε περίπτωσηακινησίας ή ολοκληρωτικής καταστροφής του αυτοκινήτου από οποιαδήποτε αιτία.Αν μεταβιβασθεί ή αποκτηθεί εικονικά αυτοκίνητο από περισσότερα πρόσωπα, ηετήσια αντικειμενική δαπάνη του ισχύει αυτοτελώς στο σύνολο της για καθέναναπό τους συμβαλλομένους. Εικονική θεωρείται η μεταβίβαση ή η κτήση πουπραγματοποιείται ιδίως μεταξύ συγγενών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας κατ` ευθείαγραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και τον τρίτο βαθμό, επιτρέπεται όμως ηανταπόδειξη. Όταν η συγκυριότητα είναι πραγματική, η ετήσια αντικειμενικήδαπάνη επιμερίζεται κατά το λόγο των ιδανικών μεριδίων καθενός συγκυρίου.

Προκειμένου για εκπαιδευτές οδηγών αυτοκινήτων, καθώς και για τιςεπιχειρήσεις ενοικίασης αυτοκινήτων, που χρησιμοποιούν για το σκοπό αυτόνπερισσότερα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, για τον υπολογισμό τηςετήσιας αντικειμενικής δαπάνης λαμβάνεται υπόψη το αυτοκίνητο που δίνει τημεγαλύτερη αντικειμενική δαπάνη. Στις περιπτώσεις ενοικίασης ή χρηματοδοτικήςμίσθωσης αυτοκινήτων επιβατικών ιδιωτικής ή μικτής χρήσης, η ετήσιααντικειμενική δαπάνη, που αντιστοιχεί στο χρόνο χρησιμοποίησης αυτών, βαρύνειτο μισθωτή τους.

Οι διατάξεις της περίπτωσης γ` εφαρμόζονται ανάλογα και για τον προσδιορισμότης ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης των αυτοκινήτων μικτής χρήσης και τωναυτοκινήτων τύπου JEEP.

δ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη που καταβάλλεται για ιδιωτικά σχολείαστοιχειώδους και μέσης εκπαίδευσης, με εξαίρεση τα εσπερινά γυμνάσια καιλύκεια, καθώς και τα ειδικά σχολεία ατόμων με ειδικές ανάγκες, όπως προκύπτειαπό τις σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.

ε) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη που καταβάλλεται για οικιακούς βοηθούς,οδηγούς αυτοκινήτων, δασκάλους και λοιπό προσωπικό, η οποία ορίζεται στο εκάστοτε κατώτατο όριο αμοιβών όπως αυτό προσδιορίζεται από τις ισχύουσεςδιατάξεις για την αντίστοιχη κατηγορία εργαζομένων. Η διάταξη αυτή δενεφαρμόζεται όταν ο φορολογούμενος απασχολεί έναν μόνο οικιακό βοηθό ή όταν οίδιος ή πρόσωπο που συνοικεί με αυτόν και τον βαρύνει έχει αναπηρία εξήνταεπτά τοις εκατό και πάνω (67%) ή είναι ηλικίας άνω των εξήντα πέντε (65) ετών και απασχολεί ένα νοσοκόμο.

στ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη με βάση σκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης,κυριότητας ή κατοχής του φορολογουμένου, της συζύγου του ή των προσώπων πουτους βαρύνουν εκτιμάται με βάση το κόστος τελών ελλιμενισμού, ασφαλίστρων,καυσίμων, συντήρησης και πρακτόρευσης και ορίζεται, ανάλογα με τα μέτραολικού μήκους του σκάφους, ως εξής:

αα) για μηχανοκίνητα σκάφη ανοικτού τύπου, ταχύπλοα και μη, ολικού μήκουςμέχρι πέντε (5) μέτρα, στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, ενώ γιατα πάνω από πέντε (5) μέτρα το πόσο αυτό αυξάνεται κατά δύο χιλιάδες (2.000)ευρώ το μέτρο.

ββ) για ιστιοφόρα ή μηχανοκίνητα ή μικτά σκάφη με χώρο ενδιαίτησης, ολικούμήκους μέχρι και επτά (7) μέτρα, δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ, πάνω από επτά(7) και μέχρι δέκα (10) μέτρα προστίθενται τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ ανάεπιπλέον μέτρο μήκους, πάνω από δέκα (10) και μέχρι δώδεκα (12) μέτραπροστίθενται επτά χιλιάδες πεντακόσια (7.500) ευρώ ανά επιπλέον μέτρο μήκους,πάνω από δώδεκα (12) και μέχρι δεκαπέντε (15) μέτρα δεκαπέντε χιλιάδες(15.000) ευρώ ανά επιπλέον μέτρο μήκους, πάνω από δεκαπέντε (15) και μέχριδεκαοκτώ (18) μέτρα είκοσι δύο χιλιάδες πεντακόσια (22.500) ευρώ ανά επιπλέονμέτρο μήκους, πάνω από δεκαοκτώ (18) και μέχρι είκοσι δύο (22) μέτρα τριάνταχιλιάδες (30.000) ευρώ ανά επιπλέον μέτρο μήκους και πάνω από είκοσι δύο (22)μέτρα προστίθενται πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ ανά επιπλέον μέτρο μήκους.

Τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης αυτής της υποπερίπτωσης μειώνονταικατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) προκειμένου για ιστιοφόρα σκάφη. Κατάτο ίδιο ποσοστό μειώνονται και για πλοία αναψυχής που έχουν κατασκευασθεί ήκατασκευάζονται στην Ελλάδα εξ ολοκλήρου από ξύλο, τύπων “τρεχαντήρι”,”βαρκαλάς”, “πέραμα”, “τσερνίκι” και “λίμπερτυ”, που προέρχονται από τηνελληνική ναυτική παράδοση. Η τεκμαρτή δαπάνη από κάθε σκάφος μειώνεταιανάλογα με την παλαιότητα του κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) αν έχειπεράσει χρονικό διάστημα πάνω από πέντε (5) έτη και μέχρι δέκα (10) έτη απότο έτος που νηολογήθηκε για πρώτη φορά και τριάντα τοις εκατό (30%) αν έχειπεράσει χρονικό διάστημα πάνω από δέκα (10) έτη. Για σκάφη με μόνιμο πλήρωμαναυτολογημένο για ολόκληρο ή μέρος του έτους, στην παραπάνω δαπάνηπροστίθεται και η αμοιβή του πληρώματος. Τα σκάφη επαγγελματικής χρήσης δενλαμβάνονται υπόψη για την αντικειμενική δαπάνη. Οι διατάξεις της περίπτωσηςγ`, εκτός αυτών που αναφέρονται στην παλαιότητα των αυτοκινήτων, εφαρμόζονταιανάλογα και στην περίπτωση αυτή.

ζ) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη για αεροσκάφη, ελικόπτερα και ανεμόπτερακυριότητας ή κατοχής του φορολογουμένου, της συζύγου του ή των προσώπων πουσυνοικούν μαζί τους και τους βαρύνουν, η οποία ορίζεται ως εξής:

αα) Για ανεμόπτερα στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.

ββ) Για αεροσκάφη με κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης καιστροβιλοελικοφόρα, καθώς και ελικόπτερα, στο ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων(65.000) ευρώ για τους εκατόν πενήντα (150) πρώτους ίππους ισχύος τουκινητήρα τους που προσαυξάνεται με το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ γιακάθε ίππο πάνω από τους εκατόν πενήντα (150) ίππους.

γγ) Για αεροσκάφη αεριοπροωθούμενα (JET) στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώγια κάθε λίμπρα ώθησης. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ`, εκτός της ακινησίαςκαι παλαιότητας, εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

δδ. Για τις υπερελαφρές πτητικές αθλητικές μηχανές (Υ.Π.Α.Μ.) πουυπάγονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 του υπ` αριθμ.Δ2/26314/8802/27.7.2010 Κανονισμού υπερελαφρών πτητικών αθλητικών μηχανών(ΦΕΚ 1360 Β`), στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Η διάταξη τουπροηγούμενου εδαφίου ισχύει από 1.1.2011 και μετά.

η) Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη, εξωτερικής δεξαμενής κολύμβησης πουπροκύπτει για τον κύριο ή κάτοχο αυτής, ορίζεται, ανάλογα με την επιφάνειατης, ανά κλίμακα, σε εκατόν εξήντα (160) ευρώ το τετραγωνικό μέτρο μέχρι ταεξήντα (60) τετραγωνικά μέτρα και σε τριακόσια είκοσι (320) ευρώ τοτετραγωνικό μέτρο για επιφάνεια άνω των εξήντα (60) τετραγωνικών μέτρων.

Προκειμένου για εσωτερική δεξαμενή κολύμβησης τα παραπάνω ποσάδιπλασιάζονται.

θ) Η ελάχιστη ετήσια αντικειμενική δαπάνη του φορολογούμενου ορίζεται σε τρεις χιλιάδες(3.000) ευρώ προκειμένου για τον άγαμο και σε πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για τους συζύγουςπου υποβάλλουν κοινή δήλωση εφόσον δηλώνεται πραγματικό ή τεκμαρτό εισόδημα.

Σημ.: όπως υπέστη τις παρακάτω τροποποιήσεις :

με το άρθρο 28 παρ.1,3,4,5 Ν.3986/2011,ΦΕΚ Α 152/1.7.2011 ,με την παρ.2α άρθρου 21 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

με το άρθρο 7 παρ.2 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.Ισχύς από το οικον. έτος 2014 (χρήση 2013) και μετά.

με την παρ.3 άρθρου 1Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013,άρθρο τρίτο υποπαρ. Δ.1.περ.1 Ν.4254/2014, ΦΕΚ Α 85/7.4.2014

2. Το ετήσιο συνολικό ποσό της αντικειμενικής δαπάνης, που προσδιορίζεταισύμφωνα με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να αμφισβητηθείαπό τον φορολογούμενο όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από την πραγματική δαπάνητου φορολογουμένου και των μελών που τον βαρύνουν, εφόσον αυτό αποδεικνύεταιαπό τον υπόχρεο με βάση πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία. Τέτοια περιστατικάσυντρέχουν ιδίως στο πρόσωπο των υπόχρεων, οι οποίοι:

α) υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία τους στις Ένοπλες Δυνάμεις,

β) είναι φυλακισμένοι,

γ) νοσηλεύονται σε νοσοκομείο ή κλινική,

δ) είναι άνεργοι και δικαιούνται βοήθημα ανεργίας,

ε) συγκατοικούν με συγγενείς πρώτου βαθμού και έχουν μειωμένες δαπάνεςδιαβίωσης, λόγω αποδεδειγμένης συμβολής στις δαπάνες αυτές των συγγενών τουςμε την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι αυτοί έχουν εισόδημα από εμφανείς πηγές,

στ) είναι ορφανοί ανήλικοι οι οποίοι έχουν στην κυριότητα τους επιβατικάαυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης από κληρονομιά του πατέρα ή της μητέρας τους και

ζ) προσκομίζουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι για λόγους ανώτερηςβίας πραγματοποίησαν δαπάνη μικρότερη από την αντικειμενική.

Όταν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις περιπτώσεις αυτές, οφορολογούμενος υποχρεούται να υποβάλει μαζί με τη δήλωση του και τα αναγκαίαδικαιολογητικά για την απόδειξη των ισχυρισμών του. Ο προϊστάμενος τηςδημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ελέγχει την αλήθεια των ισχυρισμών και τηνακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων του φορολογουμένου και μειώνει ανάλογατην ετήσια αντικειμενική δαπάνη, στην οποία αναφέρονται οι ισχυρισμοί και τααποδεικτικά στοιχεία.

Στις πιο πάνω α` και ε` περιπτώσεις, η διαφορά μεταξύ της αντικειμενικήςδαπάνης και της πραγματικής δαπάνης λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό τηςσυνολικής αντικειμενικής δαπάνης του γονέα ή του τέκνου που συμβάλλει στιςδαπάνες διαβίωσης του υπόχρεου.

Αν πρόκειται για τους γονείς, η διαφορά αντικειμενικής δαπάνης καταλογίζεταισε εκείνον που έχει το μεγαλύτερο εισόδημα.

Άρθρο 17
Δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων
Ως ετήσια δαπάνη του φορολογουμένου, της συζύγου του και των προσώπων πουτους βαρύνουν λογίζονται και τα χρηματικά ποσά που πραγματικά καταβάλλονταιγια:

α) Αγορά ή χρηματοδοτική μίσθωση αυτοκινήτων, δίτροχων ή τρίτροχωναυτοκινούμενων οχημάτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής,αεροσκαφών και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας.Ως κινητά πράγματα μεγάλης αξίας νοούνται εκείνα που η αξία τους υπερβαίνειτο ποσό”των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ” Αν η αξία κάθε πράγματος είναιμικρότερη του ποσού αυτού, τα αγορασθέντα όμως πράγματα αποτελούν κατά τιςσυναλλακτικές αντιλήψεις ενιαίο σύνολο, τότε για τον υπολογισμό της αξίαςλαμβάνεται υπόψη η αξία όλων αυτών των πραγμάτων, εφόσον υπερβαίνει το ποσότων των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

β) ….

γ) Αγορά ή χρονομεριστική ή χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών ή κατασκευή δεξαμενής κολύμβησης. Ως τίμημα αγοράς λαμβάνεται η αξία που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν.1249/1982. Αν το τίμημα που καθορίζεται στα οικεία πωλητήρια συμβόλαια είναι μεγαλύτερο από την πιο πάνω αξία, ως καταβαλλόμενη δαπάνη λαμβάνεται το καθοριζόμενο σε αυτά τα συμβόλαια τίμημα. Ειδικά, για τις περιοχές που δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως καταβαλλόμενη δαπάνη λαμβάνεται: αα) Το τίμημα που καθορίζεται στα οικεία πωλητήρια συμβόλαια. ββ) Η διαφορά μεταξύ του τιμήματος ή της αξίας κατά περίπτωση, που φορολογήθηκε και της πραγματικής αξίας του ακινήτου, η οποία εξευρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων.

δ) Χορήγηση δανείων προς οποιονδήποτε.

ε) Η ετήσια δαπάνη για δωρεές, γονικές παροχές ή χορηγίες χρηματικώνποσών, εφόσον αυτά υπερβαίνουν ετησίως “τα τριακόσια(300) ευρώ”δραχμές, εκτός από τις δωρεές προς το Δημόσιο, τους Δήμους και τιςκοινότητες του Κράτους, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα κρατικάκαι δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία, που αποτελούννομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον ΚρατικόΠροϋπολογισμό, καθώς και τα προνοιακά ιδρύματα του ευρύτερου δημόσιουτομέα (κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου), ως και τα προνοιακάιδρύματα ιδιωτικού δικαίου των οποίων οι εν γένει δαπάνες λειτουργίας καλύπτονται τουλάχιστον κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%) με επιχορηγήσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

Ομοίως, εξαιρούνται οι δωρεές ή χορηγίες προς τα κοινωφελή ιδρύματα, ταημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμα έχουν συσταθεί ήσυνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, καθώς και τα μηκερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμαυπάρχουν ή συνιστώνται, εφόσον επιδιώκουν σκοπούς πολιτιστικούς.

στ) Απόσβεση δανείων ή πιστώσεων οποιασδήποτε μορφής. Στο ποσό της δαπάνης αυτής περιλαμβάνεται και το ποσό των οικείων τόκωνστους οποίους περιλαμβάνονται και οι τυχόν τόκοι υπερημερίας.

Σημ.: όπως  τροποποιήθηκε με τις παρακάτω διατάξεις :

με την παρ.11 άρθρ.4 Ν.2579/1998Α 31/17.2.1998

με την παρ.3 άρθρ.5 Ν.2873/2000.

με το άρθρ.9 παρ.37 Ν.2948/2001,ΦΕΚ Α 242/19.10.2001.

με την παρ.7,10 άρθρ.4 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

με την παρ.1 άρθρ.29 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15,με την παρ.3 άρθρ.32Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

με τα άρθρα 3 παρ.3,4α,β,δ και 92 παρ.1α Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

Άρθρο 18
Μη εφαρμογή αντικειμενικών δαπανών και υπηρεσιών
Η ετήσια αντικειμενική δαπάνη και η δαπάνη απόκτησης περιουσιακών στοιχείωνδεν εφαρμόζονται:

α) Προκειμένου για αντικειμενική δαπάνη η οποία προκύπτει βάσει επιβατικούαυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέληκυκλοφορίας.

β) Προκειμένου για αλλοδαπό προσωπικό που δεν διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα ήημεδαπό προσωπικό που διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και απασχολείταιαποκλειστικά σε επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του α. ν. 89/1967(ΦΕΚ 132 Α), του α. ν. 378/1968 (ΦΕΚ 82 Α) και του άρθρου 25 του ν. 27/1975(ΦΕΚ 77 Α), για το ποσό της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης, η οποία προκύπτειβάσει του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης ή της κατοικίας.

γ) Προκειμένου για επιχειρήσεις μεταπώλησης αυτοκινήτων που έχουν υπαχθείστο ειδικό καθεστώς φορολογίας του άρθρου 45 του ν. 2859/2000, για τηναντικειμενική δαπάνη που προκύπτει βάσει των επιβατικών αυτοκινήτων που έχουναγορασθεί για μεταπώληση με βάση τις διατάξεις του άρθρου 45 του ν.2859/2000, εφόσον η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας του μεταβιβαζόμενουαυτοκινήτου οχήματος έχουν παραμείνει στη ΔΟΥ στην οποία έγινε η μεταβίβασητου αυτοκινήτου προς την επιχείρηση μεταπώλησης μέχρι και την ημερομηνίαμεταπώλησης από αυτή σε τρίτο και το αυτοκίνητο κατά το χρονικό αυτό διάστημαδεν κυκλοφόρησε παράνομα. Για τις μεταπωλήσεις αυτής της περίπτωσης δενεφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 10 μέχρι και 14 του άρθρου 81. Οιμεταπωλήτριες επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση μαζί με την ετήσια δήλωσηφορολογίας εισοδήματος να συνυποβάλουν υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, στηνοποία να αναγράφουν τα πιο πάνω αυτοκίνητα που αγόρασαν ή πώλησαν στο οικείοέτος.

Προκειμένου για ατομικές επιχειρήσεις μεταπώλησης αυτοκινήτων τηςπερίπτωσης αυτής, η ετήσια αντικειμενική δαπάνη που προκύπτει από τα προςπώληση οχήματα, όταν δεν κατατεθούν η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίαςτους στη Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν μπορεί να υπερβαίνει τημεγαλύτερη αντικειμενική δαπάνη που προκύπτει από αυτοκίνητο τηςεπιχείρησης. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή για δαπάνεςπου προκύπτουν από 1.1.2010 και μετά.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται κάθε άλλο θέμα για την εφαρμογήαυτής της περίπτωσης.

δ) Προκειμένου για αντικειμενική δαπάνη που προκύπτει με βάση σκάφη αναψυχήςιδιωτικής χρήσης, κυριότητας ή κατοχής μονίμων κατοίκων εξωτερικού.

ε) Προκειμένου για αγορά πάγιου εξοπλισμού επαγγελματικής χρήσης από πρόσωπαπου ασκούν εμπορική ή γεωργική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα, στ)Προκειμένου για αγορά επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ειδικάδιασκευασμένων για πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητικές αναπηρίες πουυπερβαίνουν σε ποσοστό το εξήντα επτά τοις εκατό (67%).

Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασμένα για κινητικάαναπήρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάστηκαν ύστερα από άδεια της αρμόδιαςαρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητική αναπηρία μεποσοστό πάνω από εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή για να μεταφέρουν αυτά ταπρόσωπα μαζί με τα αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τη μετακίνηση τους.

ζ) Οι ετήσιες αντικειμενικές δαπάνες που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο16 προκειμένου για συνταξιούχους οι οποίοι έχουν υπερβεί το 65ο έτος τηςηλικίας τους εφαρμόζονται μειωμένες κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) τωνόσων προκύπτουν σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις.

η) Προκειμένου για αντικειμενικές δαπάνες και υπηρεσίες του άρθρου 16 φυσικού προσώπου πουέχει τη φορολογική του κατοικία στην αλλοδαπή.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2β άρθρου 21 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66,αντικαταστάθηκε με το άρθρ.184παρ.2 Ν.4261/2014,ΦΕΚ Α 107/5.5.2014

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.5 άρθρ.3 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010 και με την παρ.2β άρθρου 21Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

Άρθρο 19
Διαφορά εισοδήματος και Υπολογισμός του φόρου αυτής

1. Η διαφορά του εισοδήματος που δηλώθηκε από τον φορολογούμενο, τη σύζυγο του και ταπρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας και της συνολικής ετήσιας δαπάνης τους, των άρθρων 16 και 17, προσαυξάνει ταεισοδήματα που δηλώνονται ή προσδιορίζονται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας κατά το ίδιο οικονομικό έτος, του φορολογούμενου ή της συζύγου του της πηγής απότην οποία δηλώνονται τα μεγαλύτερα εισοδήματα και, αν δεν δηλώνεται εισόδημα από καμίακατηγορία, η διαφορά αυτή λογίζεται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 7 παρ.5 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς της προηγούμενης παραγράφου υποχρεούται να λάβει υπόψη του τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά στοιχεία και με τα οποία καλύπτεται ή περιορίζεται η διαφορά που προκύπτει.

Στις περιπτώσεις αυτής της παραγράφου ο φορολογούμενος φέρει το βάρος της απόδειξης, τα ποσά αυτά ιδίως είναι:

α) πραγματικά εισοδήματα τα οποία αποκτήθηκαν από τον ίδιο, τη σύζυγό του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Αν τα εισοδήματα αυτά αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή, αναγνωρίζονται, εφόσον υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα ή απαλλάσσονται νομίμως από αυτόν.

β) Χρηματικά ποσά που δε θεωρούνται εισόδημα κατά τις ισχύουσες διατάξεις.

γ) Χρηματικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων.

δ) Εισαγωγή συναλλάγματος, που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δικαιολογείται η απόκτηση του στην αλλοδαπή.

Δεν απαιτείται η δικαιολόγηση της απόκτησης αυτού του συναλλάγματος για τα πρόσωπα:αα) που κατοικούν μονίμως στο εξωτερικό.ββ) που είχαν διαμείνει τρία (3) τουλάχιστον χρόνια στην αλλοδαπή και η εισαγωγή του συναλλάγματος γίνεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από τη μετοικεσία τους.”γγ) που είχαν διαμείνει πέντε (5) τουλάχιστον συνεχή χρόνια στην αλλοδαπήκαι το επικαλούμενο ποσό συναλλάγματος προέρχεται από καταθέσεις στο όνομα τους ή στο όνομα του άλλου συζύγου σε τράπεζα της Ελλάδας ή σε υποκατάστημα Ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό κατά το χρόνο πουδιέμεναν στην αλλοδαπή ή από καταθέσεις τους μέσα σε ένα (1) χρόνο από τη μετοικεσία τους στην Ελλάδα χωρίς το συνάλλαγμα αυτό να έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή. Η προϋπόθεση της μη επανεξαγωγής του συναλλάγματος δεν απαιτείται για το ποσό εκείνο του συναλλάγματος που έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή για την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 17 εφόσον η δαπάνη για την απόκτηση αυτού του στοιχείου έχει ληφθεί υπόψη κατά την εφορμογή των άρθρων 17 ή 19.”

ε) Δάνεια, τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται με έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία. Ειδικώς, όταν πρόκειται για την κάλυψη διαφοράς δαπάνης της προηγούμενης παραγράφου, κατά το ποσό που προέρχεται από δαπάνη του άρθρου 17, το ποσό του δανείου λαμβάνεται υπόψη εφόσον από το οικείο έγγραφο αποδεικνύεται ότι έχει ληφθεί πριν από την πραγματοποίηση της σχετικής δαπάνης.

στ) Δωρεά ή γονική παροχή χρηματικών ποσών για την οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει υποβληθεί μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγματοποιήθηκε η σχετική δαπάνη.

ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγμένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούμεναέτη ή νόμιμα έχει απαλλαγεί από το φόρο.

Για τον προσδιορισμό του κεφαλαίου αυτού ανά έτος, από τα πραγματικάεισοδήματα που έχουν φορολογηθεί ή νόμιμα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποίαπροκύπτουν από συμψηφισμό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από ταχρηματικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β`, γ`, δ`, ε` και στ` τηςπαραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγμένα έχειεισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 16 και 17,ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρμογής των άρθρων αυτών. Αν δεν υπάρχουνδαπάνες με βάση το άρθρο 16 ή αν το ποσό τους είναι μικρότερο από τις τρειςχιλιάδες (3.000) ευρώ προκειμένου για άγαμο και πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώπροκειμένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται μεβάση την κοινωνική, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένωνκαι τις αποδεδειγμένες δαπάνες διαβίωσης τους και σε καμιά περίπτωση δενμπορεί να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) και πέντε χιλιάδων(5.000) ευρώ, αντίστοιχα.

Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνωπεριπτώσεων τα μειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαμβάνεται υπόψη για τηνκάλυψη ή τον περιορισμό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτάέχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος του έτους πουκαταβλήθηκαν και ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτουςαυτού.

Για την κάλυψη ή περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής τηςπερίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του ν.2019/1992 (ΦΕΚ34 Α`) για τα ποσά των πραγματικών ή τεκμαρτών δαπανών που πραγματοποιούνταιαπό 1.1.1994.Χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν,υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν.2019/1992,για την κάλυψη ή τον περιορισμό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται από το κεφάλαιοπου σχηματίζεται από προηγούμενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση όσαορίζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.7 άρθρ.9 Ν.2459/1997 (Α 17) , με την παρ.8 άρθρ.3 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010  και με την παρ.7 άρθρ.3 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

3. Προκειμένου προσδιορισμού του εισοδήματος με βάση την ετήσια δαπάνη του παρόντος άρθρου, η ζημία του ίδιου οικονομικού έτους ή και των προηγούμενων δεν εκπίπτει και ούτε μεταφέρεται για συμψηφισμό στα επόμενα οικονομικά έτη.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.9 άρθρ.3Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

4. Οι υπόχρεοι που δεν αναγράφουν ή ανακριβώς αναφέρουν στη δήλωση τα στοιχεία, τα σχετικά με τις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων και τον προσδιορισμό της ετήσιας συνολικής δαπάνης διαβίωσης, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 87. Επίσης, όσοι δεν αναγράφουν στη δήλωση τη δαπάνη αγοράς ή ανέγερσης ακινήτων υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 88.

5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που υποβάλλονται με τη δήλωση φόρου εισοδήματος και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου.

Μέρος Δεύτερο
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΑΚΙΝΗΤΑ

Άρθρο 20
Εισόδημα και απόκτηση του

1. Εισόδημα από ακίνητα είναι αυτό που προκύπτει κάθε οικονομικό ή κατά περίπτωσηγεωργικό έτος, είτε από εκμίσθωση ή επίταξη ή έμμεσα από ιδιοκατοίκηση ήιδιοχρησιμοποίηση ή από παραχώρηση της χρήσης σε τρίτο χωρίς αντάλλαγμα, μιας ήπερισσότερων οικοδομών είτε από εκμίσθωση γαιών.

Το εισόδημα αυτό αποκτάται από κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει νόμιμαμεταβιβασθεί με οριστικό συμβόλαιο ή έχει αποκτηθεί με δικαστική απόφαση ήλόγω χρησικτησίας το δικαίωμα πλήρους κυριότητας ή νομής ή επικαρπίας ήοίκησης, κατά περίπτωση.

Επίσης εισόδημα απόακίνητα θεωρείται και το δικαίωμα που αποκτάται από τον κύριο του εδάφους προκειμένουγια οικοδομές που έχουν ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου ή αν πρόκειται γιαεπιφάνειες και εμφυτεύσεις που διατηρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 58 και59 του α.ν. 2783/1941 (ΦEK 29 A).

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.10 άρθρ.2 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999,με την παρ.2 άρθρου 8 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010.

2. Για εισοδήματα από εκμίσθωση ακινήτων, που καταβάλλονται αναδρομικά με βάση νόμο ή δικαστική απόφαση, χρόνος απόκτησης αυτών θεωρείται ο χρόνος στον οποίο ανάγονται τα μισθώματα.

3. Προκειμένου για εκμίσθωση ολόκληρης ή τμήματος οικοδομής μαζί με έπιπλα ή μηχανήματα, στο εισόδημα συνυπολογίζεται και το τυχόν μίσθωμα των συνεκμισθούμενων επίπλων ή μηχανημάτων.

4. Στην έννοια του όρου γαίες, που αναφέρεται στην παράγραφο ι, περιλαμβάνονται οι γαίες που καλλιεργούνται ή είναι φυτεμένες, τα δάση και οι δενδρώδεις εκτάσεις, τα λιβάδια και οι κάθε είδους βοσκήσιμες γαίες, τα μεταλλεία και λατομεία, οι πηγές, τα φρέατα, οι λίμνες και οι δεξαμενές, τα ιχθυοτροφεία, καθώς και κάθε άλλη έκταση γης, μαζί με τα στοιχεία που είναι στην επιφάνεια του εδάφους και τις κάθε είδους ύλες που είναι κάτω από αυτό.

Άρθρο 21
Εισόδημα ειδικών περιπτώσεων

1.Ως εισόδημα από οικοδομές λογίζεται:

α) Το εισόδημα από γήπεδα, ιδιαίτερα όταν αυτά χρησιμοποιούνται ως αποθήκες, εργοστάσια εργαστήρια ή ως χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων, θεαμάτων, καφενείων, γυμναστηρίων και γενικά για κάθε άλλη χρήση.

β) Η αξία που έχει κατά το χρόνο της ανέγερσης της η οικοδομή που ανεγέρθηκε με δαπάνες του μισθωτή σε έδαφος του οποίου την κυριότητα έχει ο εκμισθωτής, αν μετά τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης του εδάφους η οικοδομή παραμένει στην κυριότητα του εκμισθωτή. Το ετήσιο εισόδημα εξευρίσκεται με διαίρεση του υπολοίπου, που προκύπτει μετά την αφαίρεση του τυχόν ανταλλάγματος, που έχει ορισθεί στη σύμβαση για τη μεταβίβαση της κυριότητας της οικοδομής, από την αξία αυτής, κατά το χρόνο της ανέγερσής της, σε μέρη ίσα με τον αριθμό των ετών κατά τα οποία διαρκεί η μίσθωση του εδάφους. Ως αξία της οικοδομής που έχει ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου λαμβάνεται η πραγματική αξία της οικοδομής, η οποία εξευρίσκεται από τα επίσημα βιβλία και λοιπά στοιχεία εκείνου που ανήγειρε την οικοδομή. Σε περίπτωση που δεν τηρούνται βιβλία ή αυτά που τηρούνται κρίνονται ανεπαρκή ή ανακριβή, καθώς και σε περίπτωση αμφισβήτησης από τον ενδιαφερόμενο της αξίας που υπολογίστηκε με αυτόν τον τρόπο, αυτή καθορίζεται ύστερα από εκτίμηση που ενεργείται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και σε συνέχεια από τα διοικητικά δικαστήρια.

Οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης εφαρμόζονται ανάλογα και για βελτιώσεις ή επεκτάσεις που γίνονται με δαπάνες του μισθωτή σε οικοδομή της οποίας την κυριότητα έχει ο εκμισθωτής, αν μετά τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης της οικοδομής οι βελτιώσεις ή επεκτάσεις παραμένουν στην κυριότητα του εκμισθωτή.

γ) Σε περίπτωση υπεκμίσθωσης, αυτό που αποκτιέται από το μισθωτή.

δ) Στις περιπτώσεις μισθώσεων διάρκειας μεγαλύτερης από εννέα (9) έτη, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση μεταγραφής τους, σύμφωνα με το άρθρο 1208 του Αστικού Κώδικα ή των επιφανειών και εμφυτεύσεων που διατηρούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 58 και 59 του α.ν. 2783/1941, καθώς επίσης και στις περιπτώσεις οικοδομών που έχουν ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου, το εισόδημα που αποκτιέται από το μισθωτή ή επιφανειούχο ή εμφυτευτή ή από αυτόν που ανήγειρε τα κτίσματα της οικοδομής σε έδαφος κυριότητας τρίτου, είτε άμεσα από υπεκμίσθωση είτε έμμεσα από ιδιοχρησιμοποίηση.

ε) Σε περίπτωση μεταβίβασης του δικαιώματος της επικαρπίας για ορισμένο χρόνο, ενός ή περισσότερων ακινήτων, σε ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, το αντάλλαγμα που αποκτά ο κύριος ή ο επικαρπωτής του ακινήτου από τη μεταβίβαση αυτή.

Για τον προσδιορισμό του ετησίου εισοδήματος, το αντάλλαγμα αυτό διαιρείται σε μέρη ίσα προς τον αριθμό των πραγματικών ετών διάρκειας της επικαρπίας. Σε περίπτωση που το αντάλλαγμα αυτό είναι μικρότερο τουλάχιστον κατά δέκα τοις εκατό (10%) από την πραγματική αξία του δικαιώματος της επικαρπίας, όπως αυτή προσδιορίζεται με τις διατάξεις του ν.δ. 118/1973 (ΦΕΚ 202 Α`), κατά το χρόνο της μεταβίβασής της, για τον προσδιορισμό του ετησίου εισοδήματος λαμβάνεται η πραγματική αξία της επικαρπίας, διαιρούμενη σε μέρη ίσα με τον αριθμό των πραγματικών ετών διάρκειάς της

στ) το αντάλλαγμα που καταβάλλεται, κατόπιν συμφωνίας στον ιδιοκτήτη, νομέα κ.λπ. δάσους για την παραχώρηση της εκμετάλλευσής του σε ποσοστό της δασικής παραγωγής, το οποίο υπολογίζεται κατά μονάδαβάρους ή όγκου επι της παραγωγής ή με άλλη παρόμοια αναλογία.

ζ) Το αντάλλαγμα το οποίο με οποιονδήποτε τρόπο υπολογίζεται και καταβάλλεται κατά συμφωνία ή κατά συνήθεια στον ιδιοκτήτη, νομέα κ.λπ. σε ποσοστό της παραγωγής, για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης των γαιών, εφόσον αυτός δεν συμμετέχει στις δαπάνες καλλιέργειας ή συγκομιδής των γεωργικών προϊόντων.

η) Στις περιπτώσεις των επιφανειών και εμφυτεύσεων που διατηρούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 58 και 59 του α.ν. 2783/1941, το εισόδημα που αποκτιέται από τον επιφανειούχο ή τον εμφυτευτή από την εκμίσθωση των γαιών στις οποίες έχει το δικαίωμά του.

θ) Το αντάλλαγμα που καταβάλλεται για την παραχώρηση χώρου για την τοποθέτηση φωτεινών επιγραφών και κάθε είδους διαφημίσεων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.9 άρθρ.4 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000 ,με την παρ.8άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001.

2. δεν λογίζεται ως εισόδημα από ακίνητα αυτό που προκύπτει:

α) Από βιομηχανοστάσια που ιδιοχρησιμοποιούνται, μαζί με τα παραρτήματατους και τα εξαρτήματα, καθώς και με τις αποθήκες και τα οικόπεδα που είναισυνεχόμενα με αυτά και χρησιμοποιούνται για την αποθήκευση πρώτων υλών καιγια την πρώτη εναπόθεση των βιοτεχνικών και βιομηχανικών προϊόντων.Ως βιομηχανοστάσια θεωρούνται τα οικοδομήματα που έχουν ειδικά ανεγερθεί για τη λειτουργία βιοτεχνίας και βιομηχανίας, στα οποία έχουν μόνιμαπροσαρμοστεί μηχανικές εγκαταστάσεις, καθώς και τα οικοδομήματα επεξεργασίας καισυντήρησης καπνών σε φύλλα ή άλλων εξαγώγιμων γεωργικών προϊόντων.

β) Από οικοδομήματα που ιδιοχρησιμοποιούνται και τα οποία βρίσκονται μέσα ή έξω από αγροτικά κτήματα και χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή των έργων της γεωργικής, γενικά, επιχείρησης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 3 παρ.1 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

Άρθρο 22
Ακαθάριστο εισόδημα

1. Ακαθάριστο εισόδημα, προκειμένου για οικοδομή που εκμισθώνεται, είναι το μίσθωμα που έχει συμφωνηθεί. Σε περίπτωση που δεν προσάγεται το συμφωνητικά ή άλλο στοιχείο που μπορεί να αποδείξει τη συμφωνία ή αν τα συμφωνητικά ή τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάγονται εμφανίζουν μίσθωμα που είναι δυσαναλόγως κατώτερο σε σχέση με τη μισθωτική αξία της οικοδομής, ο προσδιορισμός του εισοδήματος που προκύπτει από αυτή γίνεται αφού αυτή συγκριθεί με άλλες οικοδομές που εκμισθώνονται κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Θεωρείται ότι υπάρχει περίπτωση δυσανάλογου μισθώματος, σε σχέση με τη μισθωτική αξία της οικοδομής, όταν η μισθωτική αξία της είναι ανώτερη από το μίσθωμα που δηλώνεται σε ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) τουλάχιστον του μισθώματος αυτού. Ειδικώς, το εισόδημα αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το τριάμισι τοις εκατό (3,5 %) της αξίας του ακινήτου, που εκμισθώνεται και χρησιμοποιείται ως κατοικία, όπως η αξία αυτή προσδιορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 τουν.1249/1982, για τις περιοχές που ισχύει κάθε φορά το σύστημα αυτό. Ο φορολογούμενος μπορεί να αμφισβητήσει τον καθορισμό της μισθωτικής αξίας αυτού του ακινήτου, εφόσον από εξαιρετικούς λόγους, που ανάγονται αποκλειστικά στους παράγοντες που επηρεάζουν τη μισθωτική αξία του, αυτή είναι μικρότερη από το τριάμισι τοις εκατό (3,5%) της πιο πάνω αξίας του. Η επίκληση των λόγων αυτών, καθώς και η προσαγωγή των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων γίνεται με την προσφυγή, η οποία ασκείται από το φορολογούμενο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις η Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικό έτους.

Αν ο φορολογούμενος λάβει το εκκαθαριστικό σημείωμα μετά την 31η Δεκεμβρίου τουοικείου οικονομικού έτους, η προσφυγή ασκείται μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στοάρθρο 66 του ν. 2717/1999 (ΦEK 97 A).

Ισχυρισμοί που δεν περιέχονται στην προσφυγή αυτή δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, εκτός αν η όψιμη προβολή τους κρίνεται από το διοικητικό πρωτοδικείο απαχρώντως δικαιολογημένη.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.4 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

2. Σε περίπτωση που η οικοδομή κατοικήθηκε από τον ιδιοκτήτη της, το ετήσιο Ακαθάριστο εισόδημα αυτής δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το τριάμισι τοις εκατό (3,5%) της αξίας του ακινήτου, όπως αυτή προσδιορίζεται ως το γινόμενο των εξής παραγόντων:

α) Της κύριας επιφάνειας της οικοδομής στην οποία προστίθεται και ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της επιφάνειας των αποθηκευτικών χώρων, καθώς και των χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων που ενδεχόμενα υπάρχουν στην οικοδομή – κατοικία.

β) Της τιμής ζώνης για τις περιοχές που ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων ή της τιμής εκκίνησης για τις λοιπές περιοχές, οι οποίες ισχύουν κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, όπως αυτές ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41α του ν.1249/1982 (ΦΕΚ 43 Α`).

γ) Του διορθωτικού συντελεστή, ο οποίος ανάλογα με την τιμή ζώνης ή εκκίνησης του ακινήτου ορίζεται ως ακολούθως:

Τιμή ζώνης ή εκκίνησης για κάθε τετραγωνικό μέτρο
Συντελεστής
Μέχρι 440 ευρώ

Πάνω από 440 έως 734 ευρώ
1,2
Πάνω από 734 έως 1.174 ευρώ
1,3
Πάνω από 1.174 ευρώ
1,4
δ) Του συντελεστή παλαιότητας. Ως συντελεστής παλαιότητας λαμβάνεται αυτός που ισχύει κάθε φορά στη φορολογία κεφαλαίου για τον προσδιορισμό της αξίας κτιρίων με βάση την τιμή ζώνης. Το τεκμαρτό μίσθωμα μιας ή περισσότερων εξοχικών κατοικιών υπολογίζεται σε καθεμία από αυτές για τρεις (3) μήνες το έτος. Οι διατάξεις των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωσηαυτή.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ. 1 άρθρ.2 Ν.2579/1998Α 31 ,τροποποιήθηκε με το άρθρ.9 παρ.39 Ν.2948/2001, ΦΕΚ Α 242/19.10.2001

3.Σε περίπτωση που η οικοδομή χρησιμοποιήθηκε με άλλο τρόπο από τον ιδιοκτήτη, το νομέα, τον επιφανειούχο, τον επικαρπωτή κτλ. ή με τη συγκατάθεση αυτού κατοικήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε με άλλο τρόπο από τρίτο, χωρίς αντάλλαγμα, το Ακαθάριστο εισόδημα βρίσκεται ύστερα από τη σύγκρισή της με άλλες οικοδομές που εκμισθώνονται, πάντως το ετήσιο Ακαθάριστο εισόδημα που καθορίζεται με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το πέντε τοις εκατό (5%) ούτε μικρότερο από το τριάμισι τοις εκατό (3,5%) της αξίας του ακινήτου, όπως η αξία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν.1249/1982. Ειδικά, για τις περιοχές που δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, το ετήσιο Ακαθάριστο εισόδημα δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το τέσσερα τοις εκατό (4%) της πραγματικής αξίας της οικοδομής κατά το χρόνο της φορολογίας. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 1.

Αν το μίσθωμα ή αντάλλαγμα έχει συμφωνηθεί σε είδος, αυτό αποτιμάται σε χρήμα, με βάση τη μέση τιμή χονδρικής πώλησης του είδους αυτού, κατά το χρόνο και στον τόπο παραγωγής του.

Αν δεν προσάγεται συμφωνητικό ή άλλο στοιχείο, που αποδεικνύει τη συμφωνία ή όταν το μίσθωμα που συμφωνήθηκε σε χρήμα ή σε είδος είναι δυσαναλόγως κατώτερο από τη μισθωτική αξία των γαιών ή όταν η εκμετάλλευση των γαιών παραχωρήθηκε σε τρίτο χωρίς αντάλλαγμα, το Ακαθάριστο εισόδημα εξευρίσκεται με σύγκριση των γαιών με άλλες γαίες που εκμισθώνονται κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Θεωρείται άτι υπάρχει περίπτωση δυσανάλογου μισθώματος σε σχέση με τη μισθωτική αξία των γαιών, κάθε φορά που η μισθωτική αξία είναι ανώτερη του συμφωνημένου μισθώματος κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του μισθώματος αυτού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1,2 άρθρ.2 Ν.2579/1998Α 31/17.2.1998

4. Αν το δηλούμενο εισόδημα από εκμίσθωση γεωργικής γης ή το τεκμαρτό μίσθωμα από δωρεάν παραχώρηση προς οποιονδήποτε τρίτο είναι μικρότερο του προσδιοριζόμενου με την αντικειμενική μέθοδο του άρθρου 42, για την εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη το μίσθωμα που προσδιορίζεται αντικειμενικά, εκτός αν πρόκειται για δωρεάν παραχώρηση γεωργικής γης μεταξύ συζύγων, κατά κύριο επάγγελμα αγροτών ή από γονείς ηλικίας άνω των εξήντα πέντε (65) ετών σε τέκνα τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες.

Ο φορολογούμενος μπορεί να αμφισβητήσει το ύψος του αντικειμενικού μισθώματος, εφόσον από εξαιρετικούς λόγους, που ανάγονται αποκλειστικά στους παράγοντες που επηρεάζουν τη μισθωτική αξία της γεωργικής γης, αποδεικνύεται ότι αυτή είναι μικρότερη της προσδιοριζόμενης με την αντικειμενική μέθοδο. Η επίκληση των λόγων αυτών, καθώς και η προσαγωγή των αποδεικτικών στοιχείων, γίνεται από το φορολογούμενο με την άσκηση προσφυγής κατά τις κείμενες διατάξεις, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους.

Αν το μίσθωμα που συμφωνήθηκε και δηλώθηκε είναι ανώτερο του προσδιοριζόμενου με την αντικείμενη μέθοδο, για την εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη το δηλωθέν.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.3Ν.2390/1996 (Α 54) και με την παρ.1,2 άρθρ.2 Ν.2579/1998Α 31/17.2.1998

Άρθρο 23
Καθαρό εισόδημα

1. Από το κατά το προηγούμενο άρθρο Ακαθάριστο εισόδημα από ακίνητα εκπίπτουν:

α) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) για αποσβέσεις σε οικοδομές οι οποίεςχρησιμοποιούνται ως κατοικίες, οικοτροφεία, σχολεία, φροντιστήρια, αίθουσεςκινηματογράφων ή θεάτρων, ξενοδοχεία, νοσοκομεία ή κλινικές και ποσοστό τρίατοις εκατό (3%) για οικοδομές οι οποίες χρησιμοποιούνται για άλλες χρήσεις.”Ειδικά για την ανακατασκευή εν όλω ή εν μέρει καταστραφέντων αρχιτεκτονικώνμελών κτιρίων ή κτισμάτων, που προστατεύονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 6και 16 του ν. 3028/2002, καθώς και του άρθρου 4 του ν. 1577/1985, όπωςισχύουν, τα ποσοστά των δύο προηγούμενων εδαφίων αυξάνονται, αντίστοιχα, σεείκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και δεκαπέντε τοις εκατό (15%), κατά τοδιάστημα που διαρκούν οι εργασίες και για τέσσερα (4) ακόμη έτη μετά το πέραςτων εργασιών. Η συνολική διάρκεια της απαλλαγής με την εφαρμογή τωνσυντελεστών αυτών δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από οκτώ (8) έτη. Με κοινήαπόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και ΚλιματικήςΑλλαγής και Πολιτισμού και Τουρισμού καθορίζεται η διαδικασία διαπίστωσης,έναρξης και πέρατος των εργασιών, ο προσδιορισμός του είδους των εργασιών καικάθε άλλο θέμα για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής.

Ειδικά για τα πρόσωπα των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 που αποκτούνεισόδημα από ακίνητα και τους επιτηδευματίες φυσικά πρόσωπα που αποκτούνεισόδημα από ιδιοχρησιμοποίηση ακινήτων και πραγματοποιούν δαπάνες επισκευήςκαι συντήρησης των ακινήτων αυτών, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις τηςπερίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 31.

Επίσης, εκπίπτει ποσοστό μέχρι σαράντα τοις εκατό (40%) για ασφάλιστρα κατάτου κινδύνου της πυρκαγιάς ή άλλων κινδύνων, για δικαστικές δαπάνες και γιααμοιβή δικηγόρου για δίκες μισθωτικών διαφορών ή διαφορών μεταξύ ιδιοκτητώνκαι διαχειριστών ιδιοκτησίας κατ` ορόφους. Όταν πρόκειται για εισόδημα πουπροκύπτει σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 τουάρθρου 21, όλα τα παραπάνω ποσοστά περιορίζονται σε τρία τοις εκατό (3%)συνολικώς.

Αν οι δαπάνες που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια αφορούν κοινόχρηστουςχώρους του ακινήτου, επιμερίζονται αναλόγως στους συνιδιοκτήτες του.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα δικαιολογητικά πουαπαιτούνται για την αναγνώριση του δικαιώματος διενέργειας των εκπτώσεων επίτων δαπανών που ορίζονται στην περίπτωση αυτή, καθώς και κάθε άλλο σχετικόθέμα.

β) Στις περιπτώσεις υπεκμίσθωσης ή ιδιοχρησιμοποίησης οικοδομών που έχουν ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου, το δικαίωμα που παρέχεται ετησίως στον ιδιοκτήτη της γης, καθώς και η αξία της οικοδομής που ανεγέρθηκε σε έδαφος κυριότητας τρίτου, η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 21, λογίζεται ως εισόδημα.

γ) Στις περιπτώσεις υπεκμίσθωσης, πολυετούς μίσθωσης μεταγραπτέας και δικαιώματος επιφάνειας ή εμφύτευσης, το μίσθωμα ή δικαίωμα που καταβάλλεται.Όταν υπεκμισθώνεται ακίνητο για το οποίο έχει συναφθεί σύμβασηχρηματοδοτικής μίσθωσης, αναγνωρίζεται προς έκπτωση μόνο το μέρος τουμισθώματος που καταβάλλεται προς την εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης καιαντιστοιχεί στο κτίριο. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται γιαμισθώματα που καταβάλλονται από την 1η Ιανουαρίου 2009 και μετά.

δ) Κάθε φόρος, τέλος ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου που βαρύνει τις γαίες.ε) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) για αποσβέσεις και έξοδα συντήρησης των γαιών και γενικά για κάθε συναφές βάρος.

στ) Ποσοστά δέκα τοις εκατό (10%) των δαπανών αντιπλημμυρικών έργων και έργων αποξήρανσης ελών για απόσβεση τους, όχι όμως και για έξοδα βελτίωσης και επέκτασης των γαιών.

ζ) Το ποσό της αποζημίωσης που καταβάλλει, βάσει νόμου, ο εκμισθωτής στο μισθωτή για τη λύση της μισθωτικής σχέσης ακινήτου, μέχρι του ύψους του ακαθάριστου εισοδήματος που αποκτά ο εκμισθωτής από το ακίνητο αυτό, κατά το έτος που καταβλήθηκε η αποζημίωση. Τυχόν αρνητικό ποσό δεν συμψηφίζεται με εισοδήματα άλλων ακινήτων ή με άλλα θετικά εισοδήματα του φορολογουμένου.Η διάταξη της περίπτωσης αυτής εφαρμόζεται ανάλογα και για τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 101 του νόμου αυτού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε :με την παρ.5 άρθρ.4 Ν.2390/1996 (Α 54) με την παρ.1,3 άρθρου 9 και το άρθ.19 του Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010  , την παρ.4 άρθρου 21 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

2. Το ποσό που απομένει, μετά τις εκπτώσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, αποτελεί το Καθαρό εισόδημα από ακίνητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΚΙΝΗΤΕΣ ΑΞΙΕΣ

Άρθρο 24
Εισόδημα και απόκτηση του

1. Εισόδημα από κινητές αξίες είναι αυτό που αποκτάται κάθε οικονομικό έτος από κάθε δικαιούχο κινητών αξιών, το οποίο προκύπτει:

α) Από μερίσματα και τόκους ιδρυτικών τίτλων και μετοχών των ημεδαπών ανωνύμων εταιριών, ομολογιών και χρεογράφων γενικά του Ελληνικού Δημοσίου ή ημεδαπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ημεδαπών επιχειρήσεων κάθε είδους, καθώς και από αμοιβές και ποσοστά των διοικητικών συμβούλων και εκτός μισθού αμοιβές και ποσοστά των διευθυντών και διαχειριστών των ανωνύμων εταιριών.

β) Από μερίσματα και τόκους των τίτλων αλλοδαπής προέλευσης που αναφέρονται στην προηγούμενη περίπτωση.

γ) Από τόκους κάθε τίτλου έντοκης κατάθεσης τοις μετρητοίς ή εγγύησης, καθώς και κάθε τίτλου χρεωστικού με υποθήκη, ενέχυρο ή όχι, από εκείνους που δεν περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις α` και β`.”Ομοίως, το εισόδημα από τόκους που επιδικάζονται με δικαστική απόφαση, με εξαίρεση αυτά που αναφέρονται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 25 και της παραγράφου 4 του άρθρου 48 του παρόντος.

δ) Από κέρδη αμοιβαίων κεφαλαίων, καθώς και η πρόσθετη αξία που αποκτούν οιμεριδιούχοι αμοιβαίων κεφαλαίων από την εξαγορά μεριδίων σε τιμή ανώτερη της τιμήςκτήσης.

ε) Από κέρδη ανωνύμων εταιριών που διανέμονται με τη μορφή μετρητών στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό τους.

στ) Από την υπεραπόδοση επενδύσεων των μαθηματικών αποθεμάτων, που σχηματίζονται με τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 (ΦΕΚ 22 Α`) για ασφαλίσεις ζωής.

ζ) Από τόκους με τους οποίους πιστώνεται ο “Λογαριασμός Νεότητας Προσωπικού Ο.Τ.Ε., που τηρείται στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας Α.Ε. και ο οποίος αποτελείται σύμφωνα με το κανονισμό λειτουργίας του λογαριασμού αυτού από την τοποθέτηση των μηνιαίων εισφορών των υπαλλήλων του με σκοπό τη χορήγηση εφάπαξ χρηματικής παροχής στα ενήλικα τέκνα τους. Επί των τόκων αυτών ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων για τα εισοδήματα αυτά. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 περίπτωση β` και 5 περίπτωση α` του άρθρου 54 εφαρμόζονται αναλόγως και στα εισοδήματα της περίπτωσης αυτής.

η) Από συμβάσεις ή πράξεις επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, εφόσον οδικαιούχος του εισοδήματος δεν είναι εταιρεία επενδύσεων χαρτοφυλακίου του ν. 3371/2005 (Α`178) ή ΟΣΕΚΑ ή πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα. Ως παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντανοούνται τα χρηματοοικονομικά μέσα που ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 3606/2007 (Α` 195),καθώς και αυτά που καθορίζονται με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Για τουςσκοπούς της περίπτωσης αυτής, ως παράγωγο χρηματοοικονομικό προϊόν θεωρείται και κάθε σύμβαση SWAP επί συναλλάγματος, ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της, ως ενιαίας ή ωςσύνολο επί μέρους συμβάσεων.

Ως παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα νοούνται και τα χρηματοοικονομικά μέσα που εκδίδειτο Ελληνικό Δημόσιο, κατ` εφαρμογή προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικούχρέους, η απόδοση των οποίων συνδέεται με το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ρήτρες Α.Ε.Π.). Ότανδικαιούχος του εισοδήματος των προϊόντων της περίπτωσης αυτής είναι κάτοικος αλλοδαπήςφυσικό ή νομικό πρόσωπο, το εισόδημα αυτό αποτελεί εισόδημα από κινητές αξίες.

θ) Από τη μεταβίβαση ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και εταιρικών ομολόγων σε τιμήανώτερη της τιμής κτήσης τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  :

με την παρ.2 άρθρ.16 Ν.2443/1996.

με την παρ.1 άρθρ.16α Ν.2459/1997 ,με το άρθρο 34 Ν.2523/1997,

με τηνπαρ.13 άρθρ.3Ν.2753/1999 ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

με την παρ.4άρθρ.4 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000.

με την παρ. 3 άρθρου 3Ν.4046/2012και παρ. 3 άρθρου 13 Ν.4051/2012,ΦΕΚ Α 40,

με την παράγραφο 4 άρθρου 13Ν.4051/2012,ΦΕΚ Α 40/29.2.2012.

με την παρ.8 άρθρου 2Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. `Οταν εισοδήματα του παρόντος άρθρου υπόκεινται σε φορολογία και περαιτέρω ορίζεται ότι αυτά θα καταβάλλονται, ελεύθερα φόρου στο δικαιούχο, ως εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία είναι το ποσό, από το οποίο, αφαιρουμένου του αναλογούντος σε αυτό φόρου, προκύπτει το καταβαλλόμενο στο δικαιούχο ποσό.

Άρθρο 25
Εισόδημα ειδικών περιπτώσεων

1. Το εισόδημα που προέρχεται από αποθεματικά ανωνύμων εταιριών, τα οποία διανέμονται ή κεφαλαιοποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιονδήποτε χρόνο, ανεξάρτητα αν η διανομή τους γίνεται σε χρήμα ή σε ακίνητα ή σε κινητά ή σε άλλες αξίες, λογίζεται ως εισόδημα από κινητές αξίες.

2. Το ποσό που λαμβάνουν οι κάτοχοι ιδρυτικών τίτλων ανώνυμης εταιρίας, κατά την εξαγορά τους από αυτή, λογίζεται ως εισόδημα από κινητές αξίες.

3. Κάθε δάνειο που συνομολογείται μεταξύ ιδιωτών ή παρέχεται από εταιρία προς τα μέλη της ή τρίτους, λογίζεται ότι συνάπτεται με ελάχιστο επιτόκιο αυτό που ισχύει για τα έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου τρίμηνης διάρκειας κατά το χρόνο σύναψης του δανείου.

Ειδικά για συμβάσεις δανείου που συνάπτονται μεταξύ ημεδαπής επιχείρησης και επιχειρήσεωνσυνδεδεμένων με αυτή, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 39 και 39Α.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 11 παρ.7 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

4. Οι τόκοι συναλλαγματικών και γραμματίων από εμπορικές συναλλαγές, οι τόκοι από τις αποδεδειγμένες πωλήσεις εμπορευμάτων με πίστωση μεταξύ εμπόρων και οι προκύπτοντες τόκοι υπερημερίας, λόγω καθυστέρησης στην καταβολή του πιστωθέντος τιμήματος, δεν λογίζονται ως εισόδημα από κινητές αξίες, αλλά ως Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, με την προϋπόθεση ότι αυτός που αποκτά το εισόδημα αυτό ασκεί εμπορική γενικά επιχείρηση στην Ελλάδα ή, προκειμένου για αλλοδαπό, ότι αυτός έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα και οι τόκοι προέρχονται από εργασίες της μόνιμης αυτής εγκατάστασης.

Ως Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις λογίζονται και οι τόκοι της παραγράφου αυτής που επιδικάζονται με δικαστική απόφαση.

5. Παροχές σε χρήμα ή σε είδος και γενικά παροχές χρηματικής αποτιμήσεως, που γίνονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία, χωρίς νόμιμη ή συμβατική, για το σκοπό αυτόν, υποχρέωση προς διευθύνοντες ήεντεταλμένους συμβούλους ή προέδρους ή μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή διευθυντές και γενικά προς πρόσωπα τα οποία εκπροσωπούν νόμιμα αυτή, λογίζονται ως εισόδημα από κινητές αξίες των ανωτέρω προσώπων, με την προϋπόθεση ότι έχουν βαρύνει τα αποτελέσματα χρήσεως της οικείας διαχειριστικής χρήσης.

Άρθρο 26
Χρόνος απόκτησης του εισοδήματος

Χρόνος απόκτησης του εισοδήματος από κινητές αξίες θεωρείται:

1. Για τα κέρδη που διανέμονται από τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες με τη μορφή μερισμάτων, προμερισμάτων, αμοιβών και ποσοστών στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, αμοιβών και ποσοστών, εκτός μισθού, σε διευθυντές και αμοιβών στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό τους, ο χρόνος έγκρισης αυτών από τη γενική συνέλευση των μετόχων.

2. Για τους τόκους που προέρχονται από ιδρυτικούς τίτλους και προνομιούχες μετοχές, ο χρόνος έγκρισης τους από τη γενική συνέλευση των μετόχων και προκειμένου για τοκομερίδια, ο χρόνος που έχει ορισθεί για την εξαργύρωση τους

3.Για τα εισοδήματα της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρ. 24, ο χρόνος εξαργύρωσης ή είσπραξης των μερισμάτων και τόκων.

4. Για τους τόκους του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 24, ο χρόνος κατά τον οποίο αυτοί καθίστανται ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, ενώ για τους τόκους του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 24, ο χρόνος καταβολής ή πίστωσης των τόκων.

Σε περίπτωση κατά την οποία εξοφλείται το κεφάλαιο δανείου ή απαίτηση γενικά ή παρέχεται συναίνεση, με ιδιωτική βούληση ή με βάση δικαστική απόφαση, για την εξάλειψη υποθήκης ή προσημείωσης, που είχε εγγραφεί προς ασφάλεια του δανείου ή γενικά απαίτησης, θεωρείται, μη επιτρεπόμενης ανταποδείξεως, ότι εξοφλούνται ταυτόχρονα, καθιστάμενοι απαιτητοί και οι μέχρι του χρόνου εξόφλησης του δανείου ή εξάλειψης της υποθήκης ή της προσημειώσεως αναλογούντες τόκοι, οι οποίοι δεν εδηλώθησαν από τον υπόχρεο, ούτε έχουν υπαχθεί διαφορετικώς σε φορολογία μέχρι τη χρονολογία αυτή.

Οι τόκοι αυτοί, προκειμένου να υπαχθούν σε φορολογία, μπορούν να κατανεμηθούν, μετά από αίτηση του φορολογουμένου, στο έτος εξόφλησης και στα δύο προηγούμενα έτη και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν από το έτος της συνομολόγησης του δανείου ή της δημιουργίας της απαίτησης.

5. Για τα κέρδη, που προέρχονται από ημεδαπά αμοιβαία κεφάλαια, ο χρόνος έγκρισης τους από την Α.Ε. Διαχειρίσεως και προκειμένου για κέρδη που προέρχονται από αμοιβαία κεφάλαια αλλοδαπής, ο χρόνος είσπραξης αυτών.

6. Για τα εισοδήματα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 25, ο χρόνος έγκρισης τους από τη γενική συνέλευση των μετόχων.

7. Για τα εισοδήματα που αναφέρονται στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 24, στην παρ. 5 του άρθρ. 25, καθώς και για τις αμοιβές μελών διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας, που ,.δεν προέρχονται από τη διάθεση των καθαρών κερδών της, ο χρόνος της καταβολής ή πίστωσης αυτών στο όνομα των δικαιούχων.

8. Για τα εισοδήματα που αναφέρονται στην περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 24, ο χρόνος λήξης της σύμβασης. Κάθε ανανέωση ή παράταση της σύμβασης θεωρείται για την εφαρμογή της διάταξης αυτής ως νέα σύμβαση.

Σημ.: όπως προστέθηκε  προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.16α Ν.2459/1997.

Άρθρο 27
Ακαθάριστο και καθαρό εισόδημα

1. Το εισόδημα που προκύπτει σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 25 αποτελεί το ακαθάριστο εισόδημα από κινητές αξίες. Από το εισόδημα αυτό εκπίπτει κάθε φόρος, τέλος ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου, που βαρύνει αυτό το εισόδημα.

2. Το ποσό που απομένει, μετά τις εκπτώσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, αποτελεί το καθαρό εισόδημα από κινητές αξίες.

3.Κατ εξαίρεση, για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος από τόκους οι οποίοι επιδικάστηκαν σε φυσικά πρόσωπα, εκπίπτουν οι τόκοι που καταβάλλονται σε δανειοδοτικούς φορείς, μέχρι το ύψος του συνολικού ακαθάριστου εισοδήματος από τόκους, εφόσον το ποσό των οφειλόμενων τόκων δεν έχει ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό του καθαρού ή του συνολικού εισοδήματος άλλης κατηγορίας ή δεν έχει εκπεσθεί από το συνολικό εισόδημα του οφειλέτη φυσικού προσώπου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Άρθρο 28
Έννοια και απόκτηση του εισοδήματος

1. Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις είναι το κέρδος που αποκτάται από ατομική ή εταιρική επιχείρηση εμπορική, βιομηχανική ή βιοτεχνική ή από την άσκηση οποιουδήποτε κερδοσκοπικού επαγγέλματος, το οποίο δεν υπάγεται στα ελευθέρια επαγγέλματα που αναφέρονται στο άρθρο 48.

2. Επιχείρηση αποτελεί και μεμονωμένη ή συμπωματική πράξη που αποβλέπει στην επίτευξη κέρδους, καθώς και η πώληση μέσα σε δύο (2) χρόνια από την απόκτηση εξ επαχθούς αιτίας εδαφικών εκτάσεων που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως και έχουν μεγάλη αξία.

3. Θεωρείται ως Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις:

α) Το κέρδος από την άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων γενικά, εκτός από τις επιχειρήσεις, που αναφέρονται στο άρθρο 34, των οποίων το καθαρό κέρδος εξευρίσκεται με ειδικό τρόπο.”Ως κέρδος θεωρείται η επιπλέον διαφορά μεταξύ της αξίας τουακινήτου το οποίο πουλήθηκεκαι της αξίας αυτού κατά το χρόνο της αγοράς.Ως αξία πώλησης λαμβάνεται αυτή πουπροσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (ΦEK 43 A). Ανόμως το τίμημα που αναφέρεται στα οικεία πωλητήρια συμβόλαια είναι μεγαλύτερο από τηνπιο πάνω αξία, ως ακαθάριστο έσοδο λαμβάνεται το αναφερόμενο σε αυτά τα συμβόλαιατίμημα. Ειδικά, για τις περιοχές που δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού τηςαξίας των ακινήτων, ως ακαθάριστα έσοδα λαμβάνονται:

α) Το τίμημα από τις πωλήσεις των πιο πάνω ακινήτων που αναφέρεται στα οικείαπωλητήρια συμβόλαια.β) H διαφορά μεταξύ του τιμήματος της αξίας κατά περίπτωση, που φορολογήθηκε, και τηςπραγματικής αξίας του ακινήτου, η οποία εξευρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις πουισχύουν στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων.

β) Η ωφέλεια που πραγματοποιείται από οργανωμένη επιχείρηση πώλησης οικοπέδων ή αγροτεμαχίων, τα οποία προέρχονται από εδαφικές εκτάσεις της επιχείρησης, που βρίσκονται εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, δήμου[ή κοινότητας], οι οποίες έχουν κατατμηθεί ή ρυμοτομηθεί

Ως ωφέλεια θεωρείται η επιπλέον διαφορά μεταξύ της αξίας της έκτασης η οποία πουλήθηκεκαι της αξίας της πριν από την κατάτμηση ή τη ρυμοτόμηση.Ως αξία πώλησης λαμβάνεται αυτή που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις τουάρθρου 41 του ν. 1249/1982. Αν όμως το τίμημα που αναφέρεται στα οικεία πωλητήριασυμβόλαια είναι μεγαλύτερο από την πιο πάνω αξία, ως ακαθάριστο έσοδο λαμβάνεται τοαναφερόμενο σε αυτά τα συμβόλαια τίμημα. Ειδικά, για τις περιοχές που δεν ισχύει τοαντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως ακαθάριστα έσοδαλαμβάνονται:α) Το τίμημα από τις πωλήσεις των πιο πάνω ακινήτων που αναφέρεται στα οικείαπωλητήρια συμβόλαια.β) H διαφορά μεταξύ του τιμήματος της αξίας, κατά περίπτωση, που φορολογήθηκε, και τηςπραγματικής αξίας του ακινήτου, η οποία εξευρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις πουισχύουν στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων.

Η διαφορά αυτή μειώνεται με τις δαπάνες του άρθρου 31 που βαρύνουν τον πωλητή.

γ) Τα ποσά που καταβάλλουν με τη μορφή μερίσματος ή αμοιβής στα μέλη τους οι συνεταιρισμοί που έχουν συσταθεί νόμιμα.

δ) Τα κέρδη από παρεπόμενες εργασίες που ενεργούνται από την επιχείρηση παράλληλα με τον κύριο σκοπό της.

ε)

στ) Ο μισθός που καταβάλλεται από ανώνυμη εταιρία στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, για τις υπηρεσίες που παρέχουν βάσει ειδικής σύμβασης μίσθωσης εργασίας ή εντολής, εφόσον για τις υπηρεσίες αυτές τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου είναι ασφαλισμένα σε οποιονδήποτε, εκτός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ασφαλιστικό οργανισμό ή ταμείο.

Επίσης, ο μισθός και οι κάθε είδους απολαβές που καταβάλλονται«από τα λοιπά νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 σε εταίρουςή διαχειριστές τους» για υπηρεσίες που παρέχουν σ` αυτή,εφόσον οι εταίροι είναι ασφαλισμένοι για τις υπηρεσίες αυτές σε οποιονδήποτεασφαλιστικό οργανισμό ή ταμείο εκτός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

ζ) Θεωρείται ως Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις και η πραγματοποιθείσα αυτόματη υπερτίμηση του πάγιου κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στην επιχείρηση, καθώς και η υπερτίμηση που δεν πραγματοποιήθηκε, εφόσον αυτή έχει περιληφθεί στην απογραφή.

Κατ` εξαίρεση, η υπερτίμηση από την αναγκαστική απαλλοτρίωσηακινήτου, τοοποίο ιδιοχρησιμοποιείταιήέχειιδιοχρησιμοποιηθείγιατηνάσκησητουαντικειμένου των εργασιώντης επιχείρησης,απαλλάσσεται τουφόρου,εφόσονεμφανίζεται σε ιδιαίτερο λογαριασμό αφορολόγητου αποθεματικού καιφορολογείταισε περίπτωση διανομής του ή διάλυσης της επιχείρησης, σύμφωνα με τιςισχύουσεςδιατάξεις.Κατά τονυπολογισμό τουυπερτιμήματος απότην πώλησηακινήτου,εξαιρουμένου του υπερτιμήματος που προκύπτει από την αναγκαστικήαπαλλοτρίωσηακινήτου, ως τιμή πώλησης δεν δύναται να ληφθεί ποσό μικρότερο τηςαξίας, όπωςσδιορίζεταισύμφωνα μετιςδιατάξεις περίφορολογίαςμεταβίβασηςακινήτων.

Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται ανάλογα και για τηνυπεραξία που προκύπτει κατά την εισφορά ακινήτων που βρίσκονται στιςΠεριοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) της παραγράφου 3 τουάρθρου 29 του Ν. 2545/1997 (ΦΕΚ 254 Α), σε επιχείρηση φορέα ίδρυσης καιεκμετάλλευσης των Π.Ο.Τ.Α.”( Εφαρμογή για πράξεις που ενεργούνται από την 1ηΙανουαρίου 2003.

Για μεταβιβάσεις ακινήτων που πραγματοποιούνται μεταξύ ημεδαπής επιχείρησης καιεπιχειρήσεων συνδεδεμένων με αυτή, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 39 και 39Α.

Ειδικά για τα ακίνητα που αποτέλεσαν αντικείμενο σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν. 1665/1986 και μεταβιβάζονται είτε λόγω λήξης της σύμβασης αυτής ή εξαγοράζονται πριν από τη λήξη της μίσθωσης από το μισθωτή, ως αξία πώλησης αυτών λαμβάνεται αυτή που καθορίζεται από τους όρους της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχε υπογραφεί. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που το ακίνητο μεταβιβάζεται σε τρίτο πρόσωπο πλην του μισθωτή ή των κληρονόμων του, εφόσον υπεισέλθουν στη θέση του θανόντος μισθωτή, λόγω κληρονομικής διαδοχής, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Η υπεραξία που προκύπτει από την πώληση ακινήτου επιχείρησης σε εταιρία χρηματοδοτικήςμίσθωσης, για το οποίο στη συνέχεια θα συναφθεί σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μεταξύεταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης και της πωλήτριας επιχείρησης, απαλλάσσεται από το φόροεισοδήματος, με την προϋπόθεση ότι θα εμφανισθεί σε ιδιαίτερο λογαριασμό αφορολόγητουαποθεματικού, το οποίο φορολογείται, σε περίπτωση διανομής ή διάλυσης της επιχείρησης, καθώςκαι λόγω λύσης της σύμβασης ή υποκατάστασης του μισθωτή από νέο πρόσωπο, σύμφωνα με τιςισχύουσες διατάξεις. Για τον προσδιορισμό της υπεραξίας, ως τιμή πώλησης λαμβάνεται αυτή πουορίζεται στη σύμβαση. Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων δεν εφαρμόζονται γιασυμβάσεις αγοράς ακινήτων στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο ήνομική οντότητα, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναιεγκατεστημένος σε κράτος μη συνεργάσιμο. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονταικαι για συναλλαγές στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομικήοντότητα, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναι εγκατεστημένοςσε κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς, εκτός εάν ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότιπρόκειται για συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ήεισοδημάτων ή κεφαλαίου με σκοπό τη φοροαποφυγή ή φοροδιαφυγή.

η) Οι τόκοι που ορίζονται από την παράγραφο 4 του άρθρου 25.

θ….

ι) η ωφέλεια επιχείρησης, που προκύπτει από την παραίτηση πιστώτριαςεπιχείρησης από την είσπραξη χρέους, η οποία λαμβάνει χώρα μέσα στα πλαίσιατης επαγγελματικής τους συνεργασίας. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογήοι διατάξεις περί φορολογίας δωρεών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε :

με την παρ.7 άρθρ.16α Ν.2459/1997,

μετην παρ.8 άρθρ.22 Ν.2648/1998 Α 238/22.10.1998.

με την παρ.15άρθρ.3 Ν.2753/1999 ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

με τηνπαρ.14 άρθρ.3 Ν.2753/1999 ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

με την παρ.8 άρθρ.26 Ν.2682/1999Α .

με την παρ.2 άρθρ.8 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330,

με το άρθρο 6 παρ.2 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004

με τοάρθρο 6 παρ.1Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15

με την παρ.4 άρθρου 8 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

με το άρθρο 11 παρ.9 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

με την παρ.3 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

με την παρ.4 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

με την παρ.5άρθρου 3 Ν. 4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

με την παρ.2 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

με την παρ.6άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

4. Τα κατά το άρθρο αυτό εισοδήματα και κέρδη των επιχειρήσεων, που λειτουργούν με τημορφή ομόρρυθμης, ετερόρρυθμης, περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας,κοινοπραξίας, κοινωνίας και αστικής εταιρίας κερδοσκοπικού χαρακτήρα, καθώς καισυνεταιρισμών θεωρείται ότι αποκτήθηκαν:

α) Στις περιπτώσεις της ομόρρυθμης, ετερόρρυθμης, περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικήςκεφαλαιουχικής εταιρίας, της κοινοπραξίας, κοινωνίας και αστικής εταιρίας κερδοσκοπικούχαρακτήρα από κάθε έναν εταίρο ή μέλος, για το ποσοστό των κερδών που του αναλογεί από τησυμμετοχή του στην εταιρία, κοινοπραξία ή κοινωνία. Ως χρόνος κτήσης, για επιχειρήσεις πουτηρούν βιβλία με τη διπλογραφική μέθοδο, θεωρείται ο χρόνος πίστωσης ή καταβολής αυτών στονδικαιούχο, για επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία με την απλογραφική μέθοδο, θεωρείται η ημερομηνίαστην οποία έκλεισε η διαχείριση και προκειμένου για τα κέρδη που διανέμουν οι εταιρείεςπεριορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες, ο χρόνος έγκρισης αυτών από τησυνέλευση των εταίρων.

Σε περίπτωση λύσης, συγχώνευσης ή μετατροπής της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης και τηςιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας, το εισόδημα λογίζεται ότι αποκτάται από αυτούς που έχουντην ιδιότητα του εταίρου την ημερομηνία της λύσης, συγχώνευσης ή μετατροπής, κατάπερίπτωση.

Αν η λύση, συγχώνευση ή μετατροπή επέρχεται πριν από την πάροδο τριών (3) μηνών από τη λήξη της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου και εφόσον ο ισολογισμός δεν έχει εγκριθεί από τη συνέλευση των εταίρων, το εισόδημα και των δύο διαχειριστικών περιόδων λογίζεται ότι αποκτιέται από αυτούς που έχουν την ιδιότητα του εταίρου την ημερομηνία της λύσης, συγχώνευσης ή μετατροπής της εταιρίας.

β) Στην περίπτωση της συμμετοχικής (αφανούς) εταιρίας, από τον εμφανή εταίρο για το σύνολο των κερδών της εταιρίας.

γ) Στις περιπτώσεις των συνεταιρισμών που έχουν συσταθεί νόμιμα, από κάθε συνεταίρο για το μέρισμα ή την αμοιβή που του καταβλήθηκε. Η ύπαρξη των εταιριών που αναφέρονται στην περίπτωση α` αποδεικνύεται με έγκυρο συστατικό έγγραφο δημοσιευμένο, σύμφωνα με όσα ορίζει ο εμπορικός νόμος.

Η κοινοπραξία αναγνωρίζεται εφόσον έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τιςδιατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.

Αντέγγραφα για την εικονικότητα είτε των σχέσεων αυτών, είτε των όρων που συνδέουν τα μέρη τούτων γενικά, δεν αναγνωρίζονται.

δ) Ως χρόνος κτήσης για τα κέρδη από τη συμμετοχή σε αλλοδαπή εταιρείαπεριορισμένης ευθύνης, θεωρείται ο χρόνος είσπραξης αυτών, ανεξάρτητα αν τακέρδη αυτά εισάγονται στην Ελλάδα ή παραμένουν στην αλλοδαπή. Όταν τα κέρδηπροέρχονται από αλλοδαπή προσωπική εταιρεία, χρόνος κτήσης τους είναι οχρόνος λήξης της διαχειριστικής περιόδου του αλλοδαπού νομικού προσώπου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 14 παρ.16 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 και με την παρ.7,8 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

5. Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 29, ως εισόδημα λαμβάνεται:

α) Για διαχειριστική περίοδο μικρότερη από δώδεκα (12) μήνες, το κέρδος που προέκυψε κατά τη διάρκειά της

β) Για διαχειριστική περίοδο μεγαλύτερη από δώδεκα (12) μήνες, το κέρδος που προέκυψε από την έναρξη της περιόδου μέχρι την ημερομηνία έναρξης του υπολειπόμενου δωδεκάμηνου τμήματος, το οποίουπολογίζεται κατά προσέγγιση. Το εισόδημα αυτό αφαιρείται από το εισόδημα της υπερδωδεκάμηνης διαχειριστικής περιόδου και το υπόλοιπο που αποτελείεισόδημα της δωδεκάμηνης περιόδου φορολογείται στο επόμενο οικονομικό έτος.

Άρθρο 29
Διαχειριστική περίοδος

1. Η διαχειριστική περίοδος περιλαμβάνει δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα. Κατά την έναρξη, λήξη ή διακοπή των εργασιών της επιχείρησης η Διαχειριστική περίοδος μπορεί να είναι μικρότερη του δωδεκαμήνου. Κατ` εξαίρεση, για την επιχείρηση που τηρεί βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, η Διαχειριστική περίοδος έναρξης μπορεί να περιλαμβάνει και μεγαλύτερο του δωδεκάμηνου χρονικό διάστημα, όχι όμως μεγαλύτερο από είκοσι τέσσερις (24) μήνες.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.9 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Οι επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων υποχρεούνται να κλείνουν διαχείριση στις 30 Ιουνίου ή στις 31 Δεκέμβριου κάθε έτους. Κατ` εξαίρεση, μπορεί να κλείνει τη διαχείριση του: α) το υποκατάστημα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση στην Ελλάδα αλλοδαπής επιχείρησης κατά το χρόνο που κλείνει τη διαχείρισή του το κεντρικό κατάστημα στην αλλοδαπή και β) η ημεδαπή επιχείρηση, στην οποία μετέχει αλλοδαπή τοιαύτη με ποσοστόκεφαλαίου πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον κατά το χρόνο που κλείνει τη διαχείρισή της η αλλοδαπή επιχείρηση.

γ) η ημεδαπή επιχείρηση στο κεφάλαιο της οποίας μετέχει με ποσοστό τουλάχιστον πενήντατοις εκατό (50%) άλλη ημεδαπή επιχείρηση, στην οποία μετέχει αλλοδαπή επιχείρηση με τοίδιο ή μεγαλύτερο ποσοστό, κατά το χρόνο που κλείνει τη διαχείρισή της η αλλοδαπήεπιχείρηση.

δ) η ημεδαπή επιχείρηση στο κεφάλαιο της οποίας μετέχει με ποσοστό τουλάχιστον πενήντατοις εκατό (50%) άλλη ημεδαπή επιχείρηση, κατά το χρόνο που κλείνει τη διαχείρισή της ησυμμετέχουσα επιχείρηση.

Επί αλλαγής του χρόνου λήξης της διαχειριστικής περιόδου της αλλοδαπής επιχείρησης ήτης συμμετέχουσας, οι επιχειρήσεις των παραπάνω περιπτώσεων α, β, γ και δ μπορούν,χωρίς έγκριση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, να προσαρμόζουντο χρόνο λήξης της διαχειριστικής περιόδου με αυτόν της αλλοδαπής ή της συμμετέχουσαςεπιχείρησης.

Η προσαρμογή μπορεί να γίνεται είτε με επιμήκυνση είτε με σύντμηση της διαχειριστικής περιόδου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε :

με τηνπαρ.16 άρθρ.3 Ν.2753/1999 ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

με την παρ.1 άρθρ.7Ν.2873/2000,FEK A 285/28.12.2000..

με την παρ.910 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

3. `Όταν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου της φορολογίας οικονομικού έτους έχουν κλειστεί περισσότερες από μία διαχειρίσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δώδεκα (12) μήνες, ως εισόδημα λαμβάνεται το άθροισμα των κερδών αυτών των διαχειρίσεων. Σε περίπτωση μετάθεσης του χρόνου λήξης της διαχειριστικής περιόδου, η μετάθεση αυτή θεωρείται, πάντοτε, ως παράταση της δωδεκάμηνης περιόδου. Σε αυτήν την περίπτωση ως εισόδημα λαμβάνεται αυτό που προκύπτει από την προσαυξημένη δωδεκάμηνη περίοδο.

4. `Όταν έχει διαρρεύσει πλήρες δωδεκάμηνο χρονικό διάστημα, χωρίς να κλειστεί διαχείριση κατά το οικονομικό έτος που προηγήθηκε του έτους της φορολογίας, το εισόδημα καθορίζεται εξωλογιστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 32.

5. Αλλαγή του χρόνου λήξης της διαχειριστικής περιόδου με σύντμησηή επιμήκυνση αυτής επιτρέπεται, εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι που την επιβάλλουν. Για την αλλαγή αυτήν απαιτείται έγκριση του προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας, μετά από σχετική αίτηση του επιτηδευματία, που υποβάλλεται το αργότερο ένα (1) μήνα πριν από την αιτούμενη λήξη της υπό σύντμηση διαχειριστικής περιόδου της οποίας ζητείταιη επιμήκυνση ή ένα (1) μήνα πριν από την αιτούμενη λήξη της υπό σύντμηση διαχειριστικής περιόδου. Η αίτηση που υποβάλλεται εκπρόθεσμα θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 άρθρ.7Ν.2873/2000,ΦΕΚ A 285/28.12.2000.

Άρθρο 30
Ακαθάριστο εισόδημα

1. Ως Ακαθάριστο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις λαμβάνεται το σύνολο των ακαθάριστων εσόδων από τις κάθε είδους εμπορικές συναλλαγές αυτών.

2. Ο προσδιορισμός των ακαθάριστων εσόδων των εμπορικών επιχειρήσεων ενεργείται ως ακολούθως:

α) Για επιχειρήσεις που τηρούν επαρκή και ακριβή βιβλία δεύτερης ή τρίτηςκατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, τα ακαθάριστα έσοδαεξευρίσκονται με βάση τα δεδομένα των βιβλίων και στοιχείων.

Εξαιρετικά, για επιχειρήσεις πρακτόρων κρατικών λαχείων, ως ακαθάριστα έσοδα λαμβάνονται για μεν τις λιανικές πωλήσεις λαχείων που διενεργούνται μέσω των καταστημάτων τους, η προμήθεια που δικαιούνται, για δε τις χονδρικές πωλήσεις, ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί της ονομαστικής αξίας των λαχείων για τη μεσολάβηση πώλησης αυτών.

β) Για επιχειρήσεις που τηρούν ακριβή βιβλία και στοιχεία πρώτης κατηγορίαςτου Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, τα ακαθάριστα έσοδα εξευρίσκονται με τηνπροσθήκη του μικτού κέρδους στο συνολικό κόστος των εμπορεύσιμων αγαθών,χωρίς φόρο προστιθέμενης αξίας, τα οποία αγοράστηκαν μέσα στη χρήση ή τωνέντοκωνπροϊόντων που εχουν παραχθεί από τις πρώτες και βοηθηηκές ύλες πουαγοράστηκαν μέσα στην ιδια4Ιό χρήση.

Το μικτό εμπορικό ή βιομηχανικό κέρδος, κατά περίπτωση, βρίσκεται με σύγκριση των τιμών κτήσης και πώλησης των αγαθών που διατέθηκαν από την επιχείρηση. Σε περίπτωση που για την κρινόμενηεπιχείρηση δεν υπάρχουν τέτοια στοιχεία, λαμβάνεται υπόψη ο συντελεστής μικτού κέρδους άλλων ομοειδών επιχειρήσεων. `Όταν το μικτά κέρδος καθορίζεται από το Υπουργείο Εμπορίου, προκειμένου να προσδιοριστούν τα ακαθάριστα έσοδα, ως ποσοστό μικτού κέρδους λαμβάνεται το ανώτατο όριο του συντελεστή που έχει καθοριστεί από το Υπουργείο αυτό.Σε περίπτωση που το Υπουργείο Εμπορίου έχει καθορίσει δραχμικό μικτό κέρδος γίνεται αναγωγή αυτού σε ποσοστιαίο. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, θεωρείται ότι τα εμπορεύσιμα αγαθά πουλήθηκαν όλα μέσα στη χρήση και ότι οι πρώτες και βοηθητικές ύλες μεταποιήθηκαν και πουλήθηκαν μέσα στη χρήση ως έτοιμα προϊόντα, ανεξάρτητα από το αν η διάθεσή τους γίνεται χονδρικώς ή λιανικώς. Στις επιχειρήσεις που αρχίζουν για πρώτη φορά τις εργασίες τους και εφόσον το επόμενο έτος συνεχίζουν να τηρούν βιβλία πρώτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, θεωρείται ότι πουλήθηκαν μέσα στη χρήση από τα εμπορεύσιμα αγαθά, τόσα δωδέκατα αυτών όσοι οι μήνες της πραγματικής λειτουργίας της επιχείρησης. Τμήμα του μήνα λογίζεται ως ακέραιος μήνας.

Το υπόλοιπο ποσό προστίθεται στις αγορές του αμέσως επόμενου έτους και λογίζεται ως αγορά του έτους αυτού. Σε περίπτωση αλλαγής της κατηγορίας των βιβλίων και στοιχείων που τηρούνται από την επιχείρηση:

αα) Από την πρώτη στη δεύτερη κατηγορία, τα ακαθάριστα έσοδα κατά τη διαχειριστική περίοδο, κατά την οποία τηρήθηκαν για πρώτη φορά βιβλία δεύτερης κατηγορίας, δεν μπορούν να υπερβούν τα ακαθάριστα έσοδα, τα οποία βρίσκονται με βάση τα αγορασθέντα εμπορεύσιμα αγαθά ή παραχθέντα έτοιμα προϊόντα μέσα σε αυτήν την περίοδο.

`Όταν όμως τα ακαθάριστα έσοδα αυτής της περιόδου του προκύπτουν με βάση τα δεδομένα των βιβλίων και στοιχείων, μειωμένα κατά τα ακαθάριστα έσοδα της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου, κατά την οποία είχαν τηρηθεί βιβλία πρώτης κατηγορίας, είναι μεγαλύτερα από τα ακαθάριστα έσοδα της ίδιας περιόδου πουβρίσκονται με βάση τα αγορασθέντα εμπορεύσιμα αγαθά ή παραχθέντα έτοιμα προϊόντα, τότε τα μεγαλύτερααυτά ακαθάριστα έσοδα θεωρούνται ως έσοδα της διαχειριστικής περιόδου, κατά την οποία τηρήθηκαν για πρώτη φορά βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.

ββ) Από την πρώτη στην τρίτη κατηγορία, τα ακαθάριστα έσοδα κατά την τελευταία, πριν από την αλλαγή της κατηγορίας των βιβλίων, διαχειριστική περίοδο βρίσκονται με βάση τα αγορασθέντα κατά την περίοδο αυτή εμπορεύσιμα αγαθά ή παραχθέντα έτοιμα προϊόντα, μειωμένα κατά την αξία των αγαθών που εμφανίζονται στην απογραφή έναρξης της διαχειριστικής περιόδου κατά την οποία έγινε η αλλαγή της κατηγορίας βιβλίων.

γγ) Από τη δεύτερη ή τρίτη στην πρώτη κατηγορία, τα ακαθάριστα έσοδα κατά τη διαχειριστική περίοδο, κατά την οποία τηρήθηκαν για πρώτη φορά βιβλία πρώτης κατηγορίας βρίσκονται με βάση την αξία των αγορασθέντων κατά την περίοδο αυτή εμπορεύσιμων αγαθών ή παραχθέντων προϊόντων, η οποία προσαυξάνεται με την αξία των εμπορεύσιμων αγαθών ήπαραχθέντων έτοιμων προϊόντων που αποδειγμένα δεν διατέθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν, εφόσον τηρήθηκαν βιβλία δεύτερης κατηγορίας ή που εμφανίζονται στην απογραφή, εφόσον τηρήθηκαν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων,

γ) Για επιχειρήσεις που δεν τηρούν βιβλία και στοιχεία του Κώδικα Βιβλίωνκαι Στοιχείων ή τα τηρούμενα είναι κατώτερα της προσήκουσας κατηγορίας ήανεπαρκή ή ανακριβή, τα ακαθάριστα έσοδα προσδιορίζονται εξωλογιστικά, μεβάση τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας για την έκταση της συναλλακτικής δράσης και τιςσυνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης.

Στην περίπτωση αυτή λαμβάνονται υπόψη οι αγορές, οι πωλήσεις και το μικτό κέρδος που εμφανίζει η επιχείρηση, το μικτό κέρδος που πραγματοποιείται από ομοειδείς επιχειρήσεις που λειτουργούν με παρόμοιες συνθήκες, το απασχολούμενο προσωπικό, το ύψος των κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί, καθώς και των ίδιων κεφαλαίων κίνησης, το ποσό των δανείων και των πιστώσεων, το ποσό των εξόδων παραγωγής και διάθεσης τωνεμπορευμάτων, των εξόδων διαχείρισης και γενικά κάθε επαγγελματική δαπάνη.

Ειδικά, στην περίπτωση που κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί απόκρυψηφορολογητέας ύλης ή/και μη έκδοση στοιχείων ή/και έκδοση πλαστών εικονικώνστοιχείων που συνεπάγονται το χαρακτηρισμό των βιβλίων ως ανακριβών, τοσχετικό ποσό που προκύπτει, το οποίο σε περίπτωση επανάληψης των ως άνωπαραβάσεων μέσα στην ίδια διαχειριστική χρήση διπλασιάζεται, προστίθεται σταακαθάριστα έσοδα των βιβλίων και το άθροισμα προσαυξάνεται κατά ένα ποσοστό,ως ακολούθως:

α) κατά τέσσερα τοις εκατό (4%), εάν το ποσό της απόκρυψης της φορολογητέαςύλης που προκύπτει από τους ως άνω λόγους δεν υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό(5%) της δηλωθείσας και σε ποσό τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ,

β) κατά οκτώ τοις εκατό (8%), εάν το ποσό υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό(5%) της δηλωθείσας και σε ποσό τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε:

με την παρ.1άρθρ.10 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

με  παρ.2 άρθρου 22 Ν. 3259/2004,ΦΕΚ Α 149 με την οποία και καταργήθηκαν από την έναρξη ισχύος τους τα άρθρα 16 έως και 25 Ν.3220/2004

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με με την παρ.2 άρθρου 22Ν. 3259/2004,ΦΕΚ Α 149.

3. Στις περιπτώσεις β` και γ` της προηγούμενης παραγράφου, η κρίση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας για τον προσδιορισμό των ακαθάριστων εσόδων πρέπει να μην απέχει από τα δεδομένα της κοινής πείρας.

4. Ειδικά η αξία παραγγελιών λουλουδιών, η οποία διακανονίζεται με τη μεσολάβηση επιτηδευματιών ή άλλων προσώπων, συνιστά πώληση αγαθών για τον, ανθοπώλη που εκτελεί την παραγγελία, μειωμένηαυτά τα ποσά προμηθειών.

5. Όταν αγαθά που έχει πωλήσει ελληνική επιχείρηση σε φυσικό ή νομικόπρόσωπο ή νομική οντότητα, ή σε αντιπρόσωπο ή υπεργολάβο αυτών, που είναικάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναι εγκατεστημένος σεκράτος που περιλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 τουάρθρου 51Α ή σε κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς όπως ορίζεται στηνπαράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, χωρίς τα προϊόντα να έχουν μεταφερθεί εκτόςΕλλάδος και στη συνέχεια μεταπωλούνται σε άλλη ελληνική επιχείρηση σε τιμήμεγαλύτερη από αυτή της πρώτης συναλλαγής, η επιπλέον διαφορά του τιμήματοςπου προκύπτει θεωρείται ακαθάριστο έσοδο της ελληνικής πωλήτριας επιχείρησης.Επίσης, αν ελληνική επιχείρηση πωλεί σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομικήοντότητα, ή σε αντιπρόσωπο ή υπεργολάβο αυτών, που είναι κάτοικος ή έχει τηνκαταστατική ή πραγματική έδρα ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος πουπεριλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 51Α ήσε κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς όπως ορίζεται στην παράγραφο 7του ίδιου άρθρου αγαθά σε τιμή μικρότερη από αυτή στην οποία πωλεί τα ίδιαεμπορεύματα σε ημεδαπή ή αλλοδαπή επιχείρηση, η χαμηλή τιμή δεν αναγνωρίζεταικαι η επιπλέον διαφορά που προκύπτει προστίθεται στα ακαθάριστα έσοδα τηςελληνικής επιχείρησης.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για συναλλαγές στις οποίεςαντισυμβαλλόμενος είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, που είναι κάτοικος ή έχειτην καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος που υπόκειται σεπρονομιακό φορολογικό καθεστώς, και ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότι πρόκειται για πραγματικέςκαι συνήθεις συναλλαγές που δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ή εισοδημάτων ήκεφαλαίου με σκοπό τη φοροαποφυγή ή φοροδιαφυγή.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.1 άρθρου 11Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α`58 ,τροποποιήθηκε με την παρ.11 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Άρθρο 31
Λογιστικός προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος

1. Το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία με την απλογραφική ήδιπλογραφική μέθοδο εξευρίσκεται λογιστικώς με έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, των ακόλουθων εξόδων, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 51Α και 51Β του παρόντος

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1 άρθρ.5 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002,  με τηνπαρ.6α άρθρ.11 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε άρθρου 11παρ.10 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

α) των γενικών εξόδων διαχείρισης, στα οποία περιλαμβάνονται,: .

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.8 άρθρ.17Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011,με την παρ.12 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

αα) Τα έξοδα μισθοδοσίας και αμοιβής του προσωπικού, εφόσον έχουν καταβληθεί ή βεβαιωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α. ή άλλου ασφαλιστικού οργανισμού, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής τηςκατάστασης φορολογικής αναμόρφωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 3του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 εκτός αν από την κείμενη νομοθεσίαπροβλέπεται μερική ή ολική απαλλαγήαπό την υποχρέωση για την καταβολή εισφορών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.13 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Η υπηρεσία που διενεργεί το φορολογικό έλεγχο, τακτικό ή προσωρινό,υποχρεούται, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του, να ενημερώσει τον αρμόδιοασφαλιστικό οργανισμό σχετικά με την απόδοση ή μη των ασφαλιστικών εισφορών.Η παραβίαση της υποχρέωσης του προηγούμενου εδαφίου συνιστά πειθαρχικόαδίκημα που τιμωρείται κατά τις οικείες διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου. Οιδαπάνες μισθοδοσίας δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση αν δεν έχουν εξοφληθείμέσω επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών ή επιταγών που εξοφλούνται μέσωτων ίδιων λογαριασμών.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ηεφαρμογή τωνδιατάξεων των προηγούμενων εδαφίων, η διαδικασία της εξόφλησης των δαπανώνμισθοδοσίας, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή τωνδιατάξεων του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2άρθρο 11Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α`58/23.4.2010.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.14 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Επίσης, οι μισθοί και οι κάθε είδους απολαβές των εταίρων των εταιριώνπεριορισμένης ευθύνης και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά για τις υπηρεσίες που παρέχουνστις εταιρίες έχουν ασφαλιστεί σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισμό ήταμείο.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.15 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Από τα ακαθάριστα έσοδα των υποχρέων της παραγράφου 4 του άρθρου 2 δενεκπίπτουν οι μισθοί και οι κάθε είδους απολαβές των εταίρων ή μελών τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρ.5 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

ββ) Το τεκμαρτό ενοίκιο των ακινήτων που ανήκουν στον επιχειρηματία και χρησιμοποιούνται από την επιχείρηση, εφόσον αυτό υπολογίστηκε στο εισόδημα από ακίνητα.

γγ) Τα ποσά που καταβάλλονται λόγω δωρεάς στο Δημόσιο, τους οργανισμούςτοπικής αυτοδιοίκησης, το Εθνικό Ταμείο Κοινωνικής Συνοχής(Ε.ΤΑ.Κ.Σ.)”τα ημεδαπά ανώταταεκπαιδευτικά ιδρύματα, τα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία πουείναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό,καθώς και το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρ.5Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3775/2009(ΦΕΚ Α 122/21.7.2009)

Η αξία των ειδών διατροφής που δωρίζονται από επιχειρήσεις, οι οποίες παράγουν ήεμπορεύονται τέτοια αγαθά, προς το κοινωφελές ίδρυμα με την επωνυμία”ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ – ΙΔΡΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ” (ΦΕΚ 540 Β`/1995).Για την εφαρμογή του προηγούμενη εδαφίου, ως αξία των δωριζομένων ειδών διατροφήςλαμβάνεται το κόστος απόκτησης ή παραγωγής τους, κατά περίπτωση και είναι απαραίτητη ηέκδοση του «προβλεπόμενου» στοιχείου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1 άρθρ.10 Ν.2515/1997 Α 154, με την παρ.16 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Η αξία των κινητών μνημείων, όπως αυτά ορίζονται από την κείμενη νομοθεσία, πουμεταβιβάζονται λόγω δωρεάς στο Δημόσιο ή σε μουσεία αναγνωρισμένα από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού σύμφωνα με την ίδια νομοθεσία.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.17.α. άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Σε περίπτωση μεταβίβασης στο Δημόσιο η αποδοχή της δωρεάς γίνεται μεκοινή απόφαση των Υπουργών [Οικονομίας και ] Οικονομικών καιύστερα από γνώμη του αρμόδιου γνωμοδοτικού Συμβουλίου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και μετά από χρηματική αποτίμηση της αξίας των μνημείων απόειδική εκτιμητική επιτροπή και αποδοχή της αξίας από τον δωρητή.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.17.β. άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Η απόφαση αυτή περιλαμβάνει τα στοιχεία του δωρητή, την περιγραφή και τηχρηματική αποτίμηση του μνημείου. Τα μνημεία κατατίθενται σε κρατικάμουσεία. Σε περίπτωση μεταβίβασης λόγω δωρεάς σε μουσεία που δεν ανήκουνστο Δημόσιο η αποδοχή της δωρεάς γίνεται μετά από χρηματική αποτίμησητων μνημείων από την ειδική εκτιμητική επιτροπή του έκτου εδαφίου τουπαρόντος. Το ποσό που αφαιρείται δεν μπορεί να υπερβεί ποσοστό 15% τουσυνολικού καθαρού εισοδήματος ή κερδών που προκύπτουν από τον ισολογισμότης διαχειριστικής περιόδου από τα ακαθάριστα έσοδα της οποίας εκπίπτει.Σε περίπτωση που η έκδοση της απόφασης της ειδικής εκτιμητικής επιτροπήςγίνεται σε μεταγενέστερη χρήση από αυτή της δωρεάς, το ποσό τουπροηγούμενου εδαφίου εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της διαχειριστικήςπεριόδου μέσα στην οποία εκδίδεται η απόφαση αυτή.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1 άρθρ.47 Ν.3028/2002,ΦΕΚ Α 153/28.6.2002.

Η αξία των ιατρικών μηχανημάτων και των ασθενοφόρων αυτοκινήτων, που μεταβιβάζονται λόγω δωρεάς στα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.

Η αξία των κινητών πραγμάτων, εφόσον υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) ευρώσυνολικά ανά έτος, των κατοικιών και των κάθε είδους εγκαταστάσεων πουδωρίζουν οι επιχειρήσεις από 1.1.2008 έως 31.12.2009 στο Ειδικό ΤαμείοΑντιμετώπισης Έκτακτων Αναγκών (Ε.Τ.Α.Ε.Α.), που συστάθηκε με την παράγραφο1 του άρθρου 2 της από 29.8.2007 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου, πουκυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3624/2007 (ΦΕΚ 289 Α`).Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και για δωρεές πουπραγματοποιούνται προς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και μόνιμουςκατοίκους των περιοχών που επλήγησαν από τις πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν κατάτο έτος 2007.Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ο τρόποςυπολογισμού της αξίας των κινητών πραγμάτων, των κατοικιών και των κάθεείδους εγκαταστάσεων που δωρίζονται, τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία καικάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 19 παρ.4 Ν.3756/2009,ΦΕΚ Α 53/31.1.2009.

Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται μέχρι ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) τουσυνολικού καθαρού εισοδήματος ή των κερδών που προκύπτουν από ισολογισμούς,λόγω δωρεάς προς τα κοινωφελή ιδρύματα, τα σωματεία μη κερδοσκοπικούχαρακτήρα που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τουςιερούς ναούς, τις ιερές μονές του Αγίου Όρους, το Οικουμενικό ΠατριαρχείοΚωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, την ΙεράΜονή Σινά, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπαδημοσίου δικαίου, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόμιμαέχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς,τους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς που συστάθηκαν και διέπονται απότις διατάξεις του ν. 1514/1985 (ΦΕΚ 13 Α) και του ν. 3653/2008 (ΦΕΚ 49 Α),καθώς και τα ερευνητικά κέντρα που αποτελούν ημεδαπά νομικά πρόσωπα ιδιωτικούδικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και έχουν συσταθεί νόμιμα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3βάρθρο 11Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α`58/23.4.2010.

Πολιτιστικοί σκοποί είναι ιδίως, η καλλιέργεια, η προαγωγή και διάδοση των γραμμάτων,της μουσικής, του χορού, του θεάτρου, του κινηματογράφου, της ζωγραφικής, της γλυπτικής και των τεχνών γενικότερα, καθώς και η ίδρυση, επέκταση και συντήρηση των αναγνωρισμένων ιδιωτικών μουσείων, όπως τέχνης, φυσικής ιστορίας, εθνολογικών καιλαογραφικών.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και «Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμούκαι Αθλητισμού»μετά από έλεγχο του Υπουργείου«Παιδείας καιΘρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού» τα νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν πολιτιστικούςσκοπούς για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.17.γ. άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Τα ποσά των δωρεών και των χορηγιών αυτής της υποπερίπτωσης λαμβάνονταιυπόψη μόνο εφόσον έχουν κατατεθεί σε λογαριασμό του νομικού προσώπου πουτηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.18 άρθρου 3 Ν. 4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.Ισχύς από το οικον.έτος 2014 (χρήση 2013) και μετά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.3αάρθρο 11Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α`58/23.4.2010.

Τα χρηματικά ποσά αυτών των δωρεών και χορηγιών δεν πρέπει να έχουν εκπέσει με βάση άλλη διάταξη του παρόντος.

Το συνολικό ποσό των δωρεών που εκπίπτουν δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των καθαρών κερδών που προκύπτουν πριν από την αφαίρεση αυτών των ποσών από τα ακαθάριστα έσοδα της οικείας διαχειριστικής περιόδου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.4 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000.ΒΛ. Έναρξη ισχύος άρθρο 50 του αυτού νόμου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.3αάρθρο 11Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α`58/23.4.2010.

δδ) Τα ασφάλιστρα που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις για ομαδική ασφάλιση ζωήςτου εργατοϋπαλληλικού προσωπικού τους, στην έννοια της οποίαςσυμπεριλαμβάνεται και η χορήγηση εφάπαξ ποσού ή περιοδικά καταβαλλόμενηςπαροχής σε χρήμα μετά το χρόνο της πρόωρης ή κανονικής συνταξιοδότησης τουανωτέρω προσωπικού, καθώς και η κάλυψη θανάτου ή κατά κινδύνων τυχαίωνσυμβεβηκότων.

Το ποσό της έκπτωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβεί για καθέναν από τουςασφαλιζόμενους τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια της διάταξης αυτής δεν παρέχουν δικαίωμα λήψης δανείου της επιχείρησης ή των ασφαλιζομένων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.14 άρθρ.14 Ν.2459/1997 αντικαταστάθηκε πάλι με την με την παρ.4 άρθρ.5 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 άρθρ.9 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

εε. Του ποσού της δαπάνης των εισφορών που καταβάλλονται σε ταμεία ασφάλισης, εφόσον ηκαταβολή τους είναι υποχρεωτική από το νόμο, καθώς και το ποσό των καταβαλλόμενωνεισφορών στις περιπτώσεις προαιρετικής ασφάλισης σε ταμεία που έχουν συσταθεί με νόμο.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 3 παρ.45 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

β) Των δαπανών για τη συντήρηση και επισκευή των επαγγελματικών γενικά εγκαταστάσεων, μηχανημάτων και αυτοκινήτων οχημάτων.

Ειδικά για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης με κυλινδρισμό μέχρι χίλιαεξακόσια (1.600) κυβικά εκατοστά, εκπίπτουν οι δαπάνες συντήρησης, επισκευής,κυκλοφορίας και αποσβέσεων και τα μισθώματα που καταβάλλονται σε εταιρείαχρηματοδοτικής μίσθωσης ή οποιονδήποτε τρίτο, σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό(70%) του ύψους αυτών, εφόσον τα αυτοκίνητα αυτά χρησιμοποιούνται για τιςανάγκες της επιχείρησης. Για αυτοκίνητα μεγαλύτερου κυβισμού εκπίπτει, με τιςίδιες προϋποθέσεις, ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) των πιο πάνωδαπανών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.5 άρθρο 11Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α`58/23.4.2010.

Ο περιορισμός αυτός δεν εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που ασχολούνται με την εκμίσθωση επιβατικώναυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, καθώς και στις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τα αυτοκίνητά τους αποκλειστικά για την εκπαίδευση υποψηφίων οδηγών.

γ) της αξίας των πρώτων και βοηθητικών υλών που χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και των άλλων εμπορεύσιμων αγαθών, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ειδικέςδαπάνες επεξεργασίας, αποθήκευσης, μεταφοράς, ασφάλειας κ.λπ.

Ειδικά για τις επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία «με την απλογραφική μέθοδο, όταν δεν διενεργούν απογραφή, ωςαπογραφή λήξης της διαχειριστικής περιόδου λαμβάνεται ποσοστό δέκα τοιςεκατό (10%) επί των αγορών της περιόδου αυτής και ως απογραφή έναρξηςποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί των αγορών της προηγούμενης διαχειριστικήςπεριόδου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με τηνπαρ.19 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Αν προαιρετικά έχει διενεργηθεί απογραφή έναρξης και λήξης, γιατον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένααυτών, με την προϋπόθεση ότι θα συνεχισθεί η σύνταξη των απογραφών για μίατριετία από τη σύνταξη της πρώτης προαιρετικής απογραφής λήξης. Αν δεντηρηθεί η υποχρέωση αυτή, επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από τις διατάξειςτου Ν. 2523/1997 κυρώσεις για τη μη σύνταξη απογραφής..

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.5 άρθρ.5 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

Οι δαπάνες της περίπτωσης αυτής δεν αναγνωρίζονται όταν καταβάλλονται ήοφείλονται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα της οποίας ηδραστηριότητα στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαντλήθηκε στην τιμολόγηση της καιη παράδοση των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών διενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο εκτός εάν πρόκειται για πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές κατά το μέρος που αντιστοιχούν σετιμές εντός του εύρους των τιμών της ημέρας συναλλαγής, οι οποίες τιμές διαμορφώνονται σεχρηματιστήρια εμπορευμάτων ή σε οργανωμένες χρηματιστηριακές αγορές.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 50 παρ.2.β Ν.4250/2014,ΦΕΚ Α 74/26.3.2014.

δ) Των δεδουλευμένων κάθε είδους τόκων δανείων ή πιστώσεων, γενικά, τηςεπιχείρησης. Εξαιρούνται:

αα) οι τόκοι υπερημερίας λόγω οφειλής φόρων, τελών, εισφορών και προστίμωνπρος το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,

ββ) οι τόκοι δανείου που λαμβάνεται για την αγορά μετοχών ημεδαπών ήαλλοδαπών εταιρειών, εταιρικών μερίδων και γενικά επιχειρήσεων, όταν οι πιοπάνω συμμετοχές μεταβιβάζονται εντός δύο (2) ετών από το χρόνο απόκτησηςτους,

γγ) οι τόκοι δανείου που λαμβάνεται για την αγορά μετοχών ή μερίδων σεοποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, που είναι κάτοικος ή έχει τηνκαταστατική ή πραγματική έδρα ή είναι εγκατεστημένος σε κράτος πουπεριλαμβάνεται στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 51Α ήσε κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς όπως ορίζεται στην παράγραφο 7του ίδιου άρθρου, καθώς και οι τόκοι που καταβάλλονται στις εταιρείες αυτές,

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.7 άρθρου 11 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58,  με την παρ.3 άρθρ.17 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66), με την παρ.13 άρθρου 11 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

ε) Των ποσών των κάθε είδουςφόρων, τελών και δικαιωμάτων, που βαρύνουν την επιχείρηση. Ως χρόνος έκπτωσης λογίζεται ο χρόνος της καταβολής αυτών υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων.Δεν εκπίπτουν οι τυχόν καταβαλλόμενοι από την επιχείρηση κάθε είδους φόροι πουβαρύνουν τρίτους, με εξαίρεση τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών που επιβάλλεται επίτων πάσης φύσεως ωφελειών από μετοχικού τίτλους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε την παρ.12 άρθρ.4 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

Επίσης, δεν εκπίπτουν οι ακόλουθοι φόροι, τέλη και εισφορές που βαρύνουν την επιχείρηση: αα)ο φόρος υπεραξίας λόγω αναπροσαρμογής της αξίας των ακινήτων που προβλέπεται από τηνπαράγραφο 3 του άρθρου 24 του ν. 2065/1992 (ΑΊ13), ββ) ο φόρος ακίνητης περιουσίας τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 50 του ν. 3842/2010 (Α` 58), γγ) το ενιαίο τέλος ακινήτων τηςπαραγράφου 3 του άρθρου 15 του ν. 3634/2008 (Α` 9), δδ) το τέλος επιτηδεύματος του άρθρου31 του ν. 3986/ 2011 (Α`152), εε) το έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούμενων δομημένωνεπιφανειών του άρθρου 53 του ν. 4021/2011 (Α` 218), ζζ) η έκτακτη εισφορά του πέμπτουάρθρουτου ν. 3845/2010 (Α` 65), ηη) η έκτακτη εισφορά του άρθρου 2 του ν. 3808/2009 (Α` 227) καιθθ) η έκτακτη εισφορά ακινήτων του άρθρου 3 του ν. 3808/ 2009.

ιι) ο φόρος του παρόντος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 4 άρθρου 321 Ν.4072/2012,ΦΕΚ Α 86/11.4.2012,με την παρ.20 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α17/23.1.2013.

Στην περίπτωση που οι ανωτέρω φόροι επαναχρεώνονται στην αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση,εκπίπτουν ως δαπάνη της επιχείρησης που τους επαναχρεώνει εφόσον έχουν αποτελέσει έσοδοφορολογητέο για αυτήν. Ειδικά η έκτακτη ειδική εισφορά αλληλεγγύης του ν. 4093/2012 (Α` 222)εκπίπτει ισόποσα μέσα σε μία πενταετία. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου ισχύουν από τηνέναρξη ισχύος του ν. 4093/2012.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.21 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

στ) Τα ποσά των αποσβέσεων για τα ενσώματα ή άυλα πάγια περιουσιακά στοιχεία τηςοικονομικής μονάδας.

αα) Αποσβέσιμο πάγιο περιουσιακό στοιχείο είναι το λειτουργικό ή μη λειτουργικό, ενσώματο ήάυλο στοιχείο, που αποκτάται από την οικονομική μονάδα και έχει ωφέλιμη διάρκεια ζωήςπεριορισμένη, αλλά μεγαλύτερη από ένα έτος.

ββ) Η διενέργεια των αποσβέσεων είναι υποχρεωτική. Υπόχρεες είναι οικονομικές μονάδες, οιοποίεςέχουν στην κυριότητα τους πάγια περιουσιακά στοιχεία, ανεξαρτήτως αν τα χρησιμοποιούν, ταεκμισθώνουν ή τα εκμεταλλεύονται με οποιοδήποτε τρόπο.

γγ) Οι αποσβέσεις διενεργούνται με τη μέθοδο σταθερής απόσβεσης επί της αξίας κτήσης τωνπάγιων περιουσιακών στοιχείων, προσαυξημένης με τις δαπάνες προσθηκών και βελτιώσεων.

Οι συντελεστές απόσβεσης ανά πάγιο περιουσιακό στοιχείο και κλάδο οικονομικήςδραστηριότητας, σύμφωνα με την ταξινόμηση NACE rev2, έχουν ως εξής:

01. Για όλους τους κλάδους:

Εδαφικές εκτάσεις: 0%

Κτιριακές εγκαταστάσεις, γραφεία, οικίες, βιομηχανοστάσια, αποθήκες σταθμοί, μη κτιριακέςεγκαταστάσεις και ειδικές εγκαταστάσεις, κατασκευές, εξοπλισμός και ειδικά οχήματαφορτοεκφόρτωσης: 4%

Μηχανήματα, εξοπλισμός (εκτός Η/Υ και λογισμικού), μέσα μεταφοράς ατόμων, άυλα στοιχεία,δικαιώματα, έξοδα πολυετούς απόσβεσης και λοιπά πάγια στοιχεία:10%.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 64 παρ.1 Ν.4170/2013,ΦΕΚ Α163/12.7.2013.

Εξοπλισμός Η/Υ (κύριος και περιφερειακός) και λογισμικό: 20%

Μέσα μεταφοράς φορτίων: 12%

02. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω ισχύουν τα εξής:

Εδαφικές εκτάσεις για τον τομέα Β (Ορυχεία-Λατομεία), πλην του Β.09 (Υποστηρικτικέςδραστηριότητες εξόρυξης): 5%

Μέσα μεταφοράς ατόμων για τους τομείς Ν77.11 (Ενοικίαση και εκμίσθωση αυτοκινήτων καιελαφρών μηχανοκίνητων οχημάτων) και 085 (Εκπαίδευση) και μέσα μεταφοράς φορτίων για τοντομέα Ν77.12 (Ενοικίαση και εκμίσθωση φορτηγών): 20%

Λοιπά μέσα μεταφοράς για τους τομείς Η49.1 (Υπεραστικές σιδηροδρομικές μεταφορές επιβατών),Η49.2 (Σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων), Η50 (Πλωτές μεταφορές) και Η51 (Αεροπορικέςμεταφορές) – Για τρένα, πλοία και πλωτά μέσα και αεροσκάφη, αντιστοίχως: 5%.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την περ.6 της υποπαρ. Δ.2 της παρ.Δτουάρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

δδ) Ο υπολογισμός των αποσβέσεων γίνεται σε ετήσια βάση. Δεν επιτρέπεται η μεταφοράαποσβενόμενων ποσών μεταξύ οικονομικών χρήσεων. Για τα νέα πάγια περιουσιακά στοιχεία ηαπόσβεση αρχίζει από το μήνα κατά τον οποίο αυτά άρχισαν να χρησιμοποιούνται ή τέθηκαν σελειτουργία και υπολογίζεται σε τόσα δωδέκατα, όσοι και οι μήνες μέχρι το τέλος της διαχειριστικήςχρήσης.

εε) Οι αποσβέσεις που διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος δεν δύνανται ναυπερβούν την αξία κτήσης ή την αναπροσαρμοσμένη αξία του αποσβεστέου πάγιου περιουσιακούστοιχείου. Πάγια στοιχεία των οποίων η αξία κτήσης του καθενός είναι μέχρι χίλια πεντακόσια(1.500) ευρώ, μπορούν να αποσβεσθούν εξ ολοκλήρου μέσα στη χρήση κατά την οποία αυτάχρησιμοποιήθηκαν ή τέθηκαν σε λειτουργία. Η ως άνω αξία δύναται να αναπροσαρμόζεται ανάπενταετία από την έναρξη ισχύος της παρούσης διάταξης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικώνκαι σε ποσοστό που δεν θα υπερβαίνει την αντίστοιχη για την ίδια περίοδο μεταβολή του ΔείκτηΤιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία (Κλάδος 055 – «Ενδιάμεσα και Κεφαλαιουχικά Αγαθά»), όπωςανακοινώνεται από την ΕΛ.ΣΤΑΤ.

στστ) Ειδικά οι επιχειρήσεις που μέχρι 31.12.2012 χρησιμοποιούσαν τη μέθοδο φθίνουσαςαπόσβεσης, όπως αυτή ορίζεται στο π.δ. 299/2003 (Α 255) και κατά την ως άνω ημερομηνία είχαναποσβέσει περισσότερο από 50% της αρχικής αξίας του πάγιου περιουσιακού στοιχείου,υποχρεούνται να μεταβούν στο νέο σύστημα που ορίζεται στον παρόντα νόμο. Στις υπόλοιπεςπεριπτώσεις οι επιχειρήσεις δύνανται να επιλέξουν τη διατήρηση του τρέχοντος καθεστώτος, μέχριτη χρήση που η απόσβεση θα υπερβεί το 50% της αξίας του πάγιου περιουσιακού στοιχείου, οπότεκαι αυτές μεταβαίνουν στη μέθοδο του εδαφίου (iii). Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής αυτήςπεριόδου, οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τους συντελεστές απόσβεσης του εδαφίου (iii),πολλαπλασιαζόμενους με συντελεστή δύο (2).

ζζ) Ειδικά οι νέες επιχειρήσεις, δύνανται για τις τρεις (3) πρώτες διαχειριστικές περιόδους ναδιενεργούν αποσβέσεις με μηδενικό συντελεστή για όλα τα πάγια περιουσιακά στοιχεία. Ταπαραπάνω εφαρμόζονται και για τη δαπάνη που καταβάλλει επιχείρηση, για την κατασκευή μηιδιόκτητου δικτύου σύνδεσης του σταθμού αυτοπαραγωγής ή ανεξάρτητης παραγωγής μέχρι τοδίκτυο της Δ.Ε.Η..

ηη) Ειδικά οι επιχειρήσεις που εκμισθώνουν κτίριο που έχει ανεγερθεί σε έδαφος τους αποκλειστικάμε δαπάνες του μισθωτή εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα τους τις αποσβέσεις πουπροβλέπονται στην περίπτωση αυτή.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε μετην παρ.22 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

θθ. Τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, καθώς και οι δημόσιοι ερευνητικοί και τεχνολογικοίφορείς της χώρας διενεργούν το σύνολο των αποσβέσεων επί του εξοπλισμού, των οργάνων καιτων λοιπών παγίων στοιχείων, που αποκτώνται και χρησιμοποιούνται για την επιδίωξηεκπλήρωσης του σκοπού τους, με τη σταθερή μέθοδο απόσβεσης και εντός τριών ετών από τηναπόκτηση τους ή εφόσον αποκτώνται για την υλοποίηση χρηματοδοτούμενου από δημόσιους ήκοινοτικούς πόρους ερευνητικού έργου συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας αποσβένονται κατά τηδιάρκεια υλοποίησης του ερευνητικού έργου και μέχρι τη λήξη αυτού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 Ν.4146/2013,ΦΕΚ Α 90/18.4.2013.

ζ) Των μαθηματικών αποθεμάτων των ασφαλιστικών εταιριών, καθώς και των αποθεματικών για την αποκατάσταση του ενεργητικού που, με βάση σύμβαση, θα περιέλθει μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου στοΔημόσιο ή σε τρίτους.

η) Της ζημίας που πραγματοποιήθηκε από φθορά, Απώλεια ή υποτίμηση κεφαλαίου. Προκειμένου για ακίνητα, για τον υπολογισμό της ζημίας αυτών, ως τιμή πώλησης δεν δύναται να ληφθεί ποσό μικρότερο της αξίας, όπως αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις περί φορολογίας μεταβιβάσεως ακινήτων.Ειδικά, η αναπόσβεστη αξία κατεδαφισθέντων κτηρίων της επιχείρησης δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα αυτής.«θ) Του ποσού των προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων. Το ποσό τηςπρόβλεψης αυτής υπολογίζεται σε ποσοστό ” ένα ” τοις εκατό (1%) επί τηςαναγραφόμενης αξίας στα τιμολόγια πώλησης ή παροχής υπηρεσιών προς«επιχειρήσεις», μετά την αφαίρεση: αα) των επιστροφών ή εκπτώσεων, ββ) τηςαξίας των πωλήσεων ή παροχής υπηρεσιών προς το Δημόσιο, δήμους καικοινότητες, δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς ή επιχειρήσεις κοινήςωφέλειας και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και γγ) του ειδικού φόρουκατανάλωσης πετρελαιοειδών, του φόρου κατανάλωσης καπνού και λοιπών φόρωνπου εμπεριέχονται στην τιμή πώλησης.

Οι ανώνυμες χρηματιστηριακές εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιώνυπολογίζουν την πρόβλεψη επί της αξίας της προμήθειας που αναγράφεται σταπινακίδια, τα οποία εκδίδουν προς «επιχειρήσεις» ή ιδιώτες, και με τηνπροϋπόθεση ότι σε αυτά αναγράφονται τα στοιχεία, που ορίζονται από τιςδιατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 άρθρου 8Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

Ειδικά για τις επιχειρήσεις σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, τιςεπιχειρήσεις ύδρευσης – αποχέτευσης, τις επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικήςενέργειας, τις επιχειρήσεις εκμετάλλευσης συνδρομητικών τηλεοπτικών σταθμών,καθώς και τις επιχειρήσεις διανομής και παροχής φυσικού αερίου, το ποσό τηςπρόβλεψης υπολογίζεται με ποσοστό ένακαι μισό τοις εκατό (1,5%) επί τηςαξίας των αγαθών ή υπηρεσιών ή συνδρομητικών που αναγράφεται στα εκδιδόμενα,σύμφωνα με τις διατάξεις του «Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών»,στοιχεία προς «επιχειρήσεις» ή ιδιώτες, με εξαίρεση αυτά που εκδίδονται προς το Δημόσιο,δήμους [και κοινότητες], δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας καινομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε μετην παρ.23 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε μετην παρ.24 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε μετην παρ.25 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 της ΠΝΠ της 16.9.2009,ΦΕΚ Α 181/16.9.2009 ,το οποίο όμως στη συνέχεια ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο δεύτερο του κυρωτικού της Ν.3814/2010ΦΕΚ Α 3/12.1.2010.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρ.24Ν.3427/2005,ΦΕΚ Α 312/27.12.2005.

Ομοίως, υπολογίζεται πρόβλεψη με ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί τηςαναγραφόμενης στις αποδείξεις λιανικής πώλησης αξίας, η οποία προκύπτει απόλιανικές πωλήσεις διαρκών καταναλωτικών αγαθών με πίστωση πουπεριλαμβάνονται στους με αριθμό 501 503, 521 528 και 721 726 κωδικούς ειδώνκαι υπηρεσιών της έρευνας οικογενειακών προϋπολογισμών των ετών 1993 1994 τηςΕ.Σ.Υ.Ε., με την προϋπόθεση ότι στις αποδείξεις αυτές αναγράφεταιδιακεκριμένα το είδος, η ποσότητα και η αξία των συγκεκριμένων αγαθών.

Το ποσό των ως άνω προβλέψεων για κάθε διαχειριστική χρήση, συναθροιζόμενομε το ποσό της πρόβλεψης που έγινε σε προγενέστερες διαχειριστικές χρήσειςκαι η οποία εμφανίζεται στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησης, δεν μπορεί ναυπερβεί το ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του συνολικού χρεωστικούυπολοίπου του λογαριασμού «Πελάτες», όπως αυτό εμφανίζεται στην απογραφήτέλους χρήσης. Για τον υπολογισμό του χρεωστικού υπολοίπου των πελατών δενπεριλαμβάνονται τυχόν υπόλοιπα που αφορούν το Δημόσιο, δήμους [ή κοινότητες],δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και νομικάπρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.26 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Η έκπτωση της δαπάνης αυτής από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεωνεμφανίζεται στα τηρούμενα βιβλία αυτών σε ειδικό λογαριασμό «Προβλέψεις γιααπόσβεση επισφαλών απαιτήσεων.

Η σχηματιζόμενη ως άνω πρόβλεψη χρησιμοποιείται για την απόσβεση (διαγραφή)πελατών οι οποίοι είναι ανεπίδεκτοι είσπραξης.

Για τους πελάτες που διαγράφονται και για τους οποίους δεν έχουν ασκηθείένδικα μέσα, η επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί σε αυτούς ότι διέγραψετην επισφαλή απαίτησή της, εφόσον το ποσό της επισφαλούς απαίτησης, ανάπελάτη, υπερβαίνει τα χίλια (1.000) ευρώ.

Επίσης, για τους πελάτες των οποίων οι απαιτήσεις διεγράφησαν σύμφωνα με ταπιο πάνω, η επιχείρηση συντάσσει συγκεντρωτική κατάσταση με πλήρη στοιχείαγια τον καθένα, στην οποία αναγράφονται το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία, τοεπάγγελμα, η διεύθυνση, η δημόσια οικονομική υπηρεσία και ο αριθμόςφορολογικού μητρώου του πελάτη, καθώς και το διαγραφέν ποσό. Η πιο πάνωκατάσταση υποβάλλεται στην αρμόδια για τη φορολογία της επιχείρησης Δ.Ο.Υ.σε τρία (3) αντίγραφα, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, η οποία ορίζεται από τοάρθρο 10 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.27 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Πέραν της σχηματιζόμενης κατά τα ανωτέρω πρόβλεψης, κανένα άλλο ποσό δεναναγνωρίζεται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα για απόσβεση επισφαλώναπαιτήσεων. Εξαιρετικά, αν σε κάποια διαχειριστική χρήση το ποσό τωνπράγματι επισφαλών απαιτήσεων, για τις οποίες έχουν εξαντληθεί όλα τα ένδικαμέσα, είναι μεγαλύτερο εκείνου που προκύπτει από την εφαρμογή του αντίστοιχουποσοστού πρόβλεψης, το επιπλέον ποσό που δεν καλύπτεται από τη σχηματισθείσαπρόβλεψη, μπορεί να αποσβεσθεί στη διαχειριστική αυτή χρήση με οριστικέςεγγραφές.

Με την εξάντληση των ένδικων μέσων εξομοιούται η διαγραφή απαίτησης σύμφωναμε συμφωνία εξυγίανσης που επικυρώνεται από το πτωχευτικό δικαστήριο σύμφωναμε το έκτο κεφάλαιο του Πτωχευτικού Κώδικα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 13 παράγραφος 6 Ν.4013/2011,ΦΕΚ Α 204/15.9.2011.

Το ποσό της πρόβλεψης που εμφανίζεται στο λογαριασμό 44.11 «Προβλέψεις γιαεπισφαλείς απαιτήσεις» δεν υπόκειται σε φορολογία εισοδήματος, εκτός και ανστο τέλος κάθε πενταετίας, αρχής γενομένης από τη διαχειριστική περίοδο 2005υφίσταται στον ως άνω λογαριασμό υπόλοιπο λόγω μη επαληθεύσεως τωνπροβλέψεων με επισφαλείς απαιτήσεις. Το υπόλοιπο αυτό ποσό μεταφέρεται σταακαθάριστα έσοδα της επόμενης διαχειριστικής περιόδου, υποκείμενο σεφορολογία με τις γενικές διατάξεις.»

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.8 άρθρ.5 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330,αντικαταστάθηκε πάλι με την παρ.3 άρθρ.9 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

 

Ειδικά για τον υπολογισμό των καθαρών κερδών των επιχειρήσεων πουεκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης επιτρέπεται για τηνκάλυψη επισφαλών απαιτήσεων πελατών τους να ενεργείται έκπτωση δύο τοιςεκατό (2%) επί των ακαθάριστων εσόδων τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με τοάρθρο 30 παρ.15 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

Ειδικά στις επιχειρήσεις επαγγελματιών πρακτόρων παιχνιδιών πρόγνωσης τηςεταιρείας «Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε.» (Ο.Π.Α.Π. Α.Ε)και της εταιρείας «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΙΠΠΟΔΡΟΜΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» (Ο.Δ.Ι.Ε.Α.Ε.), παρέχεται η δυνατότητα έκπτωσης για τις πραγματοποιούμενες πωλήσειςτους, ποσοστού με κλίμακα δύο τοις εκατό (2%) για αξίες μέχρι 700.000 ευρώ,ένα τοις εκατό (1 %) για αξίες από 700.001 έως 1.500.000 ευρώ και μισό τοιςεκατό (0,5%) για ποσά άνω των 1.500.001 ευρώ, ως ποσό πρόβλεψης επισφαλώναπαιτήσεων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.5 άρθρ.17Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

Ο συντελεστής του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης αυτής εφαρμόζεται και για τους ελεύθερουςεπαγγελματίες της παραγράφου 1 του άρθρου 48 ανεξάρτητα από την κατηγορία τήρησης βιβλίωντου Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε την παρ.28 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

ι) Των δικαιωμάτων ή αποζημιώσεων όπου καταβάλλονται σε επιχειρήσεις και οργανισμούς για τη χρησιμοποίηση τεχνικής βοήθειας, ευρεσιτεχνιών, σημάτων σχεδίων, μυστικών βιομηχανικών μεθόδων και τύπων, πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών δικαιωμάτων.

Όταν οι πιο πάνω αποζημιώσεις ή δικαιώματα καταβάλλονται σε αλλοδαπούςοργανισμούς ή αλλοδαπές επιχειρήσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων «των άρθρων 39, 39Α και 51 Β», του παρόντος Κώδικα”εκπίπτουν με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.3 άρθρ.78 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  μετην παρ.10 άρθρου 11Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

αα) Η υποχρέωση καταβολής να προκύπτει από έγγραφη σύμβαση και απόαντίστοιχο τιμολόγιο του αντισυμβαλλομένου.

ββ) Να έχει αποδοθεί στο Δημόσιο ο φόρος που ορίζεται από τις διατάξεις τηςπαραγράφου 6 του άρθρου 13 ή της οικείας διμερούς σύμβασης περί αποφυγής τηςδιπλής φορολογίας.

γγ) Σε περίπτωση μη καταβολής του ποσού εντός της οικείας διαχειριστικήςπεριόδου, αρκεί η πίστωση στο όνομα του αλλοδαπού δικαιούχου μέχρι τη λήξητης προθεσμίας κλεισίματος ισολογισμού της διαχειριστικής περιόδου στηνοποία αναφέρονται οι αποζημιώσεις ή τα δικαιώματα.

δδ) Σε περίπτωση που τα υπόψη ποσά καταβάλλονται από εμπορικές επιχειρήσειςκαι αφορούν σε σήματα, μεθόδους εμπορίας ή διανομής και άλλα συναφήδικαιώματα, αυτά να μην έχουν ενσωματωθεί στην τιμή πώλησης. Τα ανωτέρωεφαρμόζονται και για τον κλάδο εμπορίας των μικτών επιχειρήσεων.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ταδικαιολογητικά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή τωνδιατάξεων της περίπτωσης αυτής.

Τα αναγνωριζόμενα σε κάθε περίπτωση ποσοστά που καταβάλλονται δεν μπορεί ναείναι ανώτερα από το μέσο όρο των ποσοστών που καταβάλλονται απόεπιχειρήσεις του ίδιου ομίλου άλλων χωρών προς εταιρία του αυτού ομίλου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.10 άρθρ.9 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004 αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 19 Ν.3756/2009,ΦΕΚ Α 53/31.1.2009.

ια) Οι δαπάνες επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας κατά το χρόνο της πραγματοποίησηςτους, προσαυξημένες κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%). Ειδικά οι δαπάνες που αφορούνπάγιο εξοπλισμό, προκειμένου να προσαυξηθούν σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο,κατανέμονται ισόποσα στα επόμενα τρία (3) έτη. Τα κριτήρια χαρακτηρισμού των πιο πάνωδαπανών καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών καιΠαιδείας και θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις τηςπαραγράφου 3 του άρθρου 4 έχουν εφαρμογή για το υπόλοιπο ζημιών που προκύπτει μετά τηναφαίρεση του ως άνω ποσοστού.

Συγχρόνως, με την υποβολή της φορολογικής της δήλωσης, η επιχείρηση υποβάλλει στη ΓενικήΓραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού καιΑθλητισμού τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τις δαπάνες έρευνας και τεχνολογίας πουπραγματοποίησε. Ο έλεγχος και η πιστοποίηση των δαπανών αυτών διενεργούνται εντός χρονικούδιαστήματος έξι (6) μηνών. Μετά την άπρακτη παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας θεωρείται ότι οισχετικές δαπάνες έχουν εγκριθεί. Σε κάθε περίπτωση, το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων,Πολιτισμού και Αθλητισμού ενημερώνει σχετικά το Υπουργείο Οικονομικών, σύμφωνα με τηδιαδικασία που καθορίζεται στο προεδρικό διάταγμα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.8 άρθρ.9 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253,άρθρο 6 Ν.3775/2009,ΦΕΚ Α 122, άρθρο 17 παρ.7 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66 και την παρ.29 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 64 παρ.2 Ν.4170/2013,ΦΕΚ Α163/12.7.2013.

 

ιβ) Ειδικά τα έξοδα που πραγματοποιούν οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν.1665/1986 (ΦEK 194 A) για την αγορά ακινήτων, τα οποία θα αποτελέσουν αντικείμενο σύμβασης του ίδιου νόμου, μπορούν να αποσβένονται και ισόποσα, ανάλογα με τα έτη διάρκειας της σύμβασης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  μετην παρ.30 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013η οποία ισχύει από το οικον. έτος 2014 (χρήση 2013) και μετά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.18άρθρ.4 Ν.2753/1999 ΦΕΚ Α 249/17.11.1999

Οι εταιρείες που για πρώτη φορά εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπαμπορούν να εκπίπτουν τα έξοδα της περίπτωσης αυτής, καθώς και τα έξοδα τηςπερίπτωσης ια΄, ή αντίστοιχων εξόδων πολυετούς απόσβεσης που αναγνωρίζονταιως τέτοια βάσει νόμου, ανάλογα με τον υπολειπόμενο χρόνο από την αρχικήκαταχώρησή τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1άρθρ.13 Ν.3301/2004,ΦΕΚ Α 263/23.12.2004.

ιγ) Των δαπανών επισκευής και συντήρησης που πραγματοποιούνται σε μισθούμενα ακίνητα, κατά το χρόνο της πραγματοποίησης τους.

Τα ποσά των δαπανών για βελτιώσεις και προσθήκες σε μισθωμένα ακίνητα εκπίπτουνισόποσα από τα ακαθάριστα έσοδα των χρήσεων που διαρκεί η μίσθωση.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.4άρθρ.4 Ν.2753/1999 ΦΕΚ Α 249/17.11.1999

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5Ν.3763/2009,ΦΕΚ Α 80,ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕμετην παρ.31 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013,

ιδ) Των ποσών των δαπανών διαφημίσεων που βαρύνουν την επιχείρηση κατά το έτος της έκδοσης του προβλεπόμενου φορολογικού στοιχεία. Ειδικά τα ποσά των δαπανών, που υπόκεινται σε τέλος διαφημίσεων υπέρ δήμων και κοινοτήτων, δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνη της διαφημιζόμενης επιχείρησης, αν δεν αποδεικνύεται η καταβολή του τέλους που αναλογεί με τριπλότυπο είσπραξης του οικείου δήμου ή κοινότητας.

ιε) ….

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.32 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013

ιστ`Των μισθωμάτων που καταβάλλει ο μισθωτής στις εταιρείες του Ν.1665/1986 (ΦΕΚ 194 Α΄) ή σε αλλοδαπές εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, γιατην εκπλήρωση υποχρεώσεών του από συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης.”Εξαιρούνται τα μισθώματα που καταβάλλονται για ακίνητα κατά μέρος που αναλογούν στηναξία του οικοπέδου”.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.5άρθρ.4 Ν.2753/1999 ΦΕΚ Α 249/17.11.1999

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  μετην παρ.13 άρθρ.9 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

ιζ. Των ζημιών που προκύπτουν από συμβάσεις ή πράξεις επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, οι οποίες πραγματοποιούνται για κάλυψη κινδύνων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.8 άρθρ.16α Ν.2459/1997.

ιη) Των εξόδων για διοικητική υποστήριξη, οργάνωση, αναδιοργάνωση και για υπηρεσίες γενικά που παρέχονται στην επιχείρηση από επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο ημεδαπό ή αλλοδαπό όμιλο ή και από τρίτους για σκοπούς που σχετίζονται με τα γενικότερα συμφέροντα του ομίλου με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 39 και 39Α.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με τηνπαρ.11 άρθρου 11Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Τα έξοδα αυτά εκπίπτουν εφόσον και στο βαθμό που η πραγματοποίησή τουςσυμβάλλει στη δημιουργία εισοδήματος για την επιχείρηση. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης ι΄εφαρμόζονται ανάλογα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.11 άρθρ.9 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 19 Ν.3756/2009,ΦΕΚ Α 53/31.1.2009.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.14 άρθρ.4 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000.

ιθ) Των ποσών για την αγορά ηλεκτρονικών υπολογιστών και του λογισμικού (SOFTWARE)που παρέχονται στους υπαλλήλους της επιχείρησης για την τηλεργασία.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.5 άρθρ.4 Ν.2753/1999,ΦΕΚΑ249/17.11.1999.

κ) Των ποσών που καταβάλλουν εφάπαξ ή περιοδικά οι επιχειρήσεις σε άγαμα τέκνα του προσωπικού τους και μέχρι τη συμπλήρωση του εικοστού πέμπτου έτους της ηλικίας τους, λόγω θανάτου του γονέα -εργαζομένου και με την προϋπόθεση ότι αυτός επήλθε λόγω σεισμού ή άλλου λόγου ανώτερης βίας, κατά τη διάρκεια εργασίας του θανόντος και εντός των εγκαταστάσεων της επιχείρησης. Το πιο πάνω εκπιπτόμενο ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει, ανά ημερολογιακό έτος, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο -τέκνο. Ειδικά, για τα ποσά που καταβάλλονται μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2001, ως ανώτατο όριο εκπιπτόμενης δαπάνης ορίζεται το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.10 άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001 και έχει εφαρμογή για ποσά που βαρύνουν ισολογισμούς που κλείνουν μετά τις 30 Δεκεμβρίου 2000.

λ) Των παροχών σε είδος ή σε χρήμα που πραγματοποιούν οι επιχειρήσεις τηςπαραγράφου 19 του άρθρου 2 του Ν. 2939/2001 (ΦΕΚ 179 Α) για τους σκοπούς τουίδιου νόμου, προς οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή άλλουςαρμόδιους φορείς διαχείρισης αποβλήτων που αναφέρονται στην 69728/824/1996(ΦΕΚ 358 Β) υπουργική απόφαση ή άλλες σχετικές διατάξεις, καθώς και τωνσχετικών με αυτές δαπανών που πραγματοποιούνται

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ.3 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004 και ισχύει για διαχειριστικές περιόδους πουκλείνουν μετά την 30ή Δεκεμβρίου 2003.

μ) Των εξόδων διανυκτέρευσης σε ξενοδοχείο, αλλοδαπών πελατών, αντιπροσώπωνκαι διευθυντικών στελεχών ημεδαπών ή αλλοδαπών επιχειρήσεων, καθώς καιειδικών επιστημόνων, που προκύπτει από τα εκδοθέντα φορολογικά στοιχεία.

Τα ανωτέρω ισχύουν με την προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο ευρίσκεται εντός τουνομού, στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου είναι εγκατεστημένη η έδρα ήυποκατάστημα της επιχείρησης που επιβαρύνεται με τα πιο πάνω έξοδα.

Η αξία των δώρων που γίνονται προς τα ανωτέρωπρόσωπα και μέχρι είκοσι (20) ευρώ για κάθε δωρεοδόχο.

Λοιπά έξοδα φιλοξενίας και διανυκτέρευσης δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με τηνπαρ.1 άρθρου 8 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

ν) Των ποσών που καταβάλλει η επιχείρηση για επιμόρφωση του προσωπικού τηςμε την προϋπόθεση ότι η επιμόρφωση έχει σχέση με το αντικείμενο εργασιών τηςεπιχείρησης ή το αντικείμενο εργασιών του προσωπικού  ήτέλος, με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών ή των προγραμμάτων αυτών πουχρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της επιχείρησης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε μετην παρ.33 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013

ξ) Των ποσών που καταβάλλει η επιχείρηση για την κάλυψη του ενοικίουκατοικίας των εργαζομένων σε αυτήν, με την προϋπόθεση, ότι τα ποσά αυτάυπόκεινται σε φορολογία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45.

ο) Των ποσών που καταβάλλει η επιχείρηση σε παιδικούς και βρεφονηπιακούςσταθμούς, «εφόσον τα παραστατικά εκδίδονται στο όνομα της επιχείρησης και στην αιτιολογίααναγράφονται τα στοιχεία του τέκνου».

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  μετην παρ.34 άρθρου 3Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

π) Των χρηματικών βραβείων που καταβάλλει επιχείρηση σε εργαζομένους τηςλόγω των εξαιρετικών επιδόσεων που έχουν επιτύχει αποδεδειγμένα στα ΑνώταταΕκπαιδευτικά Ιδρύματα που σπουδάζουν και μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώγια κάθε εργαζόμενο. “ρ) των ποσών που καταβάλλει η επιχείρηση για την αγορά ειδικής ενδυμασίαςτου προσωπικού, η οποία επιβάλλεται για λόγους υγιεινής, ασφάλειας καιομοιόμορφης εμφάνισης, ως απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων του.”

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.24Ν.3427/2005,ΦΕΚ Α 312/27.12.2005

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.14άρθρ.9 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

σ) Των ποσών που καταβάλλει η επιχείρηση για δαπάνες ταξιδιών πουπραγματοποιούν στην αλλοδαπή διευθυντικά και άλλα στελέχη της που εργάζονταισε αυτήν, καθώς και αντιπρόσωποι ή ειδικοί επιστήμονες που εκπροσωπούν τηνεπιχείρηση στην αλλοδαπή και αφορούν έξοδα ξενοδοχείων, εισιτήρια και έξοδαδιατροφής. Τα έξοδα διατροφής αναγνωρίζονται μέχρι του ποσού που αντιστοιχείστο κόστος διαμονής.

Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής ισχύουν με την προϋπόθεση ότι ο σκοπόςτου ταξιδιού συνδέεται με την ασκούμενη δραστηριότητα της επιχείρησης.

τ) Των ενοικίων που καταβάλλει η επιχείρηση για τη διαμονή εργαζομένων τηςσε ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια ή οικίες που βρίσκονται σε διαφορετικόμέρος από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους, λόγω εκτός έδρας εργασίαςτους. Στην περίπτωση αυτή, η απόσταση του τόπου εργασίας και προσωρινήςδιαμονής πρέπει να απέχει από τη μόνιμη κατοικία του εργαζομένου εκατό (100)χιλιόμετρα και άνω και επιπλέον τα δικαιολογητικά να έχουν εκδοθεί στο όνοματης επιχείρησης

υ) Του ανταποδοτικού τέλους που καταβάλει επιχείρηση λόγω της συμμετοχήςτης σε συλλογικό σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης σύμφωνα με τις διατάξειςτου ν. 2939/2001 (ΦΕΚ 179 Α`) κατά το χρόνο καταβολής

φ) Των δώρων της επιχείρησης προς πελάτες, επιχειρήσεις ή μη, εφόσον φέρουντην επωνυμία της και έχει καταβληθεί το αναλογούν δημοτικό τέλος για τησυνολική αξία των δώρων αυτών. Το ποσό της δαπάνης που εκπίπτει με βάση τιςδιατάξεις της περίπτωσης αυτής, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15)ευρώ για κάθε δώρο χωριστά.

χ) Οι παροχές σε χρήμα ή σε είδος προς τους εργαζομένους για επιβράβευση της απόδοσης τουςεφόσον έχουν καταβληθεί ή βεβαιωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές μέχρι τη λήξη της προθεσμίαςυποβολής της κατάστασης φορολογικής αναμόρφωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 3του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 (Α` 285) και εφόσον φορολογούνται ως εισόδημα από μισθωτέςυπηρεσίες.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε μετην παρ.35 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013,

ψ) Των ποσών που καταβάλλει η επιχείρηση για έξοδα κινητής τηλεφωνίας «και πρόσβασης στο διαδίκτυο» για λογαριασμούς που ανήκουν στην επιχείρησηκαι με την προϋπόθεση ότι οι λογαριασμοί αυτοί δεν θα υπερβαίνουν τον αριθμό τωναπασχολούμενων στην επιχείρηση υπαλλήλων αυτής. Από το συνολικό ποσό αυτής της δαπάνης ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) αναγνωρίζεται προς έκπτωση απότα ακαθάριστα έσοδα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.36 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

ω) Οι δαπάνες οργάνωσης ενημερωτικών ημερίδων και συναντήσεων για τους εργαζομένους ήπελάτες της. Ειδικά για αυτές που πραγματοποιούνται εκτός του νομού που εδρεύει η επιχείρηση ήλειτουργεί υποκατάστημα της οι δαπάνες αυτές εκπίπτουν μέχρι του ποσού των τριακοσίων (300)ευρώ ανά συμμετέχοντα στην εκδήλωση.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.37 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1άρθρ.24 Ν.3427/2005,ΦΕΚ Α 312/27.12.2005

2. Στις επιχειρήσεις των πιο κάτω περπτώσεων β`, γ`, δ` και στ`αναγνωρίζεται, από την 1η Ιανουαρίου 1997 έως και την 31 Δεκεμβρίου1999,έκπτωση χωρίς δικαιολογητικά, από τα ακαθάριστα έσοδα αυτών, για τηναντιμετώπιση ειδικών δαπανών για τις οποίες, λόγω της φύσεως τους, δεν είναι εφικτή η λήψη αποδεικτικών στοιχείων, υπολογιζόμενη στααναφερόμενα πιο κάτω ακαθάριστα έσοδα με βάση την ακόλουθη κλίμακα:Σε ακαθάριστα έσοδα μέχρι τρία δισεκατομμύρια δραχμές, ποσοστό έκπτωσηςένα τοις εκατό (1%) και δε ακαθάριστα έσοδα πάνω από τρία δισεκατομμύρια δραχμές, ποσοστό έκπτωσηςμισό τοις εκατό (0,5%). Για τις επιχειρήσεις των πιο κάτω περιπτώσεων α` και ε` η ως άνω έκπτωση υπολογίζεται με βάση την ακόλουθη κλίμακα: Σε ακαθάριστα έσοδα μέχρι εφτακόσια πενήντα εκατομμύρια δραχμές ποσοστό έκπτωσης δύο τοις εκατό (2%)” πάνω από εφτακόσια πενήντα εκατομμύρια και μέχρι τρία δισεκατομμύρια δραχμές ποσοστό έκπτωσης ένα τοις εκατό (1%) και σε ακαθάριστα έσοδα πάνω από τρία δισεκατομμύρια δραχμές ποσοστό έκπτωσης μισό τοις εκατό (0,5%).

Ως ακαθάριστα έσοδα, επί των οποίων υπολογίζεται η έκπτωση χωρίς δικαιολογητικά, λαμβάνονται τα εξής:

α) Για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, τα ακαθάριστα έσοδα αυτών που προέρχονται από εξαγωγές κάθε είδους προϊόντων.

β) Για τις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες και εργασίες στην αλλοδαπή, στα ακαθάριστα έσοδά τους από τις υπηρεσίες και εργασίες αυτές, από τις οποίες εισάγεται συνάλλαγμα.

γ) Για τις επιχειρήσεις έκδοσης ημερήσιων, εβδομαδιαίων, δεκαπενθήμερων, μηνιαίων πολιτικών, αθλητικών και οικονομικών εφημερίδων και περιοδικών γενικά, τα ακαθάριστα έσοδα αυτών από την πώληση των εντύπων και από καταχωρήσεις γενικά σε αυτά.

δ) Για τις επιχειρήσεις ραδιοφωνίας – τηλεόρασης, τα προερχόμενα μόνο από διαφημίσεις ακαθάριστα έσοδα.

ε) Για τις ημεδαπές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και κατασκηνωτικά κέντρα, τα προερχόμενα από αλλοδαπούς πελάτες έσοδά τους, στα οποία, εκτός των εσόδων από διανυκτερεύσεις, περιλαμβάνονται και αυτά τουκυλικείου και εστιατορίου από αλλοδαπούς πελάτες.

στ) Για τα γραφεία γενικού τουρισμού του ν. 393/1976 (ΦΕΚ 199 Α`), τα προερχόμενα από αλλοδαπούς πελάτες έσοδα.

Εξαιρετικά, για τις επιχειρήσεις εξαγωγής πετρελαιοειδών προϊόντων και για τις μεταφορικές επιχειρήσεις διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών του ν.383/1976 (ΦΕΚ 182 Α`) αναγνωρίζεται έκπτωση χωρίς δικαιολογητικά που υπολογίζεται σε ποσοστά μισό τοις εκατό (0,5%) στα έσοδά τους από εξαγωγές πετρελαιοειδών προϊόντων και δε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στα έσοδά τους από τη διενέργεια διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών. Ειδικά για τις επιχειρήσεις έκδοσης ημερήσιων και εβδομαδιαίων πολιτικών, αθλητικών και οικονομικών εφημερίδων και περιοδικών, αναγνωρίζεται έκπτωση χωρίς δικαιολογητικά που υπολογίζεται δε ποσοστά δύο τοις εκατό (2%) επί των ακαθάριστων εσόδων που ορίζονται από τις ίδιες διατάξεις και ανεξάρτητα από το ύψος τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με τηνπαρ.7,8 άρθρ.14 Ν.2459/1997 (Α 17) ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.11 άρθρ.11 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010

3. Επί μικτών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων με παρεπόμενα έσοδα, η ζημία που τυχόν προκύπτει μετά τη διενέργεια της έκπτωσης, που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος, δεν συμψηφίζεται με τα κέρδη άλλων κλάδων της επιχείρησης ή τα εισοδήματα αυτής από άλλες πηγές. Η ζημία αυτή μεταφέρεται για συμψηφισμό με τα κέρδη του ίδιου κλάδου στις επόμενες πέντε συνεχείς χρήσεις, με την προϋπόθεση ότι και στις χρήσεις αυτές η επιχείρηση τηρεί επαρκή και ακριβή βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.Σε περίπτωση αδυναμίας λογιστικού διαχωρισμού των καθαρών κερδών που προκύπτουν από κάθε κλάδο, τα κέρδη αυτά υπολογίζονται με επιμερισμό του συνόλου των καθαρών κερδών της επιχείρησης με βάση τα ακαθάριστα έσοδα κάθε κλάδου.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.11 άρθρ.11 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α58/23.4.2010.

4. Σε εμπορικές επιχειρήσεις, οι οποίες σε συνεργασία με αλλοδαπούς οίκους εξάγουν βιομηχανικά, βιοτεχνικά, χειροτεχνικά, γεωργικά, κτηνοτροφικά, οπωροκηπευτικά, μεταλλευτικά και λατομικά προϊόντα, καθώς και προϊόντα αλιείας με ανταλλαγή αγαθών από το εξωτερικό μετά από έγκριση του Ελληνικού Δημοσίου, όταν απαιτείται αυτή, αναγνωρίζεται χωρίς δικαιολογητικά έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, που υπολογίζεται σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) στο ποσό της προμήθειας που παίρνουν.

5. Στις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, οι οποίες ενεργούν για λογαριασμό των αλλοδαπών οίκων βιομηχανοποίηση ή επεξεργασία πρώτων υλών που εισάγονται από την αλλοδαπή και επανεξάγονται με τη μορφή ετοίμων ή ημιέτοιμων προϊόντων, αναγνωρίζεται δικαίωμα έκπτωσης, χωρίς δικαιολογητικά, ποσοστού πέντε τοις εκατό (5%) στο ποσό των ακαθάριστων εσόδων τους, τα οποία προέρχονται από την αμοιβή που παίρνουν για τις υπηρεσίες αυτές.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!: Με την παρ.9 άρθρ.14 Ν.2459/1997 (Α 17) ορίζεται ότι:”Το προβλεπόμενο στις διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 31 του ν.2238/1994 ποσοστό έκπτωσης δαπανών χωρίς δικαιολογητικά πέντε τοις εκατό (5%), μειώνεται σε τρία τοις εκατό (3%)”

6. Η ζημιά των επιχειρήσεων, οι οποίες αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5, που τυχόν προκύπτει μετά τη διενέργεια των εκπτώσεων που ορίζονται στις παραγράφους 2,3,4 και 5, δεν συμψηφίζεται με τα κέρδη άλλων κλάδων της επιχείρησης ή με τα κέρδη από τη συμμετοχή της σε άλλες επιχειρήσεις ή με τα εισοδήματα από άλλες πηγές. Η ζημία αυτή μπορεί να μεταφέρεται για συμψηφισμό με τα κέρδη των πιο πάνω κλάδων της επιχείρησης στις πέντε (5) επόμενες συνεχείς χρήσεις, με την προϋπόθεση ότι και σε αυτές τις χρήσεις η επιχείρηση τηρεί επαρκή και ακριβή βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Στην περίπτωση των μικτών επιχειρήσεων, ο συμψηφισμός ενεργείται με τα κέρδη των κλάδων αυτών. Αν υπάρχει αδυναμία λογιστικού διαχωρισμού των κερδών που προκύπτουν από κάθε κλάδο, αυτά υπολογίζονται με επιμερισμό του συνόλου των κερδών της επιχείρησης με βάση τα ακαθάριστα έσοδα από κάθε κλάδο.

7. Για τον προσδιορισμό του κόστους των μενόντων προϊόντων στις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, συνυπολογίζεται στην αξία των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν και ανάλογο ποσοστό εξόδωνπαραγωγής στα οποία περιλαμβάνονται και οι τακτικές αποσβέσεις των πάγιων περιουσιακών στοιχείων.

8. Σε περίπτωση κατά την οποία στα ακαθάριστα έσοδα περιλαμβάνονται και έσοδα που απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος ή φορολογούνται κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης ή έσοδα από μερίσματα και κέρδη από συμμετοχή σε ημεδαπές εταιρίες, για τον υπολογισμό του καθαρού κέρδους της επιχείρησης που υπόκειται σε φορολογία, το συνολικό ποσό των δαπανών που πρόκειται να εκπεσθεί μειώνεται κατά τα εξής ποσά δαπανών, που βαρύνουν τα πιο πάνω ακαθάριστα έσοδα:

α) Ποσό των χρεωστικών τόκων που εξευρίσκεται με επιμερισμό των τόκων αυτών μεταξύ των υποκείμενων στη φορολογία ακαθάριστων εσόδων και αυτών που αναφέρονται πιο πάνω,

β) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) των εσόδων που απαλλάσσονται της φορολογίας ή των εσόδων από μερίσματα και κέρδη από συμμετοχή σε άλλες ημεδαπές επιχειρήσεις,ως λοιπές δαπάνες. Το ποσό αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%)των πάσης φύσεως δαπανών της επιχείρησης.

Οι διατάξεις της περίπτωσης α` δεν εφαρμόζονται για τραπεζικέςεπιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που λειτουργούν. Επίσης, ειδικάγια τις πιο πάνω τράπεζες, οι διατάξεις της περίπτωσης β` ισχύουν μόνο γιαέσοδα από μερίσματα και κέρδη από συμμετοχή σε άλλες ημεδαπές επιχειρήσεις.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.8 άρθρ.11 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010 και με την παρ.38 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

9. Αποζημιώσεις, καθώς και πάσης φύσεως αμοιβές, που οφείλονται από επιχειρήσεις σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με βάση δικαστική ή διαιτητική απόφαση ή οποιαδήποτε αναγνώριση ή συμβιβασμό, δεναναγνωρίζονται ως δαπάνη για τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών, πουυπάγονται στη φορολογία εισοδήματος του οφειλέτη, εάν μέσα σε ένα μήνα από τηλήξη της διαχειριστικής περιόδου εντός της οποίας πραγματοποιείται η καταβολή ή η πίστωση αυτών, δεν υποβληθεί στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσίαφορολογίας του δικαιούχου αντίγραφο της απόφασης ή του εγγράφου και θεωρηθείαπό αυτή, η απόφαση ή το έγγραφο, βάσει του οποίου καταβάλλεται ή πιστώνεταιη αποζημίωση ή η αμοιβή στον δικαιούχο.

Τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο δεν ισχύουν προκειμένου γιααποζημιώσεις που καταβάλλονται ή πιστώνονται από ασφαλιστικές εταιρίες.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1 άρθρ.30Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004 ,με την παρ.9 άρθρ.11 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010,  μετην παρ.39 άρθρου 3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

10. Οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται από ασφαλιστικές εταιρίες σε δικαιούχους ασφαλισμένων αυτοκινήτων, για ζημιές που προξενήθηκαν στα αυτοκίνητα αυτά, δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, προκειμένου να υπολογιστούν τα καθαρά κέρδη για τη φορολογία του εισοδήματος, αν δεν καλύπτονται από νόμιμα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Τα πρόσωπα που παραβαίνουν τη διάταξη αυτής της παραγράφου ή δηλώνουν ανακριβή στοιχεία υπόκεινται για κάθε παράβαση σε πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 87 αυτού του νόμου.

11. Στην περίπτωση που η επιχείρηση απασχολεί λογιστή και η δήλωση φόρου εισοδήματος δεν υπογράφεται από αυτόν, οι αποδοχές αυτού δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης και επιβάλλεται πρόστιμο σε βάρος του λογιστή μέχρι το ένα τέταρτο (1/4) των ετησίων αποδοχών του.

12. Η εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης του ν. 1665/1986 ενεργεί αποσβέσεις στα μίσθια σε ίσα μέρη ανάλογα με τα έτη διάρκειας της σύμβασης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.4 άρθρ.26 Ν.2682/1999Α 16.

13. Για τον υπολογισμό των καθαρών κερδών των εταιριών του ν.1665/1986 (ΦΕΚ 194 Α`) επιτρέπεται να ενεργείται για την κάλυψη επισφαλών απαιτήσεών τους, έκπτωση έως και δύο τοις εκατό (2%) επί του συνολικού ύψους μισθωμάτων, τα οποία προκύπτουν από τις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, που έχουν συναφθεί μέσα στην οικεία διαχειριστικά χρήση. Το ποσό αυτό της πρόβλεψης για κάθε διαχειριστική χρήση, συναθροιζόμενο με το ποσό της πρόβλεψης, η οποία διενεργήθηκε δε προγενέστερες διαχειριστικές χρήσεις και εμφανίζεται στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησης, δεν μπορεί να υπερβεί το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, όπως αυτό εμφανίζεται στην απογραφή τέλους χρήσης. Η έκπτωση αυτή εμφανίζεται στα τηρούμενα βιβλία σε ειδικό λογαριασμό “Προβλέψεις για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων”. Πέραν της πρόβλεψης αυτής, κανένα άλλο ποσόδεν αναγνωρίζεται για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των εταιριών χρηματοδοτικής μίσθωσης για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.10 άρθρ.14 Ν.2459/1997 (Α 17)

14. Οι δαπάνες που πραγματοποιεί η επιχείρηση για αγορά αγαθών ή λήψηυπηρεσιών από εξωχώρια εταιρία, καθώς και τα δικαιώματα ή οι αποζημιώσειςπου καταβάλλει αυτή σε εξωχώρια εταιρία για τη χρησιμοποίηση στην Ελλάδατεχνικής βοήθειας, ευρεσιτεχνιών, σημάτων, σχεδίων, μυστικών βιομηχανικώνμεθόδων και τύπων, πνευματικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών δικαιωμάτων,δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδά της.

Από την εφαρμογή της διάταξης αυτής εξαιρούνται δαπάνες που αφορούν αγορά ήμεταφορά στην Ελλάδα αργού πετρελαίου, πετρελαιοειδών ή άλλων προϊόντων για τα οποία δημοσιεύονται δείκτες τιμών χονδρικής πώλησης και τα οποίααποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγοράπροϊόντων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.8 άρθρ.5Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

15. Ποσά που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις οικειοθελώς σε εργαζομένους της , πλην των περιπτώσεων που περιλαμβάνονται στο άρθρο αυτό, και δεναφορούν αμοιβές ή αποζημιώσεις αυτών για άμεση ανταπόδοση παρεχόμενηςυπηρεσίας ή δεν προκύπτει από διάταξη νόμου ο υποχρεωτικός χαρακτήρας τους,δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.4 άρθρ.24Ν.3427/2005,ΦΕΚ Α 312/27.12.2005 και με το άρθρο 3 παρ.40 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

16. Αμοιβές σε χρήμα ή σε είδος δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση από ταακαθάριστα έσοδα, όταν η παροχή ή η λήψη αυτής συνιστά ποινικό αδίκημα ακόμακαι αν η καταβολή αυτών πραγματοποιείται στο εξωτερικό.

17. Οι ποινικές ρήτρες, τα Πρόστιμα , οι πρόσθετοι φόροι, οι προσαυξήσεις και οι χρηματικές ποινές που επιβάλλονται για οποιονδήποτε λόγο σε βάρος επιχείρησης δεναναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.8 άρθρ.5 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002 τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ.40 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

18. Το ποσό που απομένει μετά τις εκπτώσεις του παρόντος άρθρου αποτελεί το καθαρό Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις.

19. Δαπάνες που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος άρθρου,εκτός εκείνωνπου ρητά μνημονεύονται σε αυτό, για τις οποίες έχει γίνει δεκτό μεδιοικητικές λύσεις και με τη δικαστηριακή νομολογία ότι εκπίπτουν από ταακαθάριστα έσοδα βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού, περιλαμβάνονται σεαπόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Η αναγνώριση των οριζόμενωνστην απόφαση αυτή δαπανών είναι δεσμευτική για τις ελεγκτικές υπηρεσίες. Γιατην υλοποίηση των ανωτέρω, εντός μηνός από την έναρξη ισχύος της παραγράφουαυτής εκδίδεται η οριζόμενη από το πρώτο εδάφιο απόφαση.

Για οποιαδήποτε προσθήκη ή αφαίρεση περίπτωσης από τον κατάλογο αυτόν, ηενδιαφερόμενη επιχείρηση ή η επαγγελματική ένωση στην οποία ανήκει ή ηελεγκτική υπηρεσία δικαιούται να υποβάλει στην αρμόδια για τη φορολογίαεισοδήματος υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών αίτηση, εντόςδύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος της παραγράφου αυτής, προκειμένου ναεξετασθεί η συγκεκριμένη περίπτωση από ειδική γνωμοδοτική επιτροπή η οποίασυνιστάται για το σκοπό αυτόν στο πιο πάνω Υπουργείο. Μέχρι την 30ή Ιουνίου2005 εκδίδεται νέα απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με τηνοποία επιφέρονται οι μεταβολές για τις οποίες γνωμοδότησε, σύμφωνα με τα πιοπάνω, η επιτροπή, κατόπιν της άνω αίτησης ή εισήγησης της υπηρεσίας ή καιαυτεπαγγέλτως. Η αναγνώριση των τυχόν επιπλέον αναγνωριζόμενων περιπτώσεωνδαπανών είναι δεσμευτική και για προηγούμενες διαχειριστικές περιόδους,εφόσον είναι εκκρεμείς. Τυχόν αφαίρεση αναγνωριζόμενων περιπτώσεων δαπανώνθα ισχύει από την επόμενη διαχειριστική χρήση. Με την ίδια διαδικασία θαορίζονται κάθε χρόνο οι μεταβολές στις περιπτώσεις δαπανών που εκπίπτουν απότα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων.

Η επιτροπή της παραγράφου αυτής αποτελείται από έναν σύμβουλο ή πάρεδρο τουΝομικού Συμβουλίου του Κράτους, τους προϊσταμένους των Διευθύνσεων Φορολογίας

Εισοδήματος και Ελέγχου, έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος,καθώς και έναν καθηγητή Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος συναφούςαντικειμένου. Ο Πρόεδρος, τα μέλη και ο γραμματέας αυτής ως και οιαναπληρωτές αυτών, ο τρόπος λειτουργίας και λήψης απόφασης, καθώς και λοιπέςλεπτομέρειες ορίζονται με Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Επίσης και για τις δαπάνες οι οποίες δεν αναγνωρίζονται από τα αρμόδιαελεγκτικά όργανα προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεωναποφαίνεται η επιτροπή της παραγράφου αυτής και περιλαμβάνονται σε ιδιαίτερηαπόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται κάθε χρόνο,σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθείται και για τις δαπάνες πουαναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων.

Σημ.: όπως η παράγραφος 20 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο 3 παρ.43 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

21.Στον επόμενο μήνα μετά την έκδοση των αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίαςκαι Οικονομικών που ορίζονται από την παράγραφο αυτή, εκδίδεται νέα απόφασητου ίδιου Υπουργού η οποία περιλαμβάνει συγκεντρωτικά και κατά κατηγορίαόλεςτις δαπάνες των οποίων η αναγνώριση ή μη από το φορολογικό έλεγχο είναιυποχρεωτική, καθώς και τις διαχειριστικές περιόδους στις οποίες αναφέρονται,όπως αυτές έχουν ορισθεί με όλες τις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας καιΟικονομικών, οι οποίες έχουν εκδοθεί από το έτος 2005 μέχρι τον ως άνωοριζόμενο χρόνο.

Άρθρο 32
Προσδιορισμός ακαθάριστου και καθαρού εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότηταμε αντικειμενικό τρόπο
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1 άρθρου 4 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

1. Ο προσδιορισμός του ακαθάριστου και του καθαρού εισοδήματος των φυσικών και νομικώνπροσώπων που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα γίνεται με αντικειμενικό τρόπο στιςακόλουθες περιπτώσεις:

α) Όταν δεν τηρούνται τα προβλεπόμενα βιβλία ή τηρούνται βιβλία απλογραφικά αντίδιπλογραφικά, δεν τηρούνται τα φορολογικά στοιχεία και τα λοιπά προβλεπόμενα δικαιολογητικάέγγραφα, καθώς και τα συνοδευτικά στοιχεία συναλλαγών και καθίστανται αδύνατες οι ελεγκτικέςεπαληθεύσεις.

β) Όταν δεν διαφυλάσσονται ή δεν προσκομίζονται μετά από δύο τουλάχιστον προσκλήσειςτακτικού φορολογικού ελέγχου τα τηρούμενα βιβλία, τα φορολογικά στοιχεία και τα λοιπάπροβλεπόμενα δικαιολογητικά έγγραφα, καθώς και τα συνοδευτικά στοιχεία συναλλαγών εκτόςεάνυπάρχει η δυνατότητα αναπαραγωγής αυτών με αξιόπιστο τρόπο, από τον ίδιο τον υπόχρεο ή/καιαπό τις διασταυρώσεις του ελέγχου.

2. Για τους υπόχρεους για τους οποίους συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων α` και β`της παραγράφου 1:

α) Το ακαθάριστο εισόδημα προσδιορίζεται με βάση τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει ηελεγκτική αρχή για την έκταση της συναλλακτικής δράσης και τις συνθήκες λειτουργίας τηςεπιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνονται υπόψη οι αγορές, οι πωλήσεις και το μικτό κέρδοςπου εμφανίζει η επιχείρηση, το μικτό κέρδος που πραγματοποιείται από ομοειδείς επιχειρήσεις πουλειτουργούν με παρόμοιες συνθήκες, το απασχολούμενο προσωπικό, το ύψος των κεφαλαίων πουέχουν επενδυθεί, καθώς και των ίδιων κεφαλαίων κίνησης, το ποσό των δανείων και τωνπιστώσεων, το ποσό των εξόδων παραγωγής και διάθεσης των εμπορευμάτων, των εξόδωνδιαχείρισης και γενικά κάθε επαγγελματική δαπάνη.

Ειδικά για τους ελεύθερους επαγγελματίες για τον προσδιορισμό του ακαθαρίστου εισοδήματοςλαμβάνονται υπόψη ο χρόνος και ο τρόπος άσκησης του επαγγέλματος, ο τόπος που ασκείταιαυτό, η ειδικότητα, ο επιστημονικός τίτλος, ο κύκλος των εργασιών, το ύψος της αμοιβής πουεισπράττεται κατά περίπτωση, το προσωπικό το οποίο απασχολείται, τα μέσα που διαθέτονται, ηπελατεία, το ύψος των επαγγελματικών δαπανών και γενικά κάθε άλλο στοιχείο που προσδιορίζειτην επαγγελματική δραστηριότητα και απόδοση αυτών. Η κρίση της ελεγκτικής αρχής για τονπροσδιορισμό του ακαθαρίστου εισοδήματος πρέπει να βασίζεται στα δεδομένα της κοινής πείρας.

β) Το καθαρό εισόδημα προσδιορίζεται με πολλαπλασιασμό του ακαθαρίστου εισοδήματος, όπωςαυτό προσδιορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση α` με το μοναδικό συντελεστήκαθαρού κέρδους που περιλαμβάνεται σε ειδικό πίνακα ο οποίος καταρτίζεται με αποφάσεις τουΥπουργού Οικονομικών που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσαυξημένοκατά πενήντα τοις εκατό (50%). Στην περίπτωση που για κάποια δραστηριότητα δεν έχειπροβλεφθεί μοναδικός συντελεστής καθαρού κέρδους στον ανωτέρω πίνακα, θα έχει εφαρμογή ομέσος όρος των συντελεστών της κατηγορίας του πίνακα στην οποία θα εντασσόταν ηδραστηριότητα αυτή προσαυξημένος κατά πενήντα τοις εκατό (50%).

Στα κατά τα ανωτέρω ακαθάριστα έσοδα δεν συμπεριλαμβάνονται τα ακόλουθα ποσά εσόδων:

αα) Οι τόκοι από συναλλακτικές πράξεις, με εξαίρεση τους τόκους της περίπτωσης η` τηςπαραγράφου 3 του άρθρου 28, που αποτελούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

ββ) Η αυτόματη υπερτίμηση κεφαλαίου της επιχείρησης.

γγ) Τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από επισφαλείς απαιτήσεις που έχουν αποσβεστεί, εφόσον είχανγίνει δεκτές από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμότουφορολογούμενου εισοδήματος.

δδ) Τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από φόρους, τέλη και εισφορές της επιχείρησης, εφόσον είχανκαταβληθεί αχρεωστήτως και είχαν γίνει δεκτά από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό του φορολογούμενου εισοδήματος.

Τα ποσά των πιο πάνω υποπεριπτώσεων αα` έως δδ` προστίθενται στο καθαρό κέρδος τηςεπιχείρησης, το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του μοναδικού συντελεστή καθαρού κέρδους.

Αν από τα στοιχεία που προσκομίζει ο φορολογούμενος προκύπτει αποδεδειγμένα, ότι, απόγεγονότα ανώτερης βίας, το πραγματικό κέρδος είναι κατώτερο από αυτό που προσδιορίζεται μετην εφαρμογή του μοναδικού συντελεστή καθαρού κέρδους, το κέρδος αυτό μπορεί νακαθορίζεται με χρήση κατώτερου συντελεστή, όχι όμως κατώτερου από το μηδέν.

Εξαιρετικά, σε περιπτώσεις μερικής ή ολικής καταστροφής της επιχείρησης και των βιβλίων καιστοιχείων από πυρκαγιά, σεισμό, πλημμύρα ή θεομηνία, μπορεί να αναγνωρισθεί αρνητικόςσυντελεστής μέχρι ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) επί των ακαθάριστων εσόδων των ανέλεγκτωνχρήσεων.

Στις περιπτώσεις αυτές, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων, το σχετικό αίτημα τηςεπιχείρησης κρίνεται από την επιτροπή της παραγράφου 5 του άρθρου 70, εφαρμοζομένωνανάλογα των οριζομένων στις διατάξεις των παραγράφων 6, 7 και 8 του ίδιου άρθρου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.7 άρθρου 38 Ν. 4141/2013,ΦΕΚ Α 81/5.4.2013.

Άρθρο 33
Κέρδη υπεραξίας κεφαλαίου που προκύπτουν από τη μεταβίβαση ακινήτων
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.7 Ν.3091/2002,άρθρο 30Ν.3220/2004,άρθρο 32 Ν. 3229/2004, άρθρ.31.3296/2004,άρθρο 4 παρ.2Ν.3522/2006 ,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 5 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

1. Επί ακινήτου ή ιδανικού μεριδίου αυτού ή εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου ή ιδανικούμεριδίου αυτού που αποκτάται με οποιαδήποτε αιτία μετά την 1.1.2013 και μετά την κτήση τουμεταβιβάζεται περαιτέρω με επαχθή αιτία, ο μεταβιβάζων υπόκειται σε φόρο που υπολογίζεται στηδιαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης αυτού και της τιμής πώλησης του. Ως κτήση του ακινήτουνοείται η αγορά ή η με άλλη αιτία κτήση του, ανεξάρτητα από τη μεταγραφή της.

2. Στην έννοια του όρου μεταβίβαση για την εφαρμογή του παρόντος περιλαμβάνονται:

α) η μεταβίβαση της πλήρους ή ψιλής κυριότητας, καθώς και η μεταβίβαση υπό αναβλητική ήδιαλυτική αίρεση ή με τον όρο της εξώνησης,

β) η σύσταση επικαρπίας, οίκησης ή άλλης δουλείας των άρθρων 1188 έως 1191 του ΑστικούΚώδικα,

γ) η παραίτηση από την κυριότητα ακινήτου ή από εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου,

δ) η σύσταση, η απόσβεση ή η μεταβίβαση μαζί με το δεσπόζον ακίνητο πραγματικής δουλείαςτων άρθρων 1118 έως 1141 του Αστικού Κώδικα,

ε) η μεταβίβαση του τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης,

στ) η παραχώρηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί κοινόκτητων κυρίων, βοηθητικώνή ειδικών χώρων κτισμάτων ή επί κοινόκτητου τμήματος οικοπέδου,

ζ) η ανάκληση απαλλοτρίωσης, η οποία έχει συντελεστεί υπέρ προσώπου υποκείμενου στο φόροτου παρόντος άρθρου,

η) η εκποίηση ακινήτου συνεπεία εκούσιου ή δικαστικού πλειστηριασμού.

3. Δεν υπάγονται σε φόρο:

α) οι περιπτώσεις α`, β`, γ` και δ` της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του α.ν. 1521/1950 (Α` 245),

β) η επικύρωση ανώμαλων δικαιοπραξιών,

γ) η αυτούσια διανομή ή συνένωση ακινήτων ή ανταλλαγή.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την περ.11.α. της υποπαρ. Δ.2της παρ.Δ τουάρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

4. Ως τιμή κτήσης του ακινήτου ή του εμπράγματου επ` αυτού δικαιώματος λαμβάνεται η αξίααυτού κατά το χρόνο απόκτησης του, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 41 παράγραφοι 1, 2, 3εδάφιο α` και 4 έως 7 και στο άρθρο 41α παράγραφοι 1, 2 και 4 έως 10 του ν. 1249/1982 (Α` 42),όπου εφαρμόζεται το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού, και στην παράγραφο 2 του άρθρου3 του α.ν. 1521/1950 στις λοιπές περιπτώσεις ή το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα εφόσοναυτό είναι μεγαλύτερο.

5. Ως τιμή πώλησης του ακινήτου ή του εμπράγματου επ` αυτού δικαιώματος λαμβάνεται η αξίααυτού κατά το χρόνο μεταβίβασης του, ανεξάρτητα από τη μεταγραφή της πράξης μεταβίβασης,όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 41 παράγραφοι 1, 2, 3 εδάφιο α` και 4 έως 7 και στο άρθρο 41απαράγραφοι 1, 2 και 4 έως 10 του ν. 1249/1982 (Α` 42), όπου εφαρμόζεται το σύστημααντικειμενικού προσδιορισμού και στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950 στιςλοιπές περιπτώσεις ή το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο. Σεπερίπτωση μεταβίβασης ακινήτου ή εμπράγματου επ` αυτού δικαιώματος, το οποίο μετά τηνκτήσητου εντάχθηκε σε σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, ως τιμή πώλησηςλαμβάνεται η αξία που προσδιορίζεται με βάση το σύστημα αυτό ή το δηλούμενο τίμημα, εφόσοναυτό είναι μεγαλύτερο.

6. Η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης του ακινήτου, η οποία υποβάλλεταισε φόρο, λαμβάνεται αποπληθωρισμένη με την εφαρμογή των ακόλουθων συντελεστώνπαλαιότητας:

Έτη διακράτησης Συντελεστής παλαιότητας

Από 1 έως 50,90

Πάνω από 5 έως 100,80

Πάνω από 10 έως 150,75

Πάνω από 15 έως 200,70

Πάνω από 20 έως 250,65

Πάνω από 250,60

7. Σε περιπτώσεις κτήσης του ακινήτου αιτία θανάτου, δωρεάς ή γονικής παροχής, ως χρόνοςαπόκτησης για τον προσδιορισμό του φόρου θεωρείται ο χρόνος επαγωγής της κληρονομίας ή οχρόνος κατάρτισης του συμβολαίου δωρεάς ή γονικής παροχής, έστω και αν συντρέχει νόμιμοςλόγος μετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής ενοχής.

8. Για τον καθορισμό της αξίας της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης, τηςπεριορισμένης προσωπικής δουλείας ή της πραγματικής δουλείας επί ακινήτου εφαρμόζονται οιδιατάξεις των άρθρων 15,16 και της περίπτωσης δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του ΚώδικαΦορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία, ο οποίοςκυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2961/2001 (Α` 266).

9. Τα κέρδη υπεραξίας κεφαλαίου που προκύπτουν από τη μεταβίβαση ακινήτων φορολογούνταιμε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης. Ο δικαιούχος του κέρδους που προκύπτει από την εφαρμογή αυτού του άρθρου επιβαρύνεται μετον οικείο φόρο και καταβάλλει αυτόν εφάπαξ με την υποβολή δήλωσης στην αρμόδια φορολογικήαρχή στην οποία υπάγεται πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου. Η σχετική δήλωση υποβάλλεταισε τρία (3) αντίτυπα από τα οποία τα δύο (2) επιστρέφονται θεωρημένα στο δικαιούχο τουκέρδους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την περ.9 της υποπαρ. Δ.2 της παρ.Δ τουάρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

10. Στο φόρο του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται:

α) Το κέρδος που πραγματοποιείται από εμπορική δραστηριότητα αγοροπωλησίας ακινήτων,σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περιπτώσεις α` και β` της παραγράφου 3 του άρθρου 28, καθώς καιοι υπόχρεοι της παραγράφου 1 του άρθρου 34.

β) Το κέρδος που πραγματοποιείται από την πώληση ακινήτου, παγίου περιουσιακού στοιχείου,νομικού προσώπου το οποίο φορολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 τουάρθρου 10.

γ) Το κέρδος μέχρι εικοσιπέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ που πραγματοποιείται από μεταβίβασηακινήτου και εφόσον το ακίνητο αυτό έχει διακρατηθεί, για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών.Η εξαίρεση του προηγουμένου εδαφίου δεν ισχύει για φυσικά πρόσωπα τα οποία πραγματοποιούνπέραν της μίας (1) μεταβίβασης εντός της ως άνω περιόδου διακράτησης.

11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι δηλώσεις απόδοσης φόρουυπεραξίας από μεταβιβάσεις ακινήτων προσδιορισμού των αξιών και οι διαδικασίες για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την περ.11.β. της υποπαρ. Δ.2 της παρ.Δ τουάρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

Άρθρο 34
Εισόδημα τεχνικών επιχειρήσεων
Σημ.: όπως το άρθρο 34 τροποποιήθηκε με το άρθρ.12 παρ.1 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α276/22.12.2006.

1. Ως ακαθάριστο έσοδο των επιχειρήσεων που ασχολούνται με την πώλησηανεγειρόμενων οικοδομών λαμβάνεται η αξία των αυτοτελών οικοδομών,διαμερισμάτων πολυκατοικιών, καταστημάτων, γραφείων αποθηκών και λοιπώνχώρων, όπως αυτή αναγράφεται στο συμβόλαιο μεταβίβασης και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από αυτή που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις περίφορολογίας μεταβίβασης ακινήτων και της περίπτωσης δ` της παραγράφου 2 τουάρθρου 19 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, ΦΕΚ 248 Α`) όπως αναμορφώνεταιμετά τον έλεγχο της ειδικής δήλωσης Φ.Π.Α. για τη μεταβίβαση ακινήτουσύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας κάθε φορά Απόφασης του ΥπουργούΟικονομίας και Οικονομικών για τον έλεγχο της δήλωσης αυτής.

Αν όμως η αξία που προκύπτει από άλλα επίσημα ή ανεπίσημα στοιχεία είναιμεγαλύτερη από την αξία που αναφέρεται παραπάνω, ως ακαθάριστο έσοδολαμβάνεται η μεγαλύτερη αυτή αξία.

Χρόνος απόκτησης του ακαθάριστου εσόδου, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τονπροσδιορισμό του ύψους αυτού, θεωρείται η ημέρα σύνταξης του οριστικούσυμβολαίου. Στην περίπτωση όμως που έχει συνταχθεί συμβολαιογραφικόπροσύμφωνο και το οριστικό συμβόλαιο δεν έχει συνταχθεί μέσα σε διάστημα δύο(2) ετών από την ημέρα σύνταξης του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, ως χρόνοςαπόκτησης του ακαθάριστου εσόδου θεωρείται η ημέρα κατά την οποίασυμπληρώνονται δύο (2) έτη από την ημέρα σύνταξης του συμβολαιογραφικούπροσυμφώνου. Ειδικά, όταν το προσύμφωνο υπογράφεται με τον όρο τηςαυτοσύμβασης, που προβλέπεται από το άρθρο 235 του Αστικού Κώδικα και εφόσονκαταβάλλεται ολόκληρο το τίμημα και παραδίδεται η νομή του ακινήτου, χρόνοςαπόκτησης του ακαθάριστου εσόδου θεωρείται η ημέρα υπογραφής του προσύμφωνου αυτού.

Ως πωλήσεις θεωρούνται και αυτές που έγιναν απευθείας από τον οικοπεδούχογια λογαριασμό του εργολήπτη.

Η αντικειμενική ή η πραγματική αξία, κατά περίπτωση, των αυτοτελώνοικοδομών, διαμερισμάτων, καταστημάτων, γραφείων, αποθηκών και λοιπών χώρωνπου περιέρχονται κατά το χρόνο της διάλυσης στα μέλη των υπόχρεων, πουαναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2, θεωρείται ως ακαθάριστο έσοδο τωνυπόχρεων αυτών κατά το χρόνο της διάλυσης τους. Το καθαρό κέρδος πουπροκύπτει με βάση τα έσοδα αυτά φορολογείται στο όνομα των υπόχρεων, πουαναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2, με το συντελεστή που προβλέπεταιστην παράγραφο 1 του άρθρου 10 κατά το έτος που διαλύεται η εταιρία,κοινωνία ή κοινοπραξία.

2. Τα καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων που ασχολούνται με την πώλησηανεγειρόμενων οικοδομών εξευρίσκονται με τη χρήση συντελεστή είκοσι τοιςεκατό (20%) στα ακαθάριστα έσοδα τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρ.6Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

Όταν δεν επιδεικνύονται στον έλεγχο ή δεν τηρούνται βιβλία και στοιχεία ήτηρούνται βιβλία κατώτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ή τηρούνται ανεπαρκή ήανακριβή βιβλία, εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης γ`της παραγράφου 2  του άρθρου 30 και ο συντελεστής καθαρού κέρδους του πρώτου εδαφίουδιπλασιάζεται. Επίσης, σε περίπτωση εξωλογιστικού προσδιορισμού των καθαρώνκερδών, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των τριών τελευταίων εδαφίων τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 32.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις πουασχολούνται με την ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων με λυόμενα ήπροκατασκευασμένα στοιχεία.

3. Προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων καθαρών κερδών ατομικών  επιχειρήσεων και προσώπων της παραγράφου 4 του άρθρου 2 στα οποία δενσυμμετέχει νομικό πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 101 και τηρούν βιβλίαΓ` κατηγορίας του Κ.Β.Σ., όταν τα καθαρά κέρδη τα οποία προκύπτουν από τηνεφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 είναι μεγαλύτερα των τεκμαρτών, πουπροκύπτουν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2, ποσοστό σαράντα τοιςεκατό (40%) της διαφοράς προστίθεται στα τεκμαρτά καθαρά κέρδη και τοαπομένον υπόλοιπο αυτής μεταφέρεται και εμφανίζεται στο λογαριασμό”Αφορολόγητα κέρδη οικοδομικών επιχειρήσεων”. Κατά τη διανομή ήκεφαλαιοποίηση του αποθεματικού αυτού εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις τηςπαραγράφου 4 του άρθρου 106. Ειδικά, για ατομική επιχείρηση, το αφορολόγητοαποθεματικό που αναλαμβάνεται ή κεφαλαιοποιείται προστίθεται στα λοιπάεισοδήματα του φυσικού προσώπου του οικείου οικονομικού έτους καιφορολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9. Τυχόν επιπλέον κέρδη που προσδιορίζονται από το φορολογικό έλεγχοπροστίθενται στα δηλωθέντα κέρδη και φορολογούνται στο σύνολο τους με τουςισχύοντες συντελεστές φορολογίας φυσικών ή νομικών προσώπων.

Όταν κατά τις διαχειριστικές περιόδους μέσα στις οποίες κτώνται έσοδα απότην πώληση ανεγειρόμενων οικοδομών, δεν έχει ολοκληρωθεί η ανέγερση τηςοικοδομής, ο προσδιορισμός των φορολογητέων καθαρών κερδών των χρήσεων αυτώνενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 και στη συνέχεια, για τον προσδιορισμό των φορολογητέων καθαρών κερδών της χρήσης εντός της οποίας ολοκληρώνεται η ανέγερση της οικοδομής, εφαρμόζονται οι διατάξεις των τριώνπρώτων εδαφίων της παραγράφου αυτής. Από τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος της  τελευταίας δήλωσης, εκπίπτει ο φόρος που έχει καταβληθεί με βάση τιςπροηγούμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και ο οποίος προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2.

4. Τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, των εργολάβων και υπεργολάβων πουασχολούνται με την εργοληπτική κατασκευή δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων, γενικώς, καθώς και των επιχειρήσεων που ασχολούνται με την εκτέλεσημηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, εξευρίσκονται ως εξής:

α) Για τις επιχειρήσεις που ασχολούνται με την εργολαβική κατασκευήτεχνικών έργων ή την εκτέλεση μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων τουΔημοσίου, δήμων και κοινοτήτων, δημόσιων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων,οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, καθώς και των νομικών προσώπωνδημοσίου δικαίου, γενικώς, ως ακαθάριστα έσοδα λαμβάνονται τα εργολαβικάανταλλάγματα που πιστοποιούνται με τους οικείους λογαριασμούς κατά τηδιάρκεια της χρήσης, τα οποία μειώνονται με τα ποσά των εγγυήσεων καλήςεκτέλεσης που αντιστοιχούν σε αυτά και τα οποία θεωρούνται έσοδα της χρήσηςμέσα στην οποία αποδίδονται.

β) Για επιχειρήσεις που ασχολούνται με την εργολαβική κατασκευή ιδιωτικώντεχνικών έργων ή οικοδομών ή την εκτέλεση μηχανολογικών και ηλεκτρολογικώνεγκαταστάσεων σε ιδιώτες, ως ακαθάριστο έσοδο λαμβάνεται η αξία του έργουπου εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια της χρήσης.

γ) Για την εκτέλεση έργου χωρίς τη χρησιμοποίηση ίδιων υλικών, ως ακαθάριστο έσοδο λαμβάνεται η αξία του έργου που έχει εκτελεστεί κατά τη διάρκεια της χρήσης χωρίς να υπολογιστεί η αξία των υλικών.

5. Τα καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων, που αναφέρονται στην προηγούμενηπαράγραφο, προσδιορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31, εφόσοντηρούνται επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία δεύτερης ή τρίτης κατηγορίαςτου Κ.Β.Σ.. Σε περίπτωση εξωλογιστικού προσδιορισμού των καθαρών κερδώνισχύουν οι πιο κάτω συντελεστές καθαρού κέρδους, οι οποίοι εφαρμόζονται στααντίστοιχα, κατά περίπτωση, ακαθάριστα έσοδα:

α) Για τα δημόσια τεχνικά έργα των περιπτώσεων α` και γ` της προηγούμενηςπαραγράφου, δέκα τοις εκατό (10%) στα ακαθάριστα έσοδα που ορίζονται στηνπαράγραφο αυτή.

β) Για τα ιδιωτικά τεχνικά έργα της περίπτωσης β` της προηγούμενηςπαραγράφου, δώδεκα τοις εκατό (12%) στα ακαθάριστα έσοδα που προσδιορίζονταισύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30.

γ) Για τα ιδιωτικά έργα της περίπτωσης γ` της προηγούμενης παραγράφου,είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) στα ακαθάριστα έσοδα που προσδιορίζονταισύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30.

Σε περίπτωση μη επίδειξης στον έλεγχο ή μη τήρησης βιβλίων και στοιχείων ήτήρησης βιβλίων κατώτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ή ανακρίβειας των τηρούμενωνβιβλίων, οι πιο πάνω συντελεστές καθαρού κέρδους διπλασιάζονται, ενώ σεπερίπτωση ανεπάρκειας των βιβλίων προσαυξάνονται κατά ποσοστό σαράντα τοιςεκατό (40%).

Επίσης, όταν τα βιβλία κρίνονται ανεπαρκή ή ανακριβή, εφαρμόζονται οιδιατάξεις των τριών τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 2 του άρθρου 32.

Άρθρο 35
Προσδιορισμός ελάχιστου κόστους κατασκευής οικοδομών

1. Για τις οικοδομές που ανεγείρονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα μεεξαίρεση τις οικοδομές που κατασκευάζονται από πρόσωπα της παραγράφου 1 τουάρθρου 34 και οι οποίες υπάγονται στο φόρο προστιθέμενης αξίας σύμφωνα μετιςδιατάξεις του άρθρου 6 του Κώδικα Φ.Π.Α., που έχει κυρωθεί με το ν.2859/2000(ΦΕΚ 248 Α`), καθιερώνεται σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού τουελάχιστουσυνολικού κόστους κατασκευής της οικοδομής και των ελάχιστων ποσοστώνσυμμετοχής των επί μέρους εργασιών στο συνολικό κόστος αυτής.

Ως “κόστος” λαμβάνεται το καθαρό κατασκευαστικό κόστος, το οποίοπεριλαμβάνει την αξία αγοράς αγαθών και λήψης υπηρεσιών, με το φόροπροστιθέμενης αξίας που αναλογεί στην αξία αυτών. Οι ασφαλιστικές εισφορέςδεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του πιο πάνω κόστους.

Εξαιρετικά, επί μέρους εργασίες που γίνονται χωρίς την ανάθεση τους σεεργολάβο ή υπεργολάβο, αλλά με τη χρησιμοποίηση ημερομισθίων τεχνιτών καιεργατών, ποσοστό μέχρι το είκοσι τοις εκατό (20%) του ελάχιστου συνολικούκόστους, μπορεί να καλύπτεται από τις αμοιβές των προσώπων αυτών.

2. Για τον προσδιορισμό του ελάχιστου κόστους των οικοδομών και τωνποσοστώνσυμμετοχής των επί μέρους εργασιών λαμβάνονται υπόψη:

α) οι τιμές εκκίνησης κόστους κατά τετραγωνικό μέτρο, οι οποίεςαναπροσαρμόζονται με βάση τη μεταβολή του δείκτη κόστους κατασκευής κτιρίωντης Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος,

β) οι συντελεστές αναγωγής των βοηθητικών χώρων των διαφόρων κατηγοριώνοικοδομών σε κύριους χώρους αυτών,

γ) οι συντελεστές αυξομείωσης των τιμών εκκίνησης, για τον προσδιορισμό τουσυνολικού κόστους, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένουκτιρίου, όπως μέγεθος, ποιότητα, αριθμός όψεων και

δ) οι πίνακες των ελάχιστων ποσοστών συμμετοχής των επί μέρους εργασιών στοσυνολικό κόστος. Σε επί μέρους εργασίες ή σε κτίρια με ιδιαιτερότητες, όπουδεν ορίζονται ελάχιστα ποσοστά συμμετοχής, αυτά καθορίζονται από το μηχανικόμελετητή της οικοδομής πριν από την έκδοση της οικοδομικής άδειας.

Μετά το πέρας των εργασιών, τα πρόσωπα της παραγράφου 1 υποχρεούνται ναυποβάλλουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. τελικό πίνακα με τα τελικά ποσά κόστους τωνεπί μέρους εργασιών, τα πλήρη στοιχεία των εργολάβων, υπεργολάβων καιπρομηθευτών, το συνολικό αριθμό των εκδοθέντων στοιχείων και τη συνολικήαξία τους.

Εάν κατά την εκτέλεση των εργασιών υπάρξουν μεταβολές στα ποσοστάσυμμετοχής του αρχικού πίνακα, ο υπόχρεος συμπληρώνει στον τελικό πίνακα τααναθεωρημένα ποσοστά συμμετοχής με αιτιολόγηση των μεταβολών αυτών.

Η προσκόμιση βεβαίωσης της αρμόδιας για τη φορολογία εισοδήματος δημόσιαςοικονομικής υπηρεσίας του ιδιοκτήτη ή της επιχείρησης κατασκευής και πώλησηςοικοδομών, για τις οικοδομές που δεν υπάγονται σε φόρο προστιθέμενης αξίαςσύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Κώδικα Φ.Π.Α., από την οποίαπροκύπτει η υποβολή των πινάκων που προβλέπονται από την παράγραφο αυτή,αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την τελική ηλεκτροδότηση της οικοδομής.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.20Ν.3610/2007,ΦΕΚ Α 258/22.11.2007.

3. Στην περίπτωση που υποβάλλεται τελικός πίνακας ο οποίος περιέχει ανακριβή στοιχεία ως προς τα μεγέθη του έργου, τα στοιχεία των εργολάβων, υπεργολάβων και προμηθευτών, καθώς και ως προς την αξία των δηλωθέντων φορολογικών στοιχείων, επιβάλλεται σε βάρος του υποχρέου πρόστιμο ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) της διαφοράς φόρου προστιθέμενης αξία που προκύπτει από την ανακρίβεια.

Ειδικώς για ανακρίβεια που αναφέρεται στα στοιχεία των εργολάβων, υπεργολάβων και προμηθευτών, από την οποία δεν προκύπτει διαφορά φόρου, επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές.

Για τη διαδικασία επιβολής, βεβαίωσης και είσπραξης του προστίμου αυτού, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις αυτού του νόμου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.20Ν.3610/2007,ΦΕΚ Α 258/22.11.2007.

4. Τα οριζόμενα από τις διατάξεις της παραγράφου 2 στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ελάχιστου κόστους, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση καθ` ύλην αρμόδιου Υπουργού, μετά από εισήγηση της επιτροπής που θα αποτελείται από: τρεις (3) οικονομικούς υπαλλήλους, τον προϊστάμενο του τμήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της Διεύθυνσης Φορολογίας Κεφαλαίου του Υπουργείου Οικονομικών, ένα (1) μηχανικό, μόνιμο υπάλληλο του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων `Έργων, έναν (1) εκπρόσωπο του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας, έναν (1) εκπρόσωπο της Ελληνικής Ομοσπονδίας Κατασκευαστών και Οικοδομικών Επιχειρήσεων (Ε.Ο.Κ. Ο.Ε.) και μέχρι δύο (2) ακόμη πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία.

5. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:

α) Οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων αυτού του άρθρου.

β) Η συγκρότηση της επιτροπής που προβλέπουν οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και κάθε αναγκαία δαπάνη για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου.

γ) Ο τύπος, το περιεχόμενο, η διαδικασία και ο χρόνος υποβολής των δηλώσεων, που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου.

δ) Οι υποχρεώσεις των προσώπων της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου.

6. Για υποθέσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού του άρθρου, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α`).

Άρθρο 36
Προσδιορισμός ακαθάριστων εσόδων των εργολάβων, υπεργολάβων και γενικά επιτηδευματιών, που εκτελούν οποιαδήποτε επί μέρους εργασία σε ανεγειρόμενες οικοδομές

1. Τα ακαθάριστα έσοδα που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό τουεισοδήματος των εργολάβων, υπεργολάβων και γενικά επιτηδευματιών πουανεγείρουν οικοδομές ή εκτελούν οποιαδήποτε επί μέρους εργασία σε ανεγειρόμενη οικοδομή των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 35, δεν μπορεί να είναι κατώτερα από εκείνα που προκύπτουν σύμφωνα με τις διατάξεις τουάρθρου αυτού.

Τυχόν προκύπτοντα επιπλέον ακαθάριστα έσοδα, με βάση τις διατάξεις τουπαρόντος, θεωρούνται ως ακαθάριστα έσοδα της χρήσης μέσα στην οποίαυποβλήθηκε ο τελικός πίνακας της παραγράφου 2 του άρθρου 35.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.20 παρ.2Ν.3610/2007,ΦΕΚ Α 258/22.11.2007.

2. Στην περίπτωση κατά την οποία το συνολικό κόστος, όπως προσδιορίζεταιστον τελικό πίνακα, είναι κατώτερο του ελάχιστου συνολικού κατασκευαστικούκόστους, όπως προκύπτει κατ` εφαρμογή του άρθρου 35, οι υπόχρεοι καταβάλλουναυτοτελές πρόστιμο ισόποσο με τη διαπιστούμενη διαφορά του φόρουπροστιθέμενης αξίας.

Σημ.: όπως ηαρχική παρ.2 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ και η παρ.3 αναριθμήθηκε σε παρ.2 και αντικαταστάθηκε  με το άρθρ.20 παρ.3 και 4Ν.3610/2007,ΦΕΚ Α 258/22.11.2007.

3. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:

α) οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων αυτού του άρθρου.

β) Ο τύπος, το περιεχόμενο, η διαδικασία και ο χρόνος υποβολής των δηλώσεων που απαιτούνται για την υλοποίηση της εφαρμογής των διατάξεων αυτού του άρθρου.

γ) Οι υποχρεώσεις των προσώπων των παραγράφων 1, 2 και 3 αυτού του άρθρου.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με το άρθρ.20 παρ.3 Ν.3610/2007,ΦΕΚ Α 258/22.11.2007.

4. Για υποθέσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α`).

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με το άρθρ.20 παρ.3 Ν.3610/2007,ΦΕΚ Α 258/22.11.2007.

Άρθρο 37
Προσδιορισμός εισοδήματος αλλοδαπών επιχειρήσεων

1. Για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν στην Ελλάδα ως αντικείμενο εργασιών την παραγωγή ή απλώς την κατόπιν αγοράς ειδική κατεργασία, συσκευασία κ.λπ., πρώτων υλών, το κέρδος που προκύπτει στην Ελλάδα από πωλήσεις που δεν ενεργούνται από την Ελλάδα εξευρίσκεται, εφόσον δεν καθορίζεται ακριβώς από τον ισολογισμό των επιχειρήσεων αυτών, με μερισμό του συνολικού κέρδους της επιχείρησης σε μέρη ανάλογα προς τα ακαθάριστα έσοδά της, που προέρχονται από το προϊόν που έχει αποσταλεί για να πωληθεί και αυτά που προκύπτουν από τις λοιπές πωλήσεις της.

2. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών επιτρέπεται, προκειμένου να καθοριστεί το κέρδος της προηγούμενης παραγράφου, να λαμβάνεται ως ακαθάριστο έσοδο το τίμημα FOB χονδρικής πώλησης του προϊόντος που έχει αποσταλεί για πώληση. Η πώληση σε αυτή την περίπτωση νοείται ότι πραγματοποιήθηκε στον τόπο της φόρτωσης.

3. Το τίμημα FOB καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα. `Όταν είναι αδύνατος ο προσδιορισμός του τιμήματος FΟΒ επιτρέπεται όπως, με προεδρικό διάταγμα, το κέρδος υπολογίζεται σε ποσοστό επί του τιμήματος κόστους του προϊόντος που έχει εξαχθεί.

4. Για πλοία με ξένη σημαία και αεροσκάφη, που ανήκουν σε αλλοδαπά φυσικά πρόσωπα, Αντικείμενο του φόρου του παρόντος που υπόκειται σε φόρο είναι το λογιζόμενο ως προκύπτον στην Ελλάδα κέρδος από τη μεταφορά επιβατών, εμπορευμάτων και λοιπών πραγμάτων γενικά, από ελληνικούς λιμένες και αερολιμένες και μέχρι το λιμένα προορισμού ή μέχρι τον αλλοδαπό λιμένα ή αερολιμένα επιβίβασης των επιβατών ήμεταφόρτωσης των εμπορευμάτων και λοιπών πραγμάτων σε πλοίο ή αεροσκάφος άλλης αλλοδαπής επιχείρησης. Ως καθαρό εισόδημα λαμβάνεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) των ακαθάριστων εσόδων που πραγματοποιούνται από τις μεταφορές αυτές.

Άρθρο 38
Εισόδημα από διάθεση και αποτίμηση χρεογράφων και παραγώγων
Σημ.: όπως  τίτλος του άρθρου 38 τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρου 7 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

1.Τα κέρδη από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών σε τιμή ανώτερη της τιμής απόκτησής τους, τα οποία προκύπτουν από βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και αποκτώνται από ατομικές επιχειρήσεις και υπόχρεους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2, απαλλάσσονται από το φόρο. Η απαλλαγή παρέχεται με την προϋπόθεση ότι τα κέρδη εμφανίζονται σε λογαριασμό ειδικού αποθεματικού με προορισμό το συμψηφισμό ζημιών που τυχόν θα προκύψουν στο μέλλον από την πώληση μετοχών εισηγμένων ή όχι στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Σε περίπτωση διανομής ή διάλυσης της επιχείρησης, τα κέρδη αυτά φορολογούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Αν σε μια διαχειριστική περίοδο προκύψει ζημία από πώληση μετοχών, το τυχόν υπόλοιπο της ζημίας, που απομένει μετά το συμψηφισμό με τα εμφανιζόμενα στο ειδικό αποθεματικό κέρδη ή ολόκληρο το ποσό της ζημίας, αν δεν υφίσταται ειδικός λογαριασμός αποθεματικού, μεταφέρεται σε ειδικό λογαριασμό και δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται με κέρδη που τυχόν θα προκύψουν στο μέλλον από πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών.

2.Τα κέρδη από την πώληση μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, εκτός της περίπτωσης που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος.

3.Ο φόρος βαρύνει τον πωλητή των μετοχών και αποδίδεται από την «Ελληνικά Χρηματιστήρια Α.Ε.(Ε.Χ.Α.Ε.)» εφάπαξ με δήλωση που υποβάλλεται στην αρμόδια για τη φορολογία της Δ.Ο.Υ. μέχρι τοτέλος του πρώτου δεκαπενθημέρου μετά το κλείσιμο κάθε ημερολογιακού διμήνου για τιςπωλήσεις μετοχών που ενεργήθηκαν μέσα σε κάθε δίμηνο. Οι διατάξεις του άρθρου 113 τουΚ.Φ.Ε., του ν. 4125/1960 (Α` 205) και του ν. 2523/1997 (Α` 179) εφαρμόζονται ανάλογα και στοφόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία απόδοσης του φόρου, ο τύποςκαι το περιεχόμενο της υποβαλλόμενης από τον υπόχρεο δήλωσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαίαλεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

Αν δικαιούχος είναι φυσικό πρόσωπο με τη φορολογία που προβλέπεται στην παράγραφο αυτήεξαντλείται η φορολογική υποχρέωση αυτού, ενώ αν δικαιούχος είναι νομικό πρόσωπο τοεισόδημα αυτό φορολογείται με τις γενικές διατάξεις και από τον αναλογούντα φόρο εκπίπτει οφόρος που καταβλήθηκε.

Για τον υπολογισμό του κέρδους που υπόκειται σε φορολογία λαμβάνεται η πραγματική τιμήπώλησης των μετοχών στο Χ.Α., όπως αυτή αναγράφεται στο πινακίδιο που εκδίδει η Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ή το πιστωτικό ίδρυμα που μεσολαβεί. Όταν η πώληση των μετοχών πραγματοποιείται εξωχρηματιστηριακά ή μέσω πολυμερούς μηχανισμού διαπραγματεύσεων, ως τιμή πώλησης λαμβάνεται αυτή που δηλώνεται στην Ε.Χ.Α.Ε. για το διακανονισμό της συναλλαγής και αν δεν δηλωθεί η τιμή κλεισίματος της μετοχής κατά την ημέρατης συναλλαγής.

Για τον υπολογισμό του κόστους απόκτησης των μετοχών ισχύουν τα ακόλουθα:

α) Όταν η απόκτηση των μετοχών έχει γίνει σταδιακά, για τον υπολογισμό του κόστους κτήσηςτων πωλούμενων μετοχών λαμβάνεται η μέση τιμή απόκτησης αυτών.

β) Όταν οι μετοχές έχουν αποκτηθεί λόγω κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής, για τονυπολογισμό του κόστους κτήσης λαμβάνεται η αξία που οριστικοποιήθηκε με οποιονδήποτε τρόποκατά την εφαρμογή των διατάξεων φορολογίας κεφαλαίου ή αν δεν οριστικοποιήθηκε, ηδηλωθείσα αξία.

γ) Όταν οι μετοχές έχουν αποκτηθεί δωρεάν μετά από κεφαλαιοποίηση αποθεματικών, δενεπηρεάζεται το κόστος κτήσης του συνόλου των μετοχών. Τα ίδια ισχύουν κατά τη μεταβολή τουαριθμού των μετοχών με αύξηση ή μείωση της ονομαστικής τους αξίας (split – reverse split).

δ) Όταν οι μετοχές έχουν αποκτηθεί πριν από την έγκριση εισαγωγής τους στο Χ.Α., για τονυπολογισμό του κόστους κτήσης λαμβάνεται υπόψη η τιμή εισαγωγής τους σε αυτό.

ε) Όταν οι μετοχές έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο προγράμματος χορήγησης μετοχών (stock optionplan), ως τιμή κτήσης λαμβάνεται η χρηματιστηριακή τιμή των μετοχών κατά το χρόνο άσκησηςτου δικαιώματος.

στ) Όταν οι μετοχές έχουν αποκτηθεί ως μέρισμα (αντί μετρητών), ως κόστος κτήσης αυτώνλαμβάνεται το ποσό του μερίσματος που θα λάμβανε ο κάθε μέτοχος αν η διανομή γινόταν σεχρήμα.

ζ) Όταν οι μετοχές έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο επίτευξης της αναγκαίας διασποράς εν όψει τηςεισαγωγής τους στο Χ.Α., για τον υπολογισμό του κόστους απόκτησης λαμβάνεται υπόψη η τιμήμετην οποία αποκτήθηκαν.

η) Όταν οι μετοχές έχουν αποκτηθεί κατά την εκκαθάριση εισηγμένου στο Χ.Α. παραγώγουπροϊόντος επί μετοχών με παράδοση της υποκείμενης αξίας έναντι τιμήματος, για τον υπολογισμότου κόστους κτήσης λαμβάνεται υπόψη η τελική τιμή εκκαθάρισης για τα συμβόλαια μελλοντικήςεκπλήρωσης και η τιμή κλεισίματος της υποκείμενης μετοχής στο Χ.Α. κατά την ημέρα άσκησηςτου δικαιώματος για τα δικαιώματα προαίρεσης επί μετοχών.

θ) Όταν οι μετοχές έχουν αποκτηθεί από εξαγορά μεριδίων ΟΣΕΚΑ που έχουν εισαχθεί σεοργανωμένη αγορά σύμφωνα με το άρθρο 88 του ν. 4099/2012 (Α` 250) για τον υπολογισμό τουκόστους κτήσης λαμβάνεται υπόψη η τιμή κλεισίματος των υποκείμενων μετοχών στο Χ.Α. κατάτην ημέρα της εξαγοράς.

Για τον προσδιορισμό του κέρδους που υπόκειται σε φορολογία, λαμβάνεται υπόψη η ζημία πουπροκύπτει μέσα στο ίδιο έτος από την ίδια αιτία. Αν από το συμψηφισμό προκύπτει ζημία, έχουνεφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4.

Για την εφαρμογή των ανωτέρω, οι Ανώνυμες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ή ταπιστωτικά ιδρύματα, που χειρίζονται τις μετοχές των πελατών τους σύμφωνα με τον Κανονισμότου Συστήματος Αυλών Τίτλων, χορηγούν, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Ιανουαρίου,στους δικαιούχους πελάτες τους κατάσταση κερδών ή ζημιών που προέκυψαν κατά τοπροηγούμενο έτος από τις πωλήσεις μετοχών κάθε εταιρείας διακεκριμένα και συνολικά, στηνοποία αναγράφονται τα στοιχεία του δικαιούχου, καθώς και ο αριθμός φορολογικού μητρώου.

Χρόνος που προκύπτει το εισόδημα είναι ο χρόνος διακανονισμού της πώλησης των μετοχών,χωρίς να ασκεί επιρροή η τιμή στην οποία έχει λάβει χώρα η πώληση. Όταν πραγματοποιείταιανοιχτή πώληση, το εισόδημα προκύπτει κατά το χρόνο διακανονισμού της αγοράς τωναπαιτούμενων μετοχών ή της μεταφοράς μετοχών στο λογαριασμό του επενδυτή.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται τα δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται με τηδήλωση φορολογίας εισοδήματος των δικαιούχων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για πωλήσεις μετοχών εισηγμένων σεαλλοδαπό χρηματιστήριο αξιών ή σε άλλο διεθνώς αναγνωρισμένο χρηματιστηριακό θεσμό.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 άρθρου 3 της από 31.12.2011ΠΝΠ,ΦΕΚ Α 268,και την παρ.8 άρθρου 322 Ν.4072/2012,ΦΕΚ Α 86/11.4.2012 αντικαταστάθηκε πάλι με την παρ.9 άρθρου 2 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013 και  με το άρθρο 74 παρ.7.α Ν.4172/2013,ΦΕΚ Α 167/23.7.2013.

4 .Ειδικά, η ζημία που τυχόν προκύπτει κατά την απογραφή στο τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσης από την αποτίμηση μετοχών και ομολογιών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 28 του π.δ. 186/1992, μεταφέρεται σε χρέωση των λογαριασμών Αποθεματικά από Χρεόγραφα, που εμφανίζονται στα βιβλία της επιχείρησης και τα οποία προέκυψαν είτε από την πώληση χρεογράφων σε τιμή ανώτερης της τιμής κτήσης τους με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 10 του α.ν. 148/1967 (ΦΕΚ 173Α`), είτε από την πώληση μετοχών με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος, είτε από την ανταλλαγή ή λήψη δωρεάν χρεογράφων με βάση τις διατάξεις νόμων περί αναπροσαρμογής της αξίας ακινήτων.

Σε περίπτωση που τα ποσά των αποθεματικών αυτών δεν επαρκούν να καλύψουν το ποσό της παραπάνω ζημίας, το τυχόν ακάλυπτο ποσό αυτής δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα αλλά μεταφέρεται σε ειδικό λογαριασμό προκειμένου να συμψηφισθεί με τα ως άνω περιγραφόμενα αποθεματικά από χρεόγραφα που θα προκύψουν στο μέλλον.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.4 άρθρου 16 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

5 . Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 εφαρμόζονται και για πωλήσειςμετοχών εισηγμένων σε αλλοδαπό χρηματιστήριο αξιών ή σε άλλο διεθνώςαναγνωρισμένο χρηματιστηριακό θεσμό. Στην περίπτωση αυτή οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. και ταπιστωτικά ιδρύματα που τηρούν τους λογαριασμούς μετοχών χορηγούν στουςδικαιούχους πελάτες τους τη βεβαίωση που προβλέπεται από τις διατάξεις τηςπαραγράφου 3. Όταν δικαιούχος του κέρδους είναι επιχείρηση οποιασδήποτεμορφής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 4.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1βάρθρ.16 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

6.Τα κεφαλαιακά κέρδη που αποκτούν ατομικές επιχειρήσεις και υπόχρεοι που αναφέρονταιστην παράγραφο 4 του άρθρου 2 και οι οποίοι τηρούν βιβλία με τη διπλογραφική μέθοδο απόσυναλλαγές σε παράγωγα προϊόντα της περίπτωσης η` της παραγράφου 1 του άρθρου 24 τουΚ.Φ.Ε., που διαπραγματεύονται στην αγορά παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών ή σεαλλοδαπό χρηματιστήριο παραγώγων ή σε άλλη οργανωμένη αγορά, απαλλάσσονται από το φόροεισοδήματος.»Η απαλλαγή παρέχεται με την προϋπόθεση ότι τα κέρδηεμφανίζονται σε λογαριασμό ειδικού αποθεματικού με προορισμό το συμψηφισμόζημιών που τυχόν θα προκύψουν στο μέλλον από την ίδια αιτία. Σε περίπτωσηδιανομής ή διάλυσης της επιχείρησης, τα κέρδη αυτά φορολογούνται σύμφωνα μετις ισχύουσες διατάξεις.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε τροποποιήθηκε  με την παρ. 4 άρθρου 3Ν.4046/2012,ΦΕΚ Α 28, αντικαταστάθηκε πάλι με τις παρ.10 και 11 τουάρθρου 2Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

7. Τα κεφαλαιακά κέρδη που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και ταοποία αποκτώνται από φυσικά πρόσωπα ή ατομικές επιχειρήσεις και υπόχρεουςτης παραγράφου 4 του άρθρου 2, εκτός της περίπτωσης που προβλέπεται στηνίδια παράγραφο, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.1 άρθρου 7 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006 αναριθμήθηκ με την παρ.10 άρθρου 2Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Άρθρο 39
Διόρθωση κερδών τιμολογήσεων μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων
Σημ.: όπως το άρθρο 39, είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 Ν.3775/2009,ΦΕΚ Α 122,και τροποποιηθεί με το άρθρο 11 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 11 παρ.1 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

1. Όταν μεταξύ συνδεδεμένων, κατά την έννοια της επόμενης παραγράφου, επιχειρήσεωνπραγματοποιούνται συναλλαγές με οικονομικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους που θα είχανσυμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων ή που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ τωνσυνδεδεμένων επιχειρήσεων και τρίτων, τα κέρδη τα οποία, χωρίς τους όρους αυτούς, θα είχανπραγματοποιηθεί από την ημεδαπή επιχείρηση, αλλά τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω τωνδιαφορετικών όρων, προσαυξάνουν τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης ή μειώνουν τη ζημία πουπροκύπτει από τα βιβλία της, χωρίς να θίγεται το κύρος αυτών. Οι διατάξεις του προηγούμενουεδαφίου εφαρμόζονται ανάλογα και για συναλλαγές μεταξύ μόνιμης εγκατάστασης αλλοδαπήςεπιχείρησης στην Ελλάδα με το κεντρικό και με τις συνδεδεμένες εταιρείες του κεντρικού της στηναλλοδαπή, καθώς και για συναλλαγές μεταξύ ημεδαπής επιχείρησης και μόνιμης εγκατάστασης τηςστην αλλοδαπή.

2. Ως συνδεδεμένες νοούνται οι επιχειρήσεις μεταξύ των οποίων υπάρχει σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής ή οικονομικής εξάρτησης ή ελέγχου, ιδίως λόγω συμμετοχής της μίας στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση της άλλης ή λόγω συμμετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο επιχειρήσεων, καθώς και οι επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν σε μία από τιςσυνδεδεμένες τα ανωτέρω δικαιώματα ή δυνατότητες επιρροής.

Ειδικότερα, ως συνδεδεμένες νοούνται οι επιχειρήσεις οι οποίες:

α) Συνδέονται λόγω της συμμετοχής της μίας στην άλλη επιχείρηση, κατέχοντας άμεσα ή έμμεσαμετοχές, μερίδια, ή συμμετοχή στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ή αριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου.

β) Συνδέονται με κάθε άλλη επιχείρηση που κατέχει άμεσα ή έμμεσα μετοχές, μερίδια δικαιώματαψήφου ή συμμετοχής στο κεφάλαιο τουλάχιστον τριάντα τρία τοις εκατό (33%), βάσει αξίας ήαριθμού, ή δικαιώματα σε κέρδη ή δικαιώματα ψήφου σε μία από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

γ) Συνδέονται με κάθε άλλο πρόσωπο με το οποίο υπάρχει σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ή ελέγχου ή το πρόσωπο αυτό ασκεί καθοριστική επιρροή ή έχει τη δυνατότητα καθοριστικής επιρροής στη λήψη των αποφάσεων της επιχείρησης ή σε περίπτωση που και τα δύο πρόσωπα έχουν σχέση άμεσης ή έμμεσης ουσιώδους διοικητικής εξάρτησης ήελέγχου ή δυνατότητα καθοριστικής επιρροής από τρίτο πρόσωπο.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 64 παρ.3α Ν.4170/2013,ΦΕΚ Α163/12.7.2013.

3. Ειδικά για τις συμβάσεις δανείου που συνάπτονται μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων κατά τηνέννοια της προηγούμενης παραγράφου δεν εκπίπτουν οι δεδουλευμένοι τόκοι που καταβάλλονταιή πιστώνονται, κατά το μέρος που το συνολικό ύψος δανείων της δανειοδοτούμενης από τιςδανειοδότριες υπερβαίνει κατά μέσο όρο και κατά διαχειριστική περίοδο το τριπλάσιο των ιδίωνκεφαλαίων της δανειοδοτούμενης. Στην έννοια των τόκων της παραγράφου αυτής εμπίπτουν καιοι τόκοι ομολογιακών δανείων που καταβάλλονται σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Στο συνολικόύψος δανείων από συνδεδεμένες επιχειρήσεις προστίθενται και τα ομολογιακά δάνεια πουεκδίδονται προς αυτές, καθώς και τα δάνεια που έχουν ληφθεί από τρίτες επιχειρήσεις για τα οποίαέχει χορηγηθεί οποιασδήποτε μορφής εγγύηση από τις πιο πάνω συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Οιδιατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται για τις ανώνυμες εταιρίες χρηματοδοτικήςμίσθωσης του ν. 1665/1986 (Α` 183), τις εταιρίες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων του ν.1905/1990 (Α` 147), τις εταιρίες ειδικού σκοπού του ν. 3156/2003 (Α` 157) και του ν. 3601/2007(Α` 178) με έδρα στην Ελλάδα, τις εταιρίες παροχής πιστώσεων του ν. 2937/2001 (Α` 169), τιςΑνώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.) του ν. 3606/ 2007 (Α` 195),καθώς και για τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα.

4. Τα επιπλέον κέρδη που προκύπτουν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1προσαυξάνουν τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης που προκύπτουν από τα βιβλία της,προκειμένου να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των οφειλόμενων φόρων, τελών καιεισφορών στις λοιπές φορολογίες.

5. Αρμόδια υπηρεσία για τον τακτικό (οριστικό) φορολογικό έλεγχο των συνδεδεμένωνεπιχειρήσεων κατά την έννοια της παραγράφου 2, εφόσον μία τουλάχιστον από αυτές έχειυποχρέωση κατάρτισης φακέλου τεκμηρίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39Α, είναι τοΚέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων. Στα πλαίσια του ελέγχου αυτού θα ελέγχεται και η ορθήτήρηση των διατάξεων της παραγράφου 1 λαμβάνοντας υπόψη τις κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ περί ενδοομιλικών τιμολογήσεων για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και τις φορολογικές αρχές,όπως κάθε φορά επικαιροποιούνται. Το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων είναι αρμόδιο καιγια τον τακτικό (οριστικό) φορολογικό έλεγχο των μονίμων εγκαταστάσεων αλλοδαπώνεπιχειρήσεων στην Ελλάδα, καθώς και των ημεδαπών επιχειρήσεων που έχουν μόνιμηεγκατάσταση στην αλλοδαπή όταν αυτές έχουν υποχρέωση κατάρτισης φακέλου τεκμηρίωσης. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια γιατην εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και ο ανακαθορισμός της ελεγκτικής αρμοδιότητας.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 64 παρ.3β Ν.4170/2013,ΦΕΚ Α163/12.7.2013.

Άρθρο 39α
Τεκμηρίωση τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών
Σημ.: όπως το άρθρο 39Α, είχε προστεθεί με το άρθρο 2 Ν.3775/2009 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58,αντικαταστάθηκε  με το άρθρο 11 παρ.2 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

1. Ημεδαπές επιχειρήσεις που συνδέονται με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 2του άρθρου 39, υποχρεούνται να τηρούν Φάκελο Τεκμηρίωσης τιμών των ενδοομιλικώνσυναλλαγών τους. Ειδικά οι εμποροβιομηχανικές εταιρίες που έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μετις διατάξεις του α.ν. 89/1967 (Α` 132) απαλλάσσονται από την υποχρέωση τεκμηρίωσης τωνενδοομιλικών συναλλαγών τους. Επίσης, εξαιρούνται συναλλαγές με μία ή περισσότερεςσυνδεδεμένες επιχειρήσεις η αξία των οποίων δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώαθροιστικά, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα της διαχειριστικής χρήσης για το σύνολο τωνσυνδεδεμένων δεν υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια ευρώ ή η αξία των οποίων δεν υπερβαίνει τιςδιακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα της διαχειριστικής χρήσης για τοσύνολο των συνδεδεμένων υπερβαίνει τα πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ.

Ειδικά για τις υποκείμενες, κατά τα ανωτέρω, σε τεκμηρίωση συναλλαγές με μία ή περισσότερεςσυνδεδεμένες, η υποχρέωση τεκμηρίωσης των συναλλαγών αφορά σε συναλλαγές πουυπερβαίνουν το ποσό των 20.000 ευρώ ανά κατηγορία συναλλαγής συνδεδεμένης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 91 παρ.1 Ν.4182/2013,ΦΕΚ Α 185/10.9.2013.

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και για τις συναλλαγές τουδεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 39.

3. Ο «φάκελος τεκμηρίωσης» της παραγράφου 1 αποτελείται από:

α. Το «βασικό φάκελο τεκμηρίωσης», ο οποίος είναι κοινός για όλες τις εταιρίες του ομίλου καιπεριέχει κοινές τυποποιημένες πληροφορίες για όλες τις συνδεδεμένες εταιρίες και ταυποκαταστήματα του ομίλου.

β. Τον «ελληνικό φάκελο τεκμηρίωσης», ο οποίος συμπληρώνει το «βασικό φάκελο» τηςπροηγούμενης περίπτωσης και περιέχει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις ελληνικέςεπιχειρήσεις του ομίλου, τις μόνιμες εγκαταστάσεις της αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα ή τιςμόνιμες εγκαταστάσεις της ελληνικής επιχείρησης στην αλλοδαπή.

4 .Ο φάκελος τεκμηρίωσης καταρτίζεται μέχρι το τέλος του τέταρτου μήνα από την ημερομηνίαλήξης της διαχειριστικής περιόδου. Συνοδεύεται από συνοπτικό πίνακα πληροφοριών, ο οποίοςυποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του ΥπουργείουΟικονομικών μέσα στην ίδια προθεσμία και περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργικήταυτότητα της επιχείρησης, όπως τον όμιλο στον οποίο ανήκει, τις λειτουργίες που επιτελεί καιτους κινδύνους που αναλαμβάνει, καθώς και κατάλογο με τις ενδοομιλικές συναλλαγές προςτεκμηρίωση, οι οποίες πραγματοποιούνται εντός της οικείας διαχειριστικής περιόδου και σύντομηπεριγραφή της μεθόδου τεκμηρίωσης που εφαρμόζεται. Ο φάκελος τεκμηρίωσης τηρείται στηνεπιχείρηση και τίθεται στη διάθεση της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής στα πλαίσια ελέγχου, εντόςεύλογου χρόνου ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 91 παρ.2 Ν.4182/2013,ΦΕΚ Α 185/10.9.2013.

5. Ο φάκελος τεκμηρίωσης, όπως ισχύει για κάθε διαχειριστική περίοδο, διατηρείται όσο διαρκεί οεκάστοτε οριζόμενος από τις φορολογικές διατάξεις χρόνος παραγραφής του δικαιώματος τουΕλληνικού Δημοσίου για την επιβολή φόρου. Επίσης, διατηρείται οπωσδήποτε όσο χρόνο εκκρεμείη σχετική υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου.

6. Σε περίπτωση επιγενόμενης μεταβολής των συνθηκών της αγοράς που επιφέρουν αλλαγές σταστοιχεία του φακέλου τεκμηρίωσης, η επιχείρηση υποχρεούται να προβαίνει σε επικαιροποίησή του,μέχρι το τέλος της διαχειριστικής περιόδου εντός της οποίας μεταβάλλονται οι πιο πάνω συνθήκες.Στην περίπτωση αυτή, η επιχείρηση υποχρεούται να υποβάλει τον συνοπτικό πίνακα που ορίζεταιαπό την παράγραφο 5 στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του ΥπουργείουΟικονομικών εντός πενήντα (50) ημερών από την ημερομηνία κλεισίματος της διαχειριστικήςπεριόδου εντός της οποίας πραγματοποιήθηκε η επικαιροποίησή.

7. Όσοι λαμβάνουν γνώση του φακέλου τεκμηρίωσης του παρόντος άρθρου, υποχρεούνται νατηρούν και να διαφυλάσσουν το απόρρητο αυτού, κατά τις κείμενες διατάξεις.

8. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθορίζονται τα ειδικότερα θέματα ταοποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων καισυγκεκριμένα, το υποχρεωτικό περιεχόμενο του Φακέλου Τεκμηρίωσης της παραγράφου 3, τοπεριεχόμενο του συνοπτικού πίνακα πληροφοριών, η γλώσσα στην οποία τηρούνται οι ως άνωπληροφορίες, οι μέθοδοι, τρόποι και διαδικασίες προσδιορισμού των τιμών των συναλλαγώναυτών, η διαδικασία επικαιροποίησης των φακέλων τεκμηρίωσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαίαλεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 64 παρ.3γ Ν.4170/2013,ΦΕΚ Α163/12.7.2013.

Άρθρο 39Β
Προσδιορισμός μη τεκμηριωμένων τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών
17. Αν το δηλούμενο ποσό εισοδήματος από την άσκηση ατομικής επιχείρησης, η οποία δεν τηρεί βιβλία ή τηρεί βιβλία δεύτερης ή πρώτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, είναι μικρότερο από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, η διαφορά προσαυξάνει το εισόδημα που δηλώνεται, ως προερχόμενο από την επιχείρηση αυτή και ο φόρος υπολογίζεται στο συνολικό εισόδημα του που προκύπτει με αυτόν τον τρόπο.

1. Οι τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών κρίνονται μη τεκμηριωμένες στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) μη τήρησης ή μη διάθεσης του φακέλου τεκμηρίωσης στην αρμόδια ελεγκτική αρχή,

β) τήρησης ανεπαρκούς ή ανακριβούς φακέλου τεκμηρίωσης, εφόσον προκύπτει αδυναμίαελεγκτικής επαλήθευσης της ορθότητας υπολογισμού ή τεκμηρίωσης των τιμών ενδοομιλικώνσυναλλαγών, η οποία δεν θεραπεύεται από τις πρόσθετες πληροφορίες που παρέχονται στονέλεγχο,

γ) μη παροχής ή παροχής ανεπαρκών ή ανακριβών πρόσθετων πληροφοριών, εφόσον προκύπτειαδυναμία ελεγκτικής επαλήθευσης των τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών.

2. Οι τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών που κρίνονται μη τεκμηριωμένες προσδιορίζονται από τηναρμόδια ελεγκτική αρχή με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία από κάθε πηγή.

Στις περιπτώσεις που προκύπτει ένα εύρος τιμών ή κέρδους, το οποίο γίνεται δεκτό από τηφορολογική αρχή, οι τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών προσδιορίζονται σε οποιαδήποτε τιμή ήποσοστό κέρδους εντός του αποδεκτού εύρους. Αν το εύρος που προκύπτει δεν γίνεται αποδεκτόαπό τη φορολογική αρχή, αυτή προσδιορίζει τις τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών στην τιμή τηςδιαμέσου.

3. Σε περίπτωση που από την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφουπροκύπτει παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 39, εφαρμόζονται οι διατάξειςτου ν. 2523/1997.

Άρθρο 39Γ
Προέγκριση Μεθοδολογίας Ενδοομιλικής Τιμολόγησης
Σημ.: όπως το άρθρο 39Γ προστέθηκε με το άρθρο 11 παρ.4 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

1. Οι ημεδαπές επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 39 δύνανται να υποβάλουν αίτηση προέγκρισης της μεθοδολογίας για την τιμολόγηση συγκεκριμένων μελλοντικών συναλλαγών τους με συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών συστήνεται Επιτροπή για τον επανέλεγχο ποσοστού πέντε τοις εκατό (5%) των υποθέσεων των οποίων η μεθοδολογία έχει τύχει προέγκρισης.

2. Αντικείμενο της προέγκρισης της προηγούμενης παραγράφου αποτελεί το ενδεδειγμένο σύνολοκριτηρίων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών κατά τηδιάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Τα κριτήρια αυτά περιλαμβάνουν κυρίως τηχρησιμοποιούμενη μέθοδο τεκμηρίωσης, τα στοιχεία σύγκρισης ή αναφοράς και τις σχετικέςπροσαρμογές, καθώς και τις κρίσιμες παραδοχές για τις μελλοντικές συνθήκες.

Αντικείμενο της προέγκρισης μπορεί επίσης να αποτελέσει και κάθε άλλο εξειδικευμένο ζήτημα πουαφορά την τιμολόγηση των συναλλαγών με συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

Δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο της προέγκρισης:

α) ορισμένη τιμή συναλλαγής μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων,

β) ορισμένο ποσοστό του περιθωρίου μικτού ή καθαρού κέρδους από συναλλαγές μεσυνδεδεμένες επιχειρήσεις.

3. Η Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων εκδίδει σχετικήαπόφαση, η οποία κοινοποιείται στην αιτούσα εταιρεία. Η διάρκεια ισχύος της απόφασηςπροέγκρισης δεν δύναται να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη και η χρονική ισχύς της δεν δύναται ναανατρέχει σε διαχειριστική περίοδο που έχει ολοκληρωθεί κατά τη στιγμή της υποβολής τηςαίτησης προέγκρισης. Από την απόφαση προέγκρισης δεν απορρέουν δικαιώματα ή υποχρεώσειςγια άλλους φορολογούμενους πέραν της αιτούσας.

Παρ.4
4. Οι τιμές των ενδοομιλικών συναλλαγών της επιχείρησης, τις οποίες αφορά η απόφασηπροέγκρισης, θεωρούνται ότι δεν διαφέρουν από αυτές που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 39,εφόσον τηρούνται τα οριζόμενα στην απόφαση αυτή.

Η επιχείρηση υποχρεούται να περιλαμβάνει στους τηρούμενους φακέλους τεκμηρίωσης τουάρθρου 39 Α τα στοιχεία που απαιτούνται για την παρακολούθηση και επαλήθευση της εφαρμογήςτης απόφασης προέγκρισης.

Ο φορολογικός έλεγχος των συναλλαγών με συνδεδεμένες επιχειρήσεις περιορίζεται στηνεπαλήθευση ότι τηρήθηκαν τα οριζόμενα στην απόφαση προέγκρισης και ότι εξακολουθούν ναισχύουν οι κρίσιμες παραδοχές στις οποίες αυτή βασίστηκε.

Πέραν των υποχρεώσεων τήρησης και διαφύλαξης στοιχείων που επιβάλλονται από άλλεςδιατάξειςτης ισχύουσας νομοθεσίας, η επιχείρηση υποχρεούται να διαφυλάσσει τα στοιχεία τεκμηρίωσης πουαφορούν την απόφαση προέγκρισης καθ` όλη τη διάρκεια διατήρησης του αντίστοιχου φακέλουτεκμηρίωσης.

Η έκδοση απόφασης προέγκρισης δεν εμποδίζει τη μεταγενέστερη διενέργεια της διαδικασίαςαμοιβαίου διακανονισμού της εκάστοτε εφαρμοστέας διμερούς σύμβασης για την αποφυγή τηςδιπλής φορολογίας ή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σεπερίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων για τις ίδιες συναλλαγές του ίδιουφορολογούμενου. Σε μια τέτοια περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις της επόμενης παραγράφουγια την αναθεώρηση της απόφασης προέγκρισης.

Παρ.5
5. Η απόφαση προέγκρισης αναθεωρείται οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια ισχύος της, είτε κατόπιναίτησης από την ενδιαφερόμενη επιχείρηση είτε αυτεπάγγελτα από την αρμόδια υπηρεσία, στις εξήςπεριπτώσεις:

α) εάν οι κρίσιμες παραδοχές στις οποίες βασίστηκε η απόφαση προέγκρισης αποδειχθούνεσφαλμένες χωρίς ευθύνη της αιτούσας,

β) εάν επήλθε ουσιώδης μεταβολή των κρίσιμων παραδοχών ή συνθηκών που καθιστά αδύνατητην τήρηση των οριζομένων στην απόφαση προέγκρισης χωρίς ευθύνη της αιτούσας,

γ) σε περίπτωση εφαρμογής της διαδικασίας αμοιβαίου διακανονισμού της εκάστοτε εφαρμοστέας διμερούς σύμβασης για την αποφυγή της διπλής φορολογίας ή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τηνεξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεμένωνεπιχειρήσεων για τις ίδιες συναλλαγές του ίδιου φορολογούμενου.

Ειδικά για την αυτεπάγγελτη αναθεώρηση της αρχικής απόφασης προέγκρισης η αρμόδιαυπηρεσία εκδίδει απόφαση, η οποία κοινοποιείται στην αιτούσα εταιρεία και έχει τα αποτελέσματαπου ορίζονται στην παράγραφο 4, αρχής γενομένης από την έκδοση της.

Παρ.6
6. Η απόφαση προέγκρισης δύναται να ανακληθεί από την αρμόδια υπηρεσία οποτεδήποτε κατάτη διάρκεια ισχύος της, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α. εφόσον διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία ή κρίσιμες παραδοχές στα οποία βασίστηκε η απόφασηπροέγκρισης ήταν ανακριβή,

β. εφόσον διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση δεν τήρησε ουσιώδεις όρους ή υποχρεώσεις που ορίζονταιαπό την απόφαση προέγκρισης,

Σε περίπτωση ανάκλησης, η απόφαση προέγκρισης θεωρείται ως ουδέποτε εκδοθείσα καιεφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 2523/1997.

7. Η απόφαση προέγκρισης δύναται να ακυρωθεί από την αρμόδια υπηρεσία οποτεδήποτε κατάτηδιάρκεια ισχύος της στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α. εφόσον διαπιστωθεί ότι επήλθε ουσιώδης μεταβολή των κρίσιμων παραδοχών ή συνθηκών στιςοποίες βασίστηκε η απόφαση προέγκρισης,

β. εφόσον διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση δεν τήρησε ουσιώδεις όρους ή υποχρεώσεις που ορίζονταιαπό την απόφαση προέγκρισης,

γ. εφόσον επέλθει ουσιώδης μεταβολή των εφαρμοστέων φορολογικών διατάξεων.

Δεν επιτρέπεται η ακύρωση της απόφασης προέγκρισης, εφόσον είναι δυνατή η αναθεώρηση τηςσύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5.

Σε περίπτωση ακύρωσης, η ισχύς της απόφασης προέγκρισης παύει από το χρονικό σημείο πουορίζεται με την απόφαση ακύρωσης.

8.Ύστερα από αίτηση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, η οποία υποβάλλεται το αργότερο μέχρι τηλήξη της ισχύος της απόφασης προέγκρισης μεθοδολογίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, δύναται ναανανεώνεται μέχρι δύο φορές η ισχύς της απόφασης προέγκρισης χωρίς αλλαγή των όρων της.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκριση της αίτησης ανανέωσης είναι να αποδειχθεί ότι δενεπήλθε ουσιώδης μεταβολή των στοιχείων στα οποία βασίστηκε η απόφαση προέγκρισης.

Η αρμόδια υπηρεσία εκδίδει απόφαση επί της αίτησης ανανέωσης, η οποία κοινοποιείται στηναιτούσα εταιρεία. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση, η απόφαση ανανέωσης έχει τααποτελέσματα που ορίζονται στην παράγραφο 4.

Η διάρκεια ισχύος της απόφασης ανανέωσης δεν δύναται κάθε φορά να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη.

9. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται τα ειδικότερα θέματα τα οποία είναιαναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων και ειδικότερα ηδιαδικασία για την προέγκριση μεθοδολογίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, την αναθεώρηση, τηνανανέωση της και την ανάκληση της, το ειδικότερο περιεχόμενο της αίτησης προέγκρισης και τηςαίτησης ανανέωσης, τα σχετικά παράβολα, η διαδικασία συνεννόησης με τις αρμόδιες αρχές άλλωνεμπλεκομένων κρατών, ο τύπος και το περιεχόμενο των αποφάσεων της αρμόδιας υπηρεσίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Άρθρο 40
Έννοια και απόκτηση του εισοδήματος

1. Εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις είναι το κέρδος που προκύπτει σε κάθε οικονομικό ή γεωργικό έτος, κατά περίπτωση και αποκτάται από την εκμετάλλευση μιας ή περισσότερων γεωργικών επιχειρήσεων κάθε είδους, όπως είναι οι αγροτικές, κτηνοτροφικές, πτηνοτροφικές, μελισσοκομικές, σηροτροφικές, δασικές, αλιευτικές κ.λπ..

2. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 28 εφαρμόζονται αναλόγως και στο εισόδημα αυτής της κατηγορίας.

Άρθρο 41
Ακαθάριστο και καθαρό εισόδημα

1. Κατά τον προσδιορισμό του εισοδήματος από γεωργικές επιχειρήσεις, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 3 περιπτώσεις ζ` και η`, 29, 30, 31, 38 και 39.

2. Αν το καθαρό εισόδημα δεν μπορεί να προσδιοριστεί λογιστικώς, αυτό προσδιορίζεται τεκμαρτώς με πολλαπλασιασμό των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης με ειδικούς, κατά κλάδο εκμεταλλεύσεων, συντελεστές καθαρού εισοδήματος. Ως Ακαθάριστο εισόδημα λαμβάνεται η αξία των παραγόμενων προϊόντων. Για την εξεύρεση της αξίας τους τα προϊόντα αποτιμώνται σε δραχμές, με βάση τη μέση τιμή χονδρικής πώλησής τους στο χρόνο και στον τόπο της παραγωγής τους. Σε αυτά τα ακαθάριστα έσοδα δεν συμπεριλαμβάνονται τα ακόλουθα ποσά εσόδων:

α) Οι τόκοι από συναλλακτικές πράξεις.

β) Η αυτόματη υπερτίμηση κεφαλαίου της επιχείρησης.

γ) Τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από επισφαλείς απαιτήσεις που έχουν αποσβεσθεί, εφόσον είχαν γίνει δεκτές από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό του φορολογούμενου εισοδήματος.

δ) Τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από φόρους, τέλη και εισφορές της επιχείρησης, εφόσον είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως και είχαν γίνει δεκτά από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τονπροσδιορισμό του φορολογούμενου εισοδήματος.

Τα ποσά των πιο πάνω περιπτώσεων α` έως δ` προστίθενται στο καθαρό εισόδημα της επιχείρησης, το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του συντελεστή καθαρού εισοδήματος.

3. Για κάθε κλάδο γεωργικών εκμεταλλεύσεων προβλέπεται ένας μοναδικός συντελεστής καθαρού εισοδήματος, ο οποίος εφαρμόζεται στα ακαθάριστα έσοδα.”Οι μοναδικοί συντελεστές καθαρού εισοδήματος περιλαμβάνονται σε ειδικό πίνακα, ο οποίος καταρτίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.” Για τις γεωργικές επιχειρήσεις οι οποίες υποχρεούνται να τηρούν βιβλίακαι στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, αλλά δεν τηρούν ή τηρούν ανακριβή βιβλία και στοιχεία, ο συντελεστής καθαρού εισοδήματος προσαυξάνεται κατά σαράντα τοις εκατό (40%).

Το πέμπτο και τα επόμενα αυτού εδάφια της παραγράφου 2 του άρθρου 32 ισχύουν ανάλογα και για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος επί γεωργικών επιχειρήσεων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.21 άρθρ.4 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000,και με την παρ.12 άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001.

4. Αν από τα στοιχεία που προσκομίζει ο φορολογούμενος αποδεικνύεται ότι, εξαιτίας ζημιών από γεγονότα απρόβλεπτα ή οφειλόμενα σε ανώτερη βία, μειώθηκε το εισόδημά του από τη γεωργική εκμετάλλευση, το καθαρό εισόδημα μπορεί να προσδιοριστεί με τη χρήση συντελεστή κατώτερου από εκείνους που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. Στην περίπτωση αυτή ο συντελεστής δεν μπορεί να είναι μικρότερος από το μηδέν.

Άρθρο 42
Προσδιορισμός καθαρού γεωργικού εισοδήματος
Σημ.: το άρθρο 42 ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ για εισοδήματα που αποκτώνται από 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά  σύμφωνα με την παρ.2 άρθρου 4 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

1. Ως καθαρό γεωργικό εισόδημα, από οποιαδήποτε γεωργική δραστηριότητα,στην περίπτωση που δεν τηρούνται βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ.,θεωρείται η πρόσοδος από το έδαφος, το κεφάλαιο και την εργασία, από τησυμμετοχή τους στην παραγωγική δραστηριότητα μιας γεωργικής εκμετάλλευσης, ηοποία προσδιορίζεται με αντικειμενική μέθοδο.

Για τον προσδιορισμό αυτόν λαμβάνεται υπόψη το καθαρό γεωργικό εισόδημα, όπως αυτό υπολογίζεται με βάση τις καθιερωμένες αρχές της γεωργικής λογιστικής, ανά στρέμμα και είδος προϊόντος ή κατά κεφαλή και είδος εκτρεφόμενου ζώου ή κατά άλλη μονάδα παραγωγής για ειδικές περιπτώσεις, επί τον αριθμό των στρεμμάτων ή των εκτρεφόμενων ζώων ή των άλλων μονάδων παραγωγής ή συνδυασμό αυτών.

Για την εξειδίκευση της άνω αντικειμενικής μεθόδου, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίαςκαθορίζονται:

α) Τα προσδιοριστικά στοιχεία που διαμορφώνουν την πρόσοδο από το έδαφος, αφού συνεκτιμηθούν η συνολική έκταση, το σχήμα, η τοπογραφική κατάσταση, όπως κλίση και γενικά τα στοιχεία τα οποία καθορίζουν τη φυσική του παραγωγικότητα, όπως σύστασή εδάφους, γονιμότητα.

β) Τα στοιχεία που προσδιορίζουν την πρόσοδο από την εργασία, αφού συνεκτιμηθούν ο χρόνος απασχόλησης, η ηλικία, το φύλο, η ίδια ή ξένη απασχόληση.

γ) Τα στοιχεία που προσδιορίζουν την πρόσοδο από το κεφάλαιο, αφού συνεκτιμηθούν το μέγεθος, η μορφή αυτού, όπως έγγειες βελτιώσεις, γεωργικές κατασκευές, μηχανές, μόνιμες φυτείες.

δ) Η μέθοδος υπολογισμού των βασικών αυτών συντελεστών παραγωγής της γεωργικής εκμετάλλευσης.

ε) Κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.7 άρθρ.7 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

2. Ο προσδιορισμός του καθαρού γεωργικού εισοδήματος, για κάθε ημερολογιακό έτος, με αντικειμενική μέθοδο, γίνεται με την ακόλουθη διαδικασία:Συνιστάται, στη Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος του Υπουργείου Οικονομικών, Επιτροπή Αντικειμενικού Προσδιορισμού του Γεωργικού Εισοδήματος (Ε.Α.Π. Γ.Ε.), αποτελούμενη από το Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Δημόσιας Περιουσίας, ως πρόεδρο και μέλη τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους, δύο (2) ειδικούς επιστήμονες του Υπουργείου Γεωργίας με τους αναπληρωτές τους, που προτείνονται από την υπηρεσία τους, έναν (1) ειδικό επιστήμονα με τον αναπληρωτή του, που προτείνεται από την ΠΑ.Σ.Ε.ΓΕ.Σ., δύο (2) ειδικούς επιστήμονες με τους αναπληρωτές τους, που προτείνονται από τις αγροτικές συνομοσπονδίες, ένα (1) μέλος του Διδακτικού Επιστημονικού Προσωπικού του Τμήματος Γεωργικής Οικονομίας του Γεωργικού Πανεπιστήμιου Αθηνών με τον αναπληρωτή του, που προτείνεται από το τμήμα αυτά και έναν (1) ειδικό επιστήμονα με τον αναπληρωτή του, που προτείνεται από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος.”Επίσης, συμμετέχει ως μέλος ένας υπάλληλος του κλάδου πληροφορικής – λογισμικού του Κέντρου Πληροφορικής του Υπουργείου Οικονομικών, ο οποίος αναπληρώνεται από άλλον υπάλληλο του ίδιου κλάδου της ίδιας υπηρεσίας. Χρέη γραμματέα της Επιτροπής εκτελούν δύο εφοριακοί υπάλληλοι της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, αναπληρούμενοι από άλλους δύο εφοριακούς υπαλλήλους της ίδιας Γενικής Διεύθυνσης.

`Έργο της επιτροπής είναι η κατάρτιση πινάκων, που περιλαμβάνουν εκτιμήσεις του καθαρού γεωργικού εισοδήματος της παραγράφου 1, για όλα τα γεωργικά προϊόντα που παράγονται στην ελληνική επικράτεια, καθώς και εκτιμήσεις του αντιπροσωπευτικού ενοικίου, ανά στρέμμα ενοικιαζόμενης γεωργικής γης. Οι πιο πάνω εκτιμήσεις εξειδικεύονται κατά νομό, ζώνη καλλιεργούμενης έκτασης (πεδινή – ορεινή – ημιορεινή) και δυνατότητα άρδευσης η όποια άλλη διάκριση κρίνεται αναγκαία, λαμβάνοντας υπόψη ειδικούς συντελεστές, όπως συντελεστές ζώνης καλλιεργούμενης έκτασης, συντελεστές αρδευσιμότητας και όποιο άλλο στοιχείο κρίνεται πρόσφορο από την επιτροπή με βάση δεδομένα προηγούμενων ετών, δεκτικά αξιολόγησης.

H επιτροπή (EAΠΓE) καταρτίζει οριστικούς πίνακες, μέχρι τέλουςΙανουαρίουκάθε έτους, αφού συνεκτιμήσει ανάλογους πίνακες, οι οποίοι έχουνκαταρτισθείαπό τις νομαρχιακές επιτροπές της επόμενης παραγράφου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1 άρθρ.22 Ν.2648/1998 Α 238/22.10.1998 και  με την παρ.2 άρθρ.3Ν.2390/1996 (Α 54).

3. Σε κάθε νομαρχία, στη Διεύθυνση Επιθεώρησης και Συντονισμού Δ.Ο.Υ., συνιστάται επιτροπή αποτελούμενη από επιθεωρητή της οικείας διεύθυνσης, που είναι αρμόδια για το νομό, ως πρόεδρο και μέλη τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας του νομού, έναν (1) ειδικό επιστήμονα της Διεύθυνσης Γεωργίας της νομαρχίας, έναν (1) ειδικό επιστήμονα, που προτείνεται από την ένωση γεωργικών συνεταιρισμών της έδρας του νομού και έναν (1) ειδικό επιστήμονα, που προτείνεται από κάθε αγροτική ομοσπονδία του νομού, εκ περιτροπής κατ` έτος, όταν υπάρχουν περισσότερες της μιας ομοσπονδίες. Για τουςπαραπάνω ορίζονται και αναπληρωτές τους. Χρέη γραμματέα της επιτροπής εκτελεί φοροτεχνικός υπάλληλος δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας του νομού.

`Έργο της επιτροπής είναι η οριστικοποίηση, σε επίπεδο νομού, πινάκων καθαρού εισοδήματος της παραγράφου 1.

Οι πίνακες αυτοί καταρτίζονται,με ευθύνη των ΔιευθύνσεωνΓεωργίας, απόδιαθέσιμα λογιστικά στοιχεία γεωργικών εκμεταλλεύσεων, για όλα ταπαραγόμεναγεωργικά προϊόντατουνομού, μεβάσητιςκαθιερωμένεςγεωργοοικονομικέςμεθόδους και προσκομίζονται στην επιτροπή μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθεέτους. Μεευθύνη του προέδρου της επιτροπής, η οριστικοποιημένοι πίνακεςαποστέλλονταιμέχρι 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους στην επιτροπή της παραγράφου 2.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  μετην παρ.2 άρθρ.22 Ν.2648/1998 Α 238/22.10.1998.

4. Η επιτροπή της παραγράφου 2, σε περίπτωση που δεν έχει στη διάθεσή της πίνακες της προηγούμενης παραγράφου ή αυτοί είναι ελλιπείς, οριστικοποιεί τις αρχικές εκτιμήσεις της.Οι οριστικοίαυτοί πίνακεςεγκρίνονται απότον ΥπουργόΟικονομικών, οοποίος μπορεί νατους τροποποιεί καιμε ευθύνη τουπροέδρου τηςεπιτροπήςκοινοποιούνται στις νομαρχίεςκαι στιςδημόσιες οικονομικέςυπηρεσίεςτωννομών. Με ευθύνη των νομαρχών οι πίνακεςαυτοί κοινοποιούνται σεόλους τουςοργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης,τις συνεταιριστικέςοργανώσεις καιτουςαγροτικούς συλλόγους, μέχρι 10 Φεβρουαρίου κάθε έτους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  μετην παρ.3 άρθρ.22 Ν.2648/1998 Α 238/22.10.1998.

5. Αν από τα τηρούμενα βιβλία ή στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, από τα οποία δεν εξάγεται λογιστικό αποτέλεσμα, προκύπτει καθαρό γεωργικό εισόδημα, διαφορετικό από αυτό που προσδιορίζεται με την αντικειμενική μέθοδο, λαμβάνεται υπόψη για τη φορολογία εισοδήματος το κατά περίπτωση προκύπτον μεγαλύτερο εισόδημα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.3Ν.2390/1996 (Α 54)και ισχύει για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1995 και μετά (άρθρ.10 Ν.2390/96).

6. Αν από τα στοιχεία, που προσκομίζει ο φορολογούμενος, αποδεικνύεται ότι, εξαιτίας ζημιών από γεγονότα απρόβλεπτα ή οφειλόμενα σε ανώτερη βία, δεν αποκτήθηκε εισόδημα ή το αποκτηθέν είναι κατώτερο του προσδιοριζομένου με την αντικειμενική μέθοδο, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας δεν λαμβάνει υπόψη ή μειώνει κατά περίπτωση το προκύπτον με την αντικειμενική μέθοδο καθαρό γεωργικό εισόδημα.

7. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:

α) Οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων αυτού του άρθρου.

β) Η συγκρότηση της επιτροπής που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 2, καθώς και κάθε αναγκαία δαπάνη για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου.Με την αρχική ή άλλη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ειδικά η αποζημίωση για τον Πρόεδρο, τα μέλη και τους γραμματείς μπορεί να ορίζεται κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε γενικής ή ειδικής διάταξης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε ) με την παρ.3 άρθρ.3Ν.2390/1996 (Α 54).

8. Με αποφάσεις του οικείου νομάρχη καθορίζονται:

α) οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 αυτού του άρθρου.

β) Η συγκρότηση της επιτροπής που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 3.

Άρθρο 43
Εκπτώσεις του εισοδήματος από γεωργικές επιχειρήσεις

1.Από το καθαρό γεωργικό εισόδημα, που προσδιορίζεται με την αντικειμενική μέθοδο του άρθρου 42, εκπίπτουν:

α) το ποσό του καταβαλλόμενου ενοικίου για εκμίσθωση της γεωργικής γης.

β) Ποσό ίσο με το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), της δαπάνης αγοράς καινούργιου πάγιου εξοπλισμού, που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την κάλυψη αναγκών της γεωργικής εκμετάλλευσης, εφάπαξ κατά το χρόνο πραγματοποίησης της δαπάνης, χωρίς δυνατότητα έκπτωσης αυτής, ολικά ή μερικά, σε επόμενες χρήσεις.Ειδικά για εκείνους που στην αρχή της φορολογούμενης χρήσεως είναι νέοι αγρότες, το παραπάνω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1 άρθρ.2Ν.2520/1997 Α 173/1-9-1997 και ισχύει για επτά χρόνια από την δημοσίευσή του (άρθρο 30).

2.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οιλεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής, καθώς και τα απαιτούμεναδικαιολογητικά για την αναγνώριση της συνδρομής των προϋποθέσεων τωνεκπτώσεων αυτού του άρθρου.

Άρθρο 44
Απαλλαγές του εισοδήματος από γεωργικές επιχειρήσεις
Σημ.: όπως το άρθρο 44 ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ για εισοδήματα που αποκτώνται από 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά με την παρ.4 άρθρου 4 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

1. Από το καθαρό γεωργικό εισόδημα των κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, φυσικών προσώπων, απαλλάσσεται του φόρου ποσό πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών. Το ποσό αυτό ορίζεται σε ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, εφόσον τα παραπάνω πρόσωπα λαμβάνουν εξισωτικές αποζημιώσεις.

Ειδικά για εκείνους που στην αρχή της φορολογούμενης χρήσεως είναι νέοι αγρότες, τα παραπάνω ποσά προσαυξάνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) για τα πρώτα πέντε (5) χρόνια υποβολής φορολογικής δήλωσης και κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) για τα επόμενα πέντε (5) χρόνια.

Η απαλλαγή αυτή παρέχεται με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι θα εξακολουθήσουν να είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες για μια ακόμη δεκαετία. Σε αντίθετη περίπτωση βεβαιώνεται ο φόρος που δεν καταβλήθηκε.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρ.2Ν.2520/1997(Α 173/1-9-1997) η οποία ισχύει για δέκα χρόνια από την δημοσίευση του νόμου (άρθρο 30).

2. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται:

α) Οι λεπτομέρειες και η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων αυτού του άρθρου.

β) Οι υποχρεώσεις των προσώπων της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου.

γ) Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την αναγνώριση της συνδρομής των προϋποθέσεων των απαλλαγών αυτού του άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΜΙΣΘΩΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Άρθρο 45
Εισόδημα και απόκτησή του

1. Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες είναι το εισόδημα που προκύπτει κάθε ένα οικονομικό έτος από μισθούς, ημερομίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόματα, συντάξεις και γενικά από κάθε παροχή που χορηγείται περιοδικά με οποιαδήποτε μορφή είτε σε χρήμα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούμενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, το οποίο αποκτάται από μισθωτούς γενικά και συνταξιούχους.

Ομοίως, εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται και το εισόδημα που αποκτούν οι δικηγόροι ως πάγια αντιμισθία για την παροχή νομικών υπηρεσιών, καθώς και το εισόδημα που αποκτούν οι ξεναγοί οι οποίοι υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 37 του ν. 1545/ 1985 (ΦΕΚ 91 Α`).

Ειδικότερα, στα εισοδήματα αυτά περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες παροχές:

α) η αξία των αγαθών που αντιπροσωπεύουν οι χορηγούμενες «δωροεπιταγές»,

β) η αξία των χορηγούμενων διατακτικών για την αγορά αγαθών από συμβεβλημένα καταστήματα, με την εξαίρεση των διατακτικών τροφής για εργαζόμενους μέχριποσού έξι (6) ευρώ ανά διατακτική,

γ) το ποσό του καταβαλλόμενου ενοικίου, καθώς και του τεκμαρτού ενοικίουόπως αυτό προσδιορίζεται με βάση το άρθρο 23 του Κ.Φ.Ε., για παροχήκατοικίας,

δ) το καταβαλλόμενο ποσό για οικιακό προσωπικό,

ε) τα επιδόματα θέσεως και ευθύνης.

στ) ποσοστό της Εργοστασιακής Τιμολογιακής Αξίας (ΕΤΑ) του έτους πρώτηςκυκλοφορίας αυτοκινήτων ως εξής:

αα) για εργοστασιακή τιμολογιακή αξία από 15.000-22.000 ευρώ ποσοστόδεκαπέντε τοις εκατό (15%) της εργοστασιακής τιμολογιακής αξίας ως επιπλέονετήσιο εισόδημα,

ββ) για εργοστασιακή τιμολογιακή αξία από 22.001-30.000 ευρώ ποσοστό είκοσιπέντε τοις εκατό (25%) της εργοστασιακής τιμολογιακής αξίας ως επιπλέονετήσιο εισόδημα,

γγ) για εργοστασιακή τιμολογιακή αξία πλέον των 30.000 ευρώ ποσοστό τριάντατοις εκατό (30%) της εργοστασιακής τιμολογιακής αξίας ως επιπλέον ετήσιοεισόδημα, ανεξάρτητα αν ανήκουν στην επιχείρηση ή είναι μισθωμένα μεοποιονδήποτε τρόπο, για τον πρόεδρο ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου,διευθύνοντα ή εντεταλμένο σύμβουλο, διαχειριστή, διευθυντή ή στέλεχος γενικάπου χρησιμοποιεί το αυτοκίνητο. Το ανωτέρω ποσοστό καθενός αυτοκινήτου δενεπιμερίζεται σε περισσότερα του ενός πρόσωπα. Οι διατάξεις της περίπτωσηςαυτής έχουν εφαρμογή και για τους εκπροσώπους ή διαχειριστές στην Ελλάδααλλοδαπών ή ημεδαπών επιχειρήσεων που υπάγονται στις διατάξεις του α.ν.89/1967 (ΦΕΚ 132 Α) ή του ν. 27/1975 (ΦΕΚ 77 Α), όταν τα πρόσωπα αυτά είναιΈλληνες υπήκοοι ή έχουν ελληνικό διαβατήριο. Οι διατάξεις της περίπτωσηςαυτής εφαρμόζονται για δαπάνες αυτοκινήτων που πραγματοποιούνται από την 1ηΙανουαρίου 2010 και μετά.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες και ηδιαδικασία υποβολής από τις επιχειρήσεις των σχετικών στοιχείων για τηδιασταύρωση των δηλώσεων από τους δικαιούχους των εισοδημάτων των περιπτώσεωνγ` και στ` της παραγράφου αυτής.

Επίσης, εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται και η ωφέλεια πουαποκτούν οι δικαιούχοι κατά την άσκηση δικαιώματος προαίρεσης απόκτησηςμετοχών με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 13 του κ.ν.2190/1920 (ΦΕΚ 37 Α`), σε τιμή κατώτερη από τη χρηματιστηριακή τιμήκλεισίματος των μετοχών της συγκεκριμένης εταιρείας.Για τον υπολογισμό της ωφέλειας, η τιμή διάθεσης του δικαιώματος στονδικαιούχο, σύμφωνα με το πρόγραμμα, αφαιρείται από τη χρηματιστηριακή τιμήκλεισίματος που έχει η μετοχή κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος αυτού. Αντο δικαίωμα ασκείται σε χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούχος έχει αποχωρήσει απότην εταιρεία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 48.

Επίσης, ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, αφαιρουμένων των ασφαλιστικών εισφορών,θεωρείται το εισόδημα από ατομική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευθέριο επάγγελμα,εφόσονσυντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:αα) Έχουν έγγραφη σύμβαση με τα φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν τιςυπηρεσίες τους, καιββ) Τα φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα τα οποία λαμβάνουν τις υπηρεσίες δεν υπερβαίνουν τα τρία(3), ή εφόσον υπερβαίνουν τον αριθμό αυτόν, ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) τωνακαθαρίστων εσόδων του εισοδήματος από ατομική επιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα προέρχεταιαπό ένα (1) από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν τις υπηρεσίες αυτές.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για προγράμματα διάθεσηςμετοχών αλλοδαπής εταιρείας στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τοπροσωπικό ημεδαπής συνδεδεμένης ανώνυμης εταιρείας κατά την έννοια τωνδιατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920. Με απόφαση τουΥπουργού Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να ορίζονται τα δικαιολογητικάπου συνυποβάλλονται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος των δικαιούχων καιρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε :

με την παρ.3 άρθρ.5 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004

με το άρθρ.17Ν.3697/2008,ΦΕΚ Α 194/25.9.2008

με την παρ.2,3 άρθρου 9 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010.

με την παρ.2 άρθρου 1Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2012.

2. Στην περίπτωση που το εισόδημα καταβάλλεται ελεύθερο φόρου, εισόδημα που υπόκειται σε φόρο είναι εκείνο από το οποίο, αν αφαιρεθεί ο φόρος που του αναλογεί, προκύπτει το χωρίς φόρο ποσό που καταβάλλεται στο δικαιούχο.

3. Τα επιδόματα, που καταβάλλονται στις δικαιούχους, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1, 2, 3 και 6 του άρθρου 63 του ν. 1892/1990, λογίζονται ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, το οποίο αποκτάται κατά την καταβολή του.

4. Δεν θεωρείται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκειται σε φόρο:

α) Η αποζημίωση που παρέχεται σε υπαλλήλους επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών για δαπάνες υπηρεσίας, που τους έχει ανατεθεί, εφόσον αποδεικνύεται η καταβολή τους από τα σχετικά παραστατικά στοιχεία, που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.

β). Οι δαπάνες που καταβάλλονται στα πρόσωπα που μετακινούνται με εντολή του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α` και Β` βαθμού και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου(Ν.Π.Δ.Δ.), όπως ορίζονται με τις διατάξεις του Ν. 2685/1999 (ΦΕΚ 35 Α`) και του Π.Δ. 200/1993 (ΦΕΚ 75 Α`), καθώς και τα έξοδα κίνησης που καταβάλλονται στους οικονομικούς επιθεωρητές του άρθρου 2 του Ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α`), όπως ορίζονται με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 15του Ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α`).

γ) Η παροχή που καταβάλλεται εφάπαξ από τα ταμεία προνοίας και τους άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς στους ασφαλισμένους και τις οικογένειές τους, το εφάπαξ βοήθημα που παρέχεται σε δημόσιουςυπαλλήλους και βοηθητικό προσωπικό λόγω εθελουσίας εξόδου από την υπηρεσία με παραίτηση, καθώς και τα εφάπαξ βοηθήματα, που χορηγούνται σύμφωνα με τους ν. 4153/1961 (ΦΕΚ 45 Α`), α.ν. 513/1968 (ΦΕΚ 186 Α`), ν. 103/1975 (ΦΕΚ 167 Α`) και ν. 303/1976 (ΦΕΚ 94 Α`).

δ) Ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) από τις κάθε είδους καθαρές αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές, αποζημιώσεις και συντάξεις που καταβάλλονται αναδρομικά, σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, σε μισθωτούς ή συνταξιούχους με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, καθώς και από δεδουλευμένες καθαρές αποδοχές που εισπράττει καθυστερημένα ο δικαιούχος, σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, λόγω έκδηλης οικονομικής αδυναμίας του εργοδότη του και εφόσον έγινε επίσχεση της εργασίας από τους μισθωτούς ή αν ο εργοδότης κηρύχτηκε σε κατάσταση πτώχευσης.

ε) Οι παρεχόμενες από αθλητικά σωματεία ή ενώσεις αυτών αποζημιώσεις οδοιπορικών και λοιπών εξόδων ταξιδίων, καθώς και παροχές διατροφής σε ερασιτέχνες αθλητές μέσα στα πλαίσια των διατάξεων περί φιλάθλου ιδιότητας, μέχρι ποσού ενός εκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων (1.200.000) δραχμών ετησίως.

στ) Οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που αναφέρονται στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 58 του Ν. 1943/1991.

ζ)Το ποσό του ειδικού επιδόματος μουσικού οργάνου που χορηγείται στουςμουσικούς της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, Θεσσαλονίκης και της ΟρχήστραςΛυρικής Σκηνής για την κάλυψη της δαπάνης αγοράς, συντήρησης και επισκευήςτου μουσικού οργάνου ιδιοκτησίας τους για την εκτέλεση μουσικών έργων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε:

με την περ.15άρθρου 1 Ν.2459/1997 (Α 17), με την παρ.9 άρθρου 12Ν.2459/1997 (A 17)

με την παρ.24 άρθρ.11Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001.

με την παρ.7άρθρ.13 Ν.2992/2002,ΦΕΚ Α 54/20/3/2002

με την παρ.5 άρθρ.5 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

Άρθρο 46
Χρόνος απόκτησης του εισοδήματος

1. Χρόνος απόκτησης του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται ο χρόνος που ο δικαιούχος απέκτησε δικαίωμα είσπραξής του. Ειδικά, προκειμένου για αποδοχές και συντάξεις, που καταβάλλονται σε έτοςμεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται σε μισθωτούς ή συνταξιούχους,με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, χρόνος απόκτησης τουςδύναται να θεωρείται και ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται από τουςδικαιούχους. Σε περίπτωση επιλογής φορολόγησης κατά το χρόνο είσπραξης τουςεφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης δ` της παραγράφου 4 του άρθρου 45.

Εξαιρετικώς, για ποδοσφαιριστές, καλαθοσφαιριστές, προπονητές, καθώς καιάλλους αμειβόμενους αθλητές, το εισόδημα που αποκτούν, κατά περίπτωση,εξαιτίας της υπογραφής συμβολαίου μετεγγραφής ή της ανανέωσης συμβολαίουσυνεργασίας με ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες ή αναγνωρισμένα αθλητικάσωματεία, κατανέμεται ισομερώς για να φορολογηθεί σε όλα τα έτη, για τα οποίαδιαρκεί το εκάστοτε συμβόλαιο. Κατά την καταβολή και ανεξάρτητα της σχέσηςπου τους συνδέει παρακρατείται φόρος με βάση την κλίμακα του άρθρου 9 στοσύνολο του ετήσιου καταβλητέου ποσού που ανάγεται σε όσα έτη διαρκεί τοεκάστοτε συμβόλαιο. Για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξειςτης παραγράφου 1 του άρθρου 60.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.4άρθρου 8Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010 και με το άρθρο 4 παρ.3β Ν.3842/2010,ΦΕΚΑ 58/23.4.2010.

2. Ειδικά, για τις πρόσθετες αμοιβές και τις αποζημιώσεις που καταβάλλονται από το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χρόνος απόκτησής τους είναι αυτός στον οποίο εισπράττονται από τους δικαιούχους. Κατ` εξαίρεση στην περίπτωση αυτήν, αν οι πρόσθετες αμοιβές ή οι αποζημιώσεις καταβάλλονται στους δικαιούχους σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, με βάση νόμο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύμβαση, χρόνος απόκτησής τους είναι ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται.

3. Αν ο δικαιούχος εισπράττει καθυστερημένα δεδουλευμένες αποδοχές, σε έτος μεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, λόγω έκδηλης οικονομικής αδυναμίας του εργοδότη του και εφόσον έγινε επίσχεση της εργασίας από τους μισθωτούς ή αν ο εργοδότης κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, χρόνος απόκτησης αυτών των αποδοχών είναι ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται.

Ειδικά, για τις ανείσπρακτες δεδουλευμένες αποδοχές της διαχειριστικής χρήσης του 2011 πουεισπράττει καθυστερημένα ο δικαιούχος σε έτος μεταγενέστερο από τις επιχειρήσεις στις οποίεςαπασχολείται και ακόμα και αν έγινε επίσχεση εργασίας από τους μισθωτούς ή ο εργοδότηςκηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, χρόνος απόκτησης τους είναι ο χρόνος στον οποίοεισπράττονται, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές αναγράφονται διακεκριμένα στην ετήσια βεβαίωσηαποδοχών που χορηγείται στον δικαιούχο για την ανωτέρω διαχειριστική χρήση.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παράγραφο 11 άρθρου 4 Ν.4038/2012,ΦΕΚ Α 14/2.2.2012

4. Η εφάπαξ προεξόφληση επικουρικής σύνταξης αλλοδαπού ασφαλιστικού φορέασε δικαιούχο κάτοικο Ελλάδας, η οποία απαλλάσσεται του φόρου στην αλλοδαπή,κατανέμεται για να φορολογηθεί σε ίσα μέρη, στο έτος της καταβολής της καιστα τέσσερα επόμενα έτη. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουνεφαρμογή για τις επικουρικές συντάξεις που δηλώνονται με τις αρχικές ήτροποποιητικές ή συμπληρωματικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος καιυποβάλλονται από 1.1.2010 και μετά.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.5 άρθρου 21 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

Άρθρο 47
Ακαθάριστο και καθαρό εισόδημα

1. Το εισόδημα που καθορίζεται στο άρθρο 45 αποτελεί το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.

Από αυτό το εισόδημα εκπίπτουν:

α) κάθε ποσό για φόρο, τέλος ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου που βαρύνει αυτό το εισόδημα.

β) Οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, οι οποίες επιβάλλονται με νόμο.

2. Το ποσό που απομένει, μετά τη διενέργεια των εκπτώσεων που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, αποτελεί το καθαρό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.

3. Ειδικά, για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών δημόσιων πολιτικών υπηρεσιών, του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, της Μόνιμης Αντιπροσωπείας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και των στρατιωτικών, που υπηρετούν στην αλλοδαπή, καθώς και των καταλλήλων του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, των υπαλλήλων του Εθνικού Οργανισμού Μικρομεσαίων Μεταποιητικών Επιχειρήσεων και των υπαλλήλων της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών, που υπηρετούν στα οικεία αντιπροσωπευτικά γραφεία τους στις Βρυξέλλες, ως καθαρό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες αυτού του άρθρου λαμβάνεται ποσό ίσο με το καθαρό ποσό αποδοχών, τις οποίες αυτοί θα έπαιρναν αν υπηρετούσαν στο εσωτερικό.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.10 άρθρου 12 Ν.2459/1997,ΦΕΚ A 17 και με την παρ.5 άρθρου 24 Ν.3867/2010,ΦΕΚ Α 128, ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ από1.1.2012,για εισοδήματα πουαποκτώνται από την ημερομηνία αυτή και μετά,με την παρ.5 άρθρου 35Ν.4038/2012,ΦΕΚ Α 14/2.2.2012.

4. Οι διατάξεις των παρ.7,8,9,10 και 11 του άρθρου 50 εφαρμόζονται αναλόγως για τον προσδιορισμό του ακαθάριστου και του καθαρού εισοδήματος από την παροχή υπηρεσιών, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, επαγγέλματος που κατονομάζεται στην παρ. 1 του άρθρου 48.

Σημ.: όπως η παρ.4 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο 3 παρ.1 Ν.3763/2009,ΦΕΚ Α 80/27.5.2009.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΛΛΗ ΠΗΓΗ

Άρθρο 48
Εισόδημα και απόκτηση του

1. Εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων είναι οι αμοιβές από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, φυσιοθεραπευτή, βιολόγου, ψυχολόγου, μαίας, δικηγόρου, δικολάβου, συμβολαιογράφου, άμισθου υποθηκοφύλακα, δικαστικού επιμελητή, αρχιτέκτονα, μηχανικού, τοπογράφου, χημικού, γεωπόνου, γεωλόγου, δασολόγου, ωκεανογράφου, σχεδιαστή, δημοσιογράφου, συγγραφέα, διερμηνέα, ξεναγού, μεταφραστή, καθηγητή ή δασκάλου, καλλιτέχνη γλύπτη ή ζωγράφου ή σκιτσογράφου ή χαράκτη, ηθοποιού, εκτελεστή μουσικών έργων ή μουσουργού, καλλιτεχνών των κέντρων διασκέδασης, χορευτή, χορογράφου, σκηνοθέτη, σκηνογράφου, ενδυματολόγου, διακοσμητή, οικονομολόγου, αναλυτή, προγραμματιστή, ερευνητή ή συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη, αναλογιστή, κοινωνιολόγου, κοινωνικού λειτουργού και εμπειρογνώμονα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.14 άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001.

2. Στο εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων περιλαμβάνεται και κάθε αμοιβή που καταβάλλεται:

α) Σε πραγματογνώμονες, διαιτητές, εκκαθαριστές γενικά, ελεγκτές ανώνυμων εταιριών, εκτελεστές διαθηκών, εκκαθαριστές κληρονομιών και κηδεμόνες σχολάζουσας κληρονομίας.

β) Σε συγγραφείς και μουσουργούς από συγγραφικά δικαιώματα γενικά.

γ) Σε αντιπροσώπους επαγγελματικών οργανώσεων και ιδιώτες για τη συμμετοχή τους σε κάθε είδους επιτροπές ή συμβούλια, από το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, σωματεία, ιδρύματα, συνεταιρισμούς και οργανισμούς γενική.

δ) Στη σύζυγο ή στο σύζυγο λόγω διατροφής, η οποία επιδικάστηκε σε αυτούς ή συμφωνήθηκε με συμβολαιογραφική πράξη. Το ποσό της διατροφής που καταβάλλεται σε τέκνα, από οποιαδήποτε αιτία, δεν θεωρείται εισόδημά τους.

3. Ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων λογίζεται και κάθε εισόδημα που δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις κατηγορίες Α` έως. Ζ` της παρ. 2 του άρθρου 4.

Σε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη ή μη διαρκή ή μησταθερή πηγή ή αιτία, ο φορολογούμενος μπορεί να κληθεί να αποδείξει είτε τηνπραγματική πηγή ή αιτία προέλευσης της είτε ότι φορολογείται από άλλεςδιατάξεις είτε ότι απαλλάσσεται από το φόρο με ειδική διάταξη, προκειμένουαυτό να μην φορολογηθεί ως εισόδημα από υπηρεσίες ελευθερίων επαγγελμάτων τηςχρήσης κατά την οποία επήλθε η προσαύξηση.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 15παρ.3 Ν.3888/2010,ΦΕΚ Α 175/30.9.2010.

4. Ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα λογίζονται και οι πάσης φύσεως τόκοι που καταβάλλονται σε αρχιτέκτονες, μηχανικούς και τοπογράφους λόγω καθυστέρησης είσπραξης των αμοιβών τους για προσφερθείσες από αυτούς υπηρεσίες, που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.
Παρ.5
Παρ.6
Παρ.7
Άρθρο 49
Παρ.1
Παρ.2
Παρ.3
Παρ.4
Παρ.5
Παρ.6

Άρθρο 50
Τεκμαρτός προσδιορισμός του εισοδήματος

1. Αν ο υπόχρεος δεν τηρεί τα βιβλία και στοιχεία που ορίζονται από τονΚώδικα Βιβλίων και Στοιχείων ή αυτά που τηρεί είναι ανεπαρκή ή ανακριβή, τοΑκαθάριστο και καθαρό εισόδημα προσδιορίζονται τεκμαρτώς.

2. Για τον τεκμαρτό προσδιορισμό των ακαθάριστων αμοιβών λαμβάνονται υπόψη ο χρόνος και ο τρόπος άσκησης του επαγγέλματος, ο τόπος που ασκείται αυτά, η ειδικότητα, ο επιστημονικός τίτλος, ο κύκλος των εργασιών, το ύψος της αμοιβής που εισπράττεται κατά περίπτωση, το προσωπικό το οποίο απασχολείται, τα μέσα που διαθέτονται, η πελατεία, το ύψος των επαγγελματικών δαπανών και γενικά κάθε άλλο στοιχείο που προσδιορίζει την επαγγελματική δραστηριότητα και απόδοση του φορολογουμένου.

3. Για τον τεκμαρτό προσδιορισμό των καθαρών αμοιβών οι ακαθάριστες αμοιβές πολλαπλασιάζονται με ειδικούς συντελεστές καθαρών αμοιβών ανάλογα με την κατηγορία του επαγγέλματος. Στις καθαρές αμοιβές που προσδιορίζονται με τεκμαρτό τρόπο προστίθενται:

α) οι τόκοι από συναλλακτικές πράξεις.

β) Η αυτόματη υπερτίμηση κεφαλαίου του ελεύθερου επαγγελματία.

γ) Τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από επισφαλείς απαιτήσεις που έχουν αποσβεστεί, εφόσον είχαν γίνει δεκτές από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό του φορολογούμενου εισοδήματος.

δ) Τα ποσά που έχουν εισπραχθεί για φόρους, τέλη και εισφορές που είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως, εφόσον είχαν γίνει δεκτά από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισμό του φορολογούμενου εισοδήματος.

4. Για κάθε κατηγορία επαγγέλματος προβλέπεται ένας μοναδικός συντελεστής καθαρών αμοιβών, ο οποίος εφαρμόζεται στις ακαθάριστες αμοιβές. Οι συντελεστές καθαρών αμοιβών περιλαμβάνονται σε ειδικό πίνακα, ο οποίος καταρτίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατ` εξαίρεση, στις ακαθάριστες αμοιβές των αρχιτεκτόνων και μηχανικών εφαρμόζονται οι συντελεστές που ορίζονται στην παράγραφο 5 του προηγούμενου άρθρου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.20,22 άρθρ.4Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000.

5. Αν από τα στοιχεία που προσκομίζει ο φορολογούμενος, αποδεικνύεται ότι από γεγονότα ανώτερης βίας, οι πραγματικές καθαρές αμοιβές είναι κατώτερες από αυτές που προσδιορίζονται με την εφαρμογή του συντελεστή, οι αμοιβές αυτές μπορεί να καθορίζονται με χρήση κατώτερου συντελεστή, όχι όμως κατώτερου από το μηδέν.

6. Ειδικά, για τις αμοιβές αρχιτεκτόνων και μηχανικών από τη σύνταξη μελετών και σχεδίων οικοδομικών έργων, την επίβλεψη της εκτέλεσης τους και την ενέργεια πραγματογνωμοσύνης σχετικής με αυτά τα έργα, ο τεκμαρτός προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματός τους γίνεται με εφαρμογή του συντελεστή, ο οποίος υπολογίζεται:

α) Στο ποσό της συμβατικής αμοιβής, για την εκπόνηση σχεδίων ή μελετών και επίβλεψη έργων του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δημόσιων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας και των κοινωφελών ή θρησκευτικών ιδρυμάτων.

β) Στο ποσό της συμβατικής αμοιβής, για τις υπόλοιπες περιπτώσεις.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.8δάρθρου 20 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.Εφαρμογή από 1.7.2011.

7. Τεκμαρτός προσδιορισμός του εισοδήματος μπορεί να γίνει και σε περίπτωση που ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κρίνει με αιτιολογημένη απόφαση του ότι το τεκμαρτό εισόδημα, πουπροσδιορίζεται κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 15 έως 19 και τις λοιπές δαπάνες διαβίωσης γενικά του φορολογουμένου, της συζύγου και των προσώπων που τον βαρύνουν, καθώς και τα στοιχεία της παραγράφου 9, υπερβαίνει το καθαρό εισόδημα από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος που δηλώθηκε. Αν το εισόδημα που προσδιορίζεται με αυτόν τον τρόπο υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και είναι ανώτερο από το εισόδημα που δηλώθηκε σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) τουλάχιστον, η υπόθεση παραπέμπεται σε τριμελή επιτροπή,

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  με την παρ.8 άρθρ.7 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

8. Πριν από την παραπομπή της υπόθεσης στην επιτροπή, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας οφείλει να ανακοινώσει με έγγραφο, το οποίο επιδίδεται νομίμως στον υπόχρεο μαζί με αντίγραφο, της έκθεσης ελέγχου, την πρόθεσή του για την παραπομπή. Ο φορολογούμενος δικαιούται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κοινοποίηση του εγγράφου, να αποδεχθεί το εισόδημα από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος που προσδιορίστηκε από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, υποβάλλοντας σχετική αρχική ή συμπληρωματική δήλωση. Στην περίπτωση αυτήν επιβάλλονται οι προσαυξήσεις που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις για τη Διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  με την παρ.8 άρθρ.7 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

9. Η επιτροπή προσδιορίζει το ακαθάριστο και το καθαρό εισόδημα που απέκτησε κάθε υπόχρεος από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, αφού λάβει υπόψη της τα ακόλουθα στοιχεία:

α) Τη δήλωση του υποχρέου, το υπόμνημα που τυχόν υπέβαλε, καθώς και τα στοιχεία που προσκομίζει ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μαζί με την έκθεση ελέγχου προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος.

β) Το είδος, τον τόπο και το χρόνο άσκησης του επαγγέλματος, τα κεφάλαια που χρησιμοποιούνται και την έκταση των εργασιών του υποχρέου.

γ) Το προσωπικό που απασχολεί και τα ποσά που καταβάλλει ο υπόχρεος για αποδοχές γενικά, καθώς και το ύψος των επαγγελματικών δαπανών.

δ) Κάθε άλλο στοιχείο που μπορεί να βοηθήσει το σχηματισμό ορθής κρίσης για το πραγματικό εισόδημα που αποκτήθηκε από τον υπόχρεο.

Η επιτροπή κρίνει και αποφασίζει κατά πεποίθηση, χωρίς να δεσμεύεται από τον προσδιορισμό του εισοδήματος που έγινε από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, και μπορεί να ενεργεί αυτοψία με όλα ή με μερικά από τα μέλη της.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  με την παρ.8 άρθρ.7 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

10. Αν ο υπόχρεος αποδεχτεί το εισόδημα που προσδιορίστηκε από την επιτροπή, υποβάλλει αρχική ή συμπληρωματική δήλωση, κατά περίπτωση, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης της επιτροπής, οπότε επιβάλλεται ο πρόσθετος φόρος που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 86. Στην αντίθετη περίπτωση ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει και κοινοποιεί στον υπόχρεο φύλλο ελέγχου με το ποσό του εισοδήματος που προσδιόρισε η επιτροπή. Για το φύλλο ελέγχου, που εκδίδεται στην περίπτωση αυτή, δεν επιτρέπεται Διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  με την παρ.8 άρθρ.7 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

11. Η επιτροπή που προβλέπεται από την παράγραφο 7 αποτελείται από τα ακόλουθα μέλη:

α) Από τον πρόεδρο του διοικητικού πρωτοδικείου, ο οποίος προεδρεύει αυτής ή από διοικητικό δικαστή που ορίζεται από αυτόν. Αν στην έδρα της νομαρχίας δεν εδρεύει διοικητικό πρωτοδικείο, της επιτροπής προεδρεύει ο πρόεδρος των πρωτοδικών, ή δικαστής πρωτοδικών ή ειρηνοδίκης ή πάρεδρος που ορίζεται από τον πρόεδρο των πρωτοδικών.

β) Από τον επιθεωρητή δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών που εποπτεύει την αρμόδια φορολογική αρχή ή το νόμιμο αναπληρωτή του ή από υπάλληλο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Α`, που ορίζει με απόφασή του ο επιθεωρητής των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών.

γ) Από έναν εκπρόσωπο ή το νόμιμο αναπληρωτή του, του Οικονομικού ή του Εμπορικού και Βιομηχανικού ή Επαγγελματικού ή βιοτεχνικού Επιμελητηρίου ή του οικείου επαγγελματικού συλλόγου.

Τα πρόσωπα αυτά ορίζει ο οικείος νομάρχης από πίνακα πέντε (5) τουλάχιστον αντιπροσώπων, τον οποίο υποχρεούται η διοίκηση της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης να καταρτίσει και να τον αποστείλει μέχρι τις 20 Ιανουαρίου κάθε έτους. Αν η οικεία επαγγελματική οργάνωση παραλείψει να αποστείλει αυτόν τον πίνακα ή αν δεν υπάρχει στην έδρα της νομαρχίας αντίστοιχη επαγγελματική οργάνωση, ο νομάρχης ορίζει ως τρίτο μέλος της επιτροπής και αναπληρωτή του, ένα φορολογούμενο από κατάσταση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας, η οποία περιλαμβάνει πέντε (5) τουλάχιστον φορολογουμένους.

Εισηγητής της επιτροπής χωρίς δικαίωμα ψήφου ορίζεται ο αρμόδιος προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ με βαθμό Β` τουλάχιστον, της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, οριζόμενος από αυτόν. Χρέη γραμματέα της επιτροπής εκτελεί υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που συνεδριάζει η επιτροπή. Η επιτροπή συνεδριάζει στο κατάστημα της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της έδρας του νομού και για την περιοχή της τέως διοικήσεως πρωτευούσηςκαι της πόλης της Θεσσαλονίκης στο κατάστημα της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή του οικείου νομάρχη. Η επιτροπή κρίνει χωρίς να δεσμεύεται από τυχόν προσδιορισμό της φορολογικής διαφοράς από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και αποφασίζει κατά πλειοψηφία. Στον πρόεδρο της επιτροπής, τα μέλη, τον εισηγητή και το γραμματέα καταβάλλεται αποζημίωση για κάθε συνεδρίαση, η οποία καθορίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. Η θητεία της επιτροπής είναι ετήσια, τα μέλη της επιτροπής που δεν είναι δικαστικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους, να δώσουν ενώπιον του προέδρου της επιτροπής τον όρκο του δημόσιου υπαλλήλου. Σε περίπτωση αναδιορισμού του ίδιου μέλους ο όρκος επαναλαμβάνεται. Αν τα ορισθέντα από τους ιδιώτες μέλη που κλητεύθηκαν επί αποδείξει δεν προσήλθαν κατά την ώρα και ημέρα που έχει ορισθεί για τη συνεδρίαση ή αν για οποιονδήποτε λόγο δεν είναι εφικτή η σύμπραξη αυτών στην επιτροπή, καλούνται για αναπλήρωση τους δύο δημόσιοι υπάλληλοι, που υπηρετούν στην έδρα του νομού που συνεδριάζει η επιτροπή από τον πρόεδρο της επιτροπής, ο οποίος ορίζει τον ένα αναπληρωτή του άλλου.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα της λειτουργίας των επιτροπών αυτών, καθώς και η συγκρότηση τους, η οποία όμως μπορεί με εξουσιοδότηση του Υπουργού Οικονομικών να ανατεθεί στους κατά τόπους αρμόδιους νομάρχες.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  με την παρ.8 άρθρ.7 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

Άρθρο 51
Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από ελευθέριο επάγγελμα
Σημ.: όπως το άρθρο 51 αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθρ.7 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999

1. Το καθαρό εισόδημα από την άσκηση του επαγγέλματος ελεύθερου επαγγελματία πουτηρεί βιβλία δεύτερης ή προαιρετικά τρίτης κατηγορίας του κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, τοοποί εξευρίσκεται λογιστικώς σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 49, δενμπορεί να είναι μικρότερο από αυτό που προκύπτει από την εφαρμογή επί τωνακαθάριστων αμοιβών από την άσκηση του επαγγέλματος των προβλεπόμενων από τηνπαράγραφο 4 του προηγούμενου άρθρου μοναδικών συντελεστών καθαρών αμοιβών. Σεπερίπτωση που δεν προβλέπεται για το συγκεκριμένο επάγγελμα μοναδικός συντελεστής,ως τέτοιος λαμβάνεται ο μέσος όρος των μοναδικών συντελεστών που ορίζονται στην κατάτην παράγραφο 4 του άρθρου 50 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Οι διατάξεις τηςπαραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται όταν τα ακαθάριστα έσοδα από την άσκηση τουελευθέριου επαγγέλματος υπερβαίνουν τα σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) δραχμές.

2. Για τα ελευθέρια επαγγέλματα του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, ψυχολόγου,φυσιοθεραπευτή, οικονομολόγου, συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη καιαναλυτή προγραμματιστή, το καθαρό εισόδημα που προκύπτει κατά τα οριζόμενα στηνπροηγούμενη παράγραφο, καθώς και όταν δεν τηρούνται βιβλία δεν μπορεί να είναιμικρότερο από το ποσό του εισοδήματος που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό τωνσταθερών επαγγελματικών δαπανών τους με το συντελεστή απόδοσης, που ορίζονται στοάρθρο αυτό.

Το καθαρό εισόδημα που προσδιορίζεται με βάση αυτές τις σταθερές επαγγελματικέςδαπάνες δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές.

Ειδικά, για τους ιατρούς το προσδιοριζόμενο με βάση τις δαπάνες αυτές καθαρό εισόδημαπροσαυξάνεται ανάλογα με την ειδικότητα, ως ακολούθως:

α) κατά σαράντα τοις εκατό (40%) για τους χειρουργούς όλων των ειδικοτήτων, εφόσονασκούν χειρουργική ειδικότητα σε οποιοδήποτε νοσηλευτικό ίδρυμα και μαιευτήρες.

β) κατά δεκαπέντε τοις εκατό (15%) για όλες τις άλλες κλινικές ειδικότητες ιατρών, καθώςκαι για τους ασκούντες ορθοδοντικές εργασίες.

3. Οι σταθερές επαγγελματικές δαπάνες για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματοςμετις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου αποτελούνται από το άθροισμα των δαπανώνγια δεδουλευμένα, καταβαλλόμενα ή τεκμαρτά μισθώματα, ηλεκτρικό ρεύμα, ύδρευση καιτηλεφωνική επικοινωνία γενικά. Ειδικά για τους κτηνιάτρους που διαθέτουν επαγγελματικήεγκατάσταση, λαμβάνεται υπόψη ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%) του καταβαλλόμενου ήτεκμαρτού μισθώματος.

Αν ως επαγγελματική στέγη χρησιμοποιείται η κατοικία του φορολογουμένου, για τονυπολογισμό της δαπάνης του καταβαλλόμενου ή τεκμαρτού μισθώματος προκειμένου γιαιατρό, οδοντίατρο και ψυχολόγο ως επιφάνεια λαμβάνονται υπόψη σαράντα (40)τετραγωνικά μέτρα, ενώ για τους υπόλοιπους ελεύθερους επαγγελματίες λαμβάνονταιυπόψη είκοσι (20) τετραγωνικά μέτρα.

Για τον υπολογισμό του τεκμαρτού μισθώματος εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 22, ενώ για τον υπολογισμό των λοιπών σταθερώνεπαγγελματικών δαπανών της περίπτωσης αυτής λαμβάνεται υπόψη το ένα δεύτερο (1/2)των δαπανών αυτών της κατοικίας του ελεύθερου επαγγελματία. Σε περίπτωση συστέγασηςελεύθερων επαγγελματιών στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση οι βασικές επαγγελματικέςδαπάνες επιμερίζονται ανάλογα με τον αριθμό των συστεγαζόμενων. Όταν οφορολογούμενος αποκτά εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες και από την άσκησηελευθέριου επαγγέλματος, το ποσό που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των σταθερώνεπαγγελματικών δαπανών με το συντελεστή απόδοσης περιορίζεται κατά ποσοστό πενήντατοις εκατό (50%). Το άθροισμα όμως του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες και τουυπολοίπου μετά τον περιορισμό αυτού του γινομένου δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τοσυνολικό ποσό του γινομένου αυτού. Ειδικά για τους φυσιοθεραπευτές, οικονομολόγους,συμβούλους επιχειρήσεων, λογιστές ή φοροτέχνες και αναλυτές προγραμματιστές, ανδηλώνουν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν διαθέτουν επαγγελματικήεγκατάσταση, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις αυτές. Το άθροισμα όμως του εισοδήματοςαπό μισθωτές υπηρεσίες και από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος δεν μπορεί να είναικατώτερο από το συνολικό ποσό του γινομένου των σταθερών επαγγελματικών δαπανώνμε το συντελεστή απόδοσης.

4. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου δεν έχουν εφαρμογή αν το ατομικόεπάγγελμα ασκείται από άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά ασκούντο επάγγελμα για μία συνεχή δεκαετία, πριν από τη συμπλήρωση αυτού του ορίζου ηλικίας,καθώς και από άτομα που είναι τυφλοί και γραμμένοι στο γενικό μητρώο τυφλών τηςοικείας νομαρχίας ή είναι ανάπηροι με ποσοστό αναπηρίας πάνω από ογδόντα τοις εκατό(80%) από νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση με βάση τηγνωμάτευση της οικείας Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής που εδρεύει σε κάθε νομό.Δεν λαμβάνεται υπόψη επαγγελματική ή ασφαλιστική αναπηρία.

Επίσης οι διατάξεις της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου δεν έχουν εφαρμογή για ταπρόσωπα που αναφέρονται σε αυτές τις παραγράφους κατά τα τρία (3) πρώτα έτη άσκησηςτου επαγγέλματός τους και εφόσον δεν έχουν παρέλθει δέκα (10) έτη από την απόκτηση τουπτυχίου. Για τον υπολογισμό της τριετίας ως πρώτο έτος θεωρείται το επόμενο εκείνου μέσαστο οποίο ο φορολογούμενος υπέβαλε για πρώτη φορά δήλωση έναρξης επαγγέλματος. Ανδεν υποβληθεί τέτοια δήλωση ή έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα μετά την πάροδο εξαμήνου,λαμβάνεται υπόψη το πρώτο κλιμάκιο του συντελεστή απόδοσης.

5. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2, ο συντελεστής απόδοσης είναι ανάλογος με τα έτηάσκησης του επαγγέλματος και προσδιορίζεται ως ακολούθως:

Έτη άσκησης επαγγέλματοςΣυντελεστής απόδοσης —————————————————-Πάνω από 4 μέχρι 102,5Πάνω από 10 μέχρι 153Πάνω από 15 μέχρι 203,5Πάνω από 203

Τα πρόσωπα της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου, εφόσον πριν από την έναρξηεπαγγέλματος άσκησαν το επάγγελμά τους ως μισθωτοί ή με οποιαδήποτε άλλη σχέσηεργασίας περισσότερο από μία δεκαετία, τότε για τον προσδιορισμό του συντελεστήαπόδοσης, στα έτη άσκησης του ελευθέριου επαγγέλματος προστίθεται χρονικό διάστημαδέκα (10) ετών.

6. Για τον καλλιτέχνη ή τραγουδιστή που παρέχει υπηρεσίες με σύμβαση μίσθωσηςεργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών σε κέντρα διασκέδασης, αναψυκτήρια ή συναυλίες πουδεν τηρεί ή τηρεί βιβλία δεύτερης ή προαιρετικά τρίτης κατηγορίας του κώδικα Βιβλίων καιΣτοιχείων, το άθροισμα του καθαρού εισοδήματος από παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιώνπου προσδιορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 4 του άρθρου 49 και αυτού απόπαροχή υπηρεσιών με σύμβαση μίσθωσης εργασίας δεν μπορεί να είναι μικρότερο απόαυτό που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό επαγγελματικής αμοιβής με τουςσυντελεστές εμφάνισης (Σ.E.), δισκογραφίας (Σ.Δ.) και προβολής (Σ.Π.).

Ως επαγγελματική αμοιβή λαμβάνεται το ποσό αυτής των τριών εκατομμυρίων τριακοσίωνχιλιάδων (3.300.000) δραχμών που ίσχυσε κατά τη διαχειριστική περίοδο 1998.

Ως συντελεστής εμφάνισης ορίζεται η μονάδα προσαυξημένη με κλάσμα που έχει αριθμητήτον αριθμό των εμφανίσεων του καλλιτέχνη ή του τραγουδιστή στα κέντρα διασκέδασης,αναψυκτήρια ή συναυλίες και παρονομαστή τον αριθμό τριακόσια τριάντα (330).

(αριθμός εμφανίσεων) 1 +330

Ως συντελεστής δισκογραφίας ορίζεται η μονάδα προσαυξημένη με κλάσμα που έχειαριθμητή τον αριθμό των διατεθέντων στην αγορά δίσκων, κασετών και λοιπών συναφών,μειουμένου όμως κατά τον αριθμό χίλια πεντακόσια (1.500) και παρονομαστή τον αριθμότριάντα χιλιάδες (30.000).

(αριθμός διατεθέντων δίσκων,κασετών και συναφών – 1500)1 +30.000

Ως συντελεστής προβολής ορίζεται η μονάδα προσαυξημένη με κλάσμα που έχει αριθμητήτο γινόμενο του αριθμού των εμφανίσεων στα κέντρα διασκέδασης, αναψυκτήρια ήσυναυλίες με τον αριθμό των διατεθέντων δίσκων, κασετών και λοιπών συναφών καιπαρονομαστή το διπλάσιο ποσό της επαγγελματικής αμοιβής, όπως αυτή ορίζεται στηνπαράγραφο αυτήν.

(αριθμός εμφανίσεων X αριθμόδιατεθέντων δίσκων και συναφών)1 +επαγγελματική αμοιβή X 2

Ειδικότερα η εμφάνιση του καλλιτέχνη ή του τραγουδιστή σε:

αα) κάθε συναυλία προσμετράται με τρεις (3) εμφανίσεις.

ββ) Σε συναυλίες για φιλανθρωπικού πολιτιστικούς, εθνικούς σκοπούς, η εμφάνισή τουδεν λαμβάνεται υπόψη, εφόσον αποδεδειγμένα δεν αμείβεται για τη συμμετοχή του αυτήν.

Ως αριθμός δίσκων, κασετών και λοιπών συναφών λαμβάνεται ο μέσος όρος αυτών πουδιατέθηκαν στην αγορά για το έτος φορολογίας και το αμέσως προηγούμενο έτος.

Εξαιρετικά στις περιπτώσεις καλλιτεχνών ή τραγουδιστών των οποίων οι εμφανίσεις είναιμέχρι σαράντα (40) και ο αριθμός των διατεθέντων στην αγορά δίσκων, κασετών καιλοιπών συναφών είναι μέχρι χίλια πεντακόσια (1.500), το καθαρό εισόδημα ισούται με τηνεπαγγελματική αμοιβή.

7. Στους υπόχρεους των παραγράφων 2 και του άρθρου αυτού παρέχεται η δυνατότητα ναμην αποδεχθούν τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματός τους με βάση αυτές τιςδιατάξεις. Στην περίπτωση όμως αυτήν υποχρεούνται με την υποβολή της ετήσιας δήλωσηςφορολογίας εισοδήματός τους να συνυποβάλλουν και κατάσταση δήλωσης τωνπεριουσιακών τους στοιχείων. Οι δηλώσεις αυτές της φορολογίας εισοδήματος ελέγχονταικατά προτεραιότητα και υποχρεωτικά από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές.

8. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και για τις εταιρείες πουαναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 αυτού του νόμου, οι οποίες τηρούν βιβλίαδεύτερης ή προαιρετικά τρίτης κατηγορίας του κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Για τουςυπόχρεους της παραγράφου αυτής το ποσό εισοδήματος που προκύπτει με βάση τιςσταθερές επαγγελματικές δαπάνες προσαυξάνονται κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%)όταν η εταιρεία αποτελείται από δύο (2) μέλη και κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%)όταν έχει πάνω από δύο (2) μέλη.

9. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα τηςΚυβερνήσεως:

α) καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της κατάστασης δήλωσης των περιουσιακώνστοιχείων της παραγράφου 7 και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τον έλεγχο τωνδηλώσεων αυτών.

β) καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία, καθώς και λοιπές λεπτομέρειες εφαρμογής αυτούτου άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΠΡΟΣ ΦΥΣΙΚΑ Ή ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ Ή ΝΟΜΙΚΕΣ ΟΝΤΟΤΗΤΕΣ ΚΡΑΤΩΝ ΜΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΜΩΝ ΣΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΤΟΜΕΑ Η ΚΡΑΤΩΝ ΜΕ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
Σημ.: όπως το Κεφάλαιο Ζ`προστέθηκε με την παρ.1άρθρ.78 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

Άρθρο 51Α
Ορισμοί
Σημ.: όπως το Άρθρο 51Α προστέθηκε με την παρ.1άρθρ.78 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

1. Κράτος για την εφαρμογή του παρόντος κεφαλαίου νοείται το κράτος ή ηπεριοχή δικαιοδοσίας ή η υπερπόντια χώρα ή το έδαφος που τελεί υπό οιοδήποτεειδικό καθεστώς σύνδεσης ή εξάρτησης κατά την έννοια του διεθνούς δικαίου.

2. Σύμβαση διοικητικής συνδρομής, για την εφαρμογή του παρόντος Κώδικανοείται η διεθνής σύμβαση που επιτρέπει την ανταλλαγή όλων των πληροφοριών,που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας τωνΣυμβαλλόμενων Μερών.

3. Νομική οντότητα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κώδικα,θεωρείται κάθε νομικό πρόσωπο, οργανισμός, υπεράκτια ή εξωχώρια εταιρεία(offshore κ.λπ.), κάθε μορφής εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων (privateinvestment company κ.λπ.), κάθε μορφής καταπίστευμα (trust, Anstalt κ.λπ.) ήοποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφής ίδρυμα (foundation, Stiftungκ.λπ.) ή οποιοδήποτε μόρφωμα παρόμοιας φύσης, κάθε μορφή προσωπικήςεπιχείρησης ή οποιαδήποτε οντότητα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε μορφής κοινήεπιχείρηση, κάθε μορφής εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίου ή περιουσίας ήδιαθήκης ή κληρονομιάς ή κληροδοσίας ή δωρεάς, κάθε φύσης κοινοπραξία, κάθεμορφής εταιρεία αστικού δικαίου και κάθε άλλο πιθανό μόρφωμα εταιρικήςοργάνωσης, ανεξαρτήτως νομικής προσωπικότητας και κερδοσκοπικού ή μηχαρακτήρα.

4.Μη συνεργάσιμα κράτη είναι εκείνα που δεν είναι κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατάσταση τουςσχετικάμε τη διαφάνεια και την ανταλλαγή των πληροφοριών σε φορολογικά θέματα έχειεξεταστεί από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.)και τα οποία :

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 παρ.1Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

α) δεν έχουν συνάψει με την Ελλάδα σύμβαση διοικητικής συνδρομής στοφορολογικό τομέα και

β) δεν έχουν υπογράψει τέτοια σύμβαση διοικητικής συνδρομής με τουλάχιστονδώδεκα άλλα κράτη.

Οι ανωτέρω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά.

5.Τα μη συνεργάσιμα κράτη καθορίζονται με απόφαση του ΥπουργούΟικονομικών ύστερα από τη διαπίστωση των προϋποθέσεων της προηγούμενηςπαραγράφου και περιλαμβάνονται σε κατάλογο που δημοσιεύεται στην Εφημερίδατης Κυβερνήσεως. Ο κατάλογος δημοσιεύεται τον Ιανουάριο κάθε έτους ως εξής:

α) Αφαιρούνται τα κράτη που μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης έχουν συνάψειμε την Ελλάδα σύμβαση διοικητικής συνδρομής.

β) Προστίθενται τα κράτη που: αα) ενώ έχουν συνάψει με την Ελλάδα σύμβασηδιοικητικής συνδρομής, οι διατάξεις της εν λόγω σύμβασης ή η εφαρμογή τουςδεν επέτρεψαν στην ελληνική φορολογική διοίκηση να λάβει τις πληροφορίες πουείναι απαραίτητες για την εφαρμογή των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας,

ββ) δεν έχουν συνάψει με την Ελλάδα σύμβαση διοικητικής συνδρομής, αν και ηΕλλάδα είχε προτείνει, πριν την 1η Ιανουαρίου του προηγούμενου έτους, τησύναψη τέτοιας σύμβασης.

γ) Αφαιρούνται ή προστίθενται τα κράτη που δεν έχουν συνάψει με την Ελλάδασύμβαση διοικητικής συνδρομής, στα οποία η Ελλάδα δεν είχε προτείνει τησύναψη τέτοιας σύμβασης πριν την 1η Ιανουαρίου του προηγούμενου έτους και γιατα οποία το Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Διαφάνεια και την Ανταλλαγή τωνπληροφοριών σε φορολογικά θέματα που συστήθηκε με απόφαση του Ο.Ο.Σ.Α. της17ης Σεπτεμβρίου 2009, θεωρεί ότι αντίστοιχα προβαίνουν ή όχι στην ανταλλαγήόλων των πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την εφαρμογή των φορολογικώννομοθεσιών των Συμβαλλόμενων Μερών.

Για το έτος 2010 ως μη συνεργάσιμα θεωρούνται τα-κράτη που περιλαμβάνονταιστην 1108437/2565/ΔΟΣ/ 15.11.2005 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας καιΟικονομικών (ΦΕΚ 1590 Β`). Για το έτος 2011 ως μη συνεργάσιμα θεωρούνται τακράτη που καθορίζονται ως τέτοια με την 1150236/ΔΟΣ/2010 απόφαση τουΥπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 1805 Β`).

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 παρ.1βΝ.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

6. Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου σχετικά με τα μη συνεργάσιμα κράτηεφαρμόζονται για αυτά που προστίθενται στον κατάλογο της προηγούμενηςπαραγράφου, από την 1 η Ιανουαρίου του επομένου της δημοσίευσης έτους. Γι`αυτά που αφαιρούνται από τον κατάλογο, η εφαρμογή των διατάξεων παύει από τη δημοσίευση του.

7. Για την εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού, το φυσικό ή νομικόπρόσωπο ή νομική οντότητα θεωρείται ότι υπόκειται σε προνομιακό φορολογικόκαθεστώς στο κράτος εκτός της Ελλάδας, ακόμη και αν η κατοικία ή ηκαταστατική ή η πραγματική έδρα του ή εγκατάσταση ευρίσκεται σε κράτος-μέλοςτης Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν σε αυτό το κράτος:

α) δεν υπόκειται σε φορολογία ή, εάν υπόκειται, δεν φορολογείται εν τοιςπράγματι, ή

β) υπόκειται σε φόρο επί των κερδών ή των εισοδημάτων ή του κεφαλαίου, «ίσος ή κατώτερος με τα εξήντα εκατοστά του φορολογικού συντελεστή». που θα οφειλόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της ελληνικής φορολογικήςνομοθεσίας, εάν ήταν κάτοικος ή είχε την έδρα του ή διατηρούσε μόνιμηεγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 100 του παρόντος Κώδικα στην Ελλάδα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 παρ.1γ Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

Άρθρον 51B
Πληρωμές σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικέςοντότητες μη συνεργάσιμων κρατώνή κρατών με προνομιακό φορολογικό καθεστώς
Σημ.: όπως το Άρθρο 51Α προστέθηκε με την παρ.1άρθρ.78 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

1.Οι δαπάνες για την αγορά αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών ή οι πάσης φύσεωςτόκοι από απαιτήσεις οποιασδήποτε φύσης ή οι πρόσοδοι και άλλα προϊόνταομολογιών, απαιτήσεων, καταθέσεων και εγγυήσεων ή τα δικαιώματα πουεισπράττονται ως αντάλλαγμα για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης οποιουδήποτεδικαιώματος αναπαραγωγής φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής εργασίας(περιλαμβανομένων κινηματογραφικών ταινιών και ταινιών και μαγνητοταινιών γιαραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές), οποιασδήποτε ευρεσιτεχνίας, εμπορικούσήματος, μυστικών βιομηχανικών μεθόδων ή τύπων κατασκευής ή διαδικασίαςπαραγωγής ή για τη χρήση ή το δικαίωμα χρήσης βιομηχανικού, εμπορικού ήεπιστημονικού εξοπλισμού ή για πληροφορίες που αφορούν σε βιομηχανική,εμπορική ή επιστημονική εμπειρία και κάθε παρόμοιας φύσης δικαιώματα, ταμισθώματα, τα μισθώματα χρηματοδοτικής μίσθωσης, οι πάσης φύσεωςαποζημιώσεις, οι αμοιβές διευθυντών και μελών διοικητικών συμβουλίωνεταιρείας και κάθε άλλη παρόμοιας φύσης πληρωμή, καθώς και κάθε άλληκατηγορία δαπάνης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 31 του παρόντοςΚώδικα, που καταβάλλονται ή οφείλονται από πρόσωπο που είναι σύμφωνα με ταάρθρα 2 και 101 του παρόντος Κώδικα υποκείμενο φόρου και το οποίο είναικάτοικος ή έχει την έδρα του ή διατηρεί μόνιμη εγκατάσταση κατά την έννοιατου άρθρου 100 στην Ελλάδα, προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα,που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναιεγκατεστημένος σε κράτος μη συνεργάσιμο, δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνες πουεκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα του ή από το φορολογητέο εισόδημα τους«, εκτός αν ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότι οι δαπάνες αυτές αφορούνπραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφοράκερδών ή εισοδημάτων ή κεφαλαίου με σκοπό τη φοροαποφυγή ή φοροδιαφυγή.

Οι δαπάνες του προηγούμενου εδαφίου δεν αναγνωρίζονται και όταν η πληρωμήδιενεργείται άμεσα ή έμμεσα σε οποιασδήποτε μορφής χρηματοπιστωτικό οργανισμόπου είναι εγκατεστημένος σε ένα από τα κράτη που περιλαμβάνονται στονκατάλογο της παραγράφου 5 του προηγούμενου άρθρου.

Εξαιρετικά οι δαπάνες αγοράς αγαθών, λήψης υπηρεσιών, καθώς και κάθε άλλη κατηγορίαδαπάνης η οποία προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, από εταιρείεςμε έδρα σε μη συνεργάσιμα κράτη ή κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς δεν εμπίπτουνστις ανωτέρω διατάξεις όταν καταβάλλονται σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους στην αλλοδαπή, γιατις οποίες προβλέπεται η τήρηση ειδικών φακέλων τεκμηρίωσης των ενδοομιλικών συναλλαγών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 13 παρ.2 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 και με την παράγραφο 14 άρθρου 11Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και ότανκαταβάλλονται ή οφείλονται ποσά προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομικήοντότητα, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγματική έδρα ή είναιεγκατεστημένος σε κράτος που υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς,εκτός αν ο ενδιαφερόμενος αποδείξει ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν πραγματικέςκαι συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ήεισοδημάτων ή κεφαλαίου με σκοπό τη φοροαποφυγή ή φοροδιαφυγή.

3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και όταν οισχετικές δαπάνες οφείλονται ή καταβάλλονται σε αντιπρόσωπο ή υπεργολάβο καιτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα που αντιπροσωπεύεται ή γιαλογαριασμό της οποίας ασκείται η υπεργολαβία αν συναλλασσόταν απευθείας θαυπαγόταν στις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων.

Μέρος Τρίτο
ΤΡΙΤΟ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ, ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΣΗ ΦΟΡΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 52
Προκαταβολή του φόρου

1.Με βάση τη δήλωση του άρθρου 61 και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης τουάρθρου 74 βεβαιώνεται ποσό ίσο με το πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) του φόρου που προκύπτει από τους βεβαιωτικούς αυτούς τίτλους για το φόρο που αναλογεί στο εισόδημα του διανυόμενου οικονομικού έτους.

Αν στους βεβαιωτικούς αυτούς τίτλους περιλαμβάνονται και εισοδήματα για ταοποία ο φόρος παρακρατείται στην πηγή ή καταβάλλεται κατά τις διατάξεις τωνεπόμενων παραγράφων, ο φόρος που παρακρατήθηκε ή καταβλήθηκε για ταεισοδήματα αυτά εκπίπτει από το φόρο που πρέπει να βεβαιωθεί κατά τοπροηγούμενο εδάφιο. Αν το εισόδημα με βάση το οποίο ενεργείται η βεβαίωσητου φόρου προσδιορίζεται κατά τρόπο τεκμαρτό, ο φόρος που αναλογεί στοτεκμαρτό αυτό εισόδημα λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού που πρέπει να βεβαιωθεί κατά το άρθρο αυτό. `Όταν υποβάλλεται δήλωση για πρώτη φορά το προς βεβαίωση ποσό της παραγράφου αυτής περιορίζεται στο μισό. Για την Καταβολή του φόρου της βεβαίωσης αυτής εφαρμόζονται αναλόγως οιδιατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 9.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.9άρθρ.3 Ν.2579/199 Α 31/17.2.1998 με την παρ.7άρθρ.6 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

2. Οι διατάξεις του πρώτου και του τέταρτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται όταν:

α) Το ποσό που πρέπει να βεβαιωθεί δεν υπερβαίνει τις δέκαχιλιάδες (10.000) δραχμές.

β) Στους βεβαιωτικούς τίτλους περιλαμβάνονται μόνο εισοδήματα απόμισθωτές υπηρεσίες γενικά και από ιδιοκατοίκηση.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.22 άρθρ.3 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000  και με την παρ.6άρθρ.6 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

3. Αν δεν υποβληθεί δήλωση, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας προβαίνει στη βεβαίωση του προκαταβλητέου ποσού φόρου, με βάση την υπάρχουσα εγγραφή για το εγγύτερο, πριν από την παράλειψη υποβολής της δήλωσης οικονομικό έτος, εφόσον διαπιστώνεται ότι ο υπόχρεος εξακολουθεί να αποκτά το εισόδημα.

4. Ειδικά, για τους αρχιτέκτονες και τους μηχανικούς ο προκαταβλητέος φόρος υπολογίζεται ως εξής:

α) Σε τέσσερα τοις εκατό (4%) της συμβατικής αμοιβής για εκπόνηση μελετώνκαι σχεδίων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β` και δ` της παραγράφου 5 τουάρθρου 49.

β) Σε δέκα τοις εκατό (10%) της συμβατικής αμοιβής για εκπόνηση μελετών καισχεδίων που αφορούν οποιασδήποτε άλλης φύσης έργα και για την επίβλεψη τηςεκτέλεσης αυτών, καθώς και των έργων της προηγούμενης περίπτωσης και τηςενέργειας πραγματογνωμοσύνης κ.λπ. για τα έργα αυτά.

Εξαιρετικά, για αμοιβές αρχιτεκτόνων και μηχανικών για την επίβλεψη τηςεκτέλεσης κάθε είδους τεχνικών έργων που ορίζονται στις προηγούμενεςπεριπτώσεις, ο προκαταβλητέος φόρος επιβάλλεται πριν από τη θεώρηση τωνοικείων εργασιών από την αρμόδια αρχή στο ποσό της αμοιβής επίβλεψης τουδικαιούχου, και προκειμένου για εκπόνηση μελετών ή σχεδίων και επίβλεψηέργων του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των κοινωφελών ήθρησκευτικών ιδρυμάτων, ο προκαταβλητέος φόρος κατά τα ποσοστά τηςπαραγράφου αυτής υπολογίζεται στο ποσό της συμβατικής αμοιβής.

Το ποσό του φόρου, που προκύπτει κατά τα οριζόμενα στην παρούσα, αποδίδεται στη δημόσια οικονομική υπηρεσία της περιφέρειας, όπου βρίσκεται η επαγγελματική έδρα του δικαιούχου των αμοιβών αρχιτέκτονα ή μηχανικού με την υποβολή δήλωσης πριν από τη θεώρηση των σχεδίων ή μελετών ή από τη χορήγηση της σχετικής άδειας από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου.

Η δήλωση αυτή περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του δικαιούχου της αμοιβής, τηδιεύθυνση του, τη συμβατική αμοιβή, τον προκαταβλητέο φόρο, την αρμόδια γιατη φορολογία Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία του ίδιου και εκείνου που τουανέθεσε τη σύνταξη της μελέτης ή των σχεδίων ή την επίβλεψη, πλην τωνπεριπτώσεων που την ανάθεση έκανε το Δημόσιο.

Η υπηρεσία του Δημοσίου που είναι αρμόδια για τη θεώρηση των σχεδίων ή μελετών ή για τη χορήγηση της άδειας, απαγορεύεται να προβεί στη θεώρηση ή στη χορήγηση της άδειας, αν δεν καταβληθεί προηγουμένως στη δημόσια οικονομική υπηρεσία το οφειλόμενο ποσό του προκαταβλητέου φόρου. Η καταβολή αποδεικνύεται με την προσκόμιση του οικείου τριπλότυπου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης, όπως και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.8ε,στ του άρθρου 20 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α66/31.3.2011

5.α) Επί των δικηγορικών αμοιβών οφείλεται προκαταβολή φόρου 15% με τηνεπιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 58. Ο τρόπος, η διαδικασία, ο χρόνος καικάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια υπολογισμού και απόδοσης του φόρου αυτούκαθορίζεται με την απόφαση που εκδίδεται κατ` εξουσιοδότηση τηςυποπαραγράφου ζ` της παρούσας παραγράφου. Δεν υπολογίζεται προκαταβλητέοςφόρος επί των αμοιβών για παραστάσεις, καθώς και για κάθε άλλη νομικήυπηρεσία που παρέχουν δικηγόροι οι οποίοι συνδέονται με τον εντολέα τους μεσύμβαση έμμισθης εντολής και αμείβονται με πάγια αντιμισθία.

β) Ομοίως, δεν υπολογίζεται και δεν αποδίδεται προκαταβλητέος φόρος στιςπεριπτώσεις που ενεργείται παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 58.

γ) Κάθε δικηγορικός σύλλογος ή ταμείο συνεργασίας ή διανεμητικόςλογαριασμός οποιασδήποτε νομικής μορφής υποχρεούται να παρακρατεί φόροεισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί οποιουδήποτε ποσούκαταβάλλει ως μέρισμα σε δικηγόρο.

δ) Αν με την έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής για την παροχή των δικηγορικώνυπηρεσιών η αμοιβή ή το ύψος της συναρτάται με το αποτέλεσμα των δικηγορικώνυπηρεσιών ή της δίκης, κατά την απόδοση του προκαταβλητέου φόρουυποβάλλονται και τα στοιχεία που αποδεικνύουν το ύψος της αμοιβής, όπωςειδικότερα καθορίζεται με την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που εκδίδεταικατ` εξουσιοδότηση της κατωτέρω υποπαραγράφου ή

ε) Μέχρι την 20ή ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου κάθε έτους ο δικηγόροςυποχρεούται να υποβάλλει στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία της περιφέρειαςόπου βρίσκεται η επαγγελματική του έδρα, κατάσταση των έγγραφων συμφωνιώνπου έχει συνάψει με τους εντολείς του. κατά την προηγούμενη διαχειριστικήπερίοδο, στην οποία αναγράφονται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση, ο Α.Φ.Μ. τουκάθε εντολέα του, η δικηγορική υπηρεσία που παρασχέθηκε και η συμφωνηθείσααμοιβή.

στ) Οι δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να υποβάλουν στη ΔημόσιαΟικονομική Υπηρεσία της περιφέρειας όπου βρίσκεται η επαγγελματική του έδραμέχρι την 20ή ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου κάθε έτους με τη χρήσηηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας, κατάσταση των γραμματίων προκαταβολής ανάδικηγόρο, κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο στην οποία αναγράφονταιτο ονοματεπώνυμο του κάθε εντολέα του καθώς, η δικηγορική υπηρεσία την οποίααφορά η προκαταβολή και το ποσό αναφοράς επί του οποίου υπολογίστηκε αυτή.Την ευθύνη για την υποβολή αυτή φέρει ο πρόεδρος του οικείου δικηγορικούσυλλόγου.

ζ) Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, καθορίζεται ο τύπος, τοπεριεχόμενο, ο τρόπος υποβολής της δήλωσης και καταβολής του φόρου και οτρόπος και ο χρόνος υποβολής των καταστάσεων και το περιεχόμενο αυτών, καθώςκαι κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφουαυτής.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.5 άρθρου 20 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011

6. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μπορεί:

α) Να ορίζεται, όπως για εισόδημα από εμπορία καπνού σε φύλλα αντί για την προκαταβολή σε ποσό ίσο με το μισό του φόρου που αναλογεί στο εισόδημα του προηγούμενου οικονομικού έτους, προκαταβάλλεται για το φόρο του εισοδήματος του οικονομικού έτους που έχει αρχίσει, πριν από την έκδοση από τον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της άδειας μεταφοράς ή μεταβίβασης του καπνού, ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) στην αξία του τιμολογίου των εξαγόμενων στην αλλοδαπή και ένα τοις εκατό (1 %) στα πωλούμενα στο εσωτερικό καπνά σε φύλλα.

β) Να ορίζεται, όπως η προκαταβολή υπολογίζεται με άλλο τρόπο, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με την παρ.5 άρθρου 20 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011

Άρθρο 53
Μείωση του προκαταβλητέου φόρου

1. Σε περίπτωση που τυχόν μειωθεί το εισόδημα κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και πάνω, ο φορολογούμενος δικαιούται να ζητήσει, με αίτηση του τη μείωση του φόρου που βεβαιώθηκε κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου. Η αίτηση υποβάλλεται μέχρι το τέλος του μήνα Σεπτεμβρίου του οικονομικού έτους στο οποίο έγινε η βεβαίωση και αφορά το ποσό του φόρου για τις δόσεις που δεν έγιναν ληξιπρόθεσμες κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης. Κατά την εκτίμηση της μείωσης του εισοδήματος από εμπορικές γενικά επιχειρήσεις ή από γεωργικές εκμεταλλεύσεις ή από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος, λαμβάνονται ενδεικτικά υπόψη:

α) Το ποσό των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης στην τρέχουσα διαχειριστική περίοδο, συγκρινόμενο με τα ακαθάριστα έσοδα της αντίστοιχης περιόδου του προηγούμενου διαχειριστικού έτους.

β) Το ποσοστό των δαπανών και εξόδων διαχείρισης επί των ακαθάριστων εσόδων της τρέχουσας διαχειριστικής περιόδου σε σύγκριση με το αντίστοιχο ποσοστό της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου.

γ) Οι ουσιώδεις μεταβολές που τυχόν επήλθαν στους παράγοντες διαμόρφωσης του μικτού κέρδους της επιχείρησης κατά την τρέχουσα διαχειριστική περίοδο σε σχέση με την προηγούμενη.

δ) Κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο πολύ πιθανολογείται μείωση του κέρδους της τρέχουσας χρήσης.

2. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας προβαίνει στην επαλήθευση της αίτησης που του υποβλήθηκε και υποχρεούται, μέσα σε προθεσμία 3 (τριών) μηνών από την υποβολή της. να ανακοινώσει στο φορολογούμενο τα αποτελέσματα του ελέγχου. Αν διαπιστώσει ότι το εισόδημα μειώθηκε πραγματικά κατά το ποσοστό της προηγούμενης παραγράφου, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας προβαίνει στην έκπτωση ανάλογου, με τη μείωση που επήλθε, ποσού φόρου από τις επόμενες δόσεις που οφείλονται.

3. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ο φορολογούμενος δικαιούται όπως τις από τη λήξη της προθεσμίας και μετά απαιτητές δόσεις του φόρου, καταβάλλει μειωμένες κατά το ποσοστό της μείωσης των εισοδημάτων του, όπως αυτό αναφέρεται στην αίτηση του που υπέβαλε για το σκοπό αυτόν, με επιφύλαξη να καταβάλει τον τυχόν επιπλέον οφειλόμενο φόρο κατά τον έλεγχο της δήλωσης και την οριστική εκκαθάριση του.

4. Αν γίνει νέα εκκαθάριση λόγω υποβολής τροποποιητικής δήλωσης, εφόσον μειωθεί ο φόρος μειώνεται αναλόγως και η Προκαταβολή του φόρου.

Σημ.: όπως η παρ.4 προστέθηκε με την παρ.23 άρθρ.3 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 54
Παρακράτηση φόρου στο εισόδημα από κινητές αξίες

1. Στα μερίσματα ή κέρδη που κεφαλαιοποιούν ή διανέμουν οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, σεφυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας,ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%). Οι διατάξεις τουπροηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται ανάλογα και για τα κέρδη που κεφαλαιοποιούν ή διανέμουνοι ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες με τη μορφή προμερισμάτων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα,ημεδαπά ή αλλοδαπά, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, ανεξάρτητα αν η καταβολή τουςγίνεται σε μετρητά ή μετοχές.

Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα πιο πάνωεισοδήματα.

Όταν ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία προβαίνει σε διανομή κερδών και στα έσοδα τηςπεριλαμβάνονται έσοδα από τη συμμετοχή της σε άλλο νομικό πρόσωπο της παραγράφου 1 τουάρθρου 101 και της παραγράφου 4 του άρθρου 2 που τηρούν διπλογραφικά βιβλία, για τα οποίαέχει παρακρατηθεί φόρος, από το φόρο που υποχρεούται να αποδώσει με τη δήλωση που ορίζεταιαπό τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 54, αφαιρείται το μέρος του φόρου που έχει ήδηπαρακρατηθεί σε βάρος της και αναλογεί στα διανεμόμενα από την ίδια κέρδη τα οποίαπροέρχονται από τις πιο πάνω συμμετοχές. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζονταιόταν τα κέρδη καταβάλλονται σε εταιρεία άλλου κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τηςοποίας η καταβάλλουσα τα κέρδη ημεδαπή ανώνυμη εταιρία είναι θυγατρική, εφόσον συντρέχουνοι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 2578/1998. Ο φόρος που έχει παρακρατηθεί σε βάρος τουνομικού προσώπου του προηγούμενου εδαφίου επιστρέφεται σε αυτό κατά το μέρος που αναλογείστα κέρδη που διανέμει σε εταιρεία άλλου κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσοντηρούνται οι προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου. Επίσης, επιστρέφεται ο φόρος που έχειπαρακρατηθεί σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας κατά το μέρος που αναλογεί στα μερίσματα πουδιανέμει προς το Δημόσιο.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και για τα διανεμόμενα ήκεφαλαιοποιούμενα κέρδη προηγουμένων χρήσεων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66, με την παρ.3 άρθρου 4 Ν.4038/2012 αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 6 παρ.2 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Στα εισοδήματα της περίπτωσης στ` της παραγράφου 1 του άρθρου 24 ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρέωσης του δικαιούχου για τα εισοδήματα αυτά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.11 άρθρ.3 Ν.2579/1998Α 31/17.2.1998

3. Στα μερίσματα που εισπράττει φυσικό πρόσωπο, κάτοικος Ελλάδας, από αλλοδαπή ανώνυμηεταιρεία ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%). Με τηνπαρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου για τα πιο πάνωεισοδήματα.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.3 άρθρ.16αΝ.2459/1997, τροποποιήθηκε   με το άρθρο 14 παρ.2 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 και πάλι με την παρ.3 άρθρου 6Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013

4. Στα εισοδήματα της περίπτωσης η` της παραγράφου 1 του άρθρου 24 ενεργείταιπαρακράτηση φόρου με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%). Με την παρακράτηση του φόρουαυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των υπόχρεων του άρθρου 2, καθώς και τωνυπόχρεων της παραγράφου 2 του άρθρου 101.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με την παρ.3 άρθρ.16αΝ.2459/1997 , τροποποιήθηκε  με το άρθρο 6 παρ.4 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

5. Στα λοιπά εισοδήματα των άρθρων 24 και 25 ενεργείται παρακράτηση, έναντι του φόρου που αναλογεί, με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), επιφυλλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 12 του παρόντος.

Εξαιρετικά, για αμοιβές μελών Διοικητικού Συμβουλίου και τόκους από ιδρυτικούς τίτλους καιπρονομιούχες μετοχές, που καταβάλλονται από 1.1.2009 και μετά και εκπίπτουν σύμφωνα με τιςδιατάξεις των περιπτώσεων α`, β` και γ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 105 από τα ακαθάρισταέσοδα, καθώς και για τα εισοδήματα των παραγράφων 2 και 5 του άρθρου 25, ενεργείταιπαρακράτηση με συντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%).Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και για τις αμοιβές ή τα ποσοστά κερδώνπου διανέμονται από τα κέρδη που κεφαλαιοποιούν ή διανέμουν οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες σεμέλη Διοικητικού Συμβουλίου ή στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό υπό οποιαδήποτε μορφή(bonus).

Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου για ταεισοδήματα αυτά.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με την παρ.3 άρθρ.16αΝ.2459/1997 τροποποιήθηκε  με το άρθρ.18Ν.3697/2008,ΦΕΚ Α 194, και με το άρθρο 6 παρ.5.α Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

6. Η παρακράτηση φόρου ενεργείται:

α) Για εισοδήματα από αμοιβές μελών διοικητικού συμβουλίου, τόκους από ιδρυτικούς τίτλους και προνομιούχες μετοχές, που εκπίπτουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α`, β` και γ` της παρ. 6 του άρθρου 105 από τα ακαθάριστα έσοδα, καθώς και για τα εισοδήματα της παρ. 5 του άρθρου 25, κατά την καταβολή ή την εγγραφή τους σε πίστωση του δικαιούχου.

β) Για τα εισοδήματα της περίπτωσης στ` της παρ. 1 του άρθρου 24, κατά την καταβολή ή την εγγραφή τους σε πίστωση του δικαιούχου ή της εγγραφής αυτών στον οικείο λογαριασμό των βιβλίων της ασφαλιστικής εταιρίας.

γ) Για τα εισοδήματα της παρ. 2 του άρθρου 25 κατά την καταβολή ή την εγγραφή τους σε πίστωση του δικαιούχου και το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από την έγκριση από τη γενική συνέλευση των μετόχων.

δ) Για εισοδήματα απά ομολογίες και χρεόγραφα των ημεδαπών νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και από κινητές αξίες γενικά αλλοδαπής προέλευσης, κατά την εξαργύρωση των τοκομεριδίων η της εισπράξεως των μερισμάτων από το δικαιούχο.

ε) Για τόκους, από την καταβολή τους ή την εγγραφή τους στα βιβλία του οφειλέτη σε πίστωση του δανειστή.

Εξαιρετικά, αν ο οφειλέτης τόκων είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν ασκείεπιχείρηση ή ελεύθερο επάγγελμα, δεν ενεργείται παρακράτηση φόρου. Στηνπερίπτωση αυτή, ο δικαιούχος του εισοδήματος των τόκων έχει υποχρέωση νααποδώσει τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος είκοσι τοις εκατό (20%) στηναρμόδια για τη φορολογία του δημόσια οικονομική υπηρεσία, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα, από αυτόν μέσα στον οποίο έγινε η καταβολή των τόκων.

στ. Για τα εισοδήματα της περίπτωσης η της παραγράφου 1 του άρθρου 24, κατά το χρόνο λήξης έκαστης σύμβασης ή κατά την καταβολή τους εφόσον αυτό συμφωνείται να γίνει πριν από το χρόνο λήξης της σύμβασης.

Για τα πιο πάνω εισοδήματα που προέρχονται από την αλλοδαπή, η παρακράτησηφόρου ενεργείται από το ημεδαπό πιστωτικό ίδρυμα κατά την καταβολή ή τηνπίστωση του λογαριασμού του δικαιούχου. Οι διατάξεις του προηγούμενουεδαφίου έχουν εφαρμογή και όταν τα έσοδα από τα χρηματοοικονομικά παράγωγαεπανεπενδύονται ή παραμένουν στο εξωτερικό.

Σε περίπτωση που δεν μεσολαβεί ημεδαπό πιστωτικό ίδρυμα, ο δικαιούχος του εισοδήματοςαποδίδει ο ίδιος τον οφειλόμενο φόρο εφάπαξ με υποβολή δήλωσης, μέσα στον επόμενο μήνα απόαυτόν εντός του οποίου έγινε στην αλλοδαπή η καταβολή ή η πίστωση.

ζ) Ειδικά για τα εισοδήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ηπαρακράτηση ενεργείται κατά την καταβολή ή πίστωση των δικαιούχων με ταεισοδήματα αυτά και σε κάθε περίπτωση μέσα σε ένα μήνα από την έγκριση τουισολογισμού από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων. Αν διανεμηθούνμερίσματα από κέρδη προηγούμενων χρήσεων, η παρακράτηση φόρου ενεργείταιμέσα σε ένα μήνα από τη λήψη της απόφασης διανομής από τη γενική συνέλευσητων μετόχων. Ειδικά επί διανομής προμερισμάτων, η παρακράτηση φόρουενεργείται κατά την καταβολή ή πίστωση των δικαιούχων με τα εισοδήματα αυτάκαι σε κάθε περίπτωση μέσα σε ένα μήνα από τη λήψη της απόφασης διανομής απότο διοικητικό συμβούλιο. Ο φόρος που παρακρατείται αποδίδεται με την υποβολήδήλωσης στο Δημόσιο εφάπαξ μέσα στον επόμενο μήνα από αυτόν στον οποίο έγινεη παρακράτηση.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με την παρ.3 άρθρ.16α Ν.2459/1997 υπέστη τις πιο κάτω τροποποιήσεις:

με την παρ.5 άρθρ.16 Ν.2459/1997

με την παρ.2 άρθρ.17 Ν.2459/1997

με το άρθρο 27 παρ.1Ν.3634/2008,ΦΕΚ Α 9/29.1.2008.

με το άρθρο 14 παρ.2 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

με το άρθρο 6 παρ.5.β Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013

7. Υπόχρεος σε παρακράτηση φόρου ορίζεται:

α) Για τα εισοδήματα των περιπτώσεων α`, β`, γ` και ζ` της προηγούμενης παραγράφου, η ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία που τα καταβάλλει.

β) Για τα εισοδήματα της παραγράφου 3 και της περίπτωσης δ` τηςπροηγούμενης παραγράφου, αυτός που ενεργεί στην Ελλάδα την εξαργύρωση ή τηνκαταβολή τους.

Ειδικά για τα μερίσματα που εισπράττει φυσικό πρόσωπο, κάτοικος Ελλάδας,από αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία και τα οποία παραμένουν στην αλλοδαπή, οδικαιούχος του εισοδήματος αποδίδει ο ίδιος τον οφειλόμενο φόρο εφάπαξ μετην υποβολή δήλωσης, μέσα στον επόμενο μήνα από αυτόν εντός του οποίου έγινεστην αλλοδαπή η καταβολή ή η πίστωση.

Από το συνολικό ποσό του φόρου που αναλογεί και πρέπει να αποδοθεί, εκπίπτει ο φόρος πουαποδεδειγμένα έχει παρακρατηθεί από τα φυσικά πρόσωπα σε κράτος με το οποίο η Ελλάδα έχειθέσει σε ισχύ Σ.Α.Δ.Φ. για το εισόδημα που προέκυψε σε αυτό και μέχρι του ποσού του φόρου πουαναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα, εφόσον ο φόρος που παρακρατήθηκε στο άλλοκράτος ορίζεται στις διατάξεις της Σ.Α.Δ.Φ..

γ) Για τα εισοδήματα της περίπτωσης ε` της προηγούμενης παραγράφου, ο χρεώστης που καταβάλλει τους τόκους,

δ. Για τα εισοδήματα της περίπτωσης στ της προηγούμενης παραγράφου, το πρόσωπο που τα καταβάλλει”.”Όταν τα εισοδήματα αυτά προέρχονται από την αλλοδαπή, η παρακράτησηενεργείται από το ημεδαπό πιστωτικό ίδρυμα, ανεξάρτητα αν έχει μεσολαβήσει ήόχι, για τη σύναψη της σύμβασης μεταξύ του δικαιούχου του εισοδήματος καιτου αλλοδαπού οργανισμού.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με την παρ.3 άρθρ.16αΝ.2459/1997 τροποποιήθηκε:

με την παρ.5 αρθρ.16 Ν.2459/1997

με το άρθρο 14 παρ.5 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 ,

με το άρθρο 6 παρ.16Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

με το άρθρο 27 παρ.2Ν.3634/2008,ΦΕΚ Α 9/29.1.2008

Άρθρο 55
Παρακράτηση φόρου στο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις

1. Στο Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις η παρακράτηση του φόρου ενεργείται ως εξής:

1 .Στα εισοδήματα που αναφέρονται στην περίπτωση στ` της παραγράφου 3 του άρθρου 28 μεσυντελεστή σαράντα τοις εκατό (40%).

Ο φόρος παρακρατείται από την ανώνυμη εταιρία ή την εταιρία περιορισμένηςευθύνης κατά την καταβολή των μισθών και για την απόδοσή του εφαρμόζονταιανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 59. Με την παρακράτηση τουπιο πάνω φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τουςμισθούς που λαμβάνουν.

β) Στα εισοδήματα εργοληπτών κατασκευής κάθε είδους τεχνικών έργων και ενοικιαστών δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή λιμενικών προσόδων με συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) που υπολογίζεται στην αξία του κατασκευαζόμενου έργου ή του μισθώματος. Υπόχρεος σε παρακράτηση ορίζεται το Δημόσιο γενικά και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενεργεί εκκαθάριση ή καταβολή για τις περιπτώσεις αυτές. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν παρακρατήθηκε ο φόρος, τότε αυτός αποδίδεται με δήλωση του δικαιούχου της αμοιβής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 60.

γ) Στα εισοδήματα αντιπροσώπων, πρακτόρων, μεσιτών κ.λπ. από αμοιβές ή προμήθειες για τη σύναψη σύμβασης προμήθειας από αλλοδαπά εργοστάσια ή αλλοδαπούς οίκους οποιασδήποτε φύσης υλικού, με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) που υπολογίζεται στο ποσό της αμοιβής ή της προμήθειας τους. Το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και οι τράπεζες υποχρεούνται να παρακρατούν το φόρο κατά την εκκαθάριση ή καταβολή των αμοιβών ή προμηθειών.

Σε περίπτωση που η αμοιβή ή προμήθεια αποστέλλεται με έμβασμα ή επιταγήαπευθείας στο όνομα του αντιπροσώπου, προκειμένου να διενεργηθεί η πιο πάνωπαρακράτηση από τις τράπεζες ο αντιπρόσωπος οφείλει να υποβάλλει σχετικήδήλωση σ’ αυτές με την οποία να γνωρίζει ότι το ποσό του εμβάσματος ή τηςεπιταγής αποτελεί ή όχι προμήθεια. Ειδικά αν η προμήθεια αντιπροσώπου κατατίθεται από τον ξένο οίκο σε τραπεζικό λογαριασμό του στην αλλοδαπή, τότε ο φόρος αυτός αποδίδεται με δήλωση του δικαιούχου της αμοιβής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 60 μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από την έκδοση του σχετικού παραστατικού στοιχείου.

δ) Στα κέρδη που διανέμουν οι συνεταιρισμοί ή οι ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ή οιιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά, ενώσειςπροσώπων ή ομάδες περιουσίας, ενεργείται παρακράτηση φόρου με συντελεστή δέκα τοις εκατό(10%). Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για ταπιο πάνω εισοδήματα. Για την απόδοση του φόρου εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης ζ`της παραγράφου 6 του άρθρου 54.

Όταν συνεταιρισμός ή ημεδαπή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρείαπροβαίνει σε διανομή κερδών και στα έσοδα της περιλαμβάνονται έσοδα από τη συμμετοχή της σεάλλο νομικό πρόσωπο της παραγράφου 1 του άρθρου 101 και της παραγράφου 4 του άρθρου 2που τηρούν διπλογραφικά βιβλία, για τα οποία έχει παρακρατηθεί φόρος, από το φόρο πουυποχρεούται να αποδώσει με τη δήλωση που προβλέπεται στην περίπτωση αυτή, αφαιρείται τομέρος του φόρου που έχει ήδη παρακρατηθεί σε βάρος της και αναλογεί στα διανεμόμενα από ταπιο πάνω πρόσωπα κέρδη τα οποία προέρχονται από τις συμμετοχές τους αυτές. Οι διατάξεις τουπρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζονται όταν τα κέρδη καταβάλλονται σε εταιρεία άλλου κράτους -μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας είναι θυγατρική, η καταβάλλουσα τα κέρδη ημεδαπήεταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν.2578/1998. Ο φόρος που έχει παρακρατηθεί σε βάρος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνηςεπιστρέφεται σε αυτήν κατά το μέρος που αναλογεί στα κέρδη που διανέμει σε εταιρεία άλλουκράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις του προηγούμενουεδαφίου.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και για τα διανεμόμενα ήκεφαλαιοποιούμενα κέρδη προηγουμένων χρήσεων.

ε)Δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικάπρόσωπα δημοσίου δικαίου, κοινωφελή ιδρύματα, οργανισμοί και επιχειρήσειςκοινής ωφελείας, δημόσιες επιχειρήσεις, τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα ήπιστωτικοί οργανισμοί, συνεταιρισμοί και ενώσεις τους, σύλλογοι γενικά καιενώσεις προσώπων ανεξάρτητα από το σκοπό τους, καθώς και επιχειρήσεις καιελεύθεροι επαγγελματίες, που τηρούν βιβλία δεύτερης ή τρίτης κατηγορίας τουΚώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.), όταν για την επαγγελματική τουςεξυπηρέτηση ή για την εκτέλεση του σκοπού τους καταβάλλουν σε τρίτους, εκτόςαπό τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ. 186/1992,αμοιβές για οποιουδήποτε είδους παρεχόμενη υπηρεσία με αποδείξεις δαπανώνσύμφωνα με το άρθρο 15 του Κ.Β.Σ. παρακρατούν φόρο είκοσι τοις εκατό (20%).

Επίσης, σε παρακράτηση φόρου είκοσι τοις εκατό (20%) υπόκειται το ακαθάριστο ποσό τηςαποζημίωσης που καταβάλλει ο εκμισθωτής στο μισθωτή, σε περίπτωση καταγγελίας τηςσύμβασης εμπορικής μίσθωσης ακινήτου, με βάση νόμο ή μετά από δικαστική απόφαση ήμετά από συμφωνία μεταξύ των διαδίκων που παραιτήθηκαν της σχετικής δίκης.

στ) Δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, κοινωφελή ιδρύματα και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου γενικά, κατά την προμήθεια κάθε είδους αγαθών ή παροχής υπηρεσιών από επιχειρήσεις, υποχρεούνται όπως, κατά την καταβολή ή την έκδοση της σχετικής εντολής πληρωμής της αξίας αυτών, παρακρατούν φόρο εισοδήματος, ο οποίος υπολογίζεται στο καθαρό ποσό της αξίας των αγαθών ή υπηρεσιών με συντελεστή ως ακολούθως:

αα) ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) για τα υγρά καύσιμα και τα προϊόντα καπνοβιομηχανίας (τσιγάρα).

ββ) ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) για τα λοιπά αγαθά και

γγ) ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%) για την παροχή υπηρεσιών.

Εξαιρούνται από την παρακράτηση φόρου οι υπόχρεοι του πρώτου εδαφίου:

αα) όταν προμηθεύονται αγαθά ή τους παρέχονται υπηρεσίες και δεν απαιτείται σύμβαση, εφόσον η καθαρή αξία αυτών, κατά συναλλαγή, δεν υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) δραχμών,

ββ) όταν λαμβάνουν υπηρεσίες ή προμηθεύονται ηλεκτρικό ρεύμα, τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, τηλεγραφήματα, γραμματόσημα, φωταέριο, νερό και εισιτήρια γενικά,

γγ) όπου προβλέπεται παρακράτηση ή προκαταβολή φόρου από άλλη διάταξη για το ίδιο έσοδο και

δδ) όταν προμηθεύονται αγαθά ή τους παρέχονται υπηρεσίες από τις πολεμικές βιομηχανίες ΕΑΒ, ΕΒΟ, ΠΥΡΚΑΛ και ΕΛΘΟ, καθώς και από το Κέντρο Επιχειρηματικής Πολιτιστικής Ανάπτυξης (Κ.Ε.Π.Α.) και την Αναπτυξιακή Ένωση Μακεδονίας (ΑΝ.Ε.Μ.)

Επίσης, εξαιρούνται από την Υποχρέωση παρακράτησης φόρου οι:αα) ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε. και οι θυγατρικές της επιχειρήσεις, για τα αγαθά που προμηθεύονται ή τις υπηρεσίες που παρέχονται σε αυτές. ββ) Καταστήματα Αφορολόγητων Ειδών Α.Ε. για τα εμπορεύσιμα αγαθά που προμηθεύονται.γγ) ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. για τα αγαθά που προμηθεύεται ήτις υπηρεσίες που παρέχονται σε αυτή καιδδ) Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίου Α.Ε., οι θυγατρικές της επιχειρήσεις, καθώς και οι θυγατρικές των θυγατρικών.

ζ) Στα εισοδήματα που προέρχονται από αμοιβές ή προμήθειες λόγω διαμεσολάβησης για πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), που υπολογίζεται στο ποσό της αμοιβής ή προμήθειας του δικαιούχου. Οι Α.Ε. Διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων υποχρεούνται να παρακρατούν το φόρο κατά την καταβολή των προμηθειών ή αμοιβών.

η) Οι μισθοί και λοιπές αμοιβές που καταβάλλει η εταιρία περιορισμένης ευθύνης σε διαχειριστές εταίρους αυτής, λόγω παρεχόμενων σε αυτήν υπηρεσιών, δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου. Για τα πιο πάνω ποσά, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται, έναντι του οφειλόμενου φόρου επί της επιχειρηματικής αμοιβής, να καταβάλλει στο Δημόσιο φόρο που υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), πλέον τελών χαρτοσήμου ένα τοις εκατό ( 1 %). Για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 59.Ο φόρος της περίπτωσης αυτής εκπίπτει από τον παρακρατούμενο, σύμφωνα με την περίπτωση δ`, φόρο και το προκύπτον χρεωστικό υπόλοιπο καταβάλλεται εφάπαξ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 60. Τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο επιστρέφεται).

η) Στα κέρδη που εισπράττει φυσικό πρόσωπο, κάτοικος Ελλάδας, από αλλοδαπή εταιρείαπεριορισμένης ευθύνης ενεργείται παρακράτηση φόρου, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%). Μετην παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου για τα πιο πάνωεισοδήματα. Υπόχρεος σε παρακράτηση φόρου είναι αυτός που ενεργεί στην Ελλάδα την καταβολήτους. Ειδικά για τα κέρδη που εισπράττει φυσικό πρόσωπο, κάτοικος Ελλάδας, από αλλοδαπήεταιρεία περιορισμένης ευθύνης και τα οποία παραμένουν στην αλλοδαπή, ο δικαιούχος τουεισοδήματος αποδίδει ο ίδιος τον οφειλόμενο φόρο εφάπαξ με την υποβολή δήλωσης, μέσα στονεπόμενο μήνα από αυτόν εντός του οποίου έγινε στην αλλοδαπή η καταβολή ή πίστωση.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!: Ο προβλεπόμενος από τις διατάξεις των περιπτώσεων δ`, ε`, ζ` και η` της παραγράφου 1 του άρθρου 55 του ν.2238/1994 συντελεστής παρακράτησης δεκαπέντε τοις εκατό (15%) αυξάνεται σε είκοσι τοις εκατό (20%)” (παρ.15 άρθρ.3 Ν.2579/199 Α 31/17.2.1998)

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!:  Οι περιπτώσεις δ` και η` της παραγράφου 1 καταργούνται για διαχειριστικές περιόδους εταιριών περιορισμένης ευθύνης που αρχίζουν από 1ης Ιανουαρίου 2003 και μετά.( παρ. 3 άρθρ.9 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002).

Σημ.: όπως υπέστη τις παρακάτω τροποποιήσεις:

με την παρ.11,14 άρθρ.6 Ν.2338/1996 (α 43).

με την παρ.14 άρθρ.3 Ν.2579/199Α 31/17.2.1998.

με την παρ.11 άρθρ.5Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

με την παρ.13άρθρ.4 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000.

με την παρ.1,2 άρθρ.15 Ν.2992/2002, ΦΕΚ Α 54/20/3/2002

με τηνπαρ.2 άρθρ.8 Ν.3091/2002

με παρ.1 άρθρ.7 Ν.3296/2004,

με το άρθρ.18 Ν.3697/2008,ΦΕΚ Α 194/25.9.2008

με την παρ.5 άρθρ.13Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58,

με την παρ.9 άρθρου 6 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/2.4.2010.

με το άρθρο 14 παρ.6,8 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011

με το άρθρο 4 Ν.4038/2012, ΦΕΚ Α 14/2.2.2012

με το άρθρο 6 παρ.6,7,8 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Στις περιπτώσεις β`, γ` και ε` της προηγούμενης παραγράφου ο δικαιούχος των αμοιβών μπορεί να ζητήσει την παρακράτηση του φόρου με μεγαλύτερο συντελεστή.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  με την παρ.20 άρθρ.3 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000

Άρθρο 56
Παρακράτηση φόρου στο εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις
Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.4 άρθρ.5 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

1. Δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τράπεζες, πιστωτικοί οργανισμοί και συνεταιρισμοί ή ενώσεις συνεταιρισμών που καταβάλλουν επιχορηγήσεις ή επιδοτήσεις επί της παραγωγής, σε πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής, εφόσον οι δικαιούχοι ασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα με την παραγωγή φυτικών ή ζωικών προϊόντων, υποχρεούνται όπως, κατά την καταβολή αυτών των ποσών στους δικαιούχους, παρακρατούν φόρο εισοδήματος, έναντι του φόρου που βαρύνει το δικαιούχο, ως εξής:” α) Ποσοστό μισό τοις εκατό (0,5%) όταν το συνολικά ετήσιο ποσό είναι από δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές.

β) Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%), όταν το συνολικό ετήσιο ποσό αυτών είναι πάνω από πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές.

Εξαιρούνται της παρακράτησης αυτής οι επιχορηγήσεις ή επιδοτήσεις που χορηγούνται επί της παραγωγής ορεινών ή μειονεκτικών περιοχών.Αν δικαιούχοι επιδοτήσεων ή επιχορηγήσεων δεν ασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα με την παραγωγή φυτικών ή ζωικών προϊόντων, ο φόρος παρακρατείται με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), εφόσον το συνολικό ετήσιο ποσό αυτών υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ( 100.000) δραχμές.”Ειδικά, οι επιδοτήσεις ή επιχορηγήσεις επί της παραγωγής, που καταβάλλονται από τον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε.), δυνάμει καθεστώτων στήριξης, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα οποιασδήποτε μορφής που ασχολούνται με την παραγωγή φυτικών ή ζωικών προϊόντων και οι οποίες βαρύνουν τον Ειδικό Λογαριασμό Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων (Ε.Λ.Ε.ΓΕ.Π.), εξαιρούνται από την παρακράτηση φόρου εισοδήματος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 14 τουΝ.2325/1995 (Α 153) και με την παρ.5άρθρ.15 Ν.2992/2002,ΦΕΚ Α 54/20/3/2002

2. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τρόπος παρακράτησης του φόρου, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο 57
Παρακράτηση φόρου στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες

1. Στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες ο φόρος παρακρατείται από εκείνον που απασχολεί κατά σύστημα έμμισθο ή ημερομίσθιο προσωπικό είτε καταβάλλει συντάξεις, επιχορηγήσεις και κάθε άλλη παροχή. Η παρακράτηση ενεργείται κατά την καταβολή και ο φόρος υπολογίζεται ως εξής:

α) Με βάση την κλίμακα μισθωτών – συνταξιούχων της παραγράφου 1 και την παράγραφο 2 τουάρθρου 9, στους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, τους συνταξιούχους και τους αμειβόμενους μεημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στονίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά από προηγούμενη αναγωγήτου μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, σεετήσιο καθαρό εισόδημα.

β) Στους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ορισμένου χρόνου αλλά διάρκειας μικρότερης από ένα έτος, με συντελεστή στο ακαθάριστο ποσό του ημερομισθίου, ο οποίος ορίζεται σε τρία τοις εκατό (3%) για ημερομίσθιο πάνω από οκτώ χιλιάδες (8.000) δραχμές

γ) Στις καθαρές αμοιβές για υπερωριακή εργασία, επιχορηγήσεις, επιδόματα και σε κάθε άλλου είδους πρόσθετες αμοιβές ή παροχές, οι οποίες καταβάλλονται τακτικά ή έκτακτα και δεν συνεντέλλονται με τις τακτικές αποδοχές, με συντελεστή, ο οποίος ορίζεται σε είκοσι τοις εκατό (20%). Ειδικά σε περίπτωση πολλαπλής απασχόλησης των ωρομίσθιων καθηγητών κάθε ειδικότητας, από τους εργοδότες εκτός από εκείνον που καταβάλλει τις μεγαλύτερες αποδοχές, μηνιαίως, με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

δ) Στα εισοδήματα που καταβάλλονται αναδρομικά, όπως αυτά αναφέρονται στοάρθρο 46, με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καταβαλλόμενο ποσό,ανεξάρτητα από το έτος στο οποία ανάγονται για να φορολογηθούν τα εισοδήματααυτά.

ε) Στο καθαρό ποσό των συντάξεων ή άλλων παροχών παρόμοιας φύσης, που καταβάλλονται από ταμεία επικουρικά, μετοχικά, αρωγής ή αλληλοβοήθειας, και δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της περίπτωσης α`, ο φόρος υπολογίζεται ως εξής:

αα) Με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), αν το καθαρό ποσό της παροχής δενυπερβαίνει τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ ετησίως.

ββ) Με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), αν το καθαρό ποσό της παροχήςυπερβαίνει ετησίως τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ και μέχριτέσσερις

χιλιάδες πεντακόσια (4.500) ευρώ.

γγ) Με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), αν το καθαρό ποσό της παροχήςυπερβαίνει τα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια (4.500) ευρώ ετησίως.

στ) Στις αμοιβές των αξιωματικών και του κατώτερου πληρώματος τουεμπορικού ναυτικού για τις υπηρεσίες που παρέχουν σε εμπορικά πλοία, με βάσητις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 9. Οι διατάξεις του προηγούμενουεδαφίου έχουν εφαρμογή από 1.1.2010 και μετά.

Ο φόρος που παρακρατείται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της παραγράφουμειώνεται κατά ποσοστό ενάμισι τοις εκατό (1,5 %) κατά την παρακράτησή του

Σημ.: όπως τις παρακάτω τροποποιήσεις με την παρ.16 άρθρ.3 Ν.2579/1998,

με την παρ.17 άρθρ.3Ν.2873/2000, ΦΕΚ Α 285.

με την παρ.2 άρθρ.5 Ν.2892/2001,ΦΕΚ Α 46/9.3.2001.

με την παρ. 5 άρθρ.9 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330,

με την παρ.5 άρθρ.5 Ν.3296/2004, ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

με την παρ.10άρθρ.1 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004

με την παρ.6 άρθρου 21 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

με το άρθρο 6 παρ.15 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Για την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων ισχύουν, κατά περίπτωση και οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 7, καθώς και του άρθρου 59.

3. Στο μηνιαίο εισόδημα από αμοιβές για υπηρεσία ενεργού εφημερίας, μεικτής εφημερίας και εφημερίας ετοιμότητας, που αποκτούν οι ιατροί που είναι ενταγμένοι στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.), οι πανεπιστημιακοί ιατροί που δεν ασκούν ελευθέριο επάγγελμα, οι ειδικευόμενοι ιατροί που διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1397/1983 (ΦΕΚ 143 Α`) και οι ιατροί πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.), που διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 1666/1986 (ΦΕΚ 200 Α`), για ποσό που αντιστοιχεί αθροιστικά σε δύο (2) ημέρες ενεργού εφημερίας, δύο (2) ημέρες μεικτής εφημερίας και δύο (2) ημέρες εφημερίας ετοιμότητας κατά μήνα, ο φόρος υπολογίζεται και παρακρατείται με βάση την κλίμακα του άρθρου 9, όταν οι αμοιβές αυτές συνεντέλλονται σε μισθοδοτική κατάσταση μαζί με τις άλλες αποδοχές του δικαιούχου ή με βάση το συντελεστή της περίπτωσης γ` όταν αυτές εντέλλονται με χωριστή κατάσταση. Για το ποσό που αντιστοιχεί στις υπόλοιπες ημέρες ενεργού, μεικτής και ετοιμότητας εφημεριών, παρακρατείται φόρος με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) και με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση για το ποσό των αμοιβών αυτών, ο φορολογούμενος όμως μπορεί το ποσό των ετήσιων αμοιβών του προηγούμενου εδαφίου, για τις οποίες παρακρατήθηκε φόρος με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), να το περιλάβει στη δήλωσή του του οικείου οικονομικού έτους και να υπαχθεί σε φόρο με βάση την κλίμακα του άρθρου 9.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.14άρθρ.5 Ν.2892/2001,ΦΕΚ Α 46, ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.8 άρθρ.5Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

4. Τα επιδόματα της παρ. 3 του άρθρου 45 φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή φόρου δέκα τοίς εκατό (10%).Το ποσό του φόρου, που προκύπτει, παρακρατείται κατά την καταβολή των επιδομάτων από τον υπόχρεο για την καταβολή τους.Οι δικαιούχοι μπορούν να περιλάβουν το συνολικό ποσό αυτών των επιδομάτων στην ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικονομικού έτους, για να φορολογηθούν με βάση την κλίμακα του άρθρου 9.Στην περίπτωση αυτή, για το συμψηφισμό του φόρου που παρακρατήθηκε, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του ίδιου άρθρου).

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.8 άρθρου 5 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006

5. Από το καθαρό ποσό του ειδικού επιδόματος των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 33 του ν.1892/1990 παρακρατείται φόρος με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) κατά την καταβολή του στους δικαιούχους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.9 άρθρ.5 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

6. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί για τους αμειβομένους με ημερομίσθιο, να μεταβάλλονται ο συντελεστής του παρακρατούμενου φόρου και το ποσό του ημερομισθίου.

7. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες δημοσιεύονται στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, καθορίζονται λεπτομερέστερα ο τρόπος παρακράτησης και ιδιαίτερα ο τρόπος αναγωγής των αμοιβών σε ετήσιο εισόδημα, ο Υπολογισμός του φόρου σε περίπτωση που ο μισθωτός ή ο συνταξιούχος εισπράττει μισθούς, ημερομίσθια, πρόσθετες αμοιβές ή αποζημιώσεις ή συντάξεις ή μερίσματα και λοιπά βοηθήματα ή οποιαδήποτε παροχή από περισσότερους από έναν εργοδότες ή φορείς και γενικά ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο 58
Παρακράτηση φόρου στο εισόδημα από αμοιβές ελευθερίων επαγγελμάτων

1. Στο εισόδημα από αμοιβές ελευθέριου επαγγέλματος ενεργείται παρακράτηση φόρου μεσυντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών αυτών εφόσον ησυναλλαγή υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ. Ο φόρος παρακρατείται από τους φορείς τηςΓενικής Κυβέρνησης, κοινωφελή ιδρύματα, οργανισμούς και επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, δημόσιεςεπιχειρήσεις, τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα ή πιστωτικούς οργανισμούς, συνεταιρισμούς καιενώσεις τους, συλλόγους γενικά και ενώσεις προσώπων ανεξάρτητα από το σκοπό τους, καθώςκαιαπό επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες που τηρούν απλογραφικά και διπλογραφικά βιβλία,κατά την καταβολή των αμοιβών, ανεξαρτήτως του εκδιδόμενου στοιχείου που ορίζεται από τονΚώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.

Επίσης, οι υπόχρεοι του προηγούμενου εδαφίου, όταν για την επαγγελματική τους εξυπηρέτηση ήγια την εκτέλεση του σκοπού τους καταβάλλουν σε τρίτους, προμήθειες, μεσιτείες, αμοιβές ή κάθεείδους άλλες παροχές μη έμμισθης υπηρεσίας, ενοίκια αυτοκινήτων, μηχανημάτων ή άλλωνκινητών πραγμάτων, εφόσον σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ορίζεται από τον Κώδικα ΦορολογικήςΑπεικόνισης Συναλλαγών η έκδοση στοιχείου από το δικαιούχο των αμοιβών αυτών, οφείλουν ναπαρακρατούν κατά την καταβολή της αμοιβής φόρο, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή είκοσιτοις εκατό (20%) στο ακαθάριστο ποσό αυτής. Τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο ισχύουν καιγια τα φυσικά πρόσωπα που δεν είναι υπόχρεοι απεικόνισης συναλλαγών κατ` εφαρμογή τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 3 του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ν. 4093/2012).

Ειδικά για τις παροχές μη έμμισθης υπηρεσίας που καταβάλλονται από τουςεκμεταλλευτές επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ο παραπάνω συντελεστήςπεριορίζεται σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).

Εξαιρούνται από την παρακράτηση οι προμήθειες που καταβάλλονται από ασφαλιστικές εταιρίες στους νόμιμους αντιπροσώπους ή εξουσιοδοτημένους γενικούς ή απλούς πράκτορές τους.

Εξαιρούνται της παρακράτησης φόρου εισοδήματος όσοι αποκτούν εισόδημα απότη διανομή διαφημιστικών εντύπων το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντεχιλιάδων (5.000) ευρώ ετησίως.

Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης ε της παραγράφου1 του άρθρου 55εφαρμόζονται ανάλογα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε :

με το άρθρ.3 παρ.17 Ν.2579/1998 Α 31/17.2.1998.

με την παρ.13 άρθρ.5Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

με το άρθρο 30 παρ.16 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

με το άρθρο 2 παρ.7 Ν.3763/2009,ΦΕΚΑ 80/27.5.2009.

με το άρθρο 6 παρ.9Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Ο φορολογούμενος μπορεί να ζητήσει να παρακρατηθεί φόρος με μεγαλύτερο συντελεστή.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.21 άρθρ.3 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΑΠΟΔΟΣΗ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 59
Απόδοση του φόρου με διμηνιαίες δηλώσεις.
Σημ.: όπως ο τίτλος αντικαταστάθηκε με την παρ.18 άρθρ. 3 Ν.2579/1998 Α 31/17.2.1998.

1.Όσοι παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α`, ε` και η` τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 55 και του άρθρου 58, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με εφάπαξκαταβολή στη Δ.Ο.Υ. της έδρας τους μέχρι την 20ή ημέρα των μηνών Μαρτίου, Μαΐου, Ιουλίου,Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου και Ιανουαρίου κάθε έτους με προσωρινή δήλωση, η οποία περιλαμβάνειτα ακαθάριστα ποσά που έχουν καταβληθεί στο προηγούμενο ημερολογιακό δίμηνο και το φόροπου παρακρατήθηκε. Η υποβολή της δήλωσης πραγματοποιείται ανάλογα με το τελευταίο ψηφίοτου αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) του υπόχρεου, με αρχή για το ψηφίο 1 την εικοστή(20ή) ημέρα των μηνών αυτών και ολοκληρώνεται μέσα σε έντεκα (11) εργάσιμες ημέρες.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.14 άρθρ.5 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 64 παρ.5αΝ.4170/2013,ΦΕΚ Α163/12.7.2013.

2. Ειδικώς, όσοι παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 57, υποχρεούνται νααποδίδουν αυτόν με εφάπαξ καταβολή στη Δ.Ο.Υ. της έδρας τους μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρατου επόμενου από την παρακράτηση μήνα με προσωρινή δήλωση, η οποία περιλαμβάνει ταακαθάριστα ποσά που έχουν καταβληθεί στον προηγούμενο ημερολογιακό μήνα, το φόρο και τοποσό της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 που παρακρατήθηκανκαι τις οφειλόμενες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Η υποβολή της δήλωσης πραγματοποιείταιανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) του υπόχρεου, μεαρχή για το ψηφίο 1 την εικοστή (20ή) ημέρα των μηνών αυτών και ολοκληρώνεται μέσα σεέντεκα (11) εργάσιμες ημέρες. Ειδικά, για το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α. πρώτου καιδεύτερου βαθμού, με εξαίρεση τα ασφαλιστικά ταμεία για τα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις τωνδύο προηγούμενων εδαφίων της παρούσας παραγράφου, υποχρεούνται σε απόδοση των ποσώνπου παρακρατήθηκαν μέχρι την εικοστή (20ή) ημέρα του μεθεπόμενου από την παρακράτησημήνα. Η υποβολή της δήλωσης των περιπτώσεων αυτών πραγματοποιείται ανάλογα με τοτελευταίο ψηφίο του Α.Φ.Μ. του υπόχρεου, με αρχή για το ψηφίο 1 την εικοστή (20ή) ημέρα τωνμηνών αυτών και ολοκληρώνεται μέσα σε έντεκα (11) εργάσιμες ημέρες.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.20 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 64 παρ.5.βΝ.4170/2013,ΦΕΚ Α163/12.7.2013

3. Εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση ναπαρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57οφείλουν να επιδίδουν μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιεςυπηρεσίες, ημέρα του Μαρτίου κάθε έτους, στον προϊστάμενο της δημόσιαςοικονομικής υπηρεσίας της έδρας τους, οριστική δήλωση η οποία περιλαμβάνει τοονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση κατοικίας κάθε δικαιούχου, τον αριθμόφορολογικού μητρώου του, το ποσό των αμοιβών, το ποσό του φόρου που αναλογείεπ` αυτών με βάση την κλίμακα του άρθρου 9, με το ποσό του φόρου πουοφείλεται μετά την έκπτωση από το φόρο που αναλογεί στο ποσοστό που ορίζεταιμε τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 57, τοφόρο που παρακρατήθηκε για κάθε μισθωτό ή ημερομίσθιο ή συνταξιούχο κατάπερίπτωση, καθώς και το υπόλοιπο για καταβολή ποσό φόρου, το οποίοκαταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή της δήλωσης.

Εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση να παρακρατούνφόρο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 58 οφείλουν ναεπιδίδουν μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα τουΑπριλίου κάθε έτους, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας τηςέδρας τους, οριστική δήλωση η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο και τηδιεύθυνση κατοικίας κάθε δικαιούχου, τον αριθμό φορολογικού μητρώου του, τοποσό των αμοιβών από ελευθέρια επαγγέλματα και το ποσό του φόρου πουπαρακρατήθηκε για κάθε δικαιούχο.

Εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση να παρακρατούνφόρο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 οφείλουν να επιδίδουν μέχρι τηντελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του Μαΐου κάθε έτους,στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της έδρας τους, οριστικήδήλωση η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση κατοικίας κάθεδικαιούχου, τον αριθμό φορολογικού μητρώου του, το ποσό του εισοδήματος απόεμπορικές επιχειρήσεις και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε για κάθεδικαιούχο. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος και τοπεριεχόμενο των πιο πάνω οριστικών δηλώσεων, ο τρόπος υποβολής τους και κάθεάλλο σχετικό θέμα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.5 άρθρου 7Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

4. Κατ` εξαίρεση, οι υπόχρεοι που παρακρατούν φόρο κατά την καταβολή αμοιβώνσε αξιωματικούς του εμπορικού ναυτικού, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες σεπλοία, αποδίδουν με εφάπαξ καταβολή τα ποσά που παρακράτησαν, με εξαμηνιαίεςδηλώσεις, τις οποίες θα υποβάλλουν στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσίαμέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου, για τα ποσά φόρου πουπαρακράτησαν κατά τη διάρκεια του πρώτου ημερολογιακού εξαμήνου κάθε έτουςκαι μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου, για τα ποσά φόρου πουπαρακράτησαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου ημερολογιακού εξαμήνου κάθεέτους.Για την Καταβολή του φόρου που πρέπει να παρακρατείται από τις κάθε είδουςαμοιβές των αξιωματικών των εμπορικών πλοίων ευθύνονται αλληλέγγυα καιαδιαίρετα, βάσει του τίτλου που έχει αποκτηθεί έστω για έναν από τουςυποχρέους, ο οποίος ισχύει και ως προς τους άλλους υποχρέους για τη λήψη τωναναγκαίων, μέτρων για την είσπραξη του φόρου: α) Όλοι οι κατά καιρούςπλοιοκτήτες, για το φόρο που οφειλέτοι πριν από τη χρονολογία μεταβίβασηςαπό αυτούς της κυριότητας του πλοίου, ως και διάδοχοι τους. β) Οιεφοπλιστές, για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχαν την εκμετάλλευσηπλοίου. γ) Σε περίπτωση συμπλοιοκτησίας, κάθε συμπλοιοκτήτης ανάλογα με τοποσοστό της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του επί του πλοίου και οιδιαχειριστές, για το χρονικό διάστημα που είχαν τη διαχείριση του πλοίου,για ολόκληρο το ποσό του φόρου. δ) Οι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά οιεκπρόσωποι των κάθε είδους εταιριών ή επιχειρήσεων, οι οποίεςεκμεταλλεύονται πλοία, ο καθένας χωριστά για ολόκληρο το ποσό του φόρου. Γιατον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ως εκπρόσωποιτων πλοιοκτητών θεωρούνται και οι πράκτορες ή πληρεξούσιοι τους στην Ελλάδα,οι οποίοι έχουν ευθύνη για τις υποχρεώσεις που αφορούν το φόρο μισθωτώνυπηρεσιών, τις οποίες έχουν τα πρόσωπα τα οποία εκπροσωπούν, μόνον εφόσονέχουν αναλάβει την προσωπική ευθύνη για τις υποχρεώσεις αυτές και τούτοαποδεικνύεται από σχετικό έγγραφο.Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 27/1975 εφαρμόζονται αναλόγωςκαι για την Καταβολή του φόρου αυτής της παραγράφου 5.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 άρθρ.14Ν.2992/2002, ΦΕΚ Α 54/20/3/2002.

5.Σε περίπτωση θανάτου του προσώπου που ενήργησε την παρακράτηση του φόρου,υπόχρεοι σε απόδοσή του κατά τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους καισε επίδοση της οριστικής δήλωσης στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας, είναι οι κληρονόμοι αυτού και ο καθένας ανάλογα με τηνκληρονομική μερίδα που περιήλθε σε αυτόν.

6. Σε περίπτωση μη υποβολής προσωρινής δήλωσης ή εκπρόθεσμης υποβολής ήυποβολής ανακριβούς προσωρινής δήλωσης, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος καιπρόστιμο, κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 86 και 87, μεενιαίο φύλλο ελέγχου που εκδίδεται μετά τη λήξη της προθεσμίας για τηνυποβολή της οριστικής δήλωσης, επιφυλασσόμενων των διατάξεων του άρθρου 67για τον προσωρινό έλεγχο. Επίσης, όταν συντρέχει περίπτωση, επιβάλλονται καιοι λοιπές κυρώσεις του παρόντος.

7. Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την ταυτόχρονη Καταβολή του φόρου θεωρείταιαπαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.

8. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, πουδημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο τηςπροσωρινής δήλωσης ΦΜΥ η οποία εκτός από τα ακαθάριστα ποσά, το φόρο και το ποσό τηςειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 που παρακρατήθηκε απόορισμένες κατηγορίες υπόχρεων στον προηγούμενο ημερολογιακό μήνα, δύναται να περιλαμβάνεικαι τις οφειλόμενες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που αντιστοιχούν στις ανωτέρω ακαθάριστεςαποδοχές και γενικά ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα που αφορά την υποβολή των δηλώσεωναυτών.

Σημ.: όπως η αρχική παράγραφος 8 καταργήθηκε με την παρ.18 άρθρ.5 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999 και νέα παράγραφος 8 προστέθηκε με την παράγραφο 5 άρθρου 321Ν.4072/2012,ΦΕΚ Α 86/11.4.2012

Άρθρο 60
Απόδοση του φόρου με μηνιαίες δηλώσεις

1. Όσοι παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου14, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν με εφάπαξ καταβολή στη δημόσια οικονομικήυπηρεσία της έδρας τους, υποβάλλοντας δήλωση μέσα στον επόμενο από τηνπαρακράτηση μήνα, η οποία περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο, όνομα πατέρα ή συζύγου, τηδιεύθυνση των δικαιούχων, τα καταβληθέντα ποσά και το φόρο που αναλογεί σε αυτά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.15 άρθρ.5Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999

2. Όσοι παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν εφάπαξ, με την υποβολή δήλωσης στη δημόσια οικονομική υπηρεσία, στην περιφέρεια της οποίας έγινε η καταβολή των ποσών για τα οποία παρακρατήθηκε ο φόρος, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση του φόρου μήνα, με εξαίρεση τον φόρο που παρακρατήθηκε από τα εισοδήματα της περίπτωσης στ` της παρ. 1 του άρθρου 24, ο οποίος αποδίδεται εφάπαξ μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας που ορίζεται από τον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων για το κλείσιμο του ισολογισμού.

3. Όσοι παρακρατούν φόρο σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 9, 10,11,12 και 13του άρθρου 13, των περιπτώσεων β/, γ/,δ/,στ/ και της παραγράφου1 του άρθρου 55 και της παραγράφου 4 του άρθρου 57. υποχρεούνται νααποδίδουν αυτόν με σχετική δήλωση, που πρέπει να υποβάλλουν μέσα στο πρώτοδεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα στη δημόσια οικονομικήυπηρεσία στην περιφέρεια της οποίας έγινε η καταβολή των ποσών για τα οποίαπαρακρατήθηκε ο φόρος, ο οποίος αποδίδεται εφάπαξ με την υποβολή της οικείαςδήλωσης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ. 4 άρθρ.8 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

4. Οι διαχειριστές πάγιας προκαταβολής και οι υπόλογοι χρηματικών ενταλμάτων, γενικά, αποδίδουν το φόρο με μηνιαίες δηλώσεις που υποβάλλονται στη δημόσια οικονομική υπηρεσία της περιφέρειάς τους μέχρι και το πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα από το μήνα της παρακράτησης.

5. Σε περίπτωση θανάτου του προσώπου που ενήργησε την παρακράτηση του φόρου, υπόχρεοι σε απόδοσή του, κατά τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους, και σε επίδοση της οριστικής δήλωσης στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας είναι οι κληρονόμοι αυτού και ο καθένας ανάλογα με την κληρονομική μερίδα που περιήλθε σε αυτόν.

6. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ή υποβολής εκπρόθεσμης ή ανακριβούς δήλωσης του άρθρου αυτού επιβάλλεται πρόσθετος φόρος και πρόστιμο, κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 86 και 87. Επίσης, όταν συντρέχει περίπτωση, επιβάλλονται και οι λοιπές κυρώσεις του παρόντος.

7. Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την ταυτόχρονη Καταβολή του φόρου θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.

8. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο των δηλώσεων αυτού του άρθρου, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια γιατην εφαρμογή του.

Μέρος Τέταρτο
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΔΗΛΩΣΗ – ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ

Άρθρο 61
Υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης

1. Κάθε φυσικό πρόσωπο για το οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, ανεξάρτητα από το αν υπόκειται ή όχι σε φόρο, έχει υποχρέωση να υποβάλει δήλωση εφόσον έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5.”και εφόσον δεν εμπίπτει στις διατάξεις περί προσώπων που βαρύνουν τους φορολογούμενουςτου άρθρου 7.

Εξαιρετικά, υποχρέωση υποβολής δήλωσης έχει οποιοσδήποτε, εφόσον προσκληθεί γι` αυτόεγγράφως από τον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Στην περίπτωσηαυτή ο καλούμενος υποχρεούται να υποβάλει τις οικείες δηλώσεις μέσα στην προθεσμία τριάντα(30) ημερών από την ημερομηνία της επίδοσης σε αυτόν της οικείας πρόσκλησης.

Υπόχρεοι για υποβολή δήλωσης είναι όσοι δηλώνουν κάτοικοι εξωτερικού για το εισόδημα πουπροκύπτει στην Ελλάδα ή υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του Κ.Φ.Ε., ανεξάρτητααν εμπίπτουν στην απαλλαγή της περίπτωσης η` του άρθρου 18 του Κ.Φ.Ε..

Παράλειψη του υπόχρεου να επιδώσει μέχρι το τέλος του οικείου οικονομικού έτους δήλωση,στην οποία αναγράφεται η ζημία που προέκυψε στο ίδιο οικονομικό έτος, του στερεί το δικαίωμασυμψηφισμού, που ορίζεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 4.

Αν ο φορολογούμενος κατοικεί στην αλλοδαπή, υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης είναι αλληλεγγύωςμε αυτόν, οι αντιπρόσωποι ή οι πράκτορες του στην Ελλάδα.

Σημ.: όπως είχε τροποποιηθεί, αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 8 παρ.1 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013 και με την περ.8 της υποπαρ.Δ.2 της παρ.Δ του άρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

2. Για τους εγγάμους, για τους οποίους συντρέχουν οι προϋποθέσεις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του Άρθρου 5, υπόχρεος σε επίδοση δήλωσης είναι ο σύζυγος και για τα εισοδήματα της συζύγου του. Ειδικά,υποχρεούνται να επιδώσουν φορολογική δήλωση ο καθένας χωριστά για το συνολικό εισόδημά του οι σύζυγοι όταν:

α) Έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης. Το βάρος της απόδειξης για τη διακοπή φέρει ο φορολογούμενος.

β) Ο ένας από τους δύο συζύγους είναι σε κατάσταση πτώχευσης.

γ) Ο ένας από τους δύο συζύγους έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση.

Στην περίπτωση της παρ. 4 του άρθρου 5, για τα εισοδήματα των ανήλικων τέκνων, υπόχρεος για την υποβολή της δήλωσης είναι ο πατέρας ή, αν αυτός δεν υπάρχει ή δεν έχει τη γονική μέριμνα, η μητέρα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.20άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001.

3. Υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης, στις πιο κάτω περιπτώσεις, είναι:

α) Σε περιπτώσεις πτώχευσης ή σχολάζουσας κληρονομιάς ή επιδικίας ή μεσεγγύησης, κατά περίπτωση, ο σύνδικος πτώχευσης ή ο κηδεμόνας ή οπροσωρινός διαχειριστής ή ο μεσεγγυούχος.

β) Για τους ανήλικους ή αυτούς που έχουν υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση, κατά περίπτωση, ο επίτροπος ή ο κηδεμόνας ή ο δικαστικός συμπαραστάτης.

γ) Σε περίπτωση θανάτου του φορολογουμένου, οι κληρονόμοι του για το σύνολο του εισοδήματος που απέκτησε μέχρι τη χρονολογία του θανάτου του.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων αυτής της παραγράφου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.21άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001 και με την παρ.10 άρθρου 5Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

4. Η δήλωση αποτελεί δεσμευτικό τίτλο για το φορολογούμενο. Μπορεί όμως, για λόγους συγγνωστής πλάνης να την ανακαλέσει εν όλω ή εν μέρει φέροντας και το βάρος της απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που τη συνιστούν. Η ανάκληση γίνεται με την υποβολή δήλωσης μέσα στο οικείο οικονομικό έτος στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, με την οποία ανακαλείται φορολογητέα ύλη η αντικειμενική δαπάνη και πραγματικήδαπάνη ή οποιοδήποτε προσδιοριστικό της δαπάνης στοιχείο, προκειμένου να προσδιοριστεί το εισόδημα με βάση τα άρθρα 16 και 17 του Κ.Φ.Ε..

Στην περίπτωση απόρριψης της ανάκλησης επιδίδεται, από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, με απόδειξη, γνωστοποίηση αυτής στο φορολογούμενο, ο οποίος μπορεί να την προσβάλει προσφεύγοντας, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α`), ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου. Αν η ανακλητική δήλωση υποβληθεί σε χρόνο μεταγενέστερο του οικείου οικονομικού έτους, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει στο φορολογούμενο, επί αποδείξει, ότι η ανάκληση δεν γίνεται δεκτή λόγω παρόδου του οικείου οικονομικού έτους και ο φορολογούμενος μπορεί να προσφύγει μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999 κατά της γνωστοποίησης αυτής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, το οποίο αποφαίνεται στην ουσία.

Η συζήτηση της προσφυγής προσδιορίζεται κατά προτίμηση μέσα σε τρείς (3) μήνες το αργότερο από την κατάθεση της προσφυγής. Ανάκληση δήλωσης μεσκοπό την ανατροπή οριστικής και αμετάκλητης φορολογικής εγγραφής είναι ανεπίτρεπτη.Αν ο φορολογούμενος λάβει το εκκαθαριστικό σημείωμα μετά την 31η Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους, η ανάκληση γίνεται μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.9,10 άρθρ.13 Ν.2992/2002,ΦΕΚ Α 54/20.3.2002 και με την παρ.10 άρθρ.3 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010

5. Όταν ο φορολογούμενος έχει αμφιβολίες αναφορικά με την υποχρέωση επίδοσης δήλωσης για ορισμένα στοιχεία φορολογητέας ύλης, έχει το δικαίωμα να υποβάλει δήλωση στην οποία γίνεται ρητή γι’αυτό επιφύλαξη, η οποία πρέπει να είναι ειδική και αιτιολογημένη. Κάθε γενική και αόριστη επιφύλαξη θεωρείταιανύπαρκτη και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να απαντήσει στην επιφύλαξη μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης ως εξής:α) Είτε να δεχθεί την επιφύλαξη και να διαγράψει το ποσό της φορολογητέας ύλης για το οποίο έγινε η επιφύλαξη.β) Είτε να απορρίψει την επιφύλαξη και να γνωστοποιήσει αυτό στο φορολογούμενο με ιδιαίτερη ανακοίνωση, την οποία θα του επιδώσει με απόδειξη ή με το κοινοποιούμενο για άλλες ανακρίβειες της δήλωσης φύλλο ελέγχου ή με το φύλλο ελέγχου που εκδόθηκε μετά από τη διενέργεια ελέγχου. Στην περίπτωση αυτή, αν δεν επέλθει διοικητική επίλυση της διαφοράς, ο φορολογούμενος δικαιούται να ζητήσει από το διοικητικό πρωτοδικείο, είτε με την προσφυγή που ασκεί για τυχόν άλλες διαφορές που προέκυψαν από τον έλεγχο, είτε με αυτοτελή αίτηση που υποβάλλεται μέσα στην προθεσμία για την υποβολή της προσφυγής, τη διαγραφή του ποσού της φορολογητέας ύλης γιατην οποία έγινε η επιφύλαξη.Η συζήτηση για την προσφυγή ή την αίτηση αυτή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου προσδιορίζεται, κατά προτίμηση, μέσα σε τρείς (3) μήνες το αργότερο από την κατάθεση της προσφυγής ή της αίτησης.

Κατά τον ίδιο τρόπο μπορεί να γίνει επιφύλαξη αναφορικά με το χαρακτηρισμό της φορολογητέας ύλης και την υπαγωγή της σε άλλη φορολογία ή σε άλλη κατηγορία ή σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή ή στις εκπτώσεις από το φορολογούμενο εισόδημα κ.λπ. Ειδικώς, όταν πρόκειται για υπαγωγή σε άλλη φορολογία ή κατηγορία εισοδήματος και γίνει δεκτή η επιφύλαξη, η δήλωση λογίζεται ότι υποβλήθηκε για τη φορολογία ή την κατηγορία αυτή. Η επιφύλαξη δεν συνεπάγεται αναστολή της βεβαίωσης και είσπραξης του αμφισβητούμενου φόρου. Όταν η επιφύλαξη γίνει δεκτή από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή το διοικητικό δικαστήριο, ενεργείται νέα εκκαθάριση του φόρου της δήλωσης και το επιπλέον ποσό αυτού που βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε εκπίπτει ή συμψηφίζεται με το φόρο που προκύπτει με βάση τα οριστικά στοιχεία, όταν αυτός είναι μεγαλύτερος από το φόρο που προέκυψε με βάση τα στοιχεία της δήλωσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο επιπλέον φόρος επιστρέφεται.

6. οι διατάξεις της παραγράφου 4 αυτού του άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και όταν η δήλωση του υπόχρεου έχει υποβληθεί ηλεκτρονικά μέσω του διαδικτύου, η υποβολή όμως της δήλωσης με επιφύλαξη ή της όμοιας ανακλητικής γίνεται χειρόγραφα.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.8 άρθρ.5 Ν.2892/2001,ΦΕΚ Α 46/9.3.2001.

7.Το φυσικό πρόσωπο που δηλώνει κάτοικος εξωτερικού και αποκτά πραγματικό εισόδημα πουπροκύπτει στην Ελλάδα, υποχρεούται να υποβάλει μαζί με τη δήλωση φορολογίας τουεισοδήματοςτου, βεβαίωση από την αρμόδια φορολογική αρχή του κράτους στο οποίο δηλώνει κάτοικος απότην οποία να προκύπτει ότι είναι φορολογικός κάτοικος αυτού του άλλου κράτους ή αντίγραφοτης εκκαθάρισης της φορολογίας εισοδήματος ή, ελλείψει εκκαθάρισης, αντίγραφο της δήλωσηςπου υπέβαλε στο άλλο κράτος. Η βεβαίωση αυτή χορηγείται από τη φορολογική αρχή ή απόοποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική ή άλλη αναγνωρισμένη αρχή. Ειδικά το φυσικό πρόσωποπου απασχολείται ως αλλοδαπό προσωπικό σε επιχείρηση που υπάγεται στις διατάξεις του α.ν.89/1967 (Α` 132) υποχρεούται να υποβάλει μαζί με τη δήλωση φορολογίας του εισοδήματος πουπροκύπτει στην ημεδαπή: α) αντίγραφο του αλλοδαπού διαβατηρίου, β) τη δημοσιευθείσα στοΦύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως απόφαση υπαγωγής της επιχείρησης του α.ν. 89/1967 καιγ) βεβαίωση της επιχείρησης από την οποία να προκύπτει ότι το εν λόγω φυσικό πρόσωποαπασχολείται σε επιχείρηση του α.ν. 89/1967 και ο χρόνος έναρξης αυτής της απασχόλησης.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.5Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011, τροποποιήθηκε ,με την παρ.2 άρθρου 43 Ν. 4141/2013,ΦΕΚ Α 81/5.4.2013.

8α.Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τηνεφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.5Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011,τροποποιήθηκε με την παρ.3 άρθρου 43 Ν. 4141/2013,ΦΕΚ Α 81/5.4.2013.

8β.Όσοι έχουν δηλώσει τόπο κατοικίας ή συνήθους διαμονής στην αλλοδαπή και υπόκεινται,κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σε φόρο μόνο για το εισόδημα τους που προκύπτειστην Ελλάδα, υποχρεούνται να προσκομίσουν τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στηνπαράγραφο 7 του άρθρου αυτού, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται με απόφαση του ΥπουργούΟικονομικών. Αν δεν προσκομισθούν ή δεν προσκομισθούν εμπρόθεσμα τα δικαιολογητικά αυτά,οι υπόχρεοι θεωρούνται ότι έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα και υπόκεινται σε φόρο για τοπαγκόσμιο εισόδημα τους. Με την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόποςκλήσης των φορολογουμένων, η διαδικασία υποβολής των δικαιολογητικών και κάθε άλλο σχετικόθέμα.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.5Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011,τροποποιήθηκε με την παρ.3 άρθρου 43 Ν. 4141/2013,ΦΕΚ Α 81/5.4.2013.

Άρθρο 62
Προθεσμία υποβολής και περιεχόμενο της δήλωσης

1.Η δήλωση υποβάλλεται σε δύο (2) αντίτυπα είτε αυτοπροσώπως από τον υπόχρεοή από πρόσωπο που έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτόν είτε ταχυδρομείται επίαποδείξει.

Με τη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών μεθόδων και δικτυακών υποδομών γίνεται υποχρεωτικάη υποβολή από κάθε υπόχρεο που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα, καθώς και από κάθε άλλουπόχρεο του οποίου η δήλωση υποβάλλεται από εξουσιοδοτημένο λογιστή στον προϊστάμενο τηςδημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, που είναι αρμόδιος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63.Η δήλωση υποβάλλεται από την 1η Φεβρουαρίου μέχρι και την 30ή Ιουνίου του οικείουοικονομικού έτους και μέχρι την έναρξη του ωραρίου λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών τηςεπόμενης μέρας από την ημέρα λήξης της προθεσμίας.

κατ` εξαίρεση η δήλωση υποβάλλεται:

α…

β…

γ…

δ…

ε) Όταν, κατ` εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης β της παραγράφου 5 του άρθρου 28και του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 29, η Διαχειριστική περίοδος είναιυπερδωδεκάμηνη, υποβάλλονται δύο δηλώσεις, μία για τη δωδεκάμηνη περίοδο και μία γιατη μικρότερη περίοδο, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται για την υποβολή της δήλωσης τηςδωδεκάμηνης περιόδου.H υποβολή της δήλωσης πραγματοποιείται ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του αριθμούφορολογικού μητρώου (A.Φ.M.) του φορολογουμένου, με αρχή, για το ψηφίο 1, τιςημερομηνίες που αναφέρονται στις παραπάνω περιπτώσεις και ολοκληρώνεται μέσα σεέντεκα (11) εργάσιμες ημέρες, εκτός των υποπεριπτώσεων ββ, γγ, δδ, και εε τηςπερίπτωσης γ που ολοκληρώνεται σε είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες.«Ειδικά οι δηλώσεις που υποβάλλονται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου μπορούν ναυποβάλλονται μέχρι την έναρξη του ωραρίου λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιώντης επόμενης ημέρας από την ημέρα λήξης της προθεσμίας τους.

στ) Στην περίπτωση γ` της παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου, η προθεσμία υποβολής της δήλωσης παρατείνεται για περίοδο δύο (2) μηνών μετά τη λήξη της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας, εφόσον η λήξη αυτής της προθεσμίας συμπίπτει με ημερομηνία πριν από την παρέλευση έξι (6) μηνών από το θάνατο του υπόχρεου φορολογουμένου. Η προθεσμία αυτή υπολογίζεται ανάλογα και για τους εκ διαθήκης κληρονόμους του αποβιώσαντος, εφόσον αυτοί δεν καλούνται στην κληρονομία κατά την τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής.Αν δημοσιευθεί διαθήκη με την οποία ο αποβιώσας διαθέτει την περιουσία του διαφορετικά από ό,τι προβλέπεται κατά την τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, για τους μη τετιμημένους, οι οποίοι είχαν, κατ` αρχή, υποχρέωση υποβολής δήλωσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος, δεν επιβάλλονται κυρώσεις για τη μη υποβολή δήλωσης. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου, τυχόν κυρώσεις που επιβλήθηκαν στους μη τετιμημένους, αλλ` εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος, αίρονται οίκοθεν από τη φορολογική αρχή, μετά τη δημοσίευση της διαθήκης αυτού, ανεξάρτητα από την υποβολή δήλωσης από τους κληρονόμους με βάση την οικεία διαθήκη.Αν δημοσιευθεί διαθήκη με την οποία η κληρονομιαία περιουσία διατίθεται διαφορετικά από ό,τι προβλέπεται στη εξ αδιαθέτου διαδοχή, για τους τετιμημένους, οι οποίοι δεν καλούνται άμεσα κατά την τάξη αυτής της διαδοχής, η προθεσμία υποβολής της δήλωσης παρατείνεται για περίοδο δύο (2) μηνών μετά την πάροδο της προθεσμίας αποποίησης της κληρονομίας, εφόσον η λήξη της προθεσμίας αυτής συμπίπτει με ημερομηνία πριν από την παρέλευση έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της διαθήκης του υπόχρεου. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και σε περιπτώσεις διαδοχικών αποποιήσεων κληρονομίας ή δημοσίευσης πλειόνων διαθηκών.

Μετά την παρέλευση της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο αυτήν και σε κάθεπερίπτωση πριν από την καταχώρηση στο οικείο βιβλίο του φύλλου ελέγχου, που εκδίδεταισύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68, επιτρέπεται η επίδοση αρχικής ήσυμπληρωματικής δήλωσης, για την οποία επιβάλλεται και ο οριζόμενος από τις διατάξειςτου άρθρου 1 του ν. 2523/1997 πρόσθετος φόρος,. Αρχική ή συμπληρωματική δήλωση γιατα εισοδήματα τα οποία έχουν περιληφθεί στο φύλλο ελέγχου, η οποία επιδίδεται μετά τηνκαταχώρισή της στα τηρούμενα από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίαςβιβλία, είναι απαράδεκτη και δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε :

με την παρ.4 άρθρ.5Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999

με την παρ.2.άρθρ.8 Ν.2873/2000ΦΕΚ A 285/28.12.2000

με την παρ.6 άρθρου 8 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58,

με την παρ.3άρθρ.20 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

με το άρθρο 8 παρ.2,3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Αν, πριν από την έναρξη της προθεσμίας υποβολήςτης δήλωσης, ο φορολογούμενος πρόκειται να εγκατασταθεί οριστικά στο εξωτερικό ή να μεταναστεύσει στο εξωτερικό για χρονικό διάστημα πάνω από έτος ή να μεταφέρει στην αλλοδαπή την περιουσία του που βρίσκεται στην Ελλάδα, θεωρείται ότι λήγει η Διαχειριστική περίοδος στην ημερομηνία αυτή και υποχρεούται να υποβάλει δήλωση και να καταβάλει το φόρο που αναλογεί στο συνολικό εισόδημά του, το οποίο απέκτησε μέχρι τη χρονολογία της αναχώρησής του ή της μεταφοράς της περιουσίας του στο εξωτερικό. Σε αυτή την περίπτωση, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μπορεί να ζητήσει κάθε αναγκαία εγγύηση, κατά την κρίση του, για να διασφαλίσει τα συμφέροντα του Δημοσίου και ο φορολογούμενος δικαιούται, εφόσον συναίνει και ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, να διορίσει πρόσωποφερέγγυο ως αντιπρόσωπό του στην Ελλάδα, για την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεών του.

3. Οι αλλοδαποί οι οποίοι απέκτησαν εισόδημα που φορολογείται στην Ελλάδα, έχουν υποχρέωση, προτού αναχωρήσουν στο εξωτερικό, να υποβάλουν δήλωση γι’ αυτό το εισόδημά τους και να καταβάλουν το φόρο που αναλογεί σε αυτό. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου.

4. Τα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις δενσυνυποβάλλονται κατά την ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης μέσω διαδικτύου. Μεαπόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία και ο τρόποςελέγχου αυτών των δικαιολογητικών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.8 άρθρου 8Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010.

5. Ο υπόχρεος για την επίδοση της δήλωσης βεβαιώνει υπεύθυνα, έχοντας γνώση των συνεπειών των άρθρων 86, 87, 88 και 90, την ειλικρίνεια και το περιεχόμενο της δήλωσης και των λοιπών συνυποβαλλόμενων με αυτήν εντύπων.

6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται κάθε φορά ο τύπος και τοπεριεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, τα δικαιολογητικά ή άλλαστοιχεία τα οποία συνυποβάλλονται με τη δήλωση, καθώς και ο τρόπος και οχρόνος υποβολής της όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.”«Σε κάθε περίπτωση στη δήλωση αυτή αναγράφονται όλα τα εισοδήματα του υπόχρεουανεξάρτητα από τον τρόπο φορολόγησης τους, καθώς και τα απαλλασσόμενα από το φόροεισοδήματα. Για τα αυτοτελώς ή με ειδικό τρόπο φορολογούμενα εισοδήματα αναγράφεται και οπαρακρατηθείς ή αποδοθείς κατά περίπτωση φόρος.

Ειδικά, για τα εισοδήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Κ.Φ.Ε. του οικονομικού έτους2013 δεν υφίσταται υποχρέωση δήλωσης τους, εφόσον το συνολικό καθαρό ποσό αυτών δενυπερβαίνει τα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.6 άρθρου 8 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58 και με το άρθρο 64 παρ.7Ν.4170/2013,ΦΕΚ Α163/12.7.2013.

Άρθρο 63
Αρμόδιος προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.5 άρθρ.22 Ν.2648/1998 Α 238/22.10.1998.

1. Αρμόδιος για την παραλαβή των δηλώσεων και τον έλεγχό τους,την εξακρίβωση αυτών που δεν έχουν επιδώσει δηλώσειςκαι γενικά για την επιβολή του φόρου είναι ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της κατοικίας του φορολογούμενου.

κατ` εξαίρεση προκειμένου:

α) Για τα πρόσωπα που ασκούν ατομικώς εμπορική επιχείρηση γενικά ή ελευθέριο επάγγελμα, αρμόδιος είναι, κατά περίπτωση, ο κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης,προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της έδρας της κύριας επιχείρησής τους ήτου κύριου επαγγέλματος τους.

β) Για τα πρόσωπα που είναι κάτοικοι αλλοδαπής και έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν δήλωση στην Ελλάδα, εφόσον δεν υπάγονται στην περίπτωση α`, αρμόδιος είναι ο προϊστάμενος της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Κατοίκων Εξωτερικού ή ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

γ) Για σχολάζουσα κληρονομία ή σε περίπτωσηθανάτου του υπόχρεουπριν απότηνεπίδοσητηςδήλωσης,αρμόδιοςείναιοπροϊστάμενοςτηςδημόσιαςοικονομικής υπηρεσίας της περιφέρειας στην οποία κατοικούσε οκληρονομούμενοςή βρισκόταν η έδρα της ατομικής επαγγελματικήςτου εγκατάστασηςπριν από τοθάνατό του.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.5 άρθρ.4Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999 και με την παρ.10 άρθρ.26Ν.2789/1999 ΦΕΚ Α`21/11.2.2000.

2. Για την παραλαβή καιτον έλεγχο εκπρόθεσμης δήλωσης,αρμόδιοςείναι οπροϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στην περιφέρεια τηςοποίας οφορολογούμενος έχει την κατοικία του ή την έδρα της επιχείρησής τουσύμφωνα μετις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου κατά το χρόνο τηςυποβολής αυτής τηςδήλωσης. Πριν από την υποβολή της εκπρόθεσμης δήλωσης νομίμωςεπιλαμβάνεται οπροϊστάμενος τηςδημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας πουήταν αρμόδιοςγια τοαμέσως προηγούμενο της υποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης χρονικόδιάστημα.

3. Οιδηλώσειςτωνπροσώπωνπουαναφέρονταιστηνπερίπτωση β`τηςπαραγράφου 1 αυτού του άρθρου, στην παράγραφο 3 του άρθρου 47,καθώς και των προξενικών υπαλλήλων του κράτους,που υπηρετούν στο εξωτερικό,μπορεί να επιδίδονται και στην προξενική αρχή του τόπου που διαμένει ο υπόχρεος,η οποία οφείλει νατις διαβιβάζει χωρίς υπαίτιακαθυστέρηση στονπροϊστάμενο τηςαρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.

4. Όταν με βάση τις προηγούμενες παραγράφους ο κάθε σύζυγος υπάγεται στηναρμοδιότητα διαφορετικής Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ), τότε οισύζυγοι μπορούν να υποβάλλουν την κοινή δήλωση τους, που προβλέπεται από τιςδιατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5, της παραγράφου 2 του άρθρου 61 καιτης παραγράφου 4 του άρθρου 62, στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ, είτε του συζύγουείτε της συζύγου, κατ` επιλογή τους. Η κοινή αυτή επιλογή των συζύγων είναιδεσμευτική για πέντε (5) οικονομικά έτη.

Άρθρο 64
Δήλωση εταιριών, κοινοπραξιών και κοινωνιών που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα

1.Οι υπόχρεοι της παραγράφου 4 του άρθρου 2 υποβάλλουν δήλωση φόρουεισοδήματος στον Προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ως εξής:

α) Μέχρι την 1η Απριλίου του οικείου οικονομικού έτους, αν η εταιρεία ή η κοινοπραξία ή ηκοινωνία δεν τηρεί βιβλία ή τηρεί βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του κώδικα Βιβλίωνκαι Στοιχείων. H υποβολή της δήλωσης πραγματοποιείται ανάλογα με το τελευταίο ψηφίοτου αριθμού φορολογικού μητρώου (A.Φ.M.) του φορολογουμένου με αρχή το ψηφίο 1 καιολοκληρώνεται μέσα σε έντεκα (11) εργάσιμες ημέρες.

β) Μέχρι τις 15 Απριλίου του οικείου οικονομικού έτους, αν η εταιρεία έχει ως αντικείμενοεργασιών την αντιπροσώπευση ή πρακτόρευση ασφαλιστικών εταιρειών ή τη μεσιτείαασφαλειών, καθώς και την πρακτόρευση ή αντιπροσώπευση τραπεζών ή αν αυτήσυμμετέχει σε εταιρεία ή κοινοπραξία που τηρεί βιβλία τρίτης κατηγορίας του κώδικαΒιβλίων και Στοιχείων και εφόσον η Διαχειριστική περίοδος αυτής λήγει μέσα στους μήνεςΝοέμβριο ή Δεκέμβριο του προηγούμενου ημερολογιακού έτους.

γ) Αν, κατ` εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης β της παραγράφου 5 του άρθρου 28και του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 29, η Διαχειριστική περίοδος είναιυπερδωδεκάμηνη, υποβάλλονται δύο δηλώσεις, μία για τη δωδεκάμηνη περίοδο και μία γιατη μικρότερη περίοδο, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται για τη δήλωση της δωδεκάμηνηςπεριόδου. Στην περίπτωση αυτήν η κατανομή των αποτελεσμάτων γίνεται με βάση ταακαθάριστα έσοδα καθεμιάς περιόδου.

δ) Μέσα σε τρεισήμισι (3,5) μήνες από την ημερομηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου,αν η εταιρεία ή η κοινοπραξία ή η κοινωνία τηρεί βιβλία τρίτης κατηγορίας του κώδικαΒιβλίων και Στοιχείων.

ε) Μέσα σε τρείς (3) μήνες από την ημερομηνία λύσης, μετατροπής ή συγχώνευσης τηςεταιρείας ή κοινοπραξίας, κατά περίπτωση, και εφόσον η εταιρεία ή η κοινοπραξία τηρείβιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και η διαχειριστικήπερίοδός της λήγει μέχρι τις 30 Νοεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους.

στ) Για τους υπόχρεους της παραγράφου 4 του άρθρου 2 που έχουν τεθεί υπό εκκαθάρισηεφαρμόζεται ανάλογα η περίπτωση γ της παραγράφου 2 του άρθρου 107.

H δήλωση επιδίδεται από το νόμιμο εκπρόσωπο ή το πρόσωπο που έχει ορισθεί γι` αυτό,στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε :

με την παρ.6 άρθρ.4Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

με το άρθρ.22 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004, με το άρθρο 22Ν.3259/2004,ΦΕΚ Α 143.

με το άρθρο 4 παρ.8Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

2. Αρμόδιος για την παραλαβή των δηλώσεων και τον έλεγχό τους, την εξεύρεση του εισοδήματος αυτών που δεν έχουν επιδώσει δηλώσεις και γενικά για την Επιβολή του φόρου είναι ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται η έδρα των υποχρέων, που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 2 κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης.

Πριν από την υποβολή εκπρόθεσμης δήλωσης νομίμως επαναλαμβάνεται ο προϊστάμενοςτης δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, που ήταν αρμόδιος για το αμέσως προηγούμενο τηςυποβολής της εκπρόθεσμης δήλωσης χρονικό διάστημα.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.7;107 άρθρ.4Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999.

3.Τα ποσά του φόρου, της προκαταβολής και των τελών ή εισφορών, πουοφείλονται με βάση τη δήλωση αυτού του άρθρου, καταβάλλονται σε οκτώ (8)ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη με την υποβολή της εμπρόθεσμηςδήλωσης, οι δε υπόλοιπες επτά (7), μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τιςδημόσιες υπηρεσίες ημέρα των επτά (7) επόμενων μηνών, από τη λήξη τηςπροθεσμίας υποβολής της δήλωσης.

Σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης δήλωσης καταβάλλονται μαζί με αυτήν οι ληξιπρόθεσμες δόσεις και οι Πρόσθετοι φόροι που ορίζονται στο άρθρο 86.

Δήλωση, που υποβάλλεται χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή των αναφερόμενων στα προηγούμενα εδάφια ποσών, θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.

Όταν ο φόρος που οφείλεται με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία υποβολής της δήλωσης, παρέχεται έκπτωση ενάμισιτοις εκατό (1,5%) στο συνολικό ποσό αυτού και των λοιπών συμβεβαιούμένων μεαυτόν οφειλών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε :

με την παρ.4 άρθρ.3 Ν.2579/199 Α 31/17.2.1998

με το άρθρο 31 παρ.1 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004

με την παρ.7 άρθρ.3 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253,

με το άρθρο 4 παρ.11 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006

με την παρ.11 άρθρου 8Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010

4. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της έδρας των πιο πάνω υποχρέων, ύστερα από σχετικό έλεγχο, εκδίδει και κοινοποιεί σε αυτές, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, πράξη προσδιορισμού των οικονομικών αποτελεσμάτων καιεπιβολής φόρου, μαζί με τη σχετική έκθεση ελέγχου. Η πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων και επιβολής φόρου της κοινοπραξίας ή κοινωνίας κοινοποιείται στον εκπρόσωπό της, ο οποίος αναγράφεται στη δήλωση ή, σε περίπτωση μη ορισμού του, σε οποιοδήποτε μέλος της κοινοπραξίας ή κοινωνίας. Σε περίπτωση λύσης της εταιρίας ή κοινοπραξίας ή κοινωνίας η πράξη εκδίδεται στο όνομα αυτών και κοινοποιείται σε όλα τα μέλη τους και όταν πρόκειται για πτώχευση η πράξη εκδίδεται στο όνομα της πτωχεύσασας και κοινοποιείταιστα μέλη και στο σύνδικο.

5. Τα οικονομικά αποτελέσματα που προσδιορίζονται με βάση την οριστική απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου ή το πρακτικό διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, καθώς και αυτά που οριστικοποιούνται λόγω μη άσκησης προσφυγής, δεν μπορεί να αμφισβητηθούν από τους εταίρους ή τα μέλη της κοινωνίας ή κοινοπραξίας.

6. Οι διατάξεις του άρθρου 52, εκτός από το τελευταίο εδάφιο τηςπαραγράφου1 του ίδιου άρθρου, του άρθρου 53, των δεύτερου και τρίτου εδαφίων και τηςπερίπτωσης ι΄ της παραγράφου 1, καθώς και των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου61, των άρθρων 65 έως και 90, εφαρμόζονται ανάλογα.

Ειδικότερα, για τα πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 2 που μετατρέπονταιή συγχωνεύονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ.1297/1972 (ΦΕΚ 217 Α`) ήτου ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 137 Α`), σε ανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένηςευθύνης, οι διατάξεις του άρθρου 52 δεν έχουν εφαρμογή.

Για τους υποχρέους τηςπαραγράφου 4 του άρθρου 2 ο συντελεστής υπολογισμού της προκαταβολής φόρουτης παραγράφου 1 του άρθρου 52 μειώνεται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό(50%) κατά τα τρία πρώτα οικονομικά έτη από την έναρξη της δραστηριότητάςτους. Εξαιρούνται οι εταιρίες που κάνουν έναρξη δραστηριότητας μετά από εικονική λύση ή διακοπή άλλης επιχείρησης. Ως εικονική θεωρείται η λύσηεταιρίας ή η διακοπή ατομικής επιχείρησης, όταν, μετά τη λύση ή διακοπή,στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση συνεχίζεται η ίδια δραστηριότητα από νέαεταιρία με άλλη μορφή αλλά τους ίδιους εταίρους ή εταιρία στην οποίασυμμετέχει το φυσικό πρόσωπο που είχε την ατομική επιχείρηση.

Ειδικώς, οι διατάξεις του άρθρου 52 δεν εφαρμόζονται για εταιρίες του άρθρου 13 του ν. 718/1977 (ΦΕΚ 304 Α`) για το οικονομικό έτος 1993.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.8 άρθρ.5 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004 και με την παρ.8 άρθρ.17 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

7. Οι διατάξεις του άρθρου 10 δεν εφαρμόζονται για:α) Κοινωνίες αστικού δικαίου που εκμεταλλεύονται φορτηγά ή επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, για τα καθαρά κέρδη που προέρχονται από τη συνεκμετάλλευση με τη μορφή κοινωνίας μέχρι και δύο αυτοκινήτων. Τα καθαρά κέρδη που προέρχονται από την εκμετάλλευση των πάνω από δύο αυτοκινήτων φορολογούνται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.β) Τους λοιπούς υποχρέους, που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 2, οι οποίοι εκμεταλλεύονται ένα μόνο αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης.

γ Συνιδιοκτησίες που συνεκμεταλλεύονται αλιευτικά σκάφη μέχρι και δέκα (10) κόρουςολικής χωρητικότητας στις οποίες συμμετέχουν αποκλειστικά επαγγελματίες αλιείς.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.17 άρθρ.3 Ν.2753/1999ΦΕΚ Α 249/17.11.1999 και με την παρ.5 άρθρ.3 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004

8. Την πρόταση για Διοικητική επίλυση της διαφοράς υποβάλλει ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας και αν πρόκειται για κοινοπραξία ή κοινωνία εκείνος που ορίζεται για το σκοπό αυτόν, ο οποίος και υπογράφει την πράξη της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς. Ειδικά, αν πρόκειται για εταιρία ή κοινοπραξία ή κοινωνία που έχει λυθεί, η πρόταση για τη Διοικητική επίλυση της διαφοράς υποβάλλεται και η πράξη υπογράφεται από κάθε μέλος χωρίς αυτό να δεσμεύει τα λοιπά μέλη.

9. Με αποφάσεις του υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και της πράξης προσδιορισμού αποτελεσμάτων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου.

Άρθρο 65
Μεταγραφή δηλώσεων

1. Οι δηλώσεις, που επιδίδονται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, καταχωρίζονται από αυτόν σε βιβλία μεταγραφής δηλώσεων.

2. Η καταχώριση των δηλώσεων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο ενεργείται στα βιβλία μεταγραφής δηλώσεων, με βάση τη χρονολογική σειρά επίδοσής τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΛΕΓΧΟΣ – ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 66
Φορολογικός έλεγχος

1.Ο προϊστάμενος της ελεγκτικής υπηρεσίας ελέγχει την ακρίβεια τωνεπιδιδόμενων δηλώσεων και προβαίνει σε έρευνα για την εξακρίβωση τωνυπόχρεων που δεν έχουν υποβάλει δήλωση. Για το σκοπό αυτό δικαιούται:

α. Να καλεί εγγράφως τον υπόχρεο, ανεξάρτητα αν έχει υποβάλει ή όχιφορολογική δήλωση, να δώσει μέσα σε τακτή και σύντομη προθεσμία, είτεαυτοπροσώπως είτε με εντολοδόχο που ορίζεται με δήλωση του προς τηνελεγκτική υπηρεσία, τις αναγκαίες διευκρινίσεις και να προσκομίσει κάθελογαριασμό και κάθε στοιχείο που είναι χρήσιμο για τον καθορισμό τουεισοδήματος.

β. Να ζητεί από κάθε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στοάρθρο 1Β του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α`), που έχει προστεθεί με το άρθρο 2 τουν. 3871/2010 (ΦΕΚ 141 Α`), κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, ιδιωτική επιχείρησηκαι γενικά από κάθε οργάνωση επαγγελματική, εμπορική, βιομηχανική, γεωργικήκ.λπ. οποιαδήποτε πληροφορία θεωρεί αναγκαία για τη διευκόλυνση τουελεγκτικού έργου του, οι οποίοι υποχρεούνται να την παρέχουν. Για τηνεκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, οποιασδήποτε μορφής γενικό ή ειδικό απόρρητοαίρεται με πράξη του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, μετά από αίτημα τουοργάνου που διενεργεί τον έλεγχο και σύμφωνη γνώμη του προϊσταμένου τηςΓενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων.

γ. Να καλεί οποιοδήποτε πρόσωπο και να ζητεί από αυτό τις πληροφορίες πουείναι αναγκαίες για τη διευκόλυνση του ελεγκτικού έργου του και οι οποίεςδίνονται εγγράφως.

δ. Να ενεργεί, είτε ο ίδιος είτε ο οριζόμενος με έγγραφη εντολή τουυπάλληλος της ελεγκτικής υπηρεσίας ή άλλος δημόσιος υπάλληλος ή άλλη αρχή,οποιαδήποτε επιτόπια εξέταση που θα κρίνει αναγκαία και ειδικά, προκειμένουγια υπόχρεους που υπάγονται στις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείωνκαι σύμφωνα με αυτές.

ε. Να ενεργεί, είτε ο ίδιος είτε ο οριζόμενος με έγγραφη εντολή τουυπάλληλος της ελεγκτικής υπηρεσίας, ελεγκτικές επαληθεύσεις στα βιβλία καιστοιχεία επιτηδευματία αρμοδιότητας άλλου προϊσταμένου Δ.Ο.Υ., που έχει τηνέδρα του στην ίδια πόλη ή στον ίδιο νομό. για να διαπιστώνει την ακρίβειατων δεδομένων των στοιχείων και βιβλίων επιτηδευματία ο οποίος υπάγεται στηδική του ελεγκτική αρμοδιότητα, καλώντας τον επιτηδευματία να προσκομίσει ταζητούμενα βιβλία και στοιχεία στα γραφεία της ελεγκτικής υπηρεσίας.

Ο έλεγχος του άλλου επιτηδευματία περιορίζεται στη διαδικασία διασταύρωσηςστοιχείων που φέρεται ως εκδότης ή λήπτης αυτών, με τα δεδομένα των βιβλίωνκαι στοιχείων του. Στον έλεγχο αυτό δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις τωνπαραγράφων 3 και 4 του άρθρου 36 του π.δ. 186/1992 (ΦΕΚ 84 Α`).

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 8 παρ.2Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

2. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά τον υπολογισμό και την εκκαθάριση του φόρου δεν λαμβάνει υπόψη λέξεις, ποσά και αριθμούς που έχουν αναγραφεί στις ενδείξεις της ετήσιας δήλωσης του υποχρέου και συνεπάγονται τη διενέργεια μειώσεων ή εκπτώσεων του εισοδήματος ή του φόρου ή διαμορφώνουν το αφορολόγητο ποσό ή την ετήσια αντικειμενική δαπάνη, εφόσον δεν συνυποβάλλονται από τον υπόχρεο τα νόμιμα στοιχεία που αποδεικνύουν άμεσα τη συνδρομή των προϋποθέσεων, με βάση όσα ορίζονται στις κείμενες διατάξεις. Αριθμητικά λάθη στις αθροίσεις και στις μεταφορές, καθώς και αναριθμητισμοί, που αφορούν στην ορθή συμπλήρωση της ετήσιας δήλωσης του υποχρέου, διορθώνονται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, με βάση τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του.

Το περιεχόμενο του σημειώματος υπολογισμού και εκκαθάρισης του φόρου αυτής της παραγράφου μπορεί να αμφισβητηθεί από το φορολογούμενο με κάθε αποδεικτικό μέσο ενώπιον του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή του διοικητικού πρωτοδικείου, κατά τα οριζόμενα από τον Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Το δικαίωμα αυτό του φορολογουμένου ασκείται από την ημερομηνία έκδοσης του οικείου χρηματικού καταλόγου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους.

Αν ο φορολογούμενος λάβει αυτό το σημείωμα μετά τις 31 Δεκεμβρίου του οικείουοικονομικού έτους, η αμφισβήτηση ασκείται μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο66 του ν. 2717/1999.Η εκκαθάριση και Καταβολή του φόρου δεν αναστέλλεται από τη διαδικασία αυτή.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση που η δήλωση φορολογίας εισοδήματος του υπόχρεου υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου, εφόσον ο υπόχρεος δεν υποβάλλει τα οικεία δικαιολογητικά μέχρι το τέλος Ιουλίου του οικείου οικονομικού έτους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με τηνπαρ.16 άρθρ.5 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999,με την παρ.12άρθρ.5 Ν.2892/2001,ΦΕΚ Α 46/9.3.2001 και με την παρ.11 άρθρ.3 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

3. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να καθορίζονται οι ελεγκτικές επαληθεύσεις που πρέπει να διενεργούνται και οι αρχές, οι κανόνες, τα στοιχεία, τα κριτήρια και γενικά ο τρόπος και οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται, κατά τον έλεγχο των δηλώσεων που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της παρ. 1, για ορισμένες ή και όλες τις κατηγορίες εισοδημάτων, ανάλογα και με την προέλευση και το ύψος αυτών, καθώς και ειδικός τρόπος επίλυσης των φορολογικών διαφορών που προκύπτουν από τον έλεγχο αυτόν. Σε δηλώσεις που ελέγχονται σύμφωνα με τις αποφάσεις του προηγούμενου εδαφίου αλλά δεν επέρχεται επίλυση της φορολογικής διαφοράς, μπορεί με τις αποφάσεις αυτές να ορίζεται η διενέργεια πρόσθετων ελεγκτικών επαληθεύσεων. Για τις δηλώσεις αυτές εκδίδονται και κοινοποιούνται τα σχετικά φύλλα ελέγχου ή οι πράξεις και ακολουθείται η οριζόμενη από τις οικείες φορολογικές διατάξεις διαδικασία. Με τις ίδιες αποφάσεις μπορεί να καθορίζεται ειδικός τρόπος επίλυσης των φορολογικών διαφορών που προκύπτουν και από τον έλεγχο δηλώσεων που δεν εμπίπτουν στον τρόπο ελέγχου των αποφάσεων αυτών και να ορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται στις περιπτώσεις αυτές.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μπορεί επίσης να καθορίζεται ειδικός τρόπος έκδοσης των καταλογιστικών πράξεων που αφορούν τις δηλώσεις που ελέγχονται κατά τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο καθώς και βεβαίωσης των οικείων διαφορών, με την έκδοση ενιαίας ανά φορολογικό αντικείμενο πράξης για όλες τις χρήσεις για τις οποίες επέρχεται επίλυση των διαφορών.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί επίσης νακαθορίζεται κατά ειδικό τρόπο η αρμοδιότητα ελέγχου καθώς και έκδοσης τωνοικείων φύλλων ελέγχου και λοιπών καταλογιστικών πράξεων και όλης γενικά τηςδιαδικασίας επιβολής και βεβαίωσης του φόρου, επί ανέλεγκτων δηλώσεωνελεγκτικής αρμοδιότητας των Δ.Ο.Υ., στις περιπτώσεις που για τον έλεγχο τωνδηλώσεων αυτών είναι αρμόδιες για οποιονδήποτε λόγο περισσότερες από μιαΔ.Ο.Υ. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου της παραγράφου αυτής ισχύουνανάλογα και για τις λοιπές φορολογίες, ανεξάρτητα αν για τον έλεγχο τωνοικείων δηλώσεων και την Επιβολή του φόρου είναι αρμόδιες μία ή περισσότερεςΔ.Ο.Υ. Τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια ισχύουν ανάλογα και ως προς τονΚώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.).”

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.3 άρθρ.13 Ν.2601/1998Α 81/15.4.1998 ,με την παρ.24 άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001 και με το άρθρ.13 παρ.2 Ν.3522/2006,ΦΕΚΑ 276/22.12.2006.

4. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως:

α) Συνιστώνται ειδικά ελεγκτικά κέντρα, στα οποία παρέχεται η αρμοδιότητα για το φορολογικό έλεγχο ορισμένων επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από τη μορφή ή τον τύπο με τον οποίο λειτουργούν ή το είδος τους ή την κατηγορία των βιβλίων που τήρησαν και καθορίζεται ο αριθμός αυτών, η χωρική τους αρμοδιότητα, η οργάνωση, η στελέχωση και ο τρόπος λειτουργίας τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης.

β) Μπορεί να ανατίθεται η διενέργεια ελέγχου σε προϊστάμενο δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που δεν είναι καθ` ύλη και κατά τόπο αρμόδιος. Όλη η υπόλοιπη, εκτός από τη διενέργεια του ελέγχου, διαδικασίαεπιβολής του φόρου ενεργείται από τον καθ` ύλη και κατά τόπο αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.

γ) Συνιστώνται στα ελεγκτικά κέντρα που προβλέπονται από το άρθρο 3 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α`) ειδικές Επιτροπές, στις οποίες θα ανατίθεται ο έλεγχος των δαπανών των περιπτώσεων ι` και ιη` της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του παρόντος, όταν αυτές υπερβαίνουν τα κατά περίπτωση όρια.

Με τις ίδιες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ή και με άλλες καθορίζεται η σύνθεση των Επιτροπών αυτών, ο τρόπος λειτουργίας τους, οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται κατά τον έλεγχο των ως άνω δαπανών, τα δικαιολογητικά που υποβάλλουν οι ελεγχόμενες επιχειρήσεις και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.Το δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης περίπτωσης β` εφαρμόζεται ανάλογα και στην παρούσα περίπτωση.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.13 άρθρ.4Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000.ΒΛ.Εναρξη ισχύοςάρθρο 50 του αυτού νόμου.

5.Τα δικαιώματα ελέγχου που αναφέρονταιστις παραγράφους 1 και 4, έχουν και οι επιθεωρητές των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών, οι οποίοι μπορεί να διατάσσουν και επανέλεγχο για οποιαδήποτε φορολογική υπόθεση με υπαλλήλους της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή με άλλους υπαλλήλους των δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών που εποπτεύουν, οι οποίοι μετακινούνται για το σκοπό αυτόν με απόφασή τους.

6. Όσοι, καλούμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, αρνούνται ή παραλείπουν αναιτιολογήτως να δώσουν πληροφορίες για την εξακρίβωση του εισοδήματος και να διευκολύνουν το ελεγκτικό έργο του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, υπόκεινται στο πρόστιμο που ορίζεται από το άρθρο 87.

7. Σε δίκες για αδικήματα που διαπράχθηκαν εναντίον υπαλλήλων ή επιθεωρητών του Υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι ενήργησαν για το συμφέρον της υπηρεσίας, μπορεί, ύστερα από προηγούμενη έγκρισή του Υπουργού Οικονομικών, να παρίσταται για την υπεράσπισή τους, ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, εκπρόσωπος της νομικής διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών.

8. Επιφυλλασσομένης της εφαρμογής της διατάξεως της παραγράφου 3 του παρόντος, από τις ανέλεγκτες δηλώσεις, των οποίων επίκειται ο χρόνος Παραγραφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 84, ελέγχονται υποχρεωτικά κατά προτεραιότητα οι δηλώσεις με τα μεγαλύτερα εισοδήματα.Στις περιπτώσεις που δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος των υπόλοιπων δηλώσεων μέχρι να συμπληρωθεί ο χρόνος της Παραγραφής, οι δηλώσεις αυτές περαιώνονται με έλεγχο, που καθορίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.Παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή φόρου, λόγω εφαρμογής της διατάξεως της παραγράφου 3, δεν δημιουργεί πειθαρχική ευθύνη φοροτεχνικών υπαλλήλων.

9. Ο υπόχρεος, προ της έκδοσης του φύλλου ελέγχου ή της πράξης, μπορεί να λάβει γνώση του αποτελέσματος του ελέγχου της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού και να υποβάλει αρχική ή συμπληρωματική δήλωση. Στην περίπτωση αυτήν, οι προβλεπόμενες κατά φορολογικό αντικείμενοπροσαυξήσεις ή Πρόστιμα μειώνονται στο 1/5 για υποθέσεις οικονομικού έτους 1991 και παλαιότερα.

10. Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. και ο υπάλληλος που ορίζεται από αυτόν δικαιούται, οποιαδήποτε εργάσιμη για τον υπόχρεο ώρα, να λαμβάνει γνώση, να ελέγχει και να θεωρεί όλα τα βιβλία καιστοιχεία που ορίζονται από τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (Κ.Φ.Α.Σ.) ή άλλους νόμους, καθώς και αυτά που τηρούνται προαιρετικά από τον υπόχρεο και να λαμβάνει γνώση οποιουδήποτε άλλου βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείου και κάθε περιουσιακού στοιχείου που βρίσκεταιστην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στο κατάστημα κάθε άλλου υπόχρεου. Ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα αυτόν γίνεται στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στην έδρα της Δ.Ο.Υ. ή της ελεγκτικής υπηρεσίας μετά από έγγραφη πρόσκληση του προϊσταμένου αυτής.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.5Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

11. Αν κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου διαπιστωθεί η ύπαρξη βιβλίων, στοιχείων ήεγγράφων, επίσημων ή ανεπίσημων, από τα οποία είναι ενδεχόμενο να προκύπτει απόκρυψηφορολογητέας ύλης, κατάσχονται από τον υπάλληλο που ενεργεί το φορολογικό έλεγχο καιπαραδίδονται στον αρμόδιο προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., ο οποίος εφόσον με βάση αυτά ενεργείφορολογική εγγραφή, τα διαφυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για τις κατασχέσεις τηςπαραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των πέντε τελευταίων εδαφίων τηςεπόμενης παραγράφου.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.5Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

12. Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή ο αρμόδιος Επιθεωρητής, στις περιπτώσεις που υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι στην επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή στο κατάστημα οποιουδήποτε άλλου υπόχρεου αποκρύπτονται βιβλία, έγγραφα, εμπορεύματα ή άλλα στοιχεία, τα οποία ασκούν επιρροή στον ακριβή προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, μπορεί, με έγγραφο του να ζητήσει από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και, αν δεν υπάρχει αυτός, από τον Ειρηνοδίκη της περιφέρειας, όπου υπάγεται η επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία ή το κατάστημα άλλου υπόχρεου, τη συνδρομή ανακριτικού υπαλλήλου για την έρευνα προς ανεύρεση των βιβλίων ή εγγράφων ή εμπορευμάτων ή άλλων στοιχείων, με τη σύμπραξη φοροτεχνικών υπαλλήλων, που ορίζονται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή τον αρμόδιο Επιθεωρητή.

Η έρευνα ενεργείται σε οποιαδήποτε για τον υπόχρεο εργάσιμη ώρα. Τα βιβλία, έγγραφα και λοιπάστοιχεία που βρίσκονται, κατάσχονται και παραδίδονται στον αρμόδιο προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., οοποίος, εφόσον με βάση αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, τα φυλάσσει μέχρι την τελεσιδικία αυτής.

Για την έρευνα και την κατάσχεση συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από αυτούς που ενεργούν την κατάσχεση και τον επιτηδευματία ή τον παρόντα κατά τη διενέργεια του ελέγχου εταίρο ή μέλος ή συγγενικό προς τους ανωτέρω πρόσωπο ή πρόσωπο που μετέχει στη διοίκηση ή διαχείριση ή υπάλληλο ή λογιστή της επιχείρησης.

Αντίγραφο της έκθεσης παραδίδεται στον υπόχρεο ή στο παριστάμενο, κατά τις διακρίσεις τουπροηγούμενου εδαφίου, πρόσωπο.

Σε περίπτωση άρνησης των παραπάνω να υπογράψουν, εφαρμόζονται οι σχετικές με τιςκοινοποιήσεις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ο ελεγχόμενος δικαιούται να λάβειαντίγραφα ή φωτοτυπίες των κατασχεθέντων βιβλίων, στοιχείων και λοιπών εγγράφων, με δαπάνεςτου. Για την κατάσχεση βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων τρίτου φορολογούμενου δεν απαιτείται επίδοση της έκθεσης κατάσχεσης σε αυτόν, με την προϋπόθεση ότι στην έκθεση ελέγχου, που επισυνάπτεται στην απόφαση επιβολής προστίμου σε βάρος του τρίτου,επισυνάπτεται αντίγραφο της σχετικής έκθεσης κατάσχεσης ή απόσπασμα αυτής.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.5Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

13. Τα δικαιώματα του αρμόδιου προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. που ορίζονται από τις διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρου αυτού ενασκούνται παράλληλα και από τους Γενικούς Διευθυντές Φορολογίας, Επιθεώρησης και Ελέγχων, καθώς και από τους προϊσταμένους του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.).

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.5Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Άρθρο 67
Προσωρινός φορολογικός έλεγχος

1. Υποκείμενοι σε φόρο με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 101 του Κ.Φ.Ε. οι οποίοι δεν έχουνυπαχθεί σε οριστικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, μπορεί να υπαχθούν σεπροσωρινό έλεγχο για το μερικό προσδιορισμό του εισοδήματος τους. Ο έλεγχος αυτός διατάσσεται από τον προϊστάμενο της δημόσιας ελεγκτικής υπηρεσίας για ένα ή περισσότερασυγκεκριμένα θέματα και αντικείμενα του πλήρους και οριστικού φορολογικού ελέγχου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  μετο άρθρο 22 περ.α`Ν.4203/2013,ΦΕΚ Α 235/1.11.2013.

2. Επίσης, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας δικαιούται να διενεργεί έλεγχο στα στοιχεία των δηλώσεων, στα βιβλία και τα στοιχεία που τηρήθηκαν, καθώς και στην επαγγελματική εγκατάσταση κάθε υποχρέου για να διαπιστώσει:

α) Αν οι εκπτώσεις από το εισόδημα υπολογίστηκαν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

β) Το αντικείμενο εργασιών του υποχρέου και αν το εισόδημα που δηλώθηκε ανταποκρίνεται προς τα πραγματικά δεδομένα που προκύπτουν από τα βιβλία που τηρήθηκαν, τα στοιχεία που εκδόθηκαν και τα στοιχεία που έχουν ληφθεί, καθώς και αν εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του παρόντος.«Όταν από τον προσωρινό έλεγχο διαπιστωθεί ότι τα φορολογικά στοιχεία δεν έχουν καταχωρηθείή έχουν καταχωρηθεί ανακριβώς στα τηρούμενα βιβλία, τότε η υπόθεση καθίσταται υποχρεωτικάελεγκτέα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 3842/2010 (Α` 58).

γ) Αν με ανακλητική δήλωση, που υποβλήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 61, μειώθηκαν νόμιμα οι φορολογικές υποχρεώσεις και επιβαρύνσεις γενικά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1άρθρου 37 Ν. 4141/2013,ΦΕΚ Α 81/5.4.2013.

3. Η ενέργεια προσωρινού ελέγχου, και αν ακόμα το προσωρινό φύλλο που εκδόθηκε έγινε οριστικό, δεν αποκλείει την ενέργεια και δεύτερου προσωρινού ελέγχου και την έκδοση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, με εντολή του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και αντικείμενο ελέγχου το ίδιο ή διαφορετικό του πρώτου προσωρινού ελέγχου, αν από στοιχεία ή πληροφορίες που περιέχονται σε αυτόν ή από βάσιμες υπόνοιες ή από τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων προκύπτει ότι δεν δηλώθηκε ή δηλώθηκε ανακριβώς συγκεκριμένη φορολογητέα ύλη.

4. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μπορεί να διενεργεί προσωρινό έλεγχο για να διαπιστώσει την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 52 και 54 έως 58 για την προκαταβολή και την παρακράτηση του φόρου.

5. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 64, 68, 69, 70, 71, 74, 83, 86, 87 και 90.

Άρθρον 67Α
Έλεγχος από το γραφείο
Σημ.: όπως το άρθρο 67Α προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

1. Οι υποκείμενοι σε φόρο με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 101 τουΚ.Φ.Ε. μπορούν να υπαχθούν σε τακτικό ή προσωρινό έλεγχο από το γραφείο τηςελεγκτικής υπηρεσίας στην οποία υπάγονται για το μερικό προσδιορισμό τουεισοδήματος τους.

Ο έλεγχος αυτός διενεργείται από τον Προϊστάμενο της ελεγκτικής υπηρεσίας για ένα ήπερισσότερα συγκεκριμένα θέματα και φορολογικά αντικείμενα εφόσον επιλεγούν προς έλεγχο απότη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και διενεργείται στηνελεγκτική υπηρεσία με βάση:

α) τα στοιχεία του φακέλου,

β) τα δελτία πληροφοριών,

γ) τις εκθέσεις ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. και άλλων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών,

δ) τα βιβλία και στοιχεία που θα κληθεί να προσκομίσει ο φορολογούμενος,

ε) τα στοιχεία και τις πληροφορίες των προσώπων που ορίζονται στο άρθρο 17 του ν. 3842/2010και

στ) τα στοιχεία που προκύπτουν από τη μηχανογραφική επεξεργασία δεδομένων της Γ.Γ.Π.Σ..

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2άρθρου 37 Ν. 4141/2013,ΦΕΚ Α 81/5.4.2013.

2.Ο προϊστάμενος της ελεγκτικής υπηρεσίας διενεργεί έλεγχο στην έδρα τηςεπιχείρησης, ιδίως σε υποθέσεις για τις οποίες:

α) αποφαίνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων τουάρθρου 32 για τον εξωλογιστικό προσδιορισμό του εισοδήματος, σύμφωνα με τονέλεγχο που διενεργήθηκε από το γραφείο που προβλέπεται στο άρθρο 67 και στηνπροηγούμενη παράγραφο.

β) απαιτείται έλεγχος της παραγωγής για τον προσδιορισμό των οικονομικώναποτελεσμάτων της επιχείρησης,

γ) απαιτείται χρήση ειδικού λογισμικού για την επαλήθευση της εγκυρότηταςτων οικονομικών στοιχείων που δίνονται στις φορολογικές αρχές.

δ) απαιτείται έλεγχος των ειδικών αρχείων προκειμένου για επιχειρήσεις πουασχολούνται με το ηλεκτρονικό εμπόριο.

ε) κρίνει αιτιολογημένα ότι είναι αναγκαίο.

στ) έχει διενεργηθεί έλεγχος από το γραφείο, για συγκεκριμένο ποσοστόυποθέσεων το οποίο καθορίζεται με υπουργική απόφαση.

Κρατική εποπτεία
3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 66, των παραγράφων 3, 4 και 5του άρθρου 67 και της παραγράφου 5 του άρθρου 68 έχουν ανάλογη εφαρμογή.

4. Τα δικαιώματα ελέγχου που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, καθώς και σταπροηγούμενα άρθρα 66 και 67 έχει και η Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων,η οποία μπορεί να διατάσσει και επανέλεγχο για οποιαδήποτε φορολογικήυπόθεση με υπαλλήλους της αρμόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας ή με άλλουςυπαλλήλους των ελεγκτικών υπηρεσιών που εποπτεύει, οι οποίοι μετακινούνταιγια το σκοπό αυτόν με απόφαση της.

5. Η Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων σχεδιάζει, επιβλέπει τηδιενέργεια των ελέγχων και διασταυρώσεων με βάση καθορισμένες ελεγκτικέςδιαδικασίες και τεχνικές ελέγχου και συμμετέχει στη διαδικασία ελέγχου.« Η επιλογή υποθέσεων που θα ελεγχθούν γίνεται από τη Γενική Διεύθυνση ΦορολογικώνΕλέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3842/2010 (Α` 58).Ο προϊστάμενος της ελεγκτικής υπηρεσίας υποχρεούται να προτείνει στη Γενική ΔιεύθυνσηΦορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων υποθέσεις για επιλογή με βάσηεπιβαρυντικά στοιχεία που έχει στη διάθεση του.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.3 άρθρου 37 Ν. 4141/2013,ΦΕΚ Α 81/5.4.2013.

Άρθρο 67Β
Έμμεσες τεχνικές ελέγχου
Σημ.: όπως το άρθρο 67Β προστέθηκε με την παράγραφο 14 άρθρου 14 Ν.4038/2012,ΦΕΚ Α 14/2.2.2012.

1. Ο προσδιορισμός των αποτελεσμάτων με έλεγχο μπορεί να διενεργείται και με την εφαρμογήμιας ή περισσοτέρων από τις κατωτέρω τεχνικές ελέγχου:

α) της αρχής των αναλογιών (mark up method),

β) της ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούμενου (source and application of funds method),

γ) της καθαρής θέσης του φορολογούμενου (net worth method),

δ) της σχέσης της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών (unit and volumemethod) και

ε) το ύψος των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά (bank deposits and cashexpenditure method).

Με τις ως άνω τεχνικές μπορούν να προσδιορίζονται τα φορολογητέα εισοδήματα τωνφορολογουμένων, τα ακαθάριστα έσοδα, οι εκροές και τα φορολογητέα κέρδη τωνεπιτηδευματιών βάσει των γενικά παραδεκτών αρχών και τεχνικών της ελεγκτικής.

2. Τα προσδιοριζόμενα αποτελέσματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των τεχνικών ελέγχουτης προηγούμενης παραγράφου, λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των λοιπώνφορολογικών υποχρεώσεων.

3. Εφόσον τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου έχουν εξαχθεί με την εφαρμογή έμμεσωντεχνικών της παραγράφου 1, και πριν την έκδοση φύλλων ή πράξεων καταλογισμού, οΠροϊστάμενος της ελεγκτικής μονάδας, καλεί τον υπόχρεο σε ακρόαση, ο οποίος δικαιούται σεανταπόδειξη.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παράγραφο Β.1 άρθρου πέμπτου Ν.4079/2012,ΦΕΚ Α 180/20.9.2012.

4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για όλες τις εκκρεμείς χρήσεις για τις οποίεςυφίσταται φορολογική υποχρέωση.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.6 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται το ειδικότερο περιεχόμενο τεχνικώνελέγχου της παραγράφου 1, ο τρόπος εφαρμογής τους και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογήτου παρόντος άρθρου.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 παρ.6 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Άρθρο 68
Έκδοση φύλλων ελέγχου

1. Με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει φύλλα ελέγχου προσδιορισμού του φόρου, τόσο γι` αυτούς που έχουν επιδώσει δηλώσεις, όσο και γι’ αυτούς που παρέλειψαν να επιδώσουν δήλωση.Στις περιπτώσεις της παρ. 3 του άρθρου 61 το φύλλο ελέγχου εκδίδεται:

α) Αν πρόκειται για σχολάζουσα κληρονομία στο όνομα του θανόντος, για επιδικία ή μεσεγγύηση, στο όνομα του τελευταίου πριν από την επιδικία ή μεσεγγύηση νομέα ή επικαρπωτή.

β) Αν πρόκειται για ανηλίκους, δικαστικώς ή νομίμως απαγορευμένους ή υπό δικαστική αντίληψη τελούντες, στο όνομα του προσώπου που τελεί σε μια από τις νομικές αυτές καταστάσεις.

γ) Αν πρόκειται για πτώχευση, στο όνομα του πτωχού.

δ) Αν πρόκειται για θανόντα φορολογούμενο, στο όνομά του για τα εισοδήματα που απέκτησε μέχρι την ημερομηνία του θανάτου του.Φύλλο ελέγχου εκδίδεται και σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί ζημία από εμπορική επιχείρηση, γεωργική εκμετάλλευση ή ελευθέριο επάγγελμα, εφόσον η ζημία αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30, 31, 41 και 49 και προκύπτει από τα βιβλία που τηρεί ο υπόχρεος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα βιβλίων και Στοιχείων.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου δεν εκδίδεται φύλλο ελέγχου, αν το ποσό που τελικά οφείλεται δεν υπερβαίνει τις εννέα χιλιάδες (9.000) δραχμές, αθροιστικά λαμβανόμενο για τοφορολογούμενο και τη σύζυγό του.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.7 άρθρ.17 Ν.2459/1997,αντικαταστάθηκε πάλι  με την παρ.17 άρθρ.3 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000.

2. Φύλλο ελέγχου και αν ακόμη έγινε οριστικό δεν αποκλείει την έκδοση καικοινοποίηση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, αν:

α) από συμπληρωματικάστοιχεία, που περιήλθαν σε γνώση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας, εξακριβώνεται ότι το εισόδημα του φορολογουμένου υπερβαίνει αυτόπου έχει περιληφθεί στο προηγούμενο φύλλο ελέγχου,

β) η δήλωση πουυποβλήθηκε ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν αποδεικνύονται ανακριβήή

γ) περιέλθουν σε γνώση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίαςστοιχεία βάσει της αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής από φορολογικές ήτελωνειακές αρχές άλλων Κρατών – Μελών της Ε.Ε. ή τρίτων χωρών πουαποδεικνύονται ανακριβείς οι συναλλαγές, έστω και αν αυτά ζητήθηκαν πριν απότην έκδοση του οριστικού φύλλου ελέγχου.

ή

δ) περιέλθουν στις φορολογικές αρχές στοιχεία κατ` εφαρμογή των διατάξεων τηςπαραγράφου 9 του άρθρου 26 του ν. 3728/2008 (Α`258).

Στις πιο πάνω περιπτώσεις το νέοφύλλο ελέγχου εκδίδεται για το άθροισμα του εισοδήματος που προκύπτει από τοπροηγούμενο φύλλο ελέγχου, καθώς και αυτού που εξακριβώθηκε με βάση τα πιοπάνω στοιχεία. Αν εκδοθεί το πιο πάνω φύλλο ελέγχου, εφαρμόζονται αναλόγωςοι διατάξεις του άρθρου 70.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρ.13 παρ.1 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006 και με την παρ.7 άρθρου 37 Ν. 4141/2013,ΦΕΚ Α 81/5.4.2013.

3. Τα φύλλα ελέγχου καταχωρίζονται στο βιβλίο μεταγραφής φύλλων ελέγχου με βάση τη χρονολογική σειρά έκδοσης τους.
Παρ.4
Παρ.5
Παρ.6
Παρ.7

Άρθρο 69
Κοινοποίηση φύλλων ελέγχου
Αντίγραφο του φύλλου ελέγχου, που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68, κοινοποιείται στον υπόχρεο μαζί με τη σχετική έκθεση ελέγχου. Αν ο φορολογούμενος έχει διορίσει αντίκλητο στην έδρα της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, η κοινοποίηση μπορεί να γίνει στον αντίκλητο. Για την επίδοση του φύλλου ελέγχου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Ειδικά, η κοινοποίηση του φύλλου ελέγχου σε περίπτωση πτώχευσης γίνεται στο σύνδικο και τον πτωχό και σε περίπτωση θανάτου του φορολογουμένου στους κληρονόμους του.

Όταν η δήλωση περαιωθεί ως ειλικρινής, η γνωστοποίηση του φύλλου ελέγχου στον υπόχρεο γίνεται με απλή ταχυδρομική επιστολή.

Άρθρο 70
Διοικητική επίλυση της διαφοράς

1. Ο υπόχρεος, σε βάρος του οποίου εκδόθηκε το φύλλο ελέγχου, μπορεί, αναμφισβητεί την ορθότητά του, να προτείνει τη Διοικητική επίλυση της διαφοράςμεταξύ αυτού και του αρμόδιου προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας.

2. Η πρόταση για Διοικητική επίλυση της διαφοράς υποβάλλεται, προκειμένουγια σχολάζουσα κληρονομιά, από τον κηδεμόνα, για επιδικία από τον προσωρινόδιαχειριστή, για μεσεγγύηση από το μεσεγγυούχο, για πτωχεύσαντα από τοσύνδικο, για ανήλικο από τον ασκούντα τη γονική μέριμνα και επί πλειόνων απότον έναν από αυτούς ή γι` αυτόν που έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράστασηαπό το δικαστικό συμπαραστάτη και προκειμένου για θανόντα φορολογούμενο απότους κληρονόμους του.

Τα πρόσωπα, που, κατά το προηγούμενο εδάφιο,προτείνουν τη Διοικητική επίλυση της διαφοράς, υπογράφουν και την πράξη πουορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου αυτού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.25 άρθρ.1Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001.

3. Η πρόταση υποβάλλεται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας που έχει εκδώσει το φύλλο ελέγχου, με το δικόγραφο της προσφυγής ήμε ιδιαίτερη αίτηση που κατατίθεται μέσα στη νόμιμηπροθεσμία για την άσκηση της προσφυγής. Αυτός που υποβάλλει την αίτηση για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς υποχρεούται να προσκομίσει μέσα στην παραπάνω προθεσμία τα αποδεικτικά στοιχεία για την υποστήριξη της αίτησής του και να αναπτύξει τους ισχυρισμούς του.

4. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, αφού λάβει υπόψη όλατα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, τα στοιχεία που προσκομίζονται από το φορολογούμενο και όσα αναπτύσσονται από αυτόνεγγράφως ή προφορικώς, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο, μπορεί, εφόσον κρίνει το αίτημα βάσιμο, να αποδεχθεί την ακύρωση του φύλλου ελέγχου ή τη διαγραφή των εισοδημάτων μερικών μόνο πηγών ή τον περιορισμό του συνόλου της φορολογητέας ύλης που αναφέρεται στο φύλλο ελέγχου ή μερικών μόνο πηγών ή της ίδιας πηγής ή του φόρου ή άλλου δικαιώματος.

5. Ειδικώς, όταν στο φύλλο ελέγχου περιλαμβάνονται και εισοδήματα πουπροέρχονται από γεωργικές ή εμπορικές επιχειρήσεις ή από την άσκησηελευθερίου επαγγέλματος ή μόνο τέτοια εισοδήματα, που προέρχονται όμωςαποκλειστικά από άσκηση επιχειρήσεων, που τηρούν βιβλία και στοιχεία τηςτρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων: α) υποχρεωτικά λόγω ύψουςακαθάριστων εσόδων ή β) υποχρεωτικά λόγω νομικής μορφής ή προαιρετικά, εφόσονστις περιπτώσεις αυτές το ύψος των ακαθάριστων εσόδων υπερβαίνει το πενήντατοις εκατό (50%) των ακαθάριστων εσόδων που απαιτούνται για την υποχρεωτικήτήρηση βιβλίων και στοιχείων της τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων καιΣτοιχείων, τότε η Διοικητική επίλυση της διαφοράς γίνεται από επιτροπή πουαποτελείται από τον αρμόδιο επιθεωρητή, τον προϊστάμενο της δημόσιαςοικονομικής υπηρεσίας ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους και, ανάλογα με τοείδος της δραστηριότητας της κρινόμενης υπόθεσης, από εκπρόσωπο του Εμπορικούκαι Βιομηχανικού ή του Οικονομικού ή του Βιοτεχνικού και ΕπαγγελματικούΕπιμελητηρίου ή του εμπορικού ή επαγγελματικού συλλόγου της περιοχής, στηνοποία εδρεύει η αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία.

Εξαιρετικά, στις περιπτώσεις που η Διοικητική επίλυση της διαφοράςδιενεργείται από τα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα (Π.Ε.Κ.) ή ταΔιαπεριφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα (Δ.Ε.Κ.), στην επιτροπή συμμετέχει αντί τουπροϊσταμένου αυτών, ένας πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ωςπρόεδρος αυτής. Στην ως άνω επιτροπή συμμετέχει ως εισηγητής ο Επόπτηςελέγχου της εξεταζόμενης υπόθεσης.

Οι πιο πάνω φορείς ορίζουν τους εκπροσώπους τους με τους αναπληρωτές τους,ύστερα από έγγραφο του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας, Η θητεία των εκπροσώπων του Εμπορικού και Βιομηχανικού ήΟικονομικού Επιμελητηρίου ή εμπορικού ή επαγγελματικού συλλόγου, καθώς καιτων νόμιμων αναπληρωτών τους, που μετέχουν στη Διοικητική επίλυση τηςδιαφοράς, είναι διετής και αρχίζει από την ημερομηνία που αυτοί ορίστηκαν ωςεκπρόσωποι. Οι εκπρόσωποι των παραπάνω φορέων που δεν είναι δημόσιοιυπάλληλοι οφείλουν να δώσουν ενώπιον του αρμόδιου επιθεωρητή της δημόσιαςοικονομικής υπηρεσίας τον όρκο του δημοσίου υπαλλήλου, συντασσόμενης σχετικήςπράξης. Η εξέταση του αιτήματος για τη Διοικητική επίλυση της διαφοράς δενκωλύεται αν απουσιάζει κατά τη συζήτηση ένα από τα τρία μέλη της επιτροπής.Κατά τη συζήτηση της πρότασης για διοικητική επίλυση της διαφοράς παρίσταταιο φορολογούμενος αυτοπροσώπως ή με εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του κατά τιςδιατάξεις της παραγράφου 7. Αν δεν παραστεί ο φορολογούμενος ή εκπρόσωπός τουκατά τη συνεδρίαση που έχει ορισθεί για την εξέταση της πρότασής του, ηΔιοικητική επίλυση της διαφοράς ματαιώνεται.

Κατ` εξαίρεση, οι επιτροπές του Δ.Ε.Κ. Αθηνών και των Π.Ε.Κ. Αθηνών καιΠειραιώς είναι πενταμελείς και σε αυτές μετέχουν, εκτός από τα ανωτέρωπροβλεπόμενα Μέλη, ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ελέγχου της ΓενικήςΔιεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών και ο προϊστάμενοςτης Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας τουίδιου Υπουργείου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.13παρ.4 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 3 παρ.2Ν.3763/2009,ΦΕΚ Α 80/27.5.2009 και με την παρ.5β άρθρου 24Ν.3867/2010,ΦΕΚ Α 128/3.8.2010.

6. Αν συμπέσουν οι απόψεις του υποχρέου και: α) του προϊσταμένου τηςδημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, όταν πρόκειται για πρόσωπα που ασκούνεπιχείρηση ή ελευθέριο επάγγελμα, τα οποία τηρούν κατά περίπτωση βιβλίαπρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, β) δύο (2)τουλάχιστον από τα μέλη της επιτροπής της προηγούμενης παραγράφου, ότανπρόκειται για φύλλα ελέγχου που αναφέρονται σε αυτή, συντάσσεται καιυπογράφεται, από όλα τα μέρη που μετείχαν στη διαδικασία, πράξη επίλυσης τηςδιαφοράς, με την αναγραφή της γνώμης τυχόνμειοψηφήσαντος μέλους τηςεπιτροπής. Με την πράξη αυτή που είναι αμετάκλητη θεωρείται ότι η διαφοράεπιλύθηκε ολικά ή μερικά, κατά περίπτωση, ανάλογα με το αποτέλεσμα πουεπήλθε από τη σύμπτωση των απόψεων των μερών. Στην περίπτωση αυτήν, ηπροσφυγή που τυχόν ασκήθηκε δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα ή ισχύει μόνο γιατο μέρος που δεν επιλύθηκε η διαφορά.

Αν υποβληθεί αίτημα για Διοικητική επίλυση της διαφοράς με ιδιαίτερηαίτηση, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αναστέλλεται με την υποβολήτης αίτησης, μη υπολογιζομένης της ημέρας υποβολής αυτής και συνεχίζει απότην επόμενη εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα της ημέρας υπογραφήςτης πράξης ματαίωσης ή μερικής επίλυσης της διαφοράς.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με τηνπαρ.26άρθρ.1 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001.

7. Η συζήτηση της αίτησης για τη Διοικητική επίλυση της διαφοράς και ηυπογραφή της σχετικής πράξης μπορεί να γίνει και από ειδικό πληρεξούσιο τουυπόχρεου, εφόσον κατατεθεί στον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας ή του ελεγκτικού κέντρου πληρεξούσιο έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό μεθεώρηση του γνήσιου της υπογραφής από την κατά νόμο αρμόδια αρχή.Αν ο υπόχρεος είναι αγράμματος,το ιδιωτικό πληρεξούσιο έγγραφο υπογράφεται από δύο μάρτυρες, των οποίων η γνησιότητα των υπογραφών βεβαιώνεται, όπως στο προηγούμενο εδάφιο αναφέρεταιή αναπληρώνεται τούτο από έγγραφο δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής αρχής, το οποίο περιέχει τη δήλωση που έγινε ενώπιον αυτών από τον υπόχρεο.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.13 παρ.5 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

8. Στα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 5 αυτού του άρθρου για ναεξετάζουν με δικαίωμα ψήφου το αίτημα διοικητικής επίλυσης της διαφοράς,καθώς και στονυπάλληλο που ορίζεται για την τήρηση των πρακτικών, καταβάλλεται για κάθεσυνεδρίαση, στην οποία παρέστησαν, αποζημίωση, η οποία καθορίζεται μεαποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζεται ηδιαδικασία για τη Διοικητική επίλυση της διαφοράς, για τη λειτουργία τηςεπιτροπής, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για τηνεφαρμογή αυτού του άρθρου.

9. Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1του άρθρου 79 του ν. 4125/1960 εφαρμόζεται και επί προσφυγής που ασκείται από νομικό πρόσωπο, όταν ο εκπρόσωπος αυτού διαμένει, κατά το χρόνο άσκησης της προσφυγής, έξω από την έδρα της φορολογικής αρχής που εξέδωσε τη με αυτή προσβαλλόμενη πράξη.

10. Επί διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις τωνπαραγράφων 1 έως και 7, περιορίζεται στο μισό (1/2) το προβλεπόμενο ποσοστόπροσαύξησης του συντελεστή καθαρού κέρδους ή καθαρού εισοδήματος ή καθαρώναμοιβών, στις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 2 τουάρθρου32, 2 και 5 του άρθρου 34 και 5 του άρθρου 49, καθώς και σε κάθε άλληπερίπτωση που σύμφωνα με τον παρόντα Κώδικα οι πιο πάνω διατάξεις έχουνανάλογη εφαρμογή.

Οι κατά περίπτωση διατάξεις πουορίζουν ότι επί εξωλογιστικού προσδιορισμού εφαρμόζεται ο συντελεστής πουπροκύπτει από το λογιστικό προσδιορισμό, εφόσον αυτός είναι μεγαλύτερος απότο συντελεστή που προβλέπεται για το οικείο επάγγελμα, ισχύουν ανάλογα καικατά την εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.5 άρθρ.13 Ν.2601/1998,ΦΕΚΑ` 81/15.4.1998,και τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ.3 Ν.3763/2009,ΦΕΚ Α 80/28.5.2009.

11.Αντίγραφο του πρακτικού της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς παραδίδεται στον υπόχρεο.Το πρακτικό αυτό επέχει και θέση ατομικήςειδοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν.δ.356/1974(K.E.Δ.E.).

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.2 άρθρ.30 Ν.2648/1998ΦΕΚ Α 238/22.10.1998.(Ισχύς από 1.12.1998).

Άρθρο 70Α
Διοικητική επίλυση φορολογικών διαφορών στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων «και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων» του Υπουργείου Οικονομικών
Σημ.: όπως το άρθρο 70Α προστέθηκε με το άρθρο 36 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 και ο τίτλος συμπληρώθηκε με την παράγραφο 5 εδ.α` άρθρου 4 Ν.4038/2012, ΦΕΚ Α 14/2.2.2012.

1. Συνιστάται στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών πενταμελής Επιτροπή αποτελούμενη από έναν πρώην δικαστικό λειτουργό ή πρώην λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους με βαθμό τουλάχιστον Β` της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, έναν υπάλληλο του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, προϊστάμενο οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης ή Υποδιεύθυνσης και έναν εκπρόσωπο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων καιΒιομηχανιών (Σ.Ε.Β.).

Αν ο φορολογούμενος είναι μέλος ομοσπονδίας επαγγελματιών, βιοτεχνών ή εμπόρων αντί τουεκπροσώπου του Σ.Ε.Β. στην επιτροπή που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο μετέχει έναςεκπρόσωπος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών, ΕμπόρωνΕλλάδος.

Η Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών συγκροτείται μεαπόφαση του Υπουργού Οικονομικών Με την ίδια απόφαση ορίζονται οιαναπληρωτές του Προέδρου και των μελών της.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  την παράγραφο 5β άρθρου 4Ν.4038/2012, ΦΕΚ Α 14,αντικαταστάθηκε πάλι με την παράγραφο 7 άρθρου 321Ν.4072/2012,ΦΕΚ Α 86/11.4.2012.

2. Έργο της Επιτροπής αυτής είναι η διοικητική επίλυση των μετά από έλεγχο φορολογικώνδιαφορών σε κάθε φορολογικό αντικείμενο, εφόσον η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων(50.000) ευρώ.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παράγραφο 5γ άρθρου 4 Ν.4038/2012,ΦΕΚ Α 14/2.2.2012.

3. Αν το ποσό της διαφοράς είναι μικρότερο των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, ηκατάθεση της αίτησης προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρουκαθιστά αυτήν αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και συνιστάπαραίτηση του αιτούντος από προγενέστερη αίτηση που τυχόν έχει υποβάλει για τη διοικητικήεπίλυση αυτής ενώπιον άλλου διοικητικού οργάνου με βάση άλλες διατάξεις της ισχύουσαςνομοθεσίας.

Εφόσον η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ήπροστίμου υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, η Επιτροπή τουπαρόντος άρθρου είναι αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς. Η Επιτροπήεπιλαμβάνεται της διοικητικής επίλυσης του συνόλου των διαφορών των καταλογιστικών πράξεωνπου αφορούν τον ίδιο έλεγχο, εφόσον η διαφορά σε μία τουλάχιστον από αυτές καθιστά τηνΕπιτροπή αρμόδια ή αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση αυτής.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.5 άρθρου 42 Ν.4024/2011,ΦΕΚ Α 226 και με την παρ.5δ άρθρου 4 Ν.4038/2012, ΦΕΚ Α 14,αντικαταστάθηκε  με την περ.3της υποπαρ. Α.5 της παρ.Α του άρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

4.α. Ο φορολογούμενος, εφόσον αμφισβητεί την πράξη προσδιορισμού του κύριου ή πρόσθετουφόρου, προστίμου, προσαυξήσεων, ή/και τελών ή πράξη επιβολής οποιασδήποτε κυρώσεως γιαπαράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας που έχει εκδοθεί σε βάρος του, σύμφωνα με ταοριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3, μπορεί να ζητήσει, με αίτηση του την επανεξέταση τηςπράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ..

β. Η αίτηση για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς απευθύνεται στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. και υποβάλλεταιστην υπηρεσία, η οποία έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη πράξη μέσα σε τριάντα (30) ημέρες απότην ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης προσδιορισμού του κύριου ή πρόσθετου φόρου,προστίμου, προσαυξήσεων, ή/και τελών ή πράξη επιβολής οποιασδήποτε κυρώσεως για παράβασητης φορολογικής εν γένει νομοθεσίας. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τους λόγους και τα έγγραφαστα οποία ο φορολογούμενος βασίζει το αίτημα του. Η υπηρεσία στην οποία υποβάλλεται η αίτηση,τη διαβιβάζει, μαζί με το σχετικό φάκελο, στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., μέσα σε προθεσμία επτά (7) ημερών απότην κατάθεση της συνοδευόμενη από πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας φορολογικής αρχήςμε την οποία ορίζεται εισηγητής για την ενώπιον της Επιτροπής συζήτηση της υπόθεσης. Ωςεισηγητές ορίζονται υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ του Υπουργείου Οικονομικών ή υπάλληλοι μεδεκαετή τουλάχιστον εμπειρία σε φορολογικούς ελέγχους. Οι εισηγητές οφείλουν να υποβάλουνστη Γραμματεία της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. γραπτή εισήγηση μέσα σε προθεσμία δέκα (10) εργάσιμων ημερώναπό τη γνωστοποίηση σε αυτούς της πράξης ορισμού τους ως εισηγητών, προκειμένου ναπροσδιορισθεί με πράξη του προέδρου της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης. Ηεισήγηση πρέπει να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη με νομικούς ή/και πραγματικούς ισχυρισμούς καινα περιλαμβάνει συγκεκριμένη πρόταση για τη δυνατότητα ή μη διοικητικής επίλυσης τηςδιαφοράς σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ. 5άρθρου 4 Ν.4038/2012, ΦΕΚ Α 14,και την παρ.1 άρθρου 4Ν.4051/2012,ΦΕΚ Α 40,αντικαταστάθηκε πάλι με την περ.3 β της υποπαρ. Α.5 της παρ.Α του άρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

5. Η υποβολή της αίτησης αυτής αποκλείει την υποβολή για την ίδια υπόθεσηκαι άλλης αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς με βάση τις λοιπέςισχύουσες διαδικασίες για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών.

Αν έχει υποβληθεί προγενεστέρως άλλη αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς σε άλλουφιστάμενο όργανο, η αίτηση προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. διαβιβάζεται σε αυτήν, εφόσον οφορολογούμενος παραιτηθεί από την προγενέστερη αίτηση πριν από τη συζήτηση αυτής στουφιστάμενο όργανο.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την περ.3 γ της υποπαρ. Α.5της παρ.Α του άρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

6.α. Εφόσον η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφορά υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίωνχιλιάδων (300.000) ευρώ, για την άσκηση προσφυγής του φορολογουμένου, σύμφωνα με τιςδιατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, απαιτείται, επί ποινή απαραδέκτου ασκήσεως τηςπροσφυγής, να έχει προηγηθεί η αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία διοικητικής επίλυσης τηςδιαφοράς, η οποία στην περίπτωση αυτή έχει το χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, και ηολοκλήρωση αυτής, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της.

β. Εντός τεσσάρων (4) μηνών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής στην αρμόδιαφορολογική αρχή, η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. εκδίδει απόφαση, την οποία κοινοποιεί στον φορολογούμενο,λαμβάνοντας υπόψη την αίτηση, τις πληροφορίες που έλαβε από τον φορολογούμενο και τιςαπόψεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής. Εάν, εντός της προθεσμίας των τεσσάρων (4) μηνών,δεν εκδοθεί απόφαση ή δεν κοινοποιηθεί απόφαση στον φορολογούμενο, τότε θεωρείται ότι ηενδικοφανής προσφυγή έχει απορριφθεί από την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. και ο φορολογούμενος έχει λάβει γνώσηαυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας.

γ. Για τις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, οιαποφάσεις της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. εκδίδονται εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευσητου παρόντος νόμου.

7. α. Εάν με την απόφαση ακυρώνεται, μερικά ή ολικά, ή τροποποιείται η πράξη της φορολογικήςαρχής, η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. αιτιολογεί την απόφαση αυτή επαρκώς με νομικούς ή/και πραγματικούςισχυρισμούς. Σε περίπτωση απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής η αιτιολογία μπορεί νασυνίσταται στην αποδοχή των διαπιστώσεων της οικείας έκθεσης ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση ηαπόφαση πρέπει να περιέχει τουλάχιστον την οριστική φορολογική υποχρέωση τουφορολογούμενου, το καταλογιζόμενο ποσό και την προθεσμία καταβολής αυτού.

β. Η αρμόδια φορολογική αρχή δεν έχει δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ..

γ. Για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντοςάρθρου εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι ισχύουσες διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις για τηδιοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών.

δ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες για τη λειτουργία τηςΕπιτροπής και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεων της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ..»

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 5 άρθρου 4 Ν.4038/2012, ΦΕΚ Α 14) και 7 αντικαταστάθηκε πάλι με την περ.3 δ της υποπαρ. Α.5 της παρ.Α του άρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

8. Γραμματειακή υποστήριξη στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. παρέχεται από τη Γενική Διεύθυνση ΦορολογικώνΕλέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών Με πράξη τουΠροϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και ΕίσπραξηςΔημοσίων Εσόδων ωςεισηγητές ενώπιον της Επιτροπής μπορούν να ορίζονται προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδουτμήματος της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών.Επίσης, ως εισηγητές μπορούν να ορίζονται κατά τα ανωτέρω και επόπτες ελέγχου ή προϊστάμενοιοργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος ή προϊστάμενοι Ειδικών Συνεργείων Ελέγχου του άρθρου39 του ν. 1914/ 1990 (Α` 178), όπως ισχύει, για τις υποθέσεις της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων,των Ελεγκτικών Κέντρων και των Ειδικών Συνεργείων Ελέγχου του άρθρου 39 του ν. 1914/1990,για τις λοιπές δε υποθέσεις και επόπτες ελέγχου ή προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδουτμήματος των Δ.Ο.Υ. του Νομού Αττικής.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 5 εδ.η`άρθρου 4 Ν.4038/2012, ΦΕΚ Α 14/2.2.2012.

9. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται η ημερομηνία από τηνοποία μπορεί να υποβάλλονται στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. αιτήσεις για διοικητική επίλυσηφορολογικής διαφοράς.

10. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται αποζημίωση για τονΠρόεδρο, τα μέλη και τον Γραμματέα της Επιτροπής και μπορεί να ιδρύονταιτμήματα της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., να καθορίζεται η αρμοδιότητα τους, καθώς και κάθεάλλο θέμα σχετικό με την οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής και τηςυπηρεσίας για τη γραμματειακή της υποστήριξη.

11. Οι διατάξεις του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., όπως τροποποιούνται με τον παρόντα νόμο,ισχύουν για πράξεις της φορολογικής αρχής που εκδίδονται μέχρι 31.7.2013.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την περ.3 ε της υποπαρ. Α.5της παρ.Α του άρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

Άρθρο 70β
Ειδική Διοικητική Διαδικασία – Ενδικοφανής προσφυγή
Σημ.: όπως το άρθρο 70 Β προστέθηκε με την περ.1της υποπαρ. Α.5 της παρ.Α του άρθρου πρώτουΝ.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013

1. Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τηφορολογική αρχή, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση τηςπράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης τηςΓενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων. Η αίτηση υποβάλλεται στη φορολογική αρχή που εξέδωσετην πράξη και πρέπει να αναφέρει τους λόγους και τα έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει τοαίτημα του. Η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται από τον υπόχρεο εντός τριάντα (30) ημερών από τηνημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σε αυτόν.

2. Η φορολογική αρχή αποστέλλει την ενδικοφανή προσφυγή του υπόχρεου, συνοδευόμενη απόσχετικά έγγραφα και τις απόψεις αυτής, εντός επτά (7) ημερών από την υποβολή, στην ΥπηρεσίαΕσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, προκειμένου η τελευταία να αποφανθεί.

3. Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής βεβαιώνεται άμεσα από τη φορολογική αρχή καικαταβάλλεται ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου ποσού της πράξης, τοοποίο καταβάλλεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

4. Ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να υποβάλει, ταυτόχρονα με την ενδικοφανή προσφυγή και αίτημααναστολής της καταβολής που προβλέπεται στην παράγραφο 3 ανωτέρω. Η Υπηρεσία ΕσωτερικήςΕπανεξέτασης δύναται να αναστείλει την εν λόγω πληρωμή, μέχρι την κοινοποίηση της απόφασηςτης στον υπόχρεο, μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή θα είχε ως συνέπειαανεπανόρθωτη βλάβη για τον υπόχρεο. Εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός είκοσι (20) ημερών απότην υποβολή της αίτησης στη φορολογική αρχή, η αίτηση αναστολής θεωρείται ότι έχειαπορριφθεί. Τυχόν αναστολή της πληρωμής δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο από την υποχρέωσηκαταβολής προσαυξήσεων λόγω εκπρόθεσμης καταβολής του φόρου.

5. Εντός εξήντα (60) ημερών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής στην αρμόδιαφορολογική αρχή. Π Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης εκδίδει απόφαση, την οποία κοινοποιείστον υπόχρεο, λαμβάνοντας υπόψη την προσφυγή, τις πληροφορίες που έλαβε από τον υπόχρεοκαι τις απόψεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που σχετίζεταιμε την υπόθεση. Εάν η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης το κρίνει απαραίτητο, δύναται νακαλέσει τον υπόχρεο σε ακρόαση. Σε περίπτωση που προσκομισθούν νέα στοιχεία στην ΥπηρεσίαΕσωτερικής Επανεξέτασης ή γίνει επίκληση νέων πραγματικών περιστατικών, ο υπόχρεος πρέπει νακαλείται σε ακρόαση. Εάν, εντός της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών, δεν εκδοθεί απόφαση ήδεν κοινοποιηθεί απόφαση στον υπόχρεο, τότε θεωρείται ότι η ενδικοφανής προσφυγή έχειαπορριφθεί από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και ο υπόχρεος έχει λάβει γνώση αυτήςτης απόρριψης κατά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας. Στην περίπτωση των ενδικοφανώνπροσφυγών που υποβάλλονται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέχρι τις 28.2.2014 η προθεσμίατου πρώτου εδαφίου επεκτείνεται σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες.

6. Εάν με την απόφαση ακυρώνεται, μερικά ή ολικά, ή τροποποιείται η πράξη της φορολογικήςαρχής, η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης οφείλει να αιτιολογεί την απόφαση αυτή επαρκώς μενομικούς ή/και πραγματικούς ισχυρισμούς. Σε περίπτωση απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγήςη αιτιολογία μπορεί να συνίσταται στην αποδοχή των διαπιστώσεων της οικείας έκθεσης ελέγχου.Σε κάθε περίπτωση η απόφαση πρέπει να περιέχει τουλάχιστον την οριστική φορολογικήυποχρέωση του υπόχρεου, το καταλογιζόμενο ποσό και την προθεσμία καταβολής αυτού.

Παρ.7
7. Η αρμόδια φορολογική αρχή δεν έχει δικαίωμα προσφυγής κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης.

Παρ.8
8. Κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή της σιωπηρής απόρριψης τηςενδικοφανούς προσφυγής λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης, ο υπόχρεοςδύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τιςδιατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείαςκατάτης πράξης προσδιορισμού φόρου που εξέδωσε η φορολογική αρχή είναι απαράδεκτη.

9. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων δύναται να εκδίδει τις αναγκαίες κανονιστικές πράξειςγια την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και ιδίως να καθορίζει τις λεπτομέρειες για τη λειτουργίατης Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, την εφαρμοστέα διαδικασία και τον τρόπο έκδοσης τωναποφάσεων της.

Άρθρο 71
Δικαστικός συμβιβασμός

1. Δικαστικός συμβιβασμός με βάση αυτό το νόμο είναι δυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρέπεται και όπως προβλέπεται διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Στο δικαστικό συμβιβασμό δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 10του άρθρου 70.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.6 άρθρο.13Ν.2601/1998, Α`81/15.4.1998.

2. Κατά τη συζήτηση που διεξάγεται επί του ακροατηρίου ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου και σε κάθε στάση της δίκης, παρουσία και των δύο μερών, κάθε διάδικος μπορεί να προτείνει την κατάργηση της φορολογικής δίκης, με την κατάθεση δήλωσης στο γραμματέα του δικαστηρίου πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η δήλωση αφού υπογραφεί και από το διάδικο που αποδέχθηκε την πρόταση και θεωρηθεί από αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση, καταχωρίζεται ολόκληρη στα πρακτικά τα οποία έχουν τα αποτελέσματα αμετάκλητης απόφασης.

3. `Ύστερα από αίτηση ενός από τους διάδικους ή αυτεπάγγελτα, το δικαστήριο αναβάλλει εφάπαξ τη συζήτηση για την πρόταση. Η δήλωση που κατατέθηκε δεν ανακαλείται, μπορεί όμως μέχρι την, μετά την αναβολή, συζήτηση ή κατά τη διάρκεια αυτής να συμπληρωθεί για να βελτιωθεί.

4. Αν αποκρουσθεί η πρόταση από τον άλλο διάδικο, αυτή θεωρείται ως να μην έχει γίνει και συνεχίζεται η διαδικασία.

5. Σε περίπτωση ομοδικίας η πρόταση γίνεται από κοινού από όλους τους ομοδίκους, εκτός αν το δικαστήριο έχει διατάξει το χωρισμό. Σε περίπτωση παρέμβασης δεν απαιτείται σύμπραξη αυτού που παρεμβαίνει.

6. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 71 του ν. 4125/1960 εφαρμόζονται και στην περίπτωση του άρθρου αυτού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.24Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004 επανήλθε σε ισχύ με το άρθρο 22Ν.3259/2004,ΦΕΚ Α 149,με το οποίο και καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος του το άρθρο 24 Ν.3220/2004.

7. Δεύτερη πρόταση από τον ίδιο διάδικο και στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας δεν συγχωρείται.

Άρθρο 72
Μεταφορά φορολογητέας ύλης

1. Αν φορολογητέα ύλη έχει περιληφθεί από το φορολογούμενο σε διαχειριστικό έτος άλλο από αυτό στο οποίο ανήκει, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας προβαίνει σε ανάλογη τροποποίηση των φορολογικών εγγραφών των ετών, τα οποία αφορά. Αν η φορολογική εγγραφή του έτους, στο οποίο ανήκει η φορολογητέα ύλη, έχει γίνει τελεσίδικη, αυτή δεν τροποποιείται, αλλά ο κύριος φόρος που αναλογεί, προστίθεται στο φόρο του κρινόμενου έτους, προσαυξημένος με τον τυχόν πρόσθετο φόρο, προσαύξηση ή πρόστιμο ή κατά περίπτωση εκπίπτει από το φόρο αυτού του έτους. Αν τα ποσά που προστίθενται στο κρινόμενο έτος αντιπροσωπεύουν δαπάνες ή εκπτώσεις ή αφορολόγητα ποσά που ανήκουν σε προηγούμενα διαχειριστικά έτη ή έσοδα τα οποία έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία σε προηγούμενα διαχειριστικά έτη, δεν επιβάλλεται πρόσθετος φόρος, προσαύξηση ή πρόστιμο στο φόρο ο οποίος αναλογεί σε αυτά τα ποσά που προστίθενται στο κρινόμενο έτος.

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η φορολογητέα ύλη φορολογήθηκε στο όνομα προσώπου, το οποίο σύμφωνα με το νόμο δεν έχει φορολογική υποχρέωση γι` αυτή τη φορολογητέα ύλη. Σε αυτή την περίπτωση ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, όταν διαπιστώσει την πλάνη, προβαίνει σε νέα εγγραφή στο όνομα του πραγματικού υποχρέου. Η τελεσιδικία της νέας εγγραφής, στο όνομα του πραγματικού υποχρέου, αποτελεί λόγο τροποποίησης ή ακύρωσης ή, κατά περίπτωση, αναθεώρησης της παλιάς εγγραφής, καθόσον αφορά τη φορολογητέα ύλη η οποία περιλήφθηκε στη νέα εγγραφή.

3. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων δεν ισχύουν:

α) οι διατάξεις περί Παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την ενέργεια των οικείων φορολογικών εγγραφών και

β) η προθεσμία που ορίζεται από τις διατάξεις του νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων για την επιστροφή ή το συμψηφισμό φόρων, γενικά, που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως.

Άρθρο 73
Επιβράβευση ειλικρίνειας

1. Αν μετά τον έλεγχο, ο οποίος διενεργείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 66, κρίνονται ειλικρινείς οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και των άλλων συναφών φορολογικών αντικειμένων που έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα από τους υποχρέους, παρέχονται σε αυτούς τα ακόλουθα δικαιώματα:

(α)….

β) Εφάπαξ χρηματοδότηση από τις εμπορικές τράπεζες, ύστερα από αίτηση του δικαιούχου, η οποία εξετάζεται και κατά προτεραιότητα, μέχρι το ποσό των άμεσων και έμμεσων φόρων, των τελών και εισφορών που προκύπτουν από τις δηλώσεις που υποβλήθηκαν από τους υποχρέους και κρίθηκαν ειλικρινείς. Η χρηματοδότηση αυτή παρέχεται με τους όρους που προβλέπονται κάθε φορά για τα μεσοπρόθεσμα βιοτεχνικά δάνεια, εκτός από την παροχή προσωπικής ή εμπράγματης ασφάλειας, αντί της οποίας παρέχεται εγγύηση του Δημοσίου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την περ.5 άρθρου 1 Ν.2459/1997 (Α 17)

2. Για τις ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες και περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, τις κοινοπραξίες, κοινωνίες και αστικές εταιρίες κερδοσκοπικού χαρακτήρα, η μείωσητου φόρου παρέχεται στα φυσικά πρόσωπα που είναι μέλη τους και η χρηματοδότηση στο νομικό πρόσωπο ή στην ένωση προσώπων, εφόσον τόσο οι δηλώσεις του νομικού προσώπου ή της ένωσης προσώπων όσο και εκείνες των μελών τους κρίνονται ειλικρινείς.

3. Στις περιπτώσεις έκδοσης φύλλου ελέγχου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 68 καταλογίζεται σε βάρος του δικαιούχου ολόκληρο το ποσό της κατά την παράγραφο 1 μείωσης του φόρου, εφόσον αυτό εισπράχθηκε από το δικαιούχο.

4. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 1, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια που είναι αναγκαία.

Άρθρο 74
Βεβαίωση του φόρου

1. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας βεβαιώνει το φόρο, αρχικό ή πρόσθετο, κατά περίπτωση, που προκύπτει:

α) Βάσει των δηλώσεων που υποβάλλονται.

β) Βάσει των φύλλων ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 68, εφόσον αυτά έχουνοριστικοποιηθεί με πρακτικό αποδοχής στο πλαίσιο διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ήενδικοφανούς προσφυγής ή λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής.

γ) Βάσει οριστικών αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων ή πρακτικών δικαστικού συμβιβασμού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 74 παρ.8.αΝ.4172/2013,ΦΕΚ Α 167/23.7.2013.

2. Για τη Βεβαίωση του φόρου, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας συντάσσει χρηματικό κατάλογο μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη λήξη του μήνα που αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαίωσης και οπωσδήποτε όχι αργότερα από τρία (3) έτη από το τέλος του έτους στο οποίο αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαίωσης.

Η παράλειψη βεβαίωσης του φόρου στην προθεσμία των δύο (2) μηνών αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα, που τιμωρείται σύμφωνα με της διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα.

3.Δεν βεβαιώνεται το ποσό που τελικώς οφείλεται με βάση οποιονδήποτε νόμιμο τίτλο, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει τις εννέα χιλιάδες (9.000) δραχμές, αθροιστικό λαμβανόμενο για το φορολογούμενο και τη σύζυγό του.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.8άρθρ.17 Ν.2459/1997, αντικαταστάθηκε πάλι με την παρ.17 άρθρ.3 Ν.2873/2000, ΦΕΚ Α 285/28.12.2000 και με την παρ.11 άρθρου 5Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006

4. Για τους εγγάμους, εφόσον συντρέχει περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 5, ηοφειλή για φόρο, τέλη και εισφορές, που αναλογούν στα εισοδήματα τους βεβαιώνεται χωριστά και η ευθύνη της καταβολής βαρύνει κάθε σύζυγο.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται η διαδικασία και κάθε άλλοθέμα για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της παραγράφου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.16,17 άρθρου 8Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010.

5. Ο φόρος που βεβαιώνεται κατά τη διάρκεια του οικείου οικονομικού έτους ή μεταγενέστερααπό τη λήξη του:

α) Με βάση φύλλο ελέγχου που έγινε οριστικό, λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησηςπροσφυγής, καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρατου επόμενου από τη βεβαίωση μήνα.

β) Με βάση πρακτικό αποδοχής της διαφοράς και την καταβολή του ενός πέμπτου (1/5), τουπόλοιπο καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρατου επόμενου από την υπογραφή του πρακτικού μήνα.

γ) Με βάση απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι την τελευταίαεργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα.»

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.1 άρθρ.30 Ν.2648/1998 ,Α 238 και την παρ.5άρθρ.12 Ν.2753/1999 ΦΕΚ Α 249, αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 74 παρ.8.β Ν.4172/2013,ΦΕΚ Α 167/23.7.2013.

6. Αν ασκηθεί από τον φορολογούμενο εμπρόθεσμη προσφυγή, βεβαιώνεται αμέσως από τονπροϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του αμφισβητούμενου κύριου φόρου,πρόσθετου φόρου και λοιπών συμβεβαιούμενων με αυτόν φόρων και τελών. Το ποσό αυτόβεβαιώνεται μετά την πάροδο της προβλεπόμενης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής καικαταβάλλεται εφάπαξ μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα τουεπόμενου από τη βεβαίωση μήνα.

Η αναστολή που χορηγείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 200 έως 205 του ν.2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α), δεν αποκλείει την ολοκλήρωση της διαδικασίας βεβαίωσηςκαι ταμειακώς του παραπάνω ποσοστού του αμφισβητούμενου κύριου φόρου, τουπρόσθετου φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων φόρων και τελών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε παρ.9 άρθρ.46Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004,με το εδάφιο α΄ παρ.7 άρθρου 21 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 74 παρ.8.γΝ.4172/2013,ΦΕΚ Α 167/23.7.2013.

7. Φόρος που έχει ήδη βεβαιωθεί κατά το ποσό που δεν οφείλεται με βάση οριστική απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου, εκπίπτει ή επιστρέφεται κατά περίπτωση. Τυχόν άσκηση έφεσης από το Δημόσιο κατά οριστικών αποφάσεων διοικητικών πρωτοδικείων δεν αναστέλλει σε καμιά περίπτωση τη διαδικασία της έκπτωσης των ποσών που βεβαιώθηκαν ή της επιστροφής των ποσών που καταβλήθηκαν αλλά δεν οφείλονται βάσει των αποφάσεων αυτών.

8. Βάσει των αποφάσεων των διοικητικών εφετείων ή του Συμβουλίου της επικρατείας, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας προβαίνει σε νέα εκκαθάριση φόρου και ενεργεί συμπληρωματική βεβαίωση του επιπλέον φόρου που τυχόν οφείλεται ή έκπτωση του επιπλέον ποσού φόρου που βεβαιώθηκε.

9. Φόροι, τέλη και εισφορές που βεβαιώνονται, βάσει προσωρινού φύλλου ελέγχου, πουεκδόθηκεμετά από προσωρινό έλεγχο που προβλέπεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 67, μετά τηνυπογραφή του πρακτικού και την καταβολή του ενός πέμπτου (1/5) αυτών, όπως προβλέπεταιστην παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 2523/1997, καταβάλλονται, κατά το υπόλοιπο μέρος αυτών,εφάπαξ μέχρι την τελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί.

Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι τηντελευταία εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του επόμενου από τηνυπογραφή του πρακτικού μήνα και οι υπόλοιπές μέχρι την τελευταία εργάσιμη,για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα των μηνών που ακολουθούν. Επί δικαστικούσυμβιβασμού ο φόρος καταβάλλεται εφάπαξ. Η άσκηση προσφυγής ενώπιον τουδιοικητικού δικαστηρίου δεν αναστέλλει την προσωρινή Βεβαίωση του φόρου, οοποίος καταβάλλεται εφάπαξ.»

Από το φόρο, τέλη και εισφορές που βεβαιώνονται τελεσίδικα, βάσει του οριστικού φύλλουελέγχου, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκπίπτει τα ποσά που καταλογίστηκαν με το προσωρινό φύλλο ελέγχου.

Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 6 ισχύουν και για τηβεβαίωση των φόρων, τελών και εισφορών βάσει προσωρινού φύλλου ελέγχου γιατο οποίο ασκήθηκε προσφυγή.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.10 άρθρ.46Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004,με την παρ.8 άρθρου 21 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 74 παρ.7.α Ν.4172/2013,ΦΕΚ Α 167/23.7.2013.

10. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ο φόρος πουπροκύπτει στην περίπτωση β` της παραγράφου 5 μπορεί να καταβάλλεται και σεπερισσότερες μηνιαίες δόσεις που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ναυπερβαίνουν τις τριάντα έξι (36).

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.17 άρθρ.46Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

Άρθρο 75
Ακύρωση ή τροποποίηση οριστικής εγγραφής

1. Το φύλλο ελέγχου που οριστικοποιήθηκε επειδή δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, καθώς και αυτό που αφορά δήλωση η οποία κρίθηκε ειλικρινής, δύναται να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί, κατά περίπτωση, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω, περιοριστικά:

α) Για ολική ή μερική έλλειψη φορολογικής υποχρέωσης.

β) Αν ο φορολογούμενος δεν έλαβε γνώση αποδεδειγμένα του φύλλου ελέγχου.

γ) Αν ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που έχει εκδώσει το φύλλο ελέγχου δεν είχε αρμοδιότητα να επιληφθεί στη φορολογία.

δ) Για λογιστικό λάθος.

ε) Για εσφαλμένο προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος και του φόρου που αναλογεί σε αυτό.

2. Για την ακύρωση ή τροποποίηση του φύλλου ελέγχου, σύμφωνα με την παράγραφο 1, αποφασίζει ο προϊστάμενοςτης δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, με τη σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου επιθεωρητή δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών, ύστερα από αίτημα του φορολογουμένου ή προκειμένου για τις περιπτώσεις γ`, δ` και ε` της παραγράφου 1, ο αρμόδιος επιθεωρητής δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών, ύστερα από αίτημα του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.Η αίτηση αυτή υποβάλλεται μέσα σε τρία (3) έτη από την καταχώρηση του οικείου φύλλου ελέγχου στο βιβλίο που ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 68.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.22άρθρ.6 του Ν.2386/1996 (Α 43).

3. Με βάση την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας προβαίνει σε νέα εκκαθάριση και ενεργεί συμπληρωματική βεβαίωση του επιπλέον φόρου που τυχόν οφείλεται ή έκπτωση του επιπλέον ποσού φόρου που βεβαιώθηκε.

4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και για την πράξη προσδιορισμού αποτελεσμάτων, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64.

5. Το φύλλο ελέγχου που εκδόθηκε στο όνομα μέλους των νομικών προσώπων ή των ενώσεων προσώπων, που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 2 και οριστικοποιήθηκε, τροποποιείται αυτοδικαίως από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ύστερα από τη σχετική απόφαση του διοικητικού εφετείου ή του Συμβουλίου της επικρατείας, με την οποία μεταβάλλονται τα αποτελέσματα των νομικών προσώπων ή των ενώσεων προσώπων, που έχει προσδιορίσει το διοικητικό πρωτοδικείο. Με βάση την απόφαση του διοικητικού εφετείου ή του Συμβουλίου της επικρατείας, η οποία εκδόθηκε για τα νομικά πρόσωπα ή τις ενώσεις προσώπων, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του μέλους, ενεργεί συμπληρωματική βεβαίωση ή έκπτωση του επιπλέον βεβαιωθέντος φόρου.

Μέρος Πέμπτο
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ – ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ – ΑΠΟΡΡΗΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Άρθρο 76
Αλλαγή κατοικίας ή έδρας

1. Αν ο υπόχρεος σε δήλωση μεταβάλει την κατοικία ή τη διαμονή του, έχει υποχρέωση να υποβάλλει μέχρι τη λήξη του οικείου έτους, στον προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας που είναι αρμόδιος πριν από τη μεταβολή, τη δήλωση που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 της 1027411/842/ΔΜ/26.2.1998 (ΦΕΚ 193 Β`) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, για τον τόπο της νέας κατοικίας ή διαμονής του.

2. Αν πρόκειται για αλλαγή της έδρας της κύριας επιχείρησης ή του επαγγέλματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 1642/1986.

3. Αν δεν υποβληθεί η δήλωση που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2, αρμοδίως επιλαμβάνεται για την Επιβολή του φόρου ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος πριν από τη μεταβολή.

4. Η παράλειψη υποβολής της δήλωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 1, καθώς και η υποβολή ανακριβούς δήλωσης, συνεπάγεται την επιβολή προστίμου που ορίζεται στο άρθρο 87.

5. Αν ο υπόχρεος σε δήλωση μεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τουσε κράτος που εμπίπτει στον κατάλογο των κρατών που περιέχεται στηνπαράγραφο 4 του άρθρου 51 Α, θεωρείται ότι έχει την κατοικία του στην Ελλάδακαι υπόκειται σε φόρο για το παγκόσμιο εισόδημα του σύμφωνα με το πρώτοεδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 2.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.6Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

6.α. Αν ο υπόχρεος σε δήλωση μεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τουεκτός Ελλάδας και υπαγόταν σε φόρο στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημα τουτα τελευταία πέντε έτη πριν από τη δήλωση μεταβολής της κατοικίας ή τηςσυνήθους διαμονής του, εφόσον:

αα) μεταβάλλει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του με μεταφορά της σεκράτος στο οποίο το εισόδημα του υπόκειται σε προνομιακό φορολογικόκαθεστώς, κατά την έννοια της παραγράφου 7 του άρθρου 51 Α, και

ββ) διαθέτει σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην Ελλάδα, όπως αυτάορίζονται στην περίπτωση β`.

θεωρείται ότι υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα, για το παγκόσμιο εισόδημα τουγια χρονικό διάστημα πέντε ετών, που αρχίζει από την υποβολή της δήλωσηςμεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του εκτός εάν αποδείξει ότι έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του στο κράτοςαυτό.

β. Το φυσικό πρόσωπο θεωρείται ότι έχει σημαντικά οικονομικά συμφέρονταστην Ελλάδα, εφόσον κατά τη δήλωση μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθουςδιαμονής του:

αα) συμμετέχει σε ποσοστό τουλάχιστον 25% σε εταιρεία που υπόκειται σε φόροσύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 2 ή συμμετέχει σεποσοστό τουλάχιστον 5% σε νομικό πρόσωπο που υπόκειται σε φόρο σύμφωνα μετις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 101, ή

ββ) το εισόδημα του που προκύπτει στην Ελλάδα υπερβαίνει το 30% τωνσυνολικών του εισοδημάτων ή υπερβαίνει το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδωνευρώ, ή

γγ) η αξία των περιουσιακών του στοιχείων στην Ελλάδα, από τα οποίαπροκύπτει εισόδημα, υπερβαίνει το 30% της αξίας των συνολικών περιουσιακώντου στοιχείων ή υπερβαίνει σε ύψος το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδωνευρώ.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.6Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 τροποποιήθηκε  με την παρ.5άρθρου 36 Ν. 4141/2013,ΦΕΚ Α 81/5.4.2013.

Άρθρο 77
Υποχρεώσεις εκμισθωτών ακινήτων
Σημ.: όπως το άρθρο 77,όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ.3 άρθρ.26 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15, αντικαταστάθηκε πάλι με την παράγραφο 8 άρθρου 321Ν.4072/2012,ΦΕΚ Α 86/11.4.2012.

1. Ιδιωτικά έγγραφα μίσθωσης αστικών ακινήτων ασχέτως ποσού μισθώματος ή γεωργικώνακινήτων, εφόσον το μίσθωμα είναι ανώτερο των εκατό (100) ευρώ κατά μήνα, υποβάλλονται μετη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών μεθόδων και δικτυακών υποδομών από τον εκμισθωτή ή τονμισθωτή, μέσα στον επόμενο μήνα από τη σύνταξη τους.

2. Τα έγγραφα της προηγούμενης παραγράφου εφόσον δεν έχουν υποβληθεί, στερούνται κάθεαποδεικτικής δύναμης και δεν εξετάζονται από τα δικαστήρια και τις δημόσιες γενικά αρχές.Επίσης, στερούνται αποδεικτικής δύναμης και τα αντέγγραφα, με τα οποία συμφωνείται μίσθωμαδιαφορετικό από το καθοριζόμενο στο έγγραφο της μίσθωσης.

3. Αν μεταβιβασθεί η κυριότητα ακινήτου, ο νέος κύριος είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο συνυπεύθυνος με τον προκάτοχο για την πληρωμή του φόρου των τριών (3) πριν από τη μεταβίβαση ετών, που αναλογεί επιμεριστικά στο εισόδημα του ακινήτου που μεταβιβάστηκε καιπροκύπτει από την εγγραφή που υπάρχει κατά την ημέρα της μεταβίβασης. Οι συμβολαιογράφοι έχουν υποχρέωση να υπενθυμίζουν τη διάταξη αυτή στους συμβαλλόμενους και να αναγράφουν τούτο ρητά στο συμβόλαιο της αγοραπωλησίας.

4. Όσοι δεν υποβάλλουν τα έγγραφα μίσθωσης ακινήτου ή τα υποβάλλουν εκπρόθεσμα, καθώςκαι οι συμβολαιογράφοι που δεν εφαρμόζουν τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου,υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 2523/1997.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος και ηδιαδικασία υποβολής τους και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Άρθρο 78
Υποχρεώσεις μισθωτών ακινήτων και θαλάσσιων σκαφών αναψυχής

1. Οι μισθωτές ακινήτων πάσης φύσεως, καθώς και θαλάσσιων σκαφών αναψυχής, έχουν υποχρέωση να δηλώνουν αναλυτικά κάθε οικονομικό έτος, με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος, τα ενοίκια που κατέβαλαν κατά το αμέσως προηγούμενο ημερολογιακό έτος για τις μισθώσεις αυτές, το ονοματεπώνυμο του εκμισθωτή, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τη διεύθυνση κατοικίας του. Επίσης, έχουν υποχρέωση να δηλώνουν και το ποσό που κατέβαλαν για τηνανέγερση οικοδομής σε έδαφος ξένης κυριότητας, όταν η οικοδομή, μετά τη λήξητης μίσθωσης, έχει συμφωνηθεί να περιέλθει στον εκμισθωτή.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.4 άρθρ.8Ν.2873/2000FEK A 285/28.12.2000.

2. Οι μισθωτές αγροτικών ακινήτων δεν μπορούν να πάρουν δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για την εκμετάλλευση των ακινήτων αυτών, αν το ιδιωτικό έγγραφο μίσθωσης δεν είναι θεωρημένο από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.

3. `Όσοι παραλείπουν να δηλώσουν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 87.

Άρθρο 79
Υποχρεώσεις κομιστών τίτλων

1. Οι κύριοι μετοχών και ομολογιών γενικά, όταν εξαργυρώνουν τις μερισματαποδείξεις και τα τοκομερίδια που ανήκουν στις μετοχές τους ή τις ομολογίες τους, έχουν υποχρέωση να παρίστανται αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιό τους, που εξουσιοδοτείται και με απλή επιστολή.

Αν δηλώνεται ότι η εξαργύρωση των μερισματαποδείξεων και τοκομεριδίων γίνεται για λογαριασμό τρίτου, το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο που ενεργεί την εξαργύρωση οφείλει να την αρνηθεί, εφόσον ο κομιστής τους δεν είναι πληρεξούσιος που να αποδεικνύει επαρκώς την ταυτότητά του.

2. Κομιστές ανώνυμων μετοχών που δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο έχουν υποχρέωση, κατά την εξαργύρωση των μερισματαποδείξεων, να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α`) ότι είναι κύριοι ή επικαρπωτές των μετοχών. Αυτός που ενεργεί την εξαργύρωση των μερισματαποδείξεων έχει υποχρέωση να την αρνηθεί, εφόσον δεν προσκομίζεται η πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση. Η δήλωση αυτήαποστέλλεται μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη κάθε ημερολογιακού έτους, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, που είναι αρμόδιος για τη φορολογία της ανώνυμης εταιρίας.

3. `Όσοι παραβαίνουν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τις προηγούμενες παραγράφους, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 87. Αν ο μέτοχος δεν υπέβαλε δήλωση ή υπέβαλε ψευδή υπεύθυνη δήλωση, τα ποσά των μερισμάτων, που είχαν απαλλαγεί από το φόρο εισοδήματος, προστίθενται στα εισοδήματα του πραγματικού μετόχου και φορολογούνται με τα ισχύοντα κατά το χρόνο που διαπιστώθηκε η παράβαση.

4. Η μεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου ονομαστικών ή ανώνυμων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών πραγματοποιείται αποκλειστικώς με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο θεωρημένο από τον προϊστάμενοτης οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Απόκτηση τέτοιων μετοχών κατάπαράβαση της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται άκυρη και δενπαράγει κανένα έννομο δικαίωμα υπέρ αυτού που τις αποκτά, όπως το δικαίωμα είσπραξης μερίσματος, συμμετοχής στις γενικές συνελεύσεις, μεταβίβασης των μετοχών αυτών κτλ. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανάλογα και όταν αυτός που μεταβιβάζει τις εν λόγω μετοχές δεν είναι φυσικό πρόσωπο. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, καθώς και οι περιπτώσεις που οι περιπτώσεις που η πιο πάνω μεταβίβαση μπορεί να γίνει κι με άλλο τρόπο.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.15 Ν.2459/1997.

Άρθρο 80
Υποχρεώσεις οφειλετών τόκων

1. Κάθε πρόσωπο που οφείλει τόκους οι οποίοι φορολογούνται, έχει υποχρέωση, μέσα σε ένα (1) μήνα από την ημερομηνία που οι τόκοι θα γίνουν ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, να το γνωστοποιήσει στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του πιστωτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63.

Η γνωστοποίηση γίνεται με υπεύθυνη δήλωση από την οποία προκύπτει το ονοματεπώνυμο και η κατοικία ή η έδρα του πιστωτή, το ποσό του δανείου, η τοκοφόρος χρονική περίοδος, το επιτόκιο, οι τόκοι που αναλογούν στο δάνειο και ο χρόνος που αυτοί έγιναν ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί. Οι εμπορικές επιχειρήσεις, την πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση υποβάλλουν μέσα σε ένα (1 ) μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής τους περιόδου.

2. Όσοι παραβαίνουν την υποχρέωση που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 87.

Άρθρο 81
Υποχρεώσεις συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων, τραπεζών κ.λπ.

1. Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να αρνηθούν τη σύνταξησυμβολαιογραφικών εγγράφων για τις περιπτώσεις α` και β` της παραγράφου 1του άρθρου 10 και τις περιπτώσεις ε` της παραγράφου 1 και δ` της παραγράφου2 του άρθρου 11 του Ν. 2523/1997 αν δεν προσκομιστεί υπεύθυνη δήλωση του υπόχρεου εις διπλούν, από την οποία να προκύπτει ότι: α) τα μισθώματα τουακινήτου που μεταβιβάζεται ή υποθηκεύεται δηλώθηκαν εμπρόθεσμα στη φορολογίαεισοδήματος κατά την τελευταία διετία πριν από τη μεταβίβαση, ή την εγγραφήτης υποθήκης ή ότι το γεωργικό εισόδημα από την εκμετάλλευση του ακινήτου που μεταβιβάζεται δηλώθηκε στη φορολογία εισοδήματος κατά την τελευταίαδιετία πριν από τη μεταβίβαση ή β) το μεταβιβαζόμενο ή υποθηκευόμενο ακίνητοδεν απέφερε εισόδημα κατά το χρόνο που ήταν κύριος, επικαρπωτής ή νομέας τουκαι πάντως όχι πέραν των πέντε (5) ετών από το χρόνο της μεταβίβασης ή τηςεγγραφής της υποθήκης. Η υπεύθυνη δήλωση μνημονεύεται στο σχετικό συμβόλαιο.Το ένα αντίτυπο της υπεύθυνης δήλωσης οφείλουν οι συμβολαιογράφοι ή οιυποθηκοφύλακες να στέλνουν μέσα στον επόμενο μήνα από τη σύνταξη του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή την εγγραφή της υποθήκης στον Προϊστάμενο τηςΔ.Ο.Υ. που είναι αρμόδια για τη φορολογία αυτού που μεταβιβάζει ακίνητο ήπαραχωρεί υποθήκη. Ειδικά, σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης δήλωσής των,αντί για την προσκόμιση της πιο πάνω υπεύθυνης δήλωσης, απαιτείται ηπροσκόμιση πιστοποιητικού του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας, από το οποίο να προκύπτει ότι δηλώθηκαν τα μισθώματα τουμεταβιβαζόμενου ή υποθηκευόμενου ακινήτου την τελευταία διετία πριν από τη μεταβίβαση ή την εγγραφή της υποθήκης. Δεν απαιτείται η υποβολή τηςυπεύθυνης δήλωσης ή του πιστοποιητικού, όταν η εγγραφή υποθήκης γίνεταιύστερα από δικαστική απόφαση ή από το νόμο. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο τηςυπεύθυνης δήλωσης και του πιστοποιητικού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμαγια την εφαρμογή αυτής της παραγράφου.

Στις συμβολαιογραφικές πράξεις που συντάσσονται για τη μεταβίβαση ή μεσκοπό τη μεταβίβαση ακινήτων, οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να αναγράφουν,εκτός των λοιπών στοιχείων των αντισυμβαλλομένων, και τον αριθμό φορολογικούμητρώου αυτών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.26Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

2. Οι φύλακες μεταγραφών υποχρεούνται να αρνηθούν τη μεταγραφή τωνδικαιοπραξιών για τις περιπτώσεις α` και β` της παραγράφου 1 του άρθρου 1 Οκαι τις περιπτώσεις ε` της παραγράφου 1 και δ` της παραγράφου 2 του άρθρου11 του Ν. 2523/1997, όπως επίσης και τη μεταγραφή του πρακτικούσυμβιβαστικής επίλυσης ιδιωτικών διαφορών του άρθρου 214Α του ΚώδικαΠολιτικής Δικονομίας, καθώς και τη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχήςκληρονομιάς ή κληροδοσίας ή του κληρονομητηρίου, αν δεν υποβληθεί η υπεύθυνηδήλωση ή το πιστοποιητικό, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο.

Δεν απαιτείται η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης ή του πιστοποιητικού, όταν τοκληρονομητήριο εκδίδεται από το αρμόδιο δικαστήριο, ύστερα από αίτησητρίτου.Το ένα αντίτυπο της υπεύθυνης δήλωσης οφείλουν οι φύλακες μεταγραφών ναστέλνουν μέσα στον επόμενο μήνα από τη παραλαβή του στον προϊστάμενο τηςΔ.Ο.Υ. που υπάγεται ο φορολογούμενος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.26Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

3. Τα δικαστήρια απέχουν να δικάσουν αγωγή για έξωση μισθωτή ακινήτου, ανδεν προσκομιστεί πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι δηλώθηκαν τα μισθώματα του ακινήτου κατά την τελευταία διετία πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.26Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

4. Οι Τράπεζες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και οι λοιποί οργανισμοί απαγορεύεται να χορηγούν στεγαστικά δάνεια για τα ακίνητα της περίπτωσης γ` της παρ. 1 του άρθρου 10 του Ν.2523/1997, αν δεν υποβληθεί η υπεύθυνη δήλωση ή το πιστοποιητικό, πουαναφέρεται στην παράγραφο 1. Το ένα αντίτυπο της υπεύθυνης δήλωσης οφείλουν να στέλνουν μέσα στον επόμενο μήνα από την παραλαβή στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγεται ο φορολογούμενος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.26Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

5. Οι συμβολαιογράφοι έχουν υποχρέωση να αρνηθούν τη σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων εξόφλησης τόκων ή κεφαλαίου δανείου ή οποιασδήποτε απαίτησης, γενικά, στην περίπτωση που ο οφειλέτης δεν τους προσκομίσει θεωρημένο από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας αντίγραφο της υπεύθυνης δήλωσης, που προβλέπεται από την παρ. 1 του άρθρου 80. Αντίγραφα των συμβολαίων εξόφλησης τόκων οφείλουν οι συμβολαιογράφοι να στέλνουν, μέσα στον επόμενο μήνα από τη σύνταξή τους, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του πιστωτή.

6. Προκειμένου να γίνει εξάλειψη υποθήκης ή προσημείωσης με βάση δικαστική απόφαση, ο αρμόδιος υποθηκοφύλακας, εφόσον διαπιστώσει ότι η εμπράγματος ασφάλεια αφορά απαίτηση έντοκη από σύμβαση, νόμο ή δικαστική απόφαση, οφείλει να αρνηθεί την εξάλειψη της σχετικής υποθήκης ή προσημείωσης με βάση τη δικαστική απόφαση, αν δεν του προσκομιστεί και βεβαίωση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, από την οποία να προκύπτει ότι υποβλήθηκε σε αυτόν αντίγραφο της πιο πάνω δικαστικής απόφασης.

7. Τράπεζες και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενεργούν εξαργύρωση μερισμάτων και τοκομεριδίων, υποχρεούνται να εξακριβώνουν την ταυτότητα και τη διεύθυνση της κατοικίας και επαγγελματικής εγκατάστασης του εξαργυρούντος και να τηρούν ακριβή σημείωση του ποσού των εξαργυρωθέντων μερισμάτων και τοκομεριδίων, καθώς και του ποσού και του είδους των μετοχών και ομολογιών που ανήκουν σε αυτούς.

Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

8 .Οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται στις συμβολαιογραφικές πράξεις που συντάσσουν για τιςπεριπτώσεις α` και β` της παραγράφου 1 του άρθρου 13, καθώς και για την υπεραξία του άρθρου33 να μνημονεύουν το κέρδος ή την ωφέλεια που προέκυψε από τη μεταβίβαση ή την εκχώρησητων περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται σε αυτές τις περιπτώσεις.

Ομοίως έχουν υποχρέωση να επισυνάπτουν στο συμβόλαιο εκχώρησης ή μεταβίβασης θεωρημένο αντίτυπο της δήλωσης απόδοσης του οικείου φόρου και να αναφέρουν ρητά στο κείμενο του συμβολαίου τα στοιχεία της σχετικής δήλωσης και του νόμιμου αποδεικτικού καταβολής του φόρου.

Αντίγραφα των συμβολαίων οφείλουν οι συμβολαιογράφοι να στέλνουν μέσα στον επόμενο μήνα από τη σύνταξή τους στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στην οποία υποβλήθηκε η δήλωση της παραγράφου 1 του άρθρου 13.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για κέρδη που προέκυψαν από ακίνητα που μεταβιβάστηκαν, σύμφωναμε το άρθρο 33, από 1.1.2013 έως τη δημοσίευση του παρόντος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρ.6Ν.2386/1996 (Α 43).,με την παρ.5 άρθρ.15 Ν.2459/1997,αντικαταστάθηκε πάλι με την περ.10.α ,β της υποπαρ. Δ.2 της παρ.Δ τουάρθρου πρώτου Ν.4152/2013,ΦΕΚ Α 107/9.5.2013.

9. Όσοι παραβαίνουν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τις παραγράφους1, 2, 4 έως 8, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν.2523/1997.Στο ίδιο πρόστιμο υπόκειται και ο υπόχρεος που θα υποβάλλει ψευδή υπεύθυνηδήλωση.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.26Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

10. Απαγορεύεται η σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων, καθώς και ηκαταχώριση συμβολαιογραφικού ή ιδιωτικού συμφωνητικού (συμφωνίας) για τημεταβίβαση της κυριότητας ολικά ή μερικά ή της σύστασης άλλου εμπράγματουδικαιώματος επί σκάφους αναψυχής ή αεροσκάφους ή ελικοπτέρου που αναφέρονταιστις περιπτώσεις β`, ε` και στ` της παρ. 1 του άρθρου 16, σε δημόσια βιβλίαή έγγραφα, καθώς και η θεώρηση των υπογραφών στις σχετικές δηλώσεις ήσυμφωνίες από οποιαδήποτε αρχή ή πρόσωπο έχει το δικαίωμα της θεώρησηςαυτής, καθώς και η έκδοση οποιουδήποτε δημόσιου εγγράφου, που να βεβαιώνειτη μεταβολή της κυριότητας ή τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επί τωνπαραπάνω περιουσιακών στοιχείων, αν δεν προσκομισθεί υπεύθυνη δήλωση τουφορολογουμένου εις διπλούν, ότι τα παραπάνω μεταβιβαζόμενα ή βαρυνόμεναπεριουσιακά στοιχεία έχουν περιληφθεί στη δήλωση που υπέβαλε ο υπόχρεος γιατη φορολογία του εισοδήματός του, που απέκτησε το αμέσως προηγούμενο τουέτους της μεταβίβασης ή της σύστασης εμπράγματου δικαιώματος στα παραπάνωπεριουσιακά στοιχεία.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.26Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ορίζεται το έγγραφοπου αναπληρώνει την υπεύθυνη δήλωση της προηγούμενης παραγράφου και γενικά ηδιαδικασία που θα ακολουθείται στην περίπτωση που η μεταβίβαση ή η σύστασηεμπράγματου δικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία αυτά γίνεται με βάση τονόμο ή δικαστική απόφαση ή αυτοσύμβαση ή αναγκαστικό (δημόσιο) πλειστηριασμόή ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν προσκομίζεται η υπεύθυνη δήλωση τωνπροηγούμενων παραγράφων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογήαυτού του άρθρου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.26Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

12. Το πρόσωπο, που κατ` εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφουχρησιμοποίησε άλλο έγγραφο αντί για την υπεύθυνη δήλωση της παραγράφου 1,έχει υποχρέωση μέσα σε ένα (1) μήνα από την καταχώριση στο νηολόγιο ή στομητρώο αεροσκαφών, των πράξεων μεταβίβασης ή σύστασης εμπράγματουδικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία αυτά υπέρ αυτού, να προσκομίσει στηδημόσια οικονομική υπηρεσία, που ήταν αρμόδια για την φορολογία του, σχετικήυπεύθυνη δήλωση για την εγγραφή, διαφορετικά του επιβάλλεται το πρόστιμο τουάρθρου 4 του Ν. 2523/1997.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.26Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

13. Σε όσους υποβάλλουν εκπροθέσμους δηλώσεις στις οποίες δηλώνουν δαπάνεςτων περιπτώσεων β`, ε` και στ`, της παραγράφου 1 του άρθρου 16 επιβάλλεταιτο πρόστιμο κατά το άρθρο 4 του Ν. 2523/1997, εφόσον σε έξι (6) μήνες απότην υποβολή της εκπρόθεσμης δήλωσης μεταβιβάσουν περιουσιακά στοιχεία τηςπαραγράφου 10.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.26Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

14. Μετά την παραλαβή της υπεύθυνης δήλωσης της παραγράφου 12 από τηνοικεία δημόσια οικονομική υπηρεσία, αν διαπιστωθεί ότι δεν έχει δηλωθεί, ανκαι υπήρχε υποχρέωση, η αντικειμενική δαπάνη των περιουσιακών στοιχείων πουαναφέρονται στην υπεύθυνη δήλωση, επιβάλλεται το πρόστιμο του άρθρου 4 τουΝ. 2523/1997.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.12 άρθρ.3 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

15. Όταν οι πωλήσεις αυτοκινήτων γίνονται από αντιπροσώπους, οισυμβολαιογράφοι υποχρεούνται να στέλνουν αντίγραφα των συμβολαίων πώλησηςκαι των σχετικών πληρεξουσίων στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία γιατη φορολογία των αντιπροσώπων. Όσοι παραβαίνουν την υποχρέωση αυτήνυπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 4 του ν. 2523/1997. Την ίδιαυποχρέωση υπέχουν οι συμβολαιογράφοι και για τις περιπτώσεις καταρτίσεωςσυμβολαιογραφικών πληρεξουσίων με σκοπό την πώληση αγροτεμαχίων και ακινήτωνγενικά.”

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.26Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004.

16. Δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τράπεζες, πιστωτικοί οργανισμοί, συνεταιρισμοί ή ενώσεις συνεταιρισμών και γενικά ενώσεις προσώπων υποχρεούνται να αρνηθούν την καταβολή των επιδοτήσεων ή αποζημιώσεων επί της γεωργικής παραγωγής της περίπτωσης β, της παραγράφου 1 και των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 2 του άρθρου 89, αν δεν προσκομιστεί το πιστοποιητικό ή δεν υποβληθεί η υπεύθυνη δήλωση, κατά περίπτωση, που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.25 άρθρ.6 Ν.2386/1996(Α 43).

17. Δημόσιες υπηρεσίες υποχρεούνται να αρνηθούν τη χορήγηση της άδειας των περιπτώσεων δ` της παραγράφου 1 και γ` της παραγράφου 2 του άρθρου 89, αν δεν προσκομιστεί το πιστοποιητικό ή δεν υποβληθεί η υπεύθυνη δήλωση, κατά περίπτωση, που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.25 άρθρ.6 Ν.2386/1996(Α 43).

18. Δημόσιες υπηρεσίες, δήμοι και κοινότητες του κράτους, το Ταμείο Λαϊκών Αγορών και κάθε άλλη αρμόδια αρχή υποχρεούνται να αρνηθούν τη χορήγηση της άδειας της περίπτωσης γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 89, αν δεν προσκομιστεί το πιστοποιητικό ή δεν υποβληθεί η υπεύθυνη δήλωση, κατά περίπτωση, που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.25 άρθρ.6 Ν.2386/1996(Α 43).

19 Οι διατάξεις του άρθρου 87 εφαρμόζονται ανάλογα.

Σημ.: όπως ανααριθμήθηκε  με την παρ.25 άρθρ.6 Ν.2386/1996(Α 43).

Άρθρο 82
Λοιπές υποχρεώσεις φορολογουμένων, υπηρεσιών, νομικών προσώπων και οργανώσεων γενικά
Σημ.: όπως ο τίτλος του άρθρου 82, τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.17Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58, αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 8 παρ.7 Ν.4110/2013, ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

1. Οι αρμόδιες υπηρεσίες για την έκδοση οικοδομικών αδειών υποχρεούνται να στέλνουν αντίγραφα των αδειών που εκδίδονται από αυτές στην αρμόδια για τη φορολογία του ιδιοκτήτη της οικοδομής δημόσια οικονομική υπηρεσία, στο τέλος κάθε τριμήνου για τις άδειες που εκδόθηκαν μέσα στο τρίμηνο αυτό.

2. Οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1Β του ν.2362/1995, οι δικαστικές αρχές, οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί καιλοιποί φορείς του Δημοσίου, οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, τα επιμελητήρια, οι συμβολαιογράφοι, οι υποθηκοφύλακες, οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων, οι οικονομικοί ή κοινωνικοί ή επαγγελματικοί φορείς ή οργανώσεις, τα πιστωτικά ιδρύματα, οι εταιρείες παροχής πιστώσεων, οι εταιρείες μεσολάβησης στη μεταφορά κεφαλαίων, τα ιδρύματα πληρωμών, τα χρηματοδοτικά ιδρύματα και τα ελληνικά ταχυδρομεία, οι συνεταιρισμοί και οι ενώσεις αυτών, οι ενώσεις προσώπων, καθώς και κάθε άλλος επαγγελματικός φορέας ή οργάνωση, υποχρεούνται να υποβάλλουν ηλεκτρονικά στοΥπουργείο Οικονομικών κάθε στοιχείο και πληροφορία οικονομικού και φορολογικού ενδιαφέροντος που τους ζητείται, όπως αμοιβές, αποζημιώσεις,οικονομικές ενισχύσεις, επιδοτήσεις, απαιτήσεις από δικαστικές διεκδικήσεις,στοιχεία για την παροχή αδειών άσκησης επαγγέλματος, στοιχεία λογαριασμώνενεργών ή μη, που άνοιξαν ή χρησιμοποιούνται ή έκλεισαν, στοιχεία για μεταφορές πίστωσης, εμβάσματα, άμεσες χρεώσεις, τραπεζικές επιταγές,εισπράξεις μέσω πιστωτικών καρτών, καθώς και δάνεια προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, κατ` εξαίρεση των διατάξεων για το επαγγελματικό και τραπεζικό απόρρητο, καθώς και στοιχεία και πληροφορίες για ακίνητη και κινητή περιουσία, ιδίως ακίνητα, αυτοκίνητα, αεροσκάφη, πλοία ή σκάφη αναψυχής καιλοιπά περιουσιακά στοιχεία, καθώς και κάθε άλλου στοιχείου αναγκαίου στιςδιαδικασίες βεβαίωσης και είσπραξης του φόρου, καθώς και στις διαδικασίες τουελέγχου και των διασταυρώσεων. Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για τουςσκοπούς της διάταξης αυτής δεν προϋποθέτει ενημέρωση και συγκατάθεση τουφυσικού προσώπου του οποίου τα δεδομένα διαβιβάζονται, ούτε άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το είδος των υποβαλλόμενων στοιχείων και πληροφοριών, οι μορφότυποι ανταλλαγής τους, ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής τους και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρ.17Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58 και το άρθρο 21 παρ.9 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 32 παρ.3 Ν.3986/2011,ΦΕΚ Α 152/1.7.2011.

3. Στα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τιςδιατάξεις των παραγράφων 1 και 2 ή δηλώνουν ανακριβή στοιχεία, επιβάλλονταιοι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 τουν. 2523/1997.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 22 παρ.10 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

4. Οργανώσεις, σύλλογοι, σωματεία, ιδρύματα, οργανισμοί κ.λπ., όταν πραγματοποιούν χορούς, συγκεντρώσεις, δεξιώσεις υποχρεούνται να υποβάλλουν στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία, που υπάγεται το κέντρο διασκέδασης ή το ξενοδοχείο, αίτηση στην οποία επισυνάπτεται το συμφωνητικό με το κέντρο ή το ξενοδοχείο και αναφέρεται ο σκοπός της εκδήλωσης, η επιβάρυνση κατά άτομο και ο αριθμός των προσκλήσεων που θα εκδοθούν. Μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την πραγματοποίηση του χορού ή τής συγκέντρωσης ή της δεξίωσης οι παραπάνω φορείς υποχρεούνται να προσκομίσουν στην ανωτέρω δημόσια οικονομική υπηρεσία φωτοτυπία του τιμολογίου του κέντρου διασκέδασης ή του ξενοδοχείου. Σε περίπτωση που δεν τηρηθεί η παραπάνω διαδικασία, επιβάλλεται,με πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, στον υπόχρεο πρόστιμο πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Το πρόστιμο αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5.Νόμιμοι ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία, που είναι εγγεγραμμένοι στο δημόσιο μητρώο του ν.3693/2008 (Α` 174) και διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σε ανώνυμες εταιρείες, εταιρείεςπεριορισμένης ευθύνης, καθώς και σε υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων, υποχρεούνταιστην έκδοση ετήσιου πιστοποιητικού.

Το πιστοποιητικό αυτόεκδίδεται μετά από έλεγχο που διενεργείται, παράλληλα με τον έλεγχο τηςοικονομικής διαχείρισης, ως προς την εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων σεφορολογικά αντικείμενα. Φορολογικές παραβάσεις, καθώς και μη απόδοση ήανακριβής απόδοση φόρων που διαπιστώνονται από τα τηρούμενα βιβλία καιστοιχεία, κατά τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου, αναφέρονταιαναλυτικά στο πιστοποιητικό αυτό. Αν το πιστοποιητικό δεν περιλαμβάνειπαρατηρήσεις και διαπιστώσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, δενδιενεργείται τακτικός φορολογικός έλεγχος, επιφυλασσομένων των διατάξεων τουάρθρου 80 του ν. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α`). Αν από το πιστοποιητικό προκύπτουνσυγκεκριμένα φορολογικά δεδομένα για την ελεγχθείσα εταιρεία με τα οποίασυμφωνεί και η αρμόδια ελεγκτική φορολογική αρχή, το εν λόγω πιστοποιητικόαποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των εκθέσεων ελέγχου της ως άνω αρχής. Τα πιοπάνω πρόσωπα διώκονται και τιμωρούνται για κάθε παράλειψη των υποχρεώσεωντους σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3693/2008.

Στις ανώνυμες εταιρίες και στις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης του πρώτου εδαφίου τηςπαρούσας παραγράφου, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί φορολογικό πιστοποιητικό σύμφωνα με όσαορίζονται ανωτέρω, διενεργείται κατά προτεραιότητα φορολογικός έλεγχος από την αρμόδιαφορολογική αρχή και επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση πρόστιμο από 10.000 ευρώ έως 100.000ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2523/1997 ανάλογα με ταακαθάριστα έσοδα που έχουν πραγματοποιήσει κατά την ελεγχόμενη διαχειριστική περίοδο.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 22 παρ.10β Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011, και με τηνπαράγραφο 15 άρθρου 14 Ν.4038/2012,ΦΕΚ Α 14/2.2.2012 και με το άρθρο 8 παρ.8 Ν.4110/2013, ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

6. Κρατικές υπηρεσίες ή κρατικοί φορείς, αρμόδιοι για την έγκριση και καταβολή επιδοτήσεων ή αποζημιώσεων σε δικαιούχους, αναγράφουν υποχρεωτικά στις εγκριτικές ή διαπιστωτικές πράξεις που συντάσσουν, εκτός των λοιπών στοιχείων των δικαιούχων, και τον αριθμό φορολογικού μητρώου και την αρμόδια για τη φορολογία του δικαιούχου Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).

Αντίγραφα των πράξεων αυτών ή άλλα στοιχεία, αναγκαία για τις ελεγκτικές επαληθεύσεις, διαβιβάζονται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες.

7. Για κάθε σύμβαση μίσθωσης εργασίας ή έργου μεταξύ τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης αναψυκτηρίων ή συναυλιών και οποιουδήποτε αντισυμβαλλομένου, για την άσκηση του επαγγέλματός του καταρτίζεται συμφωνητικό, το οποίο κατατίθεται από τον αντισυμβαλλόμενο του τραγουδιστή μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη σύνταξή του, στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του. Το συμφωνητικό αυτό υποβάλλεται σε τρία (3) αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιστρέφεται θεωρημένο σε αυτόν που τα προσκόμισε και το άλλο διαβιβάζεται στον προϊστάμενο της αρμόδιας για τη φορολογία του τραγουδιστή δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Στο συμφωνητικό αυτό πρέπει να αναγράφονται ο χρόνος έναρξης και η διάρκεια της σύμβασης, ο αριθμός των εμφανίσεων του τραγουδιστή και το ποσό αμοιβής του. Σε κάθε κέντρο διασκέδασης τηρείται από τον εκμεταλλευτή του ιδιαίτερος φάκελος με τα συμφωνητικά που έχουν καταρτιστεί με τους τραγουδιστές που απασχολούνται στο κέντρο και τίθεται κάθε φορά στη διάθεση του φορολογικού ελέγχου. Αν δεν τηρηθεί η παραπάνω διαδικασία ή τα στοιχεία που δηλώνονται είναι ανακριβή, επιβάλλεται με πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στον υπόχρεο πρόστιμο για κάθε παράβαση διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών μέχρι οκτακόσιες χιλιάδες (800.000) δραχμές. Επίσης, αν δεν κατατεθεί το παραπάνω συμφωνητικό στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία, η αμοιβή που καταβλήθηκε στον τραγουδιστή δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα του αντισυμβαλλομένου. Σε περίπτωση υπογραφής αντεγγράφου, από το οποίο προκύπτει ότι συμφωνήθηκε ή καταβλήθηκε ποσό αμοιβής ή μισθού στον τραγουδιστή διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο συμφωνητικό που κατατέθηκε στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο, επιβάλλεται σε κάθε αντισυμβαλλόμενο πρόστιμο ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) της διαφοράς μεταξύ του ποσού της αμοιβής ή μισθού που αναγράφεται στο αντέγγραφο και του ποσού της αμοιβής ή μισθού που αναγράφεται στο συμφωνητικό που υποβλήθηκε στη δημόσια οικονομική υπηρεσία. Το αντέγγραφο ως προς τις μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις είναι ανίσχυρο και δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα. Εισόδημα για τον τραγουδιστή θεωρείται το μεγαλύτερο από τα ποσά που αναγράφονται στο συμφωνητικό και στο αντέγγραφο. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και για τα συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ αμειβομένου αθλητή γενικά ή προπονητή και οποιουδήποτε τρίτου, καθώς και για τις αμοιβές ή μισθούς που καταβάλλονται στα πρόσωπα αυτά. Για τα Πρόστιμα που προβλέπονται από την παράγραφο αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 87.

Συμφωνητικά, τα οποία έχουν υπογραφεί πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου και εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δημοσίευσή της, κατατίθενται με τη διαδικασία της ίδιας παραγράφου στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.9 άρθρ.4 Ν.2390/1996 (Α 54), και αναριθμήθηκε με την παρ.5 άρθρ.17 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

8.α) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από γνώμητης ΕΛΤΕ, καθορίζονται τα συγκεκριμένα επί μέρους φορολογικά αντικείμενα τουελέγχου αυτού, το ειδικότερο περιεχόμενο του πιστοποιητικού που εκδίδεται, οτρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία υποβολής του και κάθε άλλο σχετικό θέμα.Πέραν της εφαρμογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5, στους νόμιμουςελεγκτές και στα ελεγκτικά γραφεία που παραβαίνουν τις διατάξεις τηςπαραγράφου 5 και της κανονιστικής απόφασης που προβλέπεται στο προηγούμενοεδάφιο επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο4 του άρθρου 4 του ν. 2523/1997.

β) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται το είδος τωνυποβαλλόμενων στοιχείων και πληροφοριών, ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής τουςκαι κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου.

Μέχρι την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων ισχύει η ΑΥΟ ΠΟΛ. 1159/ 22.7.2011.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.5 άρθρ.17 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58, τροποποιήθηκε με το άρθρο 22 παρ.10γ Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 και με το άρθρο 8 παρ.9 Ν.4110/2013, ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

9. Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ Α.Ε.”υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Οικονομικών μέχρι το τέλος του μηνόςΦεβρουαρίου κάθε έτους τα φυσικά και νομικά πρόσωπα προς τα οποίαδιανεμήθηκαν μερίσματα κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος από εταιρείες μεμετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών, τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώουτους, τον αριθμό μερίδας στο Σύστημα Αυλών Τίτλων, τη Δ.Ο.Υ. στην οποίαυπάγονται, καθώς και τα στοιχεία της εταιρείας που διένειμε το μέρισμα, τούψος αυτού και το ποσό του φόρου που αναλογεί.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.15Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

Άρθρο 83
Υποχρεώσεις εκείνων που ενεργούν παρακράτηση φόρων

1. Αν ο φόρος παρακρατείται από τρίτα πρόσωπα, τα οποία έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν δήλωση αντί του πραγματικού φορολογουμένου, τα πρόσωπα αυτά έχουν και όλες τις ευθύνες που απορρέουν από αυτό το νόμο.

2. `Όσοι παρακρατούν φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, έχουν υποχρέωση να χορηγούν σε αυτούς από τους οποίους έγινε η παρακράτηση, βεβαίωση, στην οποία αναγράφουν το φορολογούμενο εισόδημα και το φόρο που παρακρατήθηκε. Ίδια υποχρέωση υπάρχει και στις περιπτώσεις που δεν προκύπτει φόρος για παρακράτηση. Η βεβαίωση αυτή χορηγείται στους δικαιούχους μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου του οικείου οικονομικού έτους.

Ειδικά για τις διαχειριστικές χρήσεις 2012 έως και 2014 στην ίδια βεβαίωση αναγράφονται και ταπαρακρατούμενα ποσά της παραγράφου 6 του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 (Α` 152).

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2άρθρου 42 Ν.4024/2011,ΦΕΚ Α 226/27.10.2011.

3. Αν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, ο υπόχρεος χορηγεί μία μόνο βεβαίωση σε κάθε δικαιούχο, στην οποία αναγράφει τις κάθε είδους αποδοχές, τόσο από τακτικές, όσο και από πρόσθετες αμοιβές, φορολογούμενες ή απαλλασσόμενες.Αν πρόκειται για εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, ο υπόχρεος χορηγείμίαμόνο βεβαίωση σε κάθε δικαιούχο στην οποία αναγράφει το σύνολο των αμοιβών.Αν πρόκειται για Εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, ο υπόχρεος χορηγεί μίαμόνο βεβαίωση σε κάθε δικαιούχο, στην οποία αναγράφει το σύνολο τουεισοδήματος από εμπορικές επιχειρήσεις. Τα πλήρη στοιχεία που περιλαμβάνονταιστις βεβαιώσεις αποδοχών, υποβάλλονται στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιαςοικονομικής υπηρεσίας, μαζί με την ετήσια οριστική δήλωση μισθωτών υπηρεσιών,οριστική δήλωση ελευθέριων επαγγελμάτων, καθώς και οριστική δήλωση απόεμπορικές επιχειρήσεις κατά περίπτωση. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικώνκαθορίζονται κατηγορίες υπόχρεων, για τους οποίους οι πιο πάνω πληροφορίεςυποβάλλονται στον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μετη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών μεθόδων και δικτυακών υποδομών ή σε μαγνητικάμέσα κατά περίπτωση.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.6 άρθρ.17 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

4. Ο υπόχρεος σε παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 13. οφείλει, εφόσον η εκχώρηση του δικαιώματος ή του εταιρικού μεριδίου ή ολόκληρης της επιχείρησης γίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, να επισυνάπτει αντίγραφο τούτου στη δήλωση καταβολής του φόρου. Στο ιδιωτικό έγγραφο πρέπει απαραιτήτως να αναγράφεται το κέρδος ή η ωφέλεια που προέκυπτει από την εκχώρηση του δικαιώματος ή του εταιρικού μεριδίου ή ολόκληρης της επιχείρησης.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.3 άρθρ.6Ν.2386/1996 (Α 43).

5. `Όσοι αρνούνται να χορηγήσουν τις βεβαιώσεις που ορίζονται από το άρθρο αυτό ή τις χορηγούν εκπρόθεσμα, καθώς και αυτοί που χορηγούν αναληθή βεβαίωση ή αναγράφουν τις συνολικές αποδοχές σε περισσότερες βεβαιώσεις, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται στο άρθρο 87.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.6Ν.2386/1996 (Α 43).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ – ΑΠΟΡΡΗΤΟ

Άρθρο 84
Παραγραφή

1. Η κοινοποίηση φύλλου ελέγχου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 89, δεν μπορεί να γίνει μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Το δικαίωμα του Δημοσίου για Επιβολή του φόρου παραγράφεται μετά την πάροδο της πενταετίας.

2. Κατ’ εξαίρεση, η Βεβαίωση του φόρου μπορεί να γίνει και μετά την πάροδο πενταετίας, αν η εγγραφή στο όνομα της ομόρρυθμης, ετερόρρυθμης εταιρίας, κοινοπραξίας, κοινωνίας και αστικής εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο 64, έγινε οριστική μετά την πάροδο αυτής, όχι όμως και πέρα από έξι (6) μήνες από την κοινοποίηση στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου ή από την οριστικοποίηση της εγγραφής με Διοικητική επίλυση της διαφοράς ή λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής.

3. Εξαιρετικώς, επίσης, δύναται να κοινοποιηθεί φύλλο ελέγχου και μετά την πάροδο της πενταετίας:

α) Αν το φύλλο ελέγχου που κοινοποιήθηκε εντός της πενταετίας ακυρωθεί μετά την πάροδο αυτής, γιατί ο φορολογούμενος δεν έλαβε γνώση αυτού.

β) Αν εντός της πενταετίας κοινοποιήθηκε το φύλλο ελέγχου σε πρόσωπο, που δεν έχει φορολογική υποχρέωση, συνολικά ή μερικά.

γ) Αν η έκδοση του φύλλου ελέγχου έγινε από αναρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία ή έγινε για οικονομικό έτος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο υπάγεται το φορολογητέο εισόδημα.

δ) Αν το φύλλο ελέγχου που εκδόθηκε εμπρόθεσμα ακυρωθεί μετά την πάροδο αυτής.

4. Το δικαίωμα του Δημοσίου για την ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής και την επιβολή φόρων, πρόσθετων φόρων, για φορολογικές παραβάσεις, παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαετίας, εφόσον η μη ενάσκησή του, έστω και κατά ένα μέρος, οφείλεται:

α) Στην από πρόθεση πράξη ή παράλειψη του φορολογουμένου με τη σύμπραξη του αρμόδιου φορολογικού οργάνου.

β) Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 τουάρθρου 68, ανεξάρτητα από το εάν έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί ή όχι, αρχικόφύλλο ελέγχου.`Όταν τα συμπληρωματικά στοιχεία περιέρχονται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας το τελευταίο έτος της Παραγραφής, ο χρόνος αυτής παρατείνεται για ένα ακόμη ημερολογιακό έτος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρ.13 παρ.6Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

5. Αν δεν υποβληθεί δήλωση φορολογίας εισοδήματος ή δήλωση απόδοσης παρακρατούμενων φόρων ή δήλωση φόρου εισοδήματος του άρθρου 64, το δικαίωμα του Δημοσίου να κοινοποιήσει το φύλλο ελέγχου ή την πράξη καταλογισμού φόρου του άρθρου 64, παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαπέντε (15) ετών από τη λήξη της προθεσμίας για την επίδοση της δήλωσης.

Σε περίπτωση υποβολής των πιο πάνω δηλώσεων κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους πριν από την ημερομηνία λήξης του χρόνου Παραγραφής, το δικαίωμα του Δημοσίου για την κοινοποίηση φύλλου ελέγχου παραγράφεται μετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της δήλωσης.

6. Αν το φύλλο ελέγχου ακυρωθεί για τυπικούς λόγους με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, η οποία κοινοποιείται στον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας το τελευταίο έτος της Παραγραφής του ή μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της Παραγραφής, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μπορεί να εκδώσει και να κοινοποιήσει νέο φύλλο ελέγχου μέσα σε ένα (1) έτος από την κοινοποίηση της απόφασης.

7. Η κατά του Δημοσίου απαίτηση προς επιστροφή φόρου παραγράφεται μετά τρία(3) έτη από την ημερομηνία της εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης ή ανυποβληθεί εκπρόθεσμα η δήλωση, μετά τρία (3) έτη από την ημερομηνία που ηδήλωση αυτή όφειλε να είχε υποβληθεί. Αν υποβληθεί ανακλητική δήλωση ή δήλωσημε επιφύλαξη, η αξίωση για την επιστροφή του φόρου παραγράφεται μετά τρία (3)έτη από την ημέρα της με οποιονδήποτε τρόπο αποδοχής της.

Η αξίωση για επιστροφή φόρου βάσει υποβληθείσας εμπρόθεσμης δήλωσηςαναβιώνει από την κοινοποίηση φύλλου ή πράξης ελέγχου.

Ως προς τα λοιπά θέματα της Παραγραφής εφαρμόζονται οι διατάξεις τουδημοσίου λογιστικού (ν.2362/1995), όπως εκάστοτε ισχύουν.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.15 άρθρου 8Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010.

Άρθρο 85
Φορολογικό απόρρητο

1. Οι δηλώσεις φόρου του παρόντος χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για φορολογικούς σκοπούς και δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίησή τους για δίωξη εκείνου που υπέβαλε τη δήλωση ή του προσώπου από το οποίο αυτός απέκτησε το εισόδημα, για παράβαση των κειμένων διατάξεων.

2. Οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση με τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από το φορολογούμενο στον οποίο αφορούν αυτά.

3. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας συντάσσει κάθε έτος, με βάση τις δηλώσεις που του επιδίδονται, κατάλογο φορολογουμένων, ο οποίος περιέχει το ονοματεπώνυμο ή την επωνυμία, τον τίτλο και τα λοιπά στοιχεία τους, το καθαρό εισόδημα από τις κατηγορίες Δ και Ζ, το συνολικό καθαρό εισόδημα το οποίο υπόκειται σε φορολογία. καθώς και το φόρο που αναλογεί σε αυτό. Ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των δηλώσεων και συμπληρώνεται με τα αντίστοιχα στοιχεία της οριστικοποίησης της εγγραφής του υποχρέου. Τοποθετείται σε πρόσφορη θέση στο κατάστημα της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και των δήμων ή κοινοτήτων όπου εδρεύει δημόσια οικονομική υπηρεσία, ώστε να μπορεί να λαμβάνει γνώση αυτού οποιοσδήποτε. Επιτρέπεται η έκδοση καταλόγων των φορολογουμένων όλης της χώρας, καθώς και η δημοσίευσή τους στις εφημερίδες.

Ο κατάλογος είναι διαθέσιμος στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής ΓραμματείαςΠληροφοριακών Συστημάτων. Η πρόσβαση στον κατάλογο γίνεται κατόπινταυτοποίησης του χρήστη και περιορίζεται με βάση συγκεκριμένα ποσοτικά καιποιοτικά κριτήρια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται όλες οιαναγκαίες λεπτομέρειες για την πρόσβαση στον κατάλογο αυτόν.

Επιτρέπεται να γίνεται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτωντου Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών η προεκτύπωση στις ετήσιεςδηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων των ποσών του καθαρούεισοδήματοςμισθωτών υπηρεσιών και του αναλογούντος και παρακρατηθέντος φόρου επί αυτών,καθώς και των λοιπών διαθέσιμων στοιχείων του υποχρέου, της συζύγου του καιτων προσώπων που τους βαρύνουν.Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν για δηλώσεις φορολογίαςεισοδήματος οικονομικού έτους 2006 και μετά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 6 του Ν.3470/2006 (ΦΕΚ Α 132/2006) και με την παρ.20 άρθρου 8Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010

4. Τα στοιχεία που αναφέρονται στους καταλόγους των φορολογουμένων δεν αποτελούν απόρρητο και ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται να χορηγεί, ύστερα από αίτηση, βεβαίωση για τα στοιχεία αυτά σε οποιονδήποτε τρίτο ο οποίος έχει έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει.

5. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, αποκλειστικά και μόνο:

α) Η χορήγηση στοιχείων στις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και στους ορκωτούς εκτιμητές για την άσκηση των καθηκόντων τους, καθώς και στις περιπτώσεις που ορίζονται από το άρθρο 1445 του Αστικού Κώδικα.

Επίσης, χορηγείται αντίγραφο της κοινής φορολογικής δήλωσης και τουεκκαθαριστικού σημειώματος στους συζύγους που βρίσκονται σε διάσταση ήδιάζευξη. Ειδικά επί συνιδιοκτησίας ακινήτου, χορηγούνται από το φάκελο τουσυνιδιοκτήτη που το εκμίσθωσε μονομερώς, αντίγραφο μισθωτηρίου συμβολαίου καιλοιπά στοιχεία που αφορούν το κοινό ακίνητο, στους λοιπούς συνιδιοκτήτες, γιαδιεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους στο δικαστήριο και δήλωση τωνεισοδημάτων τους από το ακίνητο αυτό.

β) Η χορήγηση σε ειδικά εξουσιοδοτημένουςυπαλλήλους του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο ΑσφάλισηςΜισθωτών (ΙΚΑ – ΕΤΑΜ) στοιχείων που περιέχονται στη δήλωση φορολογίαςεισοδήματος καιστα συμπληρωματικά στοιχεία που συνυποβάλλονται με αυτήν, στην ΟριστικήΔήλωση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών, στην οριστική δήλωση ελεύθερων επαγγελμάτων, στην οριστική δήλωση από εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς και τασυνυποβαλλόμενα έντυπα ή καταστάσεις, στη δήλωση ακινήτων και αφορούν πάσηςφύσεως περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτήν ή συνυποβάλλονταιμε αυτήν, τα πλήρη στοιχεία που περιλαμβάνονται στις βεβαιώσεις αποδοχών,καθώςκαι στοιχείων από το φάκελο του εργοδότη για την εξακρίβωση των μισθών καιημερομισθίων που αυτός κατέβαλε στο προσωπικό που απασχολεί

γ) Σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης να λαμβάνουν τα αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες για την επιβολή φόρων, τελών, δικαιωμάτων ή εισφορών τους ή για τον έλεγχο των δηλώσεων των επιβαρύνσεων αυτών.

δ) Σε δίκες για διαφορές από εμπορικές μισθώσεις ακινήτων η χορήγηση στους ενδιαφερομένους για χρήση στο δικαστήριο αντιγράφων των μισθωτηρίων συμβολαίων, καθώς και βεβαιώσεων για το καταβαλλόμενο μίσθωμα οποιουδήποτε ακινήτου. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας δικαιούται να ζητήσει υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, στην οποία ο αιτών θα δηλώνει ότι τα χορηγούμενα στοιχεία θαχρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο για δίκες του προηγούμενου εδαφίου.

ε) Η χορήγησηστοιχείων σε δημόσιεςυπηρεσίες, νομικάπρόσωπαδημοσίουδικαίου και οργανισμούς που έχουναρμοδιότητα διαχείρισης,παρακολούθησης ήελέγχου τωνπάσηςφύσεωςχρηματοδοτήσεων,ενισχύσεωνήεπιδοτήσεων πουκαταβάλλονται σεφυσικά ήνομικά πρόσωπακαιφορείς καιπροέρχονται απόεθνικούς ήκοινοτικούς πόρους,γιατην άσκησηαποκλειστικάτωνπαραπάνωαρμοδιοτήτων τους.

ζ) Σε ειδικά εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους των φορέων κύριας ασφάλισηςελευθέρων επαγγελματιών και ανεξάρτητα απασχολουμένων να λαμβάνοντααναγκαία στοιχεία και πληροφορίες από τους φακέλους που τηρούνται στιςδημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για τα εισοδήματα φορολογουμένων,ασφαλισμένων ή ασφαλιστέων στους εν λόγω φορείς, με σκοπό τη διευκόλυνση τουέργου των οργανισμών αυτών στην είσπραξη των νομοθετημένων πόρων τους, καθώςκαι στον έλεγχο της νομιμότητας της χορήγησης των παροχών τους.

στ) Η χορήγηση των στοιχείων του Υποσυστήματος Μητρώου Φορολογουμένων καιτου Αρχείου Οχημάτων σε δημόσιες υπηρεσίες και ασφαλιστικά ταμεία πουαποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, από τη Γενική ΓραμματείαΠληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, με τηνυποχρέωση χρησιμοποίησης αυτών αποκλειστικά για τις υπηρεσιακές τουςανάγκες.

η) Η χορήγηση σε επιτηδευματίες του ΑΦΜ, του αντικειμένου εργασιών και τηςεπαγγελματικής εγκατάστασης άλλων επιτηδευματιών χωρίς να υπάρχει έννομοσυμφέρον.

θ)Η χορήγηση στοιχείων στα Γραφεία και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου τουΚράτους, καθώς και στους δικηγόρους του Δημοσίου για την υποστήριξη τωνδικαιωμάτων του Δημοσίου ή απόκρουση των κατ` αυτού αξιώσεων τρίτων ενώπιοντων δικαστηρίων.

ι) Η χορήγηση σε τρίτο, ή σε πρόσωπα ειδικά εξουσιοδοτημένα από αυτόν,στον οποίο ανατίθεται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία η μελέτη για τηβελτίωση του φορολογικού συστήματος, καθώς και η εφαρμογή των προτάσεων,στοιχείων από τους φακέλους των φορολογουμένων που τηρούνται στις ΔΟΥ. Οιδιατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και όταν στον τρίτοανατίθεται η συλλογή στοιχείων για συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογουμένων,με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α`).

ια) Η χορήγηση στοιχείων σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 39 και 39Α σε ειδικάεξουσιοδοτημένους υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών,Μεταφορών και Δικτύων, για λόγους διεξαγωγής ερευνών αγοράς.

ιβ) η χορήγηση στοιχείων σε δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημοσίουδικαίου, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και σε δημόσιεςεπιχειρήσεις που υπάγονται στο Κεφάλαιο Α` ή Β` του ν. 3329/2005 (ΦΕΚ 314Α`), εφόσον το Δημόσιο στην περίπτωση αυτή συμμετέχει σε ποσοστό άνω του 50%του μετοχικού τους κεφαλαίου, και μόνο για την ταυτοποίηση φορολογουμένων ήδιασταύρωση ή επαλήθευση της, η οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεσηκαθηκόντων ή την άσκηση αρμοδιοτήτων ή την παροχή υπηρεσιών που ορίζει ονόμος.

ιγ) Στους Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων να λαμβάνουν από τις ΔημόσιεςΟικονομικές Υπηρεσίες πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση φορολογίαςεισοδήματος και στα συμπληρωματικά στοιχεία που συνυποβάλλονται με αυτήν,στην Οριστική Δήλωση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών, στην οριστική δήλωσηελεύθερων επαγγελμάτων, στην οριστική δήλωση από εμπορικές επιχειρήσεις,καθώς και τα συνυποβαλλόμενα έντυπα ή καταστάσεις, στη δήλωση ακινήτων καιλοιπών περιουσιακών στοιχείων των εργοδοτών και αφορούν πάσης φύσεωςπεριουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτήν ή συνυποβάλλονται μεαυτήν, καθώς και τα πλήρη στοιχεία που περιλαμβάνονται στις βεβαιώσειςαποδοχών.

ιδ) η χορήγηση στοιχείων σε δημόσιες υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα δημοσίουδικαίου από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων για επαλήθευση τουπεριεχομένου δικαιολογητικών που προσκομίζουν οι φορολογούμενοι.

ιε)η χορήγηση στοιχείων σε αναδόχους του Υπουργείου Οικονομικών ή όσουςεκτελούν βάσει συμβάσεως συγκεκριμένο έργο προς όφελος του Δημοσίου.

ιστ) Η χορήγηση στοιχείων κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας του άρθρου 25 παρ. 4 εδάφιο β`του ν. 1756/ 1988, η οποία περιλαμβάνει αιτιολόγηση του παραγγέλλοντος εισαγγελικούλειτουργού περί μη συνδρομής φορολογικού απορρήτου.

Σημ.: όπως υπέστη τις παρακάτω τροποποιήσεις :

με την παρ.6 άρθρ.32Ν.2648/1998 Α 238/22.10.1998.

με την παρ.5 άρθρ.16 Ν.3232/2004,ΦΕΚ Α 48/12.2.2004

με την παρ.12,13 άρθρ.5 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004.

με το άρθρο 46 παρ.1 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004

με το άρθρο 3 Ν.3775/2009,ΦΕΚ Α 122/21.7.2009

με το άρθρο 39 Ν.3775/2009,ΦΕΚ Α 122,

με το άρθρο 3 παρ.3 Ν.3763/2009,ΦΕΚ Α 80,

με το άρθρο 13 παρ.13Ν.3790/2009,ΦΕΚ Α 143/7.8.2009.

με την παρ.12 άρθρου 8Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010.

με την παράγραφο 3 άρθρου 30 Ν.3996/2011,ΦΕΚ Α 170/5.8.2011.

με το άρθρο 17 παρ.3 .3996/2011,ΦΕΚ Α 170/5.8.2011.

με το άρθρο 22 παρ.11 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

με το άρθρο 18 παρ.8α Ν.4002/2011,ΦΕΚ Α 180/22.8.2011

με το άρθρο 8 παρ.10 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

με το άρθρο 11 παρ.20 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

 

6. Χωρίς έγκριση του Υπουργού Οικονομικών, καμία άλλη, πλην του προϊσταμένου της δημόσιαςοικονομικής υπηρεσίας και των άλλων συναρμόδιων αρχών που εξομοιώνονται με αυτόν, δημόσιααρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμός δεν δικαιούται να λαμβάνει γνώση τωνβιβλίων και στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών(Κ.Φ.Α.Σ.), εκτός εάν αυτό επιτρέπεται από ειδική διάταξη νόμου.Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται, χωρίς έγκριση του Υπουργού Οικονομικών, να έχουν πρόσβαση και ναλαμβάνουν γνώση του σχετικού περιεχομένου των βιβλίων και στοιχείων που ορίζονται από τονΚώδικα αυτόν, οι διοικητικές και δικαστικές αρχές, εφόσον το κρίνουν αναγκαίο, με αιτιολογημένηπράξη τους, καθώς και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισηςγια διεκδίκηση πόρων, ασφαλιστικών εισφορών ή άλλων έννομων δικαιωμάτων τους.Σε καμία, όμως περίπτωση δεν επιτρέπεται στις αρχές αυτές να αφαιρούν ή να κατάσχουν τα πιοπάνω βιβλία και στοιχεία.

Σημ.: όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.11 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

7. Η παραβίαση του φορολογικού απορρήτου του άρθρου αυτού συνιστά πειθαρχικό αδίκημα που τιμωρείται κατά τις οικείες διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου και ποινικό αδίκημα που τιμωρείται κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για παράβαση καθήκοντος.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 παρ.11 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

8. Τις ευθύνες της προηγούμενης παραγράφου έχουν και τα πρόσωπα, που είναι υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία νόμιμα λαμβάνουν γνώση φορολογικών απορρήτων και χρησιμοποιούν αυτά για σκοπό διάφορο εκείνου που ο νόμος επιτρέπει ή τα ανακοινώνουν με κάθε τρόπο, άμεσο ή έμμεσο, σε τρίτους. Τα λοιπά πρόσωπα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι έξι (6) μήνες μετά από έγκληση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή του αρμόδιου επιθεωρητή προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η δημόσια οικονομική υπηρεσία και με πρόστιμο πουορίζεται στο άρθρο 87, το οποίο επιβάλλεται με πράξη του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μετά την τελεσιδικία της απόφασης τον ποινικού δικαστηρίου.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 παρ.11 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

9. Όσοι με οποιαδήποτε ιδιότητα συμπράττουν στην εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος και από το λόγο αυτό λαμβάνουν γνώση των τραπεζικών ή άλλων συναλλαγών, υποχρεούνται να τηρούν το απόρρητο των συναλλαγών τούτων, υποκείμενοι σε αντίθετη περίπτωση στις ποινές και τα Πρόστιμα των παραγράφων 6 και 7.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 παρ.11 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

10. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται για όλη τη χώρα ή για ορισμένες μόνο περιφέρειες, ανάλογα με τον πληθυσμό, το ύψος του εισοδήματος πάνω από το οποίο, οι φορολογούμενοι που το αποκτούν, θα περιλαμβάνονται στους καταλόγους των φορολογουμένων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 3.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 παρ.11 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

Μέρος Έκτο
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ – ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Άρθρο 86
Πρόσθετοι φόροι
1. Οι υπόχρεοι, που υποβάλλουν εκπρόθεσμη δήλωση, υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο που ορίζεται σε ποσοστό δυόμισι τοις εκατό (2,5%) επι του οφειλόμενου με τη δήλωση φόρου για κάθε μήνα εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης.

1. Οι υπόχρεοι, που υποβάλλουν εκπρόθεσμη δήλωση, υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο που ορίζεται σε ποσοστό δυόμισι τοις εκατό (2,5%) επι του οφειλόμενου με τη δήλωση φόρου για κάθε μήνα εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης.

2. Οι υπόχρεοι, που υποβάλλουν ανακριβή δήλωση, υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο, που υπολογίζεται σε ποσοστό επί του φόρου, την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε ο υπόχρεος λόγω της ανακρίβειας ως ακολούθως:

α) Επί διαφοράς φόρου μέχρι ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών ο πρόσθετος φόρος ορίζεται σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).

β) Για το πέραν του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών ποσό, ο πρόσθετος φόρος ορίζεται σε ποσοστό εκατόν πενήντα τοις εκατό(150%).

3. Οι υπόχρεοι, που δεν υποβάλλουν δήλωση, υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο, που ορίζεται σε ποσοστό διακόσια τοις εκατό (200%) επί του φόρου, την πληρωμή του οποίου θα απέφευγαν, λόγω μη υποβολής της δήλωσης.

4. Προκειμένου για υπόχρεους σε παρακράτηση φόρου, τα παραπάνω ποσοστά πρόσθετων φόρων διπλασιάζονται. Απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο επίρριψη του πρόσθετου φόρου από τον υπόχρεο σε παρακράτηση στον πραγματικό φορολογούμενο.

5. Οι Πρόσθετοι φόροι του παρόντος άρθρου επιβάλλονται χωρίς να εξετάζεται η ύπαρξη δόλου ή αμέλειας ή αν ο υπόχρεος παρερμήνευσε σχετικές διατάξεις.

6. `Όσοι έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν δήλωση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 61, ευθύνονται αλληλεγγύως με τους φορολογουμένους για την καταβολή των πρόσθετων φόρων που ορίζονται στο άρθρο αυτό. Ειδικά η ευθύνη των κληρονόμων του φορολογουμένου εκτείνεται μόνο μέχρι το ποσό της κληρονομικής μερίδας που περιήλθε σε καθέναν από αυτούς.

7. Κατά τον καθορισμό του πρόσθετου φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ως δηλούμενο θεωρείται το ποσό του συνολικού καθαρού εισοδήματος του φορολογουμένου, το οποίο λαμβάνεται υπόψη για τη βεβαίωση του φόρου που προκύπτει στο εισόδημα, σύμφωνα με το άρθρο 9, είτε το εισόδημα αυτό εξευρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 με την άθροιση των επι μέρους εισοδημάτων από τις κατηγορίες Α` έως Ζ`, είτε καθορίζεται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 15 έως και 19.

8. Οι διατάξεις των παραγράφων 1,2 και 3 του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση υποβολής συμπληρωματικών δηλώσεων, με τις οποίες ο υπόχρεος αποδέχεται το τεκμαρτό Ακαθάριστο εισόδημα από οικοδομές, όπως αυτό έχει προσδιορισθεί με βάση τα στοιχεία έγγραφης πρόσκλησης του αρμόδιου προϊσταμένου της οικείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 22 του παρόντος.

9. Επί της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς οι επιβληθέντες παραπάνω Πρόσθετοι φόροι περιορίζονται στο ένα τρίτο (1/3) για την περίπτωση της παραγράφου 2 και στο ένα δεύτερο (1/2) για τις περιπτώσεις των παραγράφων 3 και 4.

Άρθρο 87
Πρόστιμα

1. Τα πρόσωπα που παραβαίνουν τις διατάξεις των άρθρων 13παράγραφος 1, 19, 33 παράγραφος 15, 59, 60, 61, 62, 64, 66, 67, 76, 77, 78,79,80, 81, 82 παράγραφοι 1 και 2, 83 και 85 παράγραφοι 7 και 8 υπόκεινται για κάθε παράβαση σε πρόστιμο, που ορίζεται σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί του φόρου που προκύπτει κάθε φορά, μη δυνάμενο να είναι μικρότερο από εξήντα χιλιάδες (60.000) δραχμές και μεγαλύτερο από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές, στην περίπτωση που δεν προκύπτει ποσό οφειλόμενου φόρου, επιβάλλεται το ελάχιστο πρόστιμο.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.26 άρθρ.6του Ν.2386/1996 (Α 43).

2. Τα Πρόστιμα που προβλέπουν οι διατάξεις αυτού του άρθρου, επιβάλλονται με το οικείο φύλλο ελέγχου ή με ιδιαίτερη πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας κατά περίπτωση.

Κατά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς το πρόστιμο που επιβλήθηκε μειώνεται στο ένα τρίτο (1/3) αυτού.

3. Για την κοινοποίηση της πράξης και τη διαδικασία βεβαίωσης, γενικά, του προστίμου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις αυτού του νόμου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.27 άρθρ.6του Ν.2386/1996 (Α 43).

Άρθρο 88
Κυρώσεις σε όσους δεν δηλώνουν το εισόδημα από ακίνητα

1. `Όσοι αποκτούν εισόδημα από ακίνητα και είναι υπόχρεοι να υποβάλλουν δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, αν δεν δηλώσουν το εισόδημα αυτό στερούνται το δικαίωμα:

α) Να εγείρουν αγωγή έξωσης ή να μεταβιβάσουν την κυριότητα με οποιονδήποτε τρόπο ή να συστήσουν εμπράγματα δικαιώματα, για μία πενταετία από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσηςφορολογίας εισοδήματος, στα ακίνητα για τα οποία δεν έχουν δηλωθεί τα μισθώματα.

β) Να παραχωρήσουν υποθήκη για μία δεκαετία από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, σε ακίνητα για τα οποία δεν έχουν δηλωθεί τα μισθώματα.

γ) Να πάρουν στεγαστικό δάνειο από τις τράπεζες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και λοιπούς οργανισμούς, οι οποίοι χορηγούν στεγαστικά δάνεια, για τα ακίνητα για τα οποία δεν έχουν δηλωθεί τα μισθώματα.

2. Τα εισοδήματα από εκμίσθωση ακινήτων, που δηλώνονται εκπρόθεσμα, φορολογούνται αυτοτελώς, χωρίς καμιά έκπτωση ή μείωση, με συντελεστή πενήντα τοις εκατό (50%), εφόσον μέσα σε τρεις (3) μήνες από την υποβολή της εκπρόθεσμης δήλωσης ζητηθεί το πιστοποιητικό που προβλέπεται από την παρ. 1 του άρθρου 81.

Για την Καταβολή του φόρου αυτού ευθύνεται στο ακέραιο και ο τελευταίος, ύστερα από σύμβαση, διακάτοχος του ακινήτου. Για τη διαδικασία της βεβαίωσης του φόρου εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 74.

Άρθρο 89
Κυρώσεις σε όσους δεν δηλώνουν το εισόδημα από γεωργικές επιχειρήσεις

1. `Όσοι αποκτούν καθαρό γεωργικά εισόδημα, από οποιαδήποτε γεωργική δραστηριότητα και είναι Υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου, αν δεν δηλώσουν το εισόδημα αυτό και είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, δεν δικαιούνται:

α) Να εισπράξουν επιστρεφόμενο φόρο προστιθέμενης αξίας, ποσού άνω των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών.

β) Να εισπράξουν επιδοτήσεις ποσού άνω των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) δραχμών, για τη φυτική παραγωγή και επτακοσίων πενήντα χιλιάδων (750.000) δραχμών, για τη ζωική παραγωγή.

γ) Να πάρουν άδεια από την αρμόδια αρχή να πωλούν αγροτικά προϊόντα πλανοδίως ή σε λαϊκές αγορές.

δ) Να πάρουν άδεια αγροτικού αυτοκινήτου.

ε) Να μεταβιβάσουν με οποιονδήποτε τρόπο την κυριότητα γεωργικής γης, για μια πενταετία από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

2. `Όσοι δεν είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και αποκτούν καθαρό γεωργικό εισόδημα, από οποιαδήποτε γεωργική δραστηριότητα, αν δεν δηλώσουν το εισόδημα αυτό, δεν δικαιούνται:

α) Να εισπράξουν κάθε μορφής και ποσού επιδότηση.

β) Να εισπράξουν κάθε ποσό αποζημίωσης γεωργικής παραγωγής, λόγω έκτακτων και απρόβλεπτων ζημιών.

γ) Να πάρουν άδεια αγροτικού αυτοκινήτου.

δ) Να μεταβιβάσουν με οποιονδήποτε τρόπο την κυριότητα γεωργικής γης, για μια πενταετία από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

3. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να αναπροσαρμόζονται τα ποσά της προηγούμενης παραγράφου. Με τις ίδιες αποφάσεις ρυθμίζεται και κάθε άλλη λεπτομέρεια, που είναι αναγκαία για την εφαρμογή αυτού του άρθρου.

Άρθρο 90
Κυρώσεις για τη μη υποβολή ή ανακριβή υποβολή δήλωσης

1. Αν ο υπόχρεος δεν έχει υποβάλει δήλωση και ο οφειλόμενος κύριος φόρος, με βάση τελεσίδικη απόφαση υπερβαίνει σε μια διαχειριστική περίοδο το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) δραχμών ή έχει υποβάλει δήλωση, αλλά μεταξύ του κύριου φόρου που οφείλεται με βάση τη δήλωση και του φόρου που προσδιορίστηκε τελεσίδικα υπάρχει διαφορά μεγαλύτερη από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές και η διαφορά αυτή αντιστοιχεί σε ποσοστό μεγαλύτερο από το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του κύριου φόρου που αναλογεί με βάση τη δήλωση, το διοικητικό εφετείο απαγγέλλει σε βάρος του υποχρέου, με την ίδια απόφαση με την οποία προσδιορίστηκε ο φόρος, τις πιο κάτω ποινές:

α) Την απώλεια του δικαιώματος να καταβληθεί σε δόσεις ο φόρος που βεβαιώθηκε πριν από τη δημοσίευση της απόφασης και ο φόρος που βεβαιώνεται με βάση την απόφαση αυτή. Εξαιρούνται οι δόσεις προκαταβολής του φόρου.

β) Την απώλεια του δικαιώματος συμμετοχής σε δημοπρασίες του δημόσιου τομέα γενικά, για χρονικό διάστημα από έξι (6) μήνες έως ένα (1) έτος.

γ) Την απώλεια του δικαιώματος λήψης πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας για χρονικό διάστημα από έξι (6) μήνες έως ένα (1) έτος.

2. Αν οριστικοποιηθεί το φύλλο ελέγχου με διοικητική επίλυση της διαφοράς ή δικαστικό συμβιβασμό ή λόγω μη άσκησης προσφυγής ή μετά από άσκηση προσφυγής που κρίθηκε τελεσίδικα εκπρόθεσμη ή που έγινετελεσίδικη με απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας υποχρεούται μέσα σε τρεις (3) μήνες να επιβάλει με απόφασή του τις κυρώσεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος. Η τρίμηνη αυτή προθεσμία αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, αν η οριστικοποίηση του φύλλου ελέγχου έγινε λόγω μη άσκησης προσφυγής και από την κοινοποίηση στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας της τελεσίδικης απόφασης, αν η οριστικοποίηση αυτή έγινε μετά από άσκηση προσφυγής, που κρίθηκε τελεσίδικα εκπρόθεσμη ή που έγινε τελεσίδικη με απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου ή από την ημερομηνία, που επιτεύχθηκε η διοικητική επίλυση της διαφοράς ή που κοινοποιήθηκαν τα πρακτικά του δικαστικού συμβιβασμού.

3. Ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση να ανακοινώνει στις αρμόδιες αρχές την απόφαση του ή την απόφαση του διοικητικού εφετείου με τις οποίες επιβάλλονται οι κυρώσεις της παραγράφου 1.

4. Οι κυρώσεις τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου αυτού, επιβάλλονται ανεξάρτητα από τους πρόσθετους φόρους και τα Πρόστιμα που προβλέπουν οι διατάξεις του παρόντος.

Άρθρο 91
Αναστολή λειτουργίας καταστημάτων επιτηδευματιών

1. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών δύναται να διατάσσεται μέχρι ένα (1) μήνα η παύση λειτουργίας καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου ή εργαστηρίου επιτηδευματιών, σε βάρος των οποίων διαπιστώνεται μία από τις παρακάτω φορολογικές παραβάσεις:

α) Έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και λήψη τέτοιων στοιχείων μεγάλης αξίας.

β) Τήρηση ανεπίσημων βιβλίων και στοιχείων.

γ) Μη έκδοση του φορολογικού στοιχείου, για την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών.

δ) Η χωρίς άδεια της αρμόδιας φορολογικής αρχής άσκηση επαγγέλματος ή άσκηση επαγγέλματος σε διεύθυνση που δεν δηλώθηκε ή σε διαφορετική από αυτή που δηλώθηκε.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.9 άρθρου 8Ν.2386/1996 (Α 43).

2. Η ανωτέρω απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη επιτροπής που αποτελείται από:

α) `Εναν πρόεδρο εφετών διοικητικών δικαστηρίων, ως πρόεδρο,

β) `Εναν εφέτη διοικητικών δικαστηρίων.

γ) Το Γενικό Διευθυντή Φορολογίας και Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, με αναπληρωτή τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος του ίδιου Υπουργείου.

δ) Το Γενικό Διευθυντή Επιθεώρησης και Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, με αναπληρωτή τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης ελέγχων του ίδιου Υπουργείου.

ε) `Εναν ορκωτό ελεγκτή, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Οικονομικών.

Στην επιτροπή μετέχει ως εισηγητής, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Βιβλίων και Στοιχείων του Υπουργείου Οικονομικών ή ο νόμιμος αναπληρωτής του.

Τα με στοιχεία α` και β` μέλη διορίζονται με τους αναπληρωτές τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Χρέη γραμματέα εκτελεί υπάλληλος της Διεύθυνσης Βιβλίων και Στοιχείων του Υπουργείου Οικονομικών. Η επιτροπή συνεδριάζει εφόσον μετέχει ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τουλάχιστον δύο μέλη. Η γνωμοδότηση της επιτροπής αυτής εκδίδεται μετά προηγούμενη κλήση, από τη Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, του παραβάτη προς διατύπωση των απόψεών του επί των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν σε βάρος του. Η κλήση επιδίδεται από επιμελητή οποιασδήποτε υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών.

3. `Όταν ο παραβάτης είναι επιτηδευματίας, η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών αποστέλλεται στην αρμόδια αστυνομική αρχή, η οποία υποχρεούται μέσα σε πέντε (5) ημέρες να την εκτελέσει και να αναφέρει σχετικά στη Διεύθυνση ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών.

Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στην αρμόδια φορολογική αρχή και στο φορολογούμενο. Ένδικα μέσα κατά της απόφασης αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της.

4. Η φορολογική αρχή που θα διαπιστώσει την παράβαση υποχρεούται, μέσα σε δέκα (10) ημέρες, να υποβάλει στη Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών εμπεριστατωμένη έκθεση ελέγχου. Οι αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών εκδίδονται χωρίς να απαιτείται οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής.

5. Η ανωτέρω διοικητική κύρωση επιβάλλεται ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

6. Ο τρόπος και η διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου καθορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης.

7. Η αναστολή της άσκησης του επαγγέλματος ή της λειτουργίας του καταστήματος δεν ασκεί ουδεμία επίδραση στις ενοχικές σχέσεις του επιτηδευματία μετά των μετ` αυτού, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, συνδεόμενων μισθωτών, που διέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

Άρθρο 92
Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής

1. Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει διαφορά φορολογητέας ύλης πάνω από τριακόσια εκατομμύρια (300.000.000) δραχμές ή δεν έχει αποδοθεί στο Δημόσιο ποσά πάνω από πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές από παρακρατούμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων.

Στην περίπτωση αυτή αναστέλλεται έναντι του Δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων ή λογαριασμών ή του περιεχομένου θυρίδων του φορολογουμένου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) των καταθέσεων ή του περιεχομένου των θυρίδων.

Τα μέτρα του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται και για τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ανώνυμης εταιρείας καθώς και για το διαχειριστή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και των προσωπικών εταιρειών. Τα μέτρα των δύο προηγούμενων εδαφίων καταλαμβάνουν και τους κοινούς λογαριασμούς.

Τα παραπάνω ποσά δύναται να αυξομειώνονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδονται το βραδύτερο μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου κάθε έτους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.10 άρθρ.8Ν.2386/1996 (Α 43).

2. Αντίγραφο της πιο πάνω ειδικής έκθεσης ελέγχου υποβάλλεται, από την αρχή που την εξέδωσε, στη Διεύθυνση Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών και η οποία υποχρεούται να ενημερώσει με οποιονδήποτε τρόπο όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα. Οι ανωτέρω υπηρεσίες και οι φορείς από της ενημερώσεώς τους υποχρεούνται να εφαρμόζουν αμέσως τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, χωρίς καμιά άλλη διαδικασία ή διατύπωση.

3. Η ενέργεια αυτή της Διεύθυνσης Ελέγχων κοινοποιείται και στο φορολογούμενο, στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχειρήσεώς του, ο οποίος μπορεί μέσα σε ένα (1) μήνα από της ειδοποιήσεώς του να ζητήσει με αίτηση του στον Υπουργό Οικονομικών, την άρση των απαγορευτικών μέτρων. Τα μέτρα μπορούν να αρθούν μερικώς ή στο σύνολό τους με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από σύμφωνη γνώμη της επιτροπής της παρ. 2 του άρθρου 91.Κατ` εξαίρεση των όσων ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο, τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά, σε περίπτωση που ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλλει ποσό πάνω από ογδόντα τοις εκατό (80%) των οφειλόμενων φόρων, των προς απόδοση στο Δημόσιο ποσών από παρακρατούμενους φόρους, τέλη, εισφορές και των νόμιμων προσαυξήσεων αυτών.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.11 άρθρ.8Ν.2386/1996 (Α 43).

4. Η αρμόδια φορολογική αρχή υποχρεούται να ενεργήσει τον κατά νόμο έλεγχο και να περατώσει αυτόν, με έκδοση των σχετικών φύλλων ελέγχου ή άλλων φορολογικών πράξεων, μέσα σε έξι (6) μήνες από την έκδοση της πιο πάνω ειδικής έκθεσης ελέγχου.

Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί τα φύλλα ελέγχου ή οι πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με αυτό το άρθρο, αίρονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατά την έκδοση της οποίας διερευνάται η ύπαρξη υπαιτιότητας, είτε από μέρους του φορολογουμένου είτε από μέρους της φορολογούσας αρχής.

Σε περίπτωση υπαιτιότητας του φορολογουμένου διατηρούνται οι συνέπειες και απαγορεύσεις του άρθρου αυτού και σε περίπτωση υπαιτιότητας της φορολογικής αρχής ασκείται σε βάρος του φορολογικού οργάνου, στο οποίο έχει ανατεθεί ο φορολογικός έλεγχος, πειθαρχική δίωξη, επιφυλασσομένων των περί παραβάσεως καθήκοντος διατάξεων του Ποινικού Κώδικα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 93
Αδικήματα φοροδιαφυγής

1. Αδίκημα φοροδιαφυγής διαπράττει:

α) `Όποιος δεν υποβάλλει δηλώσεις ή υποβάλλει ανακριβείς δηλώσεις για φόρους, τέλη ή εισφορές που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις υποχρεούται να παρακρατεί και να αποδίδει στο Δημόσιο ή για το φόρο προστιθέμενης αξίας ή για το φόρο κύκλου εργασιών ή την ειδική εισφορά ειδών πολυτελείας της υποπερίπτωσης β` της περίπτωσης Ζ` της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν.4169/1961 (ΦΕΚ 81 Α), εφόσον το συνολικό ποσό των παραπάνω φόρων, τελών και εισφορών που είχε υποχρέωση να δηλώσει και να αποδώσει στο Δημόσιο, από συναλλαγές ή άλλες πράξεις πουπραγματοποιήθηκαν σε διάστημα ενός ημερολογιακού εξαμήνου υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών ή το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών για διάστημα ενός ημερολογιακού έτους.

β) `Όποιος δεν υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, εφόσον για το ποσό του εισοδήματος που δεν δηλώθηκε, οφείλεται κύριος φόρος πάνω από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές.

γ) `Όποιος τηρεί ανακριβή βιβλία και στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, εφόσον η ανακρίβεια διαπιστωθεί από τακτικό έλεγχο του οποίου το αποτέλεσμα οριστικοποιήθηκε είτε με διοικητική επίλυση της διαφοράς, είτε λόγω παρόδου άπρακτης της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής, είτε με οριστική απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου, εφόσον στη διαχειριστική περίοδο που ελέγχθηκε προκύπτει διαφορά ακαθάριστων εσόδων πάνω από είκοσι τοις εκατό (20%) σε σχέση με αυτά που δηλώθηκαν και πάντως όχι μικρότερη από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές.

2. Ο δράστης των ποινικών αδικημάτων, που προβλέπονται στις περιπτώσεις α και β` της προηγούμενης παραγράφου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο δράστης τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) μηνός.

3. Οι ποινές αυτές επιβάλλονται:

α) Προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες στους διευθύνοντες συμβούλους, εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους και διευθυντές και γενικά σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε αμέσως από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση ή δικαστική απόφαση στη διεύθυνση των εταιριών αυτών.

β) Προκειμένου για ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες ή περιορισμένης ευθύνης εταιρίες ή συνεταιρισμούς στους διαχειριστές αυτών.

γ) Προκειμένου για αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά, στους διευθυντές ή αντιπροσώπους ή πράκτορες που έχουν στην Ελλάδα.

4. Σε περίπτωση υποτροπής το κατώτατο όριο των ως άνω ποινών διπλασιάζεται και επιπροσθέτως δύναται να αφαιρείται η άδεια άσκησης επαγγέλματος ή να διατάσσεται το κλείσιμο του καταστήματος για χρονικό διάστημα από ένα (1) μήνα μέχρι και πέντε (5) μήνες.

5. Οι ανωτέρω ποινές επιβάλλονται ανεξάρτητο από τους πρόσθετους φόρους και τα Πρόστιμα που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.

6. Η ποινική δίωξη για τα αδικήματα αυτού του άρθρου ασκείται μετά από μηνυτήρια αναφορά, που υποβάλλεται υποχρεωτικώς από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στην Εισαγγελική Αρχή, μέσα σε ένα (1) μήνα από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αναστελλομένης, μέχρι λήξεως της προθεσμίας αυτής της Παραγραφής του αδικήματος.

7. Σε περιπτώσεις που επιτεύχθηκε εξώδικη λύση ή δικαστικός συμβιβασμός της διαφοράς, δεν ασκείται ποινική δίωξη για τα αδικήματα αυτού του άρθρου.

8. Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των ανωτέρω αδικημάτων είναι το πλημμελειοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο υπαίτιος έχει την κατοικία του ή την έδρα της επιχείρησης. Στο δικαστήριο αυτό διαβιβάζονται η μηνυτήρια αναφορά της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας και εφόσον υπάρχουν στη δικογραφία η έκθεση ελέγχου και τα αναφερόμενα σε αυτήν έγγραφα, το φύλλο ελέγχου ή η πράξη καταλογισμού τέλους ή εισφοράς, η απόφαση επιβολής προστίμου Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, καθώς και η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου. Κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο το δικαστήριο μπορεί να κλητεύσει ως μάρτυρες τα αρμόδια φορολογικά όργανα μόνο στην περίπτωση που θα κρίνει αναγκαίες και άλλες αποδείξεις. Στην ίδια περίπτωση μπορεί να διατάξει και οποιαδήποτε άλλη απόδειξη. Το Δημόσιο μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγων με τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή τον υπάλληλο της υπηρεσίας του, που ορίζεται από αυτόν.

Έγγραφη προδικασία δεν απαιτείται. Ο αρμόδιος εισαγγελέας γνωστοποιεί στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δημόσια συνεδρίαση, την αρχική δικάσιμο.

9. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να τεθούν όροι και προϋποθέσεις για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς από τα αρμόδια φορολογικά όργανα.

Άρθρο 94
Ποινικές κυρώσεις σε υπερτιμολογήσεις και υποτιμολογήσεις
Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 39 εκτός από το πρόστιμο ασκείται και ποινική δίωξη μετά από μηνυτήρια αναφορά που υποβάλλεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας στον Εισαγγελέα των Πλημμελειοδικών στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η δημόσια οικονομική υπηρεσία.

Στην περίπτωση αυτήν από το αρμόδιο δικαστήριο, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μέχρι έξι (6) μηνών.

Η πιο πάνω ποινή επιβάλλεται:

α) Προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες στους διευθύνοντες συμβούλους, εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους και διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε αμέσως από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση ή δικαστική απόφαση στη διεύθυνση αυτών.

β) Προκειμένου για ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες η περιορισμένης ευθύνης εταιρίες ή συνεταιρισμούς στους διαχειριστές αυτών.

γ) Προκειμένου για αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά στους διευθυντές η αντιπροσώπους ή πράκτορες αυτών, που βρίσκονται στην Ελλάδα.

Άρθρο 95
Ποινικές και διοικητικές κυρώσεις για μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων

1. Όποιος δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμη δήλωση μετά την παρέλευση τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της νόμιμης προθεσμίας ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση με βάση τα δεδομένα των τηρούμενων από αυτόν βιβλίων και στοιχείων, που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις για την απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας ή άλλων φόρων, τελών και εισφορών που παρακρατούνται, επιρρίπτονται ή εισπράττονται για να αποδοθούν στο Δημόσιο, εφόσον το προς απόδοση ποσό για κάθε φορολογία είναι ανώτερο των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών, τιμωρείται α) με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή όχι κατώτερη των εκατό χιλιάδων(lOO.000) δραχμών και μέχρι ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών, εφόσον το προς απόδοση ποσά για κάθε φορολογία δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (l.000.000) δραχμές και άνω εφόσον το προς απόδοση ποσό για κάθε φορολογία υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, εφόσον ο παραβάτης δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλες διατάξεις.

*Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.12 άρθρ.8 Ν.2386/1996(Α 43).

2. Σε περίπτωση υποτροπής τα κατώτερα όρια των ποινών διπλασιάζονται και επιπροσθέτως δύναται με την απόφαση του δικαστηρίου να διατάσσεται η αφαίρεση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος ή το κλείσιμο του καταστήματος για χρονικό διάστημα ενός (1) μηνός και μέχρι ενός (1) έτους.

3. Υπόχρεοι για την απόδοση των φόρων των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου στην περίπτωση των νομικών προσώπων είναι:

α) Οι εκπρόσωποι του νομικού προσώπου, καθώς και όλα τα, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, δυνάμενα να προσωποκρατηθούν για χρέη του νομικού προσώπου προς το Δημόσιο πρόσωπα.

β) Επί αλλοδαπών πάσης μορφής επιχειρήσεων, οι ορισθέντες ως εκπρόσωποί τους στην Ελλάδα.

4. Ως αυτουργοί του αδικήματος, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 αυτού του άρθρου, διώκονται και τιμωρούνται:

α) ο κατ’ εξουσιοδότηση ή πληρεξουσιότητα υπογράψας την προς τη δημόσια οικονομική υπηρεσία δήλωση ή έχων υποχρέωση να ενεργήσει προς δήλωση ή απόδοση των οικείων χρηματικών ποσών, χωρίς να εκλείπει η ευθύνη και των λοιπών κατά το άρθρο αυτό αυτουργών ή συμμετόχων.

β) Ο επίτροπος, ο κηδεμόνας και ο διοικητής αλλοτρίων, κατά ης οικείες διατάξεις του αστικού δικαίου, για τις πράξεις ή παραλείψεις αυτών κατά την εκτέλεση του λειτουργήματός τους ή ως εκ της ιδιότητάς τους αυτής.

γ) Ο λογιστής της επιχείρησης που συνέταξε ανακριβή δήλωση ή παρέλειψε να συντάξει ή συνέταξε και δεν την παρέδωσε στον υπόχρεο επιτηδευματία για την καταβολή των παρακρατούμενων φόρων.

5. Οι περί συμμετοχής στο αδίκημα διατάξεις του Ποινικού Κώδικα έχουν εφαρμογή και στο αδίκημα αυτού του άρθρου.

6. Μετατροπή ή αναστολή της επιβαλλόμενης ποινής για τα αδικήματα της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου δεν επιτρέπεται, η δε άσκηση της έφεσης δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

7. Ο προϊστάμενος της αρμόδιας φορολογικής αρχής, όταν διαπιστώσει με οποιονδήποτε τρόπο τη διάπραξη της παράβασης, που προβλέπεται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου, υποχρεούται να υποβάλει αμέσως σχετική μηνυτήρια αναφορά στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών υποπίπτων άλλως σε βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα και, αν η παράλειψη ενέργειας οφείλεται σε πρόθεση, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 259 του Ποινικού Κώδικα.

Τα εγκλήματα αυτού του άρθρου υπάγονται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα της η αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία.

8. Για τη δίωξη του αδικήματος δεν απαιτείται οριστικοποίηση της πράξης της φορολογούσας αρχής ή υπηρεσίας η οποία καταλογίζει την οικεία φορολογική παράβαση, ούτε περαίωση της τυχόν κύριας ή συναφούς φορολογικής ή άλλης δίκης, αλλά αρκεί η έκδοση της πράξης καταλογισμού του μη αποδοθέντος φόρου. Τυπικές πλημμέλειες της πιο πάνω πράξης δεν ασκούν επιρροή στην ποινική υπόθεση. Η άσκηση προσφυγής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, καθώς και η διαδικασία γενικά της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές φορολογικές διατάξεις δεν αποτελούν λόγο αναστολής της ποινικής δίωξης.

9. Η Διοικητική επίλυση της διαφοράς, σύμφωνα με τις σχετικές φορολογικές διατάξεις, δεν ασκεί επίδραση στην ποινική υπόθεση αυτού του άρθρου.

Σε περίπτωση που ο υπόχρεος καταβάλει το οφειλόμενο ποσό μέχρι την ημέρα της δίκης, μπορεί να επιβληθεί μόνο χρηματική ποινή.

10. Η Παραγραφή των αδικημάτων αυτού του άρθρου αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο τελέστηκαν.

11. Σε επιχειρήσεις που λειτουργούν για πρώτη φορά, η εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου αρχίζει έξι (6) μήνες από τη χρονολογία υποβολής από την επιχείρηση αυτήν προς την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία της δήλωσης έναρξης άσκησης επιτηδεύματος.

12. Η καταδίκη για το αδίκημα της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου επιφέρει αυτοδικαίως κατά του καταδικασθέντος φυσικού προσώπου και του υπόχρεου νομικού προσώπου:

α) Την απώλεια του δικαιώματος συμμετοχής σε δημοπρασίες του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, των κοινωφελών ιδρυμάτωνκαι οργανισμών κοινής ωφέλειας για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους.

β) Την απώλεια του δικαιώματος λήψης πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους.

γ) Την απαγόρευση για περίοδο τριών (3) ετών της σύναψης συμβάσεων με το κράτος ή άλλους δημόσιους οργανισμούς ή φορείς.

δ) Την απώλεια του δικαιώματος για περίοδο τριών (3) ετών λήψης δανείων με την εγγύηση του Δημοσίου ή δημόσιων επιχορηγήσεων ή κρατικών πιστώσεων.

13. Απόσπασμα της απόφασης του δικαστηρίου παραδίδεται μέσα σε πέντε (5) ημέρες από της εκδόσεώς της από το γραμματέατης έδρας του δικαστηρίου στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία, η οποίαεπιμελείται αμέσως για την κοινοποίηση της στις αρμόδιες αρχές προς εφαρμογή των κυρώσεων της προηγούμενης παραγράφου.

14. Τα αδικήματα της παραγράφου 1 θεωρούνται πάντοτε αυτόφωρα.

Άρθρο 96

1.Όποιος κατακρατεί, καταστρέφει, πλαστογραφεί οποιοδήποτε βιβλίο, έγγραφο ή στοιχείο ή συντάσσει ψευδή δήλωση ή αποδέχεται ή υπογράφει ψευδή βεβαίωση ή πιστοποιητικό σε σχέση με την περιουσιακή ή οικονομική γενικά κατάσταση του φορολογουμένου ή άλλου προσώπου υπόχρεου σε καταβολή φόρου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) έτη και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές μέχρι τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές, εκτός εάν οι πράξεις αυτές τιμωρούνται βαρύτερα με άλλες διατάξεις.

2. Όποιος αποπειράται με εξαγορά ή με βίαια μέσα ή με απειλές να δυσχεράνει ή να παρεμποδίσει ή να εκφοβίσει φοροτεχνικό υπάλληλο να ενεργήσει έλεγχο για την εφαρμογή των φορολογικών νόμων τιμωρείται, σύμφωνο με τις διατάξεις των άρθρων 167, 235 και 236 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο επιβάλλει και χρηματική ποινή από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές μέχρι πέντεεκατομμύρια (5.000.000) δραχμές, εκτός εάν οι πράξεις αυτές τιμωρούνται βαρύτερα με άλλες διατάξεις.

3. Μετατροπή ή αναστολή της επιβαλλόμενης ποινής για τα αδικήματα των παραγράφων 1 και 2 αυτού του άρθρου δεν επιτρέπεται. Η άσκηση εφέσεως δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

4. Οποιοδήποτε πρόσωπο συντάσσει ή υπογράφει οποιαδήποτε φορολογική δήλωση, με την οποία αποκρύπτει περιουσιακό στοιχείο ή εισόδημα, έχει για την περίπτωση ψευδούς δηλώσεως όλες τις συνέπειες, που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 1599/1986, εφόσον η διαφορά οφειλόμενου φόρου υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) δραχμές.

Άρθρο 97
Μη επιβολή κυρώσεων
Πρόσθετοι φόροι, προσαυξήσεις, Πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις δεν επιβάλλονται, όταν ο υπόχρεος κατά την υποβολή της φορολογικής δήλωσής του ή την κατάθεση της διασάφησης ακολούθησε την ερμηνεία που δόθηκε στις διατάξεις της άμεσης και έμμεσης φορολογίας από ερμηνευτικές οδηγίες του Υπουργείου Οικονομικών ή από έγγραφο της φορολογικής αρχής ή από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή από τηνομολογία των διοικητικών δικαστηρίων αν δεν υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση που ο υπόχρεος δεν υπέβαλε φορολογική δήλωση. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και εφόσον, για την Επιβολή του φόρου, δεν απαιτείται από το νόμο η υποβολή φορολογικής δήλωσης λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης.

Τμήμα Δεύτερο
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Μέρος Πρώτο
ΕΠΙΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 98
Επιβολή του φόρου
Επιβάλλεται φόρος στο συνολικό καθαρό εισόδημα από κάθε πηγή, που αποκτάται από κάθε νομικό πρόσωπο από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 101.

Άρθρο 99
Αντικείμενο του φόρου

1. Αντικείμενο του φόρου είναι:

α) Σε ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικέςεταιρείες το συνολικό καθαρό εισόδημα ή κέρδος που προκύπτει στην ημεδαπή ή αλλοδαπή. Ταδιανεμόμενα κέρδη λαμβάνονται από το υπόλοιπο των κερδών, που απομένει μετά την αφαίρεσητου αναλογούντος φόρου εισοδήματος. Επίσης, επί ημεδαπών ανώνυμων εταιρειών ή εταιρειώνπεριορισμένης ευθύνης ή ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών, οι οποίες απαλλάσσονται τουφόρου εισοδήματος βάσει ειδικών διατάξεων νόμων, αντικείμενο φόρου είναι τακεφαλαιοποιούμενα ή διανεμόμενα με οποιαδήποτε μορφή κέρδη, μετά την αναγωγή αυτών σεμικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτά φόρου εισοδήματος. Οι διατάξεις τουπροηγούμενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και σε οποιαδήποτε περίπτωση κεφαλαιοποίησηςή διανομής κερδών για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήματος.

Πέραν του φόρου εισοδήματος που οφείλεται στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα δύοπροηγούμενα εδάφια, στα κέρδη που διανέμονται από την ανώνυμη εταιρεία ή εταιρείαπεριορισμένης ευθύνης ή ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία ενεργείται και παρακράτηση φόρουσύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 54 ή την περίπτωση δ` της παραγράφου 1 του άρθρου55, κατά περίπτωση.

Κατ` εξαίρεση, το συνολικό καθαρό εισόδημα ή κέρδος των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, πουσυστήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 588/1977 (Α` 148), δεν υπόκειται σεφόρο στο όνομα του νομικού προσώπου, αλλά στο όνομα κάθε εταίρου αυτών για το ποσοστότων κερδών που του αναλογεί από τη συμμετοχή του στην εταιρεία.

β) Σε δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα ανεξάρτητα αν αποτελούν ή όχι ίδια νομικά πρόσωπα, το συνολικό καθαρό εισόδημα ή κέρδος.

γ) Στους συνεταιρισμούς που έχουν συσταθεί νόμιμα και στις ενώσεις αυτών, στο συνολικό καθαρό εισόδημα ή κέρδος που προκύπτει στην ημεδαπή ή αλλοδαπή πριν από την αφαίρεση των χορηγούμενων εκπτώσεων στα μέλη τους. Τα διανεμόμενα κέρδη και οι χορηγούμενες εκπτώσεις στα μέλη λαμβάνονται από το υπόλοιπο των κερδών, που απομένει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν λαμβάνονται υπόψη οι χορηγούμενες επί των τιμολογίων πωλήσεως εκπτώσεις σε διατιμημένα είδη και μέχρι των επιτρεπόμενων από τις εκάστοτε ισχύουσες αγορανομικές διατάξεις ποσοστών.

δ) Σε αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο εταιρίας, καθώς και στους κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς οι οποίοι αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων το καθαρό εισόδημα ή κέρδος το οποίο προκύπτει από πηγή που βρίσκεται στην Ελλάδα, καθώς και το καθαρό κέρδος το οποίο προκύπτειαπό τη μόνιμη εγκατάσταση της επιχείρησης στην Ελλάδα κατά την έννοια του άρθρου 100. Για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών, προκειμένου για υποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα, τα οποία αποκτούν και εισοδήματα που απαλλάσσονται του φόρου ή εισοδήματα που φορολογούνται κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, αφαιρούνται από τα καθαρά κέρδη που ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο, το μέρος αυτών που αναλογεί στα πιο πάνω εισοδήματα, το οποίο εξευρίσκεται με επιμερισμό ανάλογα με τα ακαθάριστα έσοδα που υπόκεινται σε φορολογία και των απαλλασσομένων ή φορολογηθέντων κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης.

Σε αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισμούς ανεξάρτητα αν είναι εγκατεστημένοι ή όχι στην Ελλάδα, που εκμεταλλεύονται πλοία υπό ξένη σημαία ή αεροσκάφη, λογίζεται ότι προκύπτει στην Ελλάδα και υπόκειται σε φόρο, το κέρδος από τη μεταφορά επιβατών, εμπορευμάτων και λοιπών πραγμάτων γενικά από ελληνικούς λιμένες και αερολιμένες και μέχρι το λιμένα προορισμού ή μέχρι τον αλλοδαπό λιμένα ή αερολιμένα επιβίβασης των επιβατών ή μεταφόρτωσης των εμπορευμάτων και λοιπών πραγμάτων σε πλοίο ή αεροσκάφος άλλης αλλοδαπής επιχείρησης.

ε) Σε ημεδαπά νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το καθαρό εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή μόνο από την εκμίσθωση ακινήτων καθώς και από κινητές αξίες. Δεν αποτελούν αντικείμενο φορολογίας τα λοιπά εισοδήματα αυτών των νομικών προσώπων, καθώς και τα κάθε είδους άλλα έσοδά τους που πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους.

στ) Σε αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το καθαρό εισόδημα από κάθε πηγή, που προκύπτει στην ημεδαπή. Δεν αποτελούν αντικείμενο φορολογίαςτα κάθε είδους άλλα έσοδα αυτών των νομικών προσώπων που πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.20 άρθρ.4 Ν.2390/1996 (Α 54),  με το άρθρ.18 Ν.3697/2008, και άρθρο 14 παρ.18 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 9 παρ.1 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες μπορούν να διανέμουν σε κάθε διαχειριστική χρήση, με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων, μέρος των ετήσιων καθαρών κερδών, όπως αυτά προσδιορίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 45 του ν. 2190/1920 με τη μορφή μετοχών τους στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό. Οι μετοχές, που χορηγούνται στους εργαζόμενους πρέπει να προέρχονται από αντίστοιχη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας.

Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου, ρυθμίζεται το ύψος του ποσού που μπορούν να διανέμουν οι ανώνυμες εταιρίες από τα κέρδη τους στους εργαζόμενους οι όροι και οι προϋποθέσεις διάθεσης μετοχών και ιδίως θέματα που αφορούν το είδος των μετοχών αυτών, τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στα πρόσωπα των δικαιούχων, τον τρόπο διάθεσης και κατανομής τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της παραγράφου.

Άρθρο 100
Έννοια μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα των αλλοδαπών νομικών προσώπων

1. Για την εφαρμογή του παρόντος θεωρείται ότι υπάρχει μόνιμη εγκατάσταση της αλλοδαπής επιχείρησης ή οργανισμού στην Ελλάδα, εφόσον:

α) Διατηρεί στην Ελλάδα ένα ή περισσότερα καταστήματα, πρακτορεία, παραρτήματα, γραφεία, αποθήκες, εργοστάσια ή εργαστήρια, καθώς και εγκαταστάσεις που αποσκοπούν στην εκμετάλλευση φυσικών πόρων, ή

β) προβαίνει στη βιομηχανοποίηση πρώτων υλών ή επεξεργασία γεωργικών προϊόντων με δικές του εγκαταστάσεις ή με τη χρησιμοποίηση εγκαταστάσεων τρίτων στην Ελλάδα, οι οποίοι ενεργούν ύστερα από εντολή και για λογαριασμό του, ή

γ) διεξάγει στην Ελλάδα εργασίες ή παρέχει υπηρεσίες μέσω αντιπροσώπου, ο οποίος έχει εξουσιοδότηση και μπορεί να διαπραγματεύεται και να συνάπτει συμβάσεις για λογαριασμό του νομικού προσώπου, επίσης και όταν οι εργασίες ή υπηρεσίες προσφέρονται χωρίς αντιπρόσωπο, εφόσον αφορούν είτε στην κατάρτιση μελετών ή σχεδίων είτε στη διεξαγωγή ερευνών γενικά ή αυτές οι εργασίες και υπηρεσίες είναι τεχνικές ή επιστημονικές γενικά, ή

δ) διατηρεί απόθεμα εμπορευμάτων από το οποίο εκτελεί παραγγελίες για λογαριασμό του, ή

ε) συμμετέχει σε προσωπική εταιρία ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης, που εδρεύει στην Ελλάδα.

2.Για να προσδιοριστεί το καθαρό κέρδος που προκύπτει στην Ελλάδα από τη μόνιμη εγκατάσταση αλλοδαπής επιχείρησης, η επιβάρυνση της μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα με γενικά έξοδα διαχείρισης και διάφορα άλλα έξοδα οργάνωσης και λειτουργίας της που πραγματοποιούνται από την έδρα της επιχείρησης που βρίσκεται στην αλλοδαπή, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από πέντε τοις εκατό (5%) των εξόδων διοικητικής λειτουργίας που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα από τη μόνιμη εγκατάσταση της αλλοδαπής επιχείρησης, όπως αυτά εμφανίζονται στις οικονομικές καταστάσεις κάθε δεδομένης διαχειριστικής χρήσης. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα αναγκαία προς τούτο δικαιολογητικά για την αναγνώριση των δαπανών αυτών και κάθε άλλη λεπτομέρεια χρήσιμη για την εφαρμογή αυτού του άρθρου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.12 άρθρ.14Ν.2459/1997 (Α 17).

Άρθρο 101
Υποκείμενο του φόρου

1. Στο φόρο υπόκεινται:

α) Οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες.

β) Οι δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

γ) Οι συνεταιρισμοί που έχουν συσταθεί νόμιμα και οι ενώσεις τους.

δ) Οι αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν με οποιονδήποτε τύπο εταιρίας, καθώς και οι κάθε είδους αλλοδαποί οργανισμοί που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονομικών ωφελημάτων.

ε) Οι ημεδαπές εταιρίες περιορισμένης ευθύνης.

στ) Οι ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παράγραφο 10 άρθρου 116 Ν.4072/2012,ΦΕΚ Α 86/11.4.2012 και με το άρθρο 9 παρ.3 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Επίσης, στο φόρο αυτόν υπόκεινται και τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, στα οποία περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους ιδρύματα.

Άρθρο 102
Χρόνος επιβολής του φόρου
Ο φόρος επιβάλλεται κάθε οικονομικό έτος στο συνολικό καθαρό εισόδημα από κάθε πηγή που αποκτάται:

α) Για τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, κατά τη διαχειριστική περίοδο η οποία λήγει μέσα στο χρονικό διάστημα από την 1η Αυγούστου του προηγούμενου ημερολογιακού έτους μέχρι τις 31 Ιουλίου τουοικείου οικονομικού έτους.

β) Για τους υποχρέους της παραγράφου 2 του προηγούμενου άρθρου κατά το αμέσως προηγούμενο ημερολογιακό έτος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 7 άρθρ.9 Ν.3091/2002,ΦΕΚ Α 330/24.12.2002.

Άρθρο 103
Απαλλαγές από το φόρο

1. Απαλλάσσονται από το φόρο:

1. α) Το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργούν ως ειδικά ταμεία, οι δήμοι και οι κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι δήμων και κοινοτήτων,οι δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης, αποχέτευσης, διαχείρισης απορριμμάτων και τηλεθέρμανσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας, οι Τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων, οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, η Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας, καθώς και τα νοσοκομεία, βρεφοκομεία, κέντρα παιδικής μέριμνας και γηροκομεία που συνιστώνται από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, καθώς και τα Ανώτατα και Ανώτερα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με εξαίρεση τα εισοδήματα τους από κινητές αξίες. Τα εισοδήματα από κινητές αξίες φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις εκτός από αυτά που προέρχονται από τόκους καταθέσεων και δάνεια του Ελληνικού Δημοσίου.Ειδικά για το Ελληνικό Δημόσιο, η απαλλαγή ισχύει και για τα εισοδήματα πουπροέρχονται από κινητές αξίες, επί των οποίων δεν ενεργείται ούτε παρακράτηση φόρου.

β Τα εισοδήματα από οικοδομές γενικά και από εκμίσθωση γαιών που ανήκουνστους Ιερούς Ναούς, στις Ιερές Μητροπόλεις, στις Ιερές Μονές, στις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, στην Ιερά Μονή Πάτμου, στην Ιερά Μονή Σινά, στηνΑποστολική Διακονία, στον Πανάγιο Τάφο, στο Οικουμενικό ΠατριαρχείοΚωνσταντινουπόλεως, στα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, καθώς και στις Ιερές Σταυροπηγιακές Μονές Κύπρου

γ) Τα τεκμαρτά εισοδήματα από οικοδομές που ανήκουν σε δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με ή χωρίς νομική προσωπικότητα και σε δημόσια ή δημοτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, εφόσον αυτές χρησιμοποιούνται για την εγκατάσταση και λειτουργία τους.

δ) Τα εισοδήματα από οικοδομές γενικά και από εκμίσθωση γαιών τα οποίααποκτούν τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν αποδεδειγμένα κοινωφελείς σκοπούς.Κατ` εξαίρεση, τα ημεδαπά κοινωφελή ιδρύματα απαλλάσσονται και για ταεισοδήματα από μερίσματα μετοχών αλλοδαπών ανωνύμων εταιριών.

ε) Τα τεκμαρτά εισοδήματα από ακίνητα τα οποία ανήκουν σε αναγνωρισμένα ξένα θρησκεύματα και δόγματα, εφόσον χρησιμοποιούνται για την τέλεση της λατρείας τους και τη διεξαγωγή υπηρεσιών θρησκευτικής φύσης, με τον όρο της αμοιβαιότητας.

στ) Τα τεκμαρτά εισοδήματα από ακίνητα τα οποία ανήκουν σε ξένα κράτη, εφόσον χρησιμοποιούνται για την εγκατάσταση των πρεσβειών και προξενείων τους, με τον όρο της αμοιβαιότητας.

ζ)Τα κέρδη από την εκμετάλλευση πλοίων υπό ελληνική σημαία, που αποκτώνται από ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες,συνεταιρισμούς ή ενώσεις συνεταιρισμών, τα οποία υπόκεινται στον ειδικό φόρογια τα πλοία, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά.

Αν δικαιούχος των ως άνω κερδών είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρία ή εταιρία περιορισμένης ευθύνης ή συνεταιρισμός, σε περίπτωση διανομής τους με οποιαδήποτε μορφή, τα κέρδη αυτά δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος, μη εφαρμοζόμενων των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 106 του παρόντος.

η) Τα κέρδη από την εκμετάλλευση πλοίων υπό ξένη σημαία και αεροσκαφών, που πραγματοποιούν στην Ελλάδα οι αλλοδαπές επιχειρήσεις, με τον όρο της αμοιβαιότητας.

θ) Τα εισοδήματα που αποκτούν οι συνεταιρισμοί πρώτου, δεύτερου και τρίτου βαθμού που χαρακτηρίζονται από το νόμο ως αγροτικοί από δραστηριότητες που εμπίπτουν στους σκοπούς που καθορίζονται από τις διατάξεις του καταστατικού τους. Στην απαλλαγή αυτή δεν περιλαμβάνονται:αα) Τα εισοδήματα από εκμίσθωση ακινήτων και από κινητές αξίες, εκτός των τόκων από συναλλαγματικές και γραμμάτια, εφόσον πηγάζουν από εμπορικές συναλλαγές, καθώς και των τόκων από δάνεια ή πιστώσεις στα μέλη του συνεταιρισμού.ββ) Τα κέρδη από πώληση προϊόντων μετά από προηγούμενη επεξεργασία τους ή διασκευή η οποία μπορεί να προσδώσει σε αυτά το χαρακτήρα βιομηχανικών προϊόντων. Δεν θεωρείται ως βιομηχανική επεξεργασία η διαλογή, εξευγενισμός, καθαρισμός, έκθλιψη, εκκόκιση, εκχύμωση, αποφλοίωση, παστερίωση, η παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και η απλή συσκευασία για τη συντήρηση και μεταφορά των γεωργικών προϊόντων στον τόπο της κατανάλωσης, ανεξάρτητα από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτόν.γγ) Τα κέρδη από τη λιανική πώληση σε τρίτους γεωργικών προϊόντων γενικά παραγωγής του συνεταιρισμού ή των μελών αυτού από ίδια πρατήρια ή με τη μεσολάβηση τρίτων που ενεργούν λιανική πώλησηκατ` εντολή και για λογαριασμό τους.δδ) Τα κέρδη από την πώληση σε τρίτους που δεν είναι μέλη του συνεταιρισμού, αγαθών γενικά που δεν παράγονται από το συνεταιρισμό ή από τα μέλη του, καθώς και τα κέρδη από παροχή υπηρεσιών σε τρίτους που δεν είναι μέλη του συνεταιρισμού. Στα εισοδήματα αυτά συμψηφίζονται οι τυχόν ζημίες, που προκύπτουν από κλάδους του συνεταιρισμού, που απαλλάσσονται από το φόρο.

Σημ.: όπως η περιπ. θ` 1 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.5 άρθρου 9 Ν.4110/2013, ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

ι) Τα εισοδήματα από κινητές αξίες, που αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 6 τα οποία αποκτώνται από νομικά πρόσωπα που υπόκεινται στη φορολογία του παρόντος.

ια) Τα κέρδη που εισπράττουν ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες και εταιρείες περιορισμένης ευθύνηςαπό εταιρείες που έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής`Ένωσης, στιςοποίες συμμετέχουν κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 2578/1998 (Α` 30)απαλλάσσονται της φορολογίας. Το απαλλασσόμενο ποσό εμφανίζεται σε λογαριασμόαφορολόγητου αποθεματικού, ανεξάρτητα από την επάρκεια κερδών ή όχι. Αν διανεμηθεί ήκεφαλαιοποιηθεί το αποθεματικό αυτό ή μέρος αυτού, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 54 ή της περίπτωσης δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 55, κατάπερίπτωση, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των διατάξεων της παραγράφου 4 τουάρθρου 106. Από το ποσό του φόρου που οφείλεται σύμφωνα με την περίπτωση αυτή, εκπίπτει τοποσό του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή ως φόρος εισοδήματος νομικού προσώπου ήπαρακρατήθηκε ως φόρος επί των διανεμηθέντων κερδών. Τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο δενεπιστρέφεται. Τα πιο πάνω δεν έχουν εφαρμογή όταν το αποθεματικό διανέμεται σε μητρικήεταιρεία άλλου κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συντρέχουν οι προϋποθέσεις τουάρθρου 11 του ν. 2578/1998.

ιβ) Οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου και οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητέςαξίες (ΟΣΕΚΑ), επιφυλασσομένων των διατάξεων των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 114.

ιγ) Τα εισοδήματα που απαλλάσσονται της φορολογίας με βάση σύμβαση που έχει κυρωθεί με νόμο.

ιδ) Οι τόκοι που αποκτά η Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος από τη χορήγηση δανείων προς το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον: αα) το χορηγούμενο δάνειο προέρχεται από ισόποσο δάνειο, το οποίο έχει λάβει προηγουμένως η Τράπεζα με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου από το Ταμείο Αποκαταστάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης, ββ) τα δύο ως άνω δάνεια έχουν την ίδια διάρκεια και επιβαρύνονται με το ίδιο επιτόκιο και γγ) στη συναπτόμενη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος σύμβαση αναφέρονται οι ανωτέρω όροι, καθώς και ο όρος απαλλαγής των τόκων από τη φορολογία εισοδήματος.

Σημ.: όπως η περιπτώση ιδ`  ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο 9 παρ.5 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

ιε ) Τα κέρδη των νομικών προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τουάρθρου 101 και εμπίπτουν στην έννοια των πολύ μικρών επιχειρήσεων, όπωςαυτές ορίζονται στη Σύσταση 2003/361/Ε Κ της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003,από τη διάθεση παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας προς την εταιρεία “Δ.Ε.Η.Α.Ε.” ή άλλο προμηθευτή, μετά από την ένταξη τους στο “Ειδικό ΠρόγραμμαΑνάπτυξης Φωτοβολταϊκων Συστημάτων μέχρι δέκα (10) kw, κατόπιν αποφάσεωςτων Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος,Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 3του άρθρου 14 του ν. 3468/2006 (ΦΕΚ 8 Α`).

Η πιο πάνω απαλλαγή παρέχεται με την προϋπόθεση ότι τα κέρδη εμφανίζονταισε ειδικό λογαριασμό αφορολόγητου αποθεματικού. Σε περίπτωση διανομής ήκεφαλαιοποίησης τους, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 4 τουάρθρου 106, κατά το μέρος που διανέμονται κάθε φορά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  :

με το άρθρο 36 παρ.2 Ν.3775/2009,ΦΕΚ Α 122/21.7.2009

με την παρ.6,7 άρθρ.6 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α285/28.12.2000

με την παρ.1,2 άρθρ.6 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253,

με την παρ.2,3 άρθρ.12 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58.

με το άρθρο 14 παρ.13 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

με το άρθρο 9 παρ.6,7 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Η διαφορά υπερτιμήματος των οικοπέδων που πωλούν στα μέλη τους οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, εφόσον εμφανίζεται σε ειδικό λογαριασμό αποθεματικού και χρησιμοποιηθείαποκλειστικά για την εκτέλεση έργων κοινής ωφέλειας, που θα εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του οικισμού, δεν αποτελεί εισόδημα του συνεταιρισμού. Σε περίπτωση διανομής με οποιονδήποτε τρόπο του πιο πάνω υπερτιμήματος στα μέλη του συνεταιρισμού, αυτό φορολογείται με βάση τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

Άρθρο 104
Χρονική περίοδος που προκύπτει το εισόδημα

1. Ως χρονική περίοδος κατά την οποία προκύπτει το εισόδημα, λαμβάνεται:

α)Η διαχειριστική περίοδος, για τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 πουτηρούν βιβλία με τη διπλογραφική μέθοδο.» Οι διατάξεις του άρθρου 29 εφαρμόζονται και για τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 101.

β) Το ημερολογιακό έτος στις λοιπές περιπτώσεις.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ.8Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Για νομικά πρόσωπα που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση, ως διαχειριστική περίοδος, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, λαμβάνεται η περίοδος μεταξύ του χρόνου που τέθηκαν αυτά σε εκκαθάριση και του χρόνου λήξης αυτής.

Άρθρο 105
Προσδιορισμός ακαθάριστου και καθαρού εισοδήματος νομικών προσώπων

1. Ως ακαθάριστα έσοδα των νομικών προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 101 λαμβάνονται:

α) το τίμημα των οριστικών πωλήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί, καθώς και οι αμοιβές από παροχή υπηρεσιών που έχουν αποκτηθεί.

β) Το εισόδημα από ακίνητα, από κινητές αξίες, από συμμετοχή σε άλλεςεμπορικές επιχειρήσεις, από γεωργικές επιχειρήσεις, όπως αυτό προκύπτει απότις διατάξεις των άρθρων 13 παράγραφος 1, 20, 21, 22, 24, 25, 28 παράγραφοι1, 2, 3 και 4, 30, 37, 40, 41, καθώς και κάθε εισόδημα από οποιαδήποτε άλληπηγή σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 48.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 14 παρ.17 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α66/31.3.2011.

2. Από τα ακαθάριστα έσοδα της προηγούμενης παραγράφου, εκπίπτουν οι δαπάνες απόκτησης εισοδήματος όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 31. Τα έξοδα μισθοδοσίας εργαζομένου σε ανώνυμη εταιρία και συνδεομένου με διοικητικό σύμβουλο της εταιρίας αυτής με συγγενικό δεσμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και τον τέταρτο βαθμό εκπίπτουν μόνον εφόσονκαταβλήθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές κύριας ή επικουρικής υποχρεωτικής ασφάλισης στο Ι.Κ.Α. ή άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς.

3. Για τις ασφαλιστικές ανώνυμες εταιρίες εκπίπτουν, επιπλέον, από τα ακαθάριστα έσοδα:

α) Τα μαθηματικά αποθέματα των ασφαλειών ζωής, τα οποία υπολογίζονται με βάση τους κανόνες της αναλογιστικής.

β) Τα αποθεματικά για την κάλυψη των κινδύνων που ισχύουν, τα οποία υπολογίζονται επί των καθαρών ασφαλίστρων με συντελεστή που ορίζεται κατά κλάδους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και«Ανάπτυξης».

γ) Οι κρατήσεις για ζημίες που έχουν συμβεί, οι οποίες λαμβάνονται όπως αυτές καθορίζονται με πραγματογνωμοσύνη, μειωμένες κατά το ποσό της τυχόν συμμετοχής των αντασφαλιστών στις κρατήσεις αυτές. Ως καθαρά ασφάλιστρο νοείται, για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου, το ολικό ποσό του ασφαλίστρου μειωμένο κατά το ποσό του

δ) Τα ποσά που καταβάλλουν σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία μεταβιβάζεται το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένου ολόκληρου του χαρτοφυλακίου των ασφαλιστηρίων συμβολαίων μετά των συναφών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ασφαλιστικής εταιρείας ζωής της οποίας η άδεια λειτουργίας έχει ανακληθείΕπίσης, από τα ακαθάριστα έσοδα της ασφαλιστικής ανώνυμης εταιρείας προς την οποία έχει μεταβιβαστεί το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρείας ζωής εκπίπτει το ποσό του ελλείμματος των επενδύσεων της τελευταίας που της αναλογεί, όπως το ποσό αυτό ορίζεται στην απόφαση του προηγούμενου εδαφίου. Η έκπτωση του ποσού αυτού πραγματοποιείται από τα ακαθάριστα έσοδα της διαχειριστικής περιόδου εντός της οποίας εκδίδεται η πιο πάνω απόφαση. Οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται ανεξάρτητα από το χρόνο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας ζωής.

Σημ.: όπως η περ.δ`,η οποία είχε προστεθεί με το άρθρο 20 Ν.2965/2001,ΦΕΚ Α 270,ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.11 άρθρου 9 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013, η οποία ισχύει απότο οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) και μετά.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 9 παρ.9,10 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

4. Οι τράπεζες επιτρέπεται να εκπίπτουν, αντί των ποσών των αποσβέσεων των επισφαλών απαιτήσεων για τις οποίες έχουν γίνει οριστικές εγγραφές, ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στο ποσό του ετήσιου μέσου όρου των πραγματικών χορηγήσεων, όπως αυτό προκύπτει από τις μηνιαίες λογιστικές καταστάσεις τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 9 παρ.12Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.Ισχύςαπό το οικ. έτος 2014 (χρήση 2013) και μετά.

Τέτοιες χορηγήσεις είναι οι απαιτήσεις κεφαλαίου και οι απαιτήσειςτων εγγεγραμμένων τόκων, όχι όμως και επισφαλών ή μη εισπράξιμων τόκων των επισφαλών απαιτήσεων ή απαιτήσεων μη παραγωγικών, τους οποίους οι τράπεζες δικαιούνται να μηνεμφανίζουν ή εγγράφουν στα βιβλία τους, υποχρεούμενες να αποδεικνύουν ότι πρόκειται για τέτοιους τόκους, καθώς και η κάλυψη στο σύνολό του ή εν μέρει ομολογιακού δανείου ιδιωτικών επιχειρήσεων ή η απόκτηση μετοχών κατά τη σύσταση ανώνυμης εταιρείας ή αύξηση του κεφαλαίου της, για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι τίτλοι των ομολογιών ή μετοχών παραμένουν στο χαρτοφυλάκιο της τράπεζας.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.6άρθρ.1 Ν.2579/1998, ΦΕΚ Α 31

Το πιο πάνω ποσοστό ορίζεται:

α) Σε δύο τοις χιλίοις (2ο/οο) για τις κτηματικές τράπεζες του ν. 3221/1924 (ΦΕΚ 210 Α`), με εξαίρεση τις χορηγήσεις προς τις ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις στις οποίες το ποσοστό ορίζεται σε ένα τοις εκατό (1%).

β) Σε δύο τοις εκατό (2%) για τράπεζες επενδύσεων.

γ) Σε ένα τοις εκατό (1%) για τις άλλες τράπεζες.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.7 άρθρ.1Ν.2579/1998, ΦΕΚ Α 31,η οποία έχει εφαρμογή για ισολογισμούς που κλείνουν μετά την 30.12.1990 και εφεξής.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ.12 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

5. Πέρα από το ποσοστό έκπτωσης που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο οι τράπεζες δικαιούνται να εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδά τους, για τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων της χρήσης πρόσθετες ειδικές κατά περίπτωση προβλέψεις για την απόσβεση απαιτήσεων κατά πελατών τους, για τις οποίες έχει διακοπεί ο λογισμός τόκων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο «88 του ν. 3601/2007 (Α` 178)» .Κατά το μέρος που οι προβλέψεις αυτές δεν επαληθευθούν και δεν διενεργηθούν οριστικές εγγραφές διαγραφής των απαιτήσεων μέσα στις επόμενες οκτώ (8) χρήσεις από τη χρήση σχηματισμού τους, η τράπεζα υποχρεούται μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη λήξη της όγδοης χρήσης να υποβάλει συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικονομικού έτους, στο οποίο σχηματίστηκε η πρόβλεψη, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 84. Η δήλωση αυτή του μη επαληθευθέντος υπολοίπου είναι εκπρόθεσμη και επιβάλλονται επί του φόρου που προκύπτει οι προσαυξήσεις που προβλέπονται για την εκπρόθεσμη υποβολή της. Σε περίπτωση μη υποβολής της δήλωσης αυτής εκδίδεται φύλλο ελέγχου καταλογισμού του οφειλόμενου τυχόν φόρου πλέον των νόμιμων προσαυξήσεων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 9 παρ.13 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

6. Πλέον των αναφερόμενων στις προηγούμενες παραγράφους δαπανών, από τα ακαθάριστα έσοδα των ημεδαπών ανώνυμων εταιριών εκπίπτουν και οι ακόλουθες:

α) Τα ποσά που καταβάλλει ημεδαπή ανώνυμη εταιρία για την εξαγορά ιδρυτικών τίτλων αυτής, καθώς και οι τόκοι που καταβάλλει στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων της εφόσον οι τόκοι αυτοί δεν προέρχονται από τα κέρδη της.

β) Οι τόκοι που καταβάλλει ημεδαπή ανώνυμη εταιρία στους κατόχους προνομιούχων μετοχών αυτής, εφόσον οι τόκοι δεν προέρχονται από τα κέρδη της.

γ) Οι αμοιβές και αποζημιώσεις μελών του διοικητικού συμβουλίου που βαρύνουν την ίδια την ανώνυμη εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 24 του κ.ν. 2190/1920.

7. Το ποσό που απομένει μετά τις εκπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2,3,4,5 και 6 αποτελεί το συνολικό καθαρά εισόδημα των νομικών προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 101.

8. Ως καθαρό εισόδημα των αλλοδαπών επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται πλοία υπό ξένη σημαία και αεροσκάφη λαμβάνεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) στα ακαθάριστα έσοδα που πραγματοποιούνται από τημεταφορά επιβατών, εμπορευμάτων και πραγμάτων γενικά, από ελληνικούς λιμένες και αερολιμένες και μέχρι το λιμένα προορισμού ή μέχρι τον αλλοδαπό λιμένα ή αερολιμένα επιβίβασης των επιβατών ή μεταφόρτωσης των εμπορευμάτων και λοιπών πραγμάτων σε πλοίο ή αεροσκάφος άλλης αλλοδαπής επιχείρησης.

9. Για τον προσδιορισμό των τυχόν εισοδημάτων που αποκτούν από πηγές που υπάρχουν στην Ελλάδα, αλλοδαπές επιχειρήσεις ή οργανισμοί που δεν διατηρούν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα κατά την έννοια τουάρθρου 100, εφαρμόζονται οι διατάξεις του δεύτερου μέρους του πρώτου τμήματος του παρόντος, που αναφέρονται στον προσδιορισμό του εισοδήματος των φυσικών προσώπων.

10. Οι διατάξεις του άρθρου 39 εφαρμόζονται και για τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 101. Επίσης, οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται ανάλογα και για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις ή οργανισμούς που αποκτούν με τις διατάξεις του άρθρου 100 μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, όταν η επιχείρηση που εδρεύει στην αλλοδαπή επιβάλλει στο υποκατάστημα, πρακτορείο, εργοστάσιο κ.λπ., που βρίσκεται στην Ελλάδα όρους εμπορικής ή οικονομικής συνεργασίας καταφανώς επαχθέστερους εκείνων, οι οποίοι θα συνομολογούντο αν η συναλλαγή εγένετο με τρίτους, με αποτέλεσμα να επέρχεται μετάθεση του κέρδους στην αλλοδαπή. Στην περίπτωση αυτή το κέρδος αυτό θεωρείται ότι προέκυψε στην Ελλάδα και επαυξάνει το κέρδος του υποκαταστήματος, πρακτορείου, εργοστασίου κ.λπ., που προκύπτει από τη δραστηριότητά του στην Ελλάδα].

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ  ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ. 15 άρθρου 11 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013

11. Οι διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφοι 3, 4 και 7, 32, 34 με τηνεπιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 12 του άρθρου αυτού, 35, 36 και 38εφαρμόζονται αναλόγως και για τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου101.Ειδικά για το ποσό της ζημίας νομικού προσώπου της παραγράφου 1 του άρθρου101, που αποσβέσθηκε με ειδική προς τούτο μείωση του μετοχικού ή εταιρικούκεφαλαίου αυτού, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου4.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 άρθρ.11 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004 και με την παρ.3 άρθρου 8 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

12.Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται καιγια τον προσδιορισμό των καθαρών κερδών των νομικών προσώπων της παραγράφου1 του άρθρου 101, τα οποία ασχολούνται με την πώληση ανεγειρόμενων οικοδομώνή την εκτέλεση δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων, καθώς και των προσώπωντης παραγράφου 4 του άρθρου 2 στα οποία συμμετέχει ένα ή περισσότερα νομικάπρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101.

Ως ακαθάριστα έσοδα για την εφαρμογή των ανωτέρω, λαμβάνονται τα οριζόμενα από τηνπαράγραφο 1 του άρθρου 34.

Όταν κατά τις διαχειριστικές περιόδους μέσα στις οποίες κτώνται έσοδα απότις πιο πάνω εργασίες δεν έχει ολοκληρωθεί η ανέγερση της οικοδομής, ωςκαθαρά κέρδη δηλώνονται αυτά που προκύπτουν σύμφωνα με τις διατάξεις τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 34 και με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος τουοικονομικού έτους που αφορά στη διαχειριστική περίοδο της ολοκλήρωσης τηςοικοδομής δηλώνεται το τελικό αποτέλεσμα το οποίο προέκυψε, σύμφωνα με τοπρώτο εδάφιο, από τη συγκεκριμένη οικοδομή.

Από τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος της δήλωσης αυτής εκπίπτει ο φόροςπου έχει καταβληθεί με βάση τις προηγούμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματοςκαι ο οποίος προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 τουάρθρου 34.

Για τις Εταιρίες Ειδικού Σκοπού που ορίζονται από το ν. 3389/2005 (Α` 232),ως Χρόνος απόκτησης του εισοδήματος από την υλοποίηση Συμπράξεων Δημόσιου καιΙδιωτικού Τομέα θεωρείται ο χρόνος που το τίμημα καθίσταται απαιτητό με βάσητους όρους της οικείας κάθε φορά Σύμβασης Σύμπραξης. Το πρώτο εδάφιο τηςπαραγράφου 12 του π.δ. 186/1992 (Α` 84) εφαρμόζεται αναλόγως. Οι διατάξειςτου προηγούμενου εδαφίου δεν ισχύουν για έσοδα που αποκτούν οι ΕταιρίεςΕιδικού Σκοπού από ίδια εκμετάλλευση του έργου.Το συνολικό κόστος υλοποίησης της Σύμπραξης, στο οποίο περιλαμβάνεται τοκατασκευαστικό κόστος, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική Σύμβαση Σύμπραξης ήτο σχετικό Παρεπόμενο Σύμφωνο, το αρχικό κόστος του συνολικά απαιτούμενουεξοπλισμού που αποτελεί μέρος του αναλαμβανόμενου έργου, οι τόκοι τηςπεριόδου κατασκευής, καθώς και κάθε κόστος και δαπάνη για την επίβλεψη, τηνασφάλιση, τις αμοιβές συμβούλων, τα προπαρασκευαστικά έξοδα, τους τεχνικούςελέγχους, τα νομικά έξοδα, τα έξοδα εγκατάστασης και μετεγκατάστασης, ταέξοδα εγγυητικών επιστολών, αποσβένυνται,«είτε με τους συντελεστές της περίπτωσης στ` της παραγράφου 1 του άρθρου 31» είτε με τη μέθοδο που προβλέπεται στην παράγραφο 5 τουάρθρου 97 του ν. 1892/1990 (Α` 101). Αν το έργο αυτό επιχορηγείται από τοΕλληνικό Δημόσιο, οι αποσβέσεις ενεργούνται επί του υπολοίπου που απομένειμετά από την αφαίρεση της επιχορήγησης από το κόστος κατασκευής. Οι ζημίεςτης Εταιρίας Ειδικού Σκοπού μεταφέρονται προς συμψηφισμό με τα κέρδη των δέκα(10) επόμενων χρήσεων.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ.1 άρθρ.11 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004 τροποποιήθηκε με το άρθρ.12παρ.4,6 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006 και με το άρθρο 18 παρ.1Ν.4013/2011,ΦΕΚ Α 204/15.9.2011  και με το άρθρο 9 παρ.14 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

13. Η χρεωστική διαφορά που προκύπτει σε βάρος των νομικών προσώπων από την ανταλλαγήομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου ή εταιρικών ομολόγων με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου,κατ` εφαρμογή προγράμματος συμμετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, εκπίπτει απότα ακαθάριστα έσοδα σε τριάντα (30) ισόποσες ετήσιες δόσεις, αρχής γενόμενης από τη χρήσημέσα στην οποία πραγματοποιείται η ανταλλαγή των τίτλων και ανεξάρτητα από το χρόνοδιακράτησης των ομολόγων. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, ως χρεωστικήδιαφορά λαμβάνεται η διαφορά μεταξύ της ονομαστικής αξίας των τίτλων που εκδόθηκαν σεανταλλαγή και του κόστους απόκτησης των αρχικών τίτλων. Ειδικά, σε περίπτωση που μετά τηναπόκτηση των αρχικών τίτλων προέκυψε ζημία από την αποτίμηση τους η οποία δεν έχεισυμψηφιστεί με αποθεματικό κατά τις διατάξεις του άρθρου 38, λαμβάνεται το αρχικό κόστοςαπόκτησης.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παρ. 5β άρθρου 3Ν.4046/2012,ΦΕΚ Α 28, και αντικαταστάθηκε  με το άρθρο 9 παρ.15 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

14. Τα εισοδήματα των νομικών προσώπων και ιδρυμάτων της παρ. 2 του άρθρου 101 προσδιορίζονται ως εξής:

α) Τα εισοδήματα από ακίνητα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 έως 23.

Ειδικά για τον προσδιορισμό του εισοδήματος από εκμίσθωση ακινήτωνεκπίπτουν οι δαπάνες επισκευής, συντήρησης, ανακαίνισης, οι πάγιες καιλειτουργικές δαπάνες και κάθε είδους άλλη δαπάνη των νομικών προσώπων καιιδρυμάτων αυτών, μέχρι εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%),επί των ακαθάριστων εσόδων,εφόσον καλύπτεται από νόμιμα παραστατικά.

Ειδικά ως προς το Άγιο Όρος το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου ανέρχεται σε εκατό τοις εκατό (100%).

β) Τα εισοδήματα από κινητές αξίες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24 έως 27. Κατ` εξαίρεση, για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος από τόκους που αποκτούν αυτά τα νομικά πρόσωπα, εκπίπτουν οι τόκοι που καταβάλλονται σε δανειοδοτικούς φορείς, μέχρι το ύψος του συνολικού ακαθάριστου εισοδήματος από τόκους.

γ) Τα εισοδήματα από γεωργικές εκμεταλλεύσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41.

δ) Τα εισοδήματα τα οποία δεν μπορούν να υπαχθούν σε μια από τις κατηγορίες Α` έως ζ` της παρ. 2 του άρθρου 4, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 48, 49 και 50.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.12 άρθρου 11Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010 καιμε το άρθρο 9 παρ.16 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

15. Για την εξεύρεση του συνολικού καθαρού φορολογητέου εισοδήματος των νομικών προσώπων και ιδρυμάτων της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παρ. 3, 4 και 7 του άρθρου 4.

16. Ο φόρος του παρόντος, οι Πρόσθετοι φόροι και τα Πρόστιμα δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση κατά τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 5β άρθρου 3Ν.4046/2012,φΕΚ Α 28/14.2.2012 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρο 9 παρ.17 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

17. Τα έσοδα και τα έξοδα των εταιρειών που εφαρμόζουν τα Διεθνή ΛογιστικάΠρότυπα, που προκύπτουν κατά την αρχική αναγνώριση των χρηματοοικονομικώνμέσων, κατανέμονται ανάλογα με τη χρονική διάρκεια των αντίστοιχων μέσων,σύμφωνα και με τα οριζόμενα από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Ωςχρηματοοικονομικά μέσα νοούνται τα οριζόμενα από τα Διεθνή ΛογιστικάΠρότυπα, όπως αυτά υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατ` εφαρμογή του Κανονισμού1606/2002, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 5α άρθρου 3Ν.4046/2012,φΕΚ Α 28/14.2.2012 και με την παράγραφο 5β του ίδιου άρθρου και νόμου

18. Για την εξεύρεση του συνολικού καθαρού φορολογητέου εισοδήματος τωνεταιρειών που είτε υποχρεωτικά είτε προαιρετικά εφαρμόζουν τα ΔιεθνήΛογιστικά Πρότυπα που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως προβλέπεταιαπό τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθμ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τουΣυμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Ιουλίου 2002, που δημοσιεύθηκεστην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (L 243) και των Κανονισμώνπου εκδίδονται από την Επιτροπή (Commission), κατ` εξουσιοδότηση των άρθρων 3και 6 του Κανονισμού αυτού, εφαρμόζονται τα εξής:

(α) Στην περίπτωση των εταιρειών που τηρούν τα βιβλία τους σύμφωνα με τουςκανόνες της ισχύουσας φορολογικής νομοθεσίας, τα κέρδη (ή ζημίες) τηςεταιρείας προκύπτουν αποκλειστικά από τα τηρούμενα βιβλία με βάση τουςισχύοντες κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας.

Τα κέρδη (ή ζημίες) της εταιρείας που προκύπτουν από τις ΟικονομικέςΚαταστάσεις με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα δεν λαμβάνονται υπόψη γιατους σκοπούς φορολογίας.

(β) Στην περίπτωση των εταιρειών που τηρούν τα βιβλία τους σύμφωνα με ταΔιεθνή Λογιστικά Πρότυπα που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κέρδη(ή ζημίες) της εταιρείας προκύπτουν αποκλειστικά από τον Πίνακα ΦορολογικώνΑποτελεσμάτων Χρήσης της παραγράφου 7 του άρθρου 7 του Κώδικα Βιβλίων καιΣτοιχείων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 5α άρθρου 3Ν.4046/2012,φΕΚ Α 28/14.2.2012 και με την παράγραφο 5β του ίδιου άρθρου και νόμου

Άρθρο 106
Υπολογισμός φορολογητέου εισοδήματος

1.Όταν μεταξύ των εισοδημάτων των νομικώνπροσώπων της παρ. 1 του άρθρου 101 του παρόντος, συμπεριλαμβάνονται και μερίσματα ή κέρδη από συμμετοχή σε άλλες εταιρίες, των οποίων τα κέρδη έχουν φορολογηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ή του άρθρου 10, τα εισοδήματα αυτά αφαιρούνται από τα συνολικά καθαρά κέρδη προκειμένου υπολογισμού των φορολογητέων κερδών του νομικού προσώπου.

Σε περίπτωση όμως, που στα καθαρά κέρδη ημεδαπής ανώνυμης εταιρίας, εταιρίαςπεριορισμένης ευθύνης, ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας και συνεταιρισμού, συμπεριλαμβάνονται,εκτός από τα μερίσματα και τα κέρδη από συμμετοχή σε άλλες εταιρίες, που αναφέρονται πιοπάνω, και αφορολόγητα έσοδα και περαιτέρω λαμβάνει χώρα διανομή κερδών, για τονπροσδιορισμό των διανεμόμενων κερδών, που αναλογούν στα εισοδήματα, που προβλέπουν οιδιατάξεις της παραγράφου 2, λαμβάνονται τα συνολικά καθαρά κέρδη, που προκύπτουν από τουςισολογισμούς των νομικών αυτών προσώπων.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 9 παρ.18Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Αν στα καθαρά κέρδη, που προκύπτουν από ισολογισμούς συνεταιρισμών, εταιριώνπεριορισμένης ευθύνης «,ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών και ημεδαπών ανώνυμωνεταιρειών»,συμπεριλαμβάνονται και έσοδα αφορολόγητα, για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών του νομικού προσώπου προστίθεται σε αυτά το μέρος των αφορολόγητων εσόδων, που αναλογεί στα διανεμόμενα κέρδη με οποιαδήποτε μορφή μετά την αναγωγή τουεξευρισκόμενου αυτού ποσού σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου.

Αν όμως τα αφορολόγητα έσοδα του νομικού προσώπου είναι μεγαλύτερα από τα προκύψαντα, βάσει ισολογισμού, καθαρά κέρδη και περαιτέρω λαμβάνει χώρα διανομή κερδών με οποιαδήποτε μορφή, το μέρος των κερδών που διανέμεται φορολογείται στο όνομα του νομικού προσώπου κατά την αναγωγή αυτού σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου. Στην περίπτωση αυτή, επί της ζημίας που προκύπτει μετά τη λογιστική αναμόρφωση των προκυψάντων αποτελεσμάτων, η οποία λαμβάνει χώρα με την υποβολή της δήλωσης του άρθρου 107, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 4.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 9 παρ.19Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

3. Αφορολόγητα αποθεματικά ανώνυμων εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης ή συνεταιρισμών, ανεξάρτητα του χρόνου σχηματισμού τους, διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα οποτεδήποτε, φορολογούνται κατά το χρόνο της διανομής ή κεφαλαιοποίησης με βάση τις διατάξεις του παρόντος στο όνομα του νομικού προσώπου, μετά την αναγωγή αυτών σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος φόρου.

Τα ως άνω διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα αποθεματικά φορολογούνται αυτοτελώς, μη συναθροιζομένων των ποσών αυτών με το προκύπτον αποτέλεσμα του ισολογισμού, κατά το χρόνο που γίνεται η διανομή ή κεφαλαιοποίηση.

Προς τούτο, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλλειδήλωση του άρθρου 107 μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από το μήνα που λαμβάνεται η απόφαση από το αρμόδιο όργανο για διανομή ή κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών. Ο προκύπτων φόρος καταβάλλεταισε τρεις ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες, η πρώτη ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης, οι δε υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα των δύο (2) επόμενων, από την υποβολή της δήλωσης, μηνών.

Με την καταβολή του ως άνω φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα αποθεματικά.

Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή: α) σε αφορολόγητα αποθεματικά, για την κεφαλαιοποίηση των οποίων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν.1473/1984 (ΦΕΚ 127 Α) και του άρθρου 101 του ν.1892/1990, β) σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης αφορολόγητωναποθεματικών που έχουν σχηματίσει μέχρι του χρόνου έναρξης ισχύος του ν.2065/1992 οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, με εξαίρεση τα σχηματισθέντα βάσει αναπτυξιακών νόμων αποθεματικά.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και για τις επιχειρήσεις της περίπτωσης δ της παρ. 1 του άρθρου 101, σε περίπτωση πίστωσης του κεντρικού καταστήματος ή ανάληψης ή εξαγωγής στο εξωτερικό κερδών ή αποθεματικών που δεν έχουν φορολογηθεί στο όνομα του νομικού προσώπου, ανεξάρτητα του χρόνου σχηματισμού τους.

Στην περίπτωση αυτή η δήλωση του άρθρου 107, για την καταβολή του οφειλόμενου φόρου υποβάλλεται μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από το μήνα που γίνεται η πίστωση ή η ανάληψη ή η εξαγωγή στο εξωτερικό των κερδών ή αποθεματικών και ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται μέσα στην προθεσμία, που ορίζεται από την παράγραφο αυτή.

Πέραν του φόρου εισοδήματος που οφείλεται με βάση τα πιο πάνω, στο καθαρόποσό των μερισμάτων που λαμβάνουν οι μέτοχοι ή τα μέλη του συνεταιρισμού ήτων κερδών που λαμβάνουν τα μέλη εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, ενεργείταικαι παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 54 ήτην περίπτωση δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 55, κατά περίπτωση.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 9 παρ.20 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013 τροποποιήθηκε με το άρθρ.18Ν.3697/2008,ΦΕΚ Α 194,αντικαταστάθηκε πάλιμε το άρθρο 14 παρ.19Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

4. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται ανάλογα και επι διανομής ή κεφαλαιοποίησης αποθεματικών, προερχόμενων από εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης.Στην περίπτωση αυτήν ο παρακρατηθείς ή καταβληθείς, κατά περίπτωση, στα ανωτέρω εισοδήματα φόρος συμψηφίζεται με αυτόν που αναλογεί στο νομικό πρόσωπο για τα εισοδήματα αυτά.

Εξαιρετικά, κατά τηνκεφαλαιοποίηση ή διανομή αποθεματικών που έχουνσχηματισθεί μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος από μερίσματα,προερχόμενα από συμμετοχή σε άλλες ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, αυτά δενυπόκεινται σε φορολογία και ούτε επιστρέφεται ο παρακρατηθείς φόροςμερισμάτων.

Τα ανωτέρω έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί των επιχειρήσεων της περίπτωσης δ` της παρ. 1 του άρθρου 101, σε περίπτωση πίστωσης του κεντρικού καταστήματος ή ανάληψης ή εξαγωγής στο εξωτερικό κερδών ή αποθεματικών, που έχουν φορολογηθεί κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, ανεξάρτητα του χρόνου σχηματισμού τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  μετην παρ.8 άρθρ.6 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000

5. Σε περίπτωση διάλυσης ημεδαπής ανώνυμης εταιρίας θεωρείται ως κέρδος, φορολογούμενο στο όνομα του νομικού προσώπου, το ποσό που λαμβάνουν οι μέτοχοι πέραν του πράγματι καταβληθέντος και μη επιστραφέντος σε αυτούς μετοχικού κεφαλαίου και των κερδών που έχουν υπαχθεί σε φορολογία με βάση τις διατάξεις του παρόντος.

Ως πράγματι καταβληθέν από τους μετόχους ποσό θεωρείται το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, προσαυξημένο κατά τα αποθεματικά τα σχηματισθέντα από καταβολή των μετόχων κατά την τυχόν υπέρ το άρτιον έκδοση των μετοχών.

Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, έχουν ανάλογη εφαρμογή και σε περίπτωση διάλυσης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας..

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.22 άρθρου 9 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

6. Σε περίπτωση εξαγοράς ή με οποιονδήποτε τρόπο απόκτησης από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία ιδίων αυτής μετοχών με σκοπό την απόσβεση ή μείωση του κεφαλαίου της, το ποσό που καταβάλλεται στους μετόχους πέραν του πράγματι καταβληθέντος από αυτούς αντίτιμου μετοχών και μη επιστραφέντος σε αυτούς, προέρχεται από το υπόλοιπο των κερδών που προκύπτει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος, με βάση το άρθρο 109 του παρόντος, φόρου, από τα συνολικά κέρδη.

Ως πράγματι καταβληθέν από τους μετόχους ποσό θεωρείται το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, προσαυξημένο κατά τα αποθεματικά τα σχηματισθέντα από την τυχόν υπέρ το άρτιον έκδοση των μετοχών.

Το ανωτέρω ποσό που λαμβάνουν οι μέτοχοι υπόκειται σε παρακράτηση φόρου με βάση τιςδιατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 54. Επίσης, σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο έχει,μέσα στη διαχειριστική περίοδο που λαμβάνει χώρα η απόσβεση ή μείωση του κεφαλαίου,εισοδήματα απαλλασσόμενα της φορολογίας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις τηςπαραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 9 παρ.23Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

7. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών θα καθοριστούν η λογιστική εμφάνιση και ο τρόπος παρακολούθησης των αποθεματικών, που σχηματίζουν οι επιχειρήσεις από τα κέρδη κάθε χρήσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

8. Επί ημεδαπών ανώνυμων εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης καισυνεταιρισμών, των οποίων τα κέρδη προσδιορίζονται τεκμαρτώς με τιςδιατάξεις του άρθρου 34, σε περίπτωση που μετά την έγκριση του ισολογισμούκαι τη διάθεση των κερδών της οικείας διαχειριστικής χρήσης από τη γενικήσυνέλευση και την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 τουπαρόντος, απομένει υπόλοιπο κερδών που δεν φορολογήθηκε στο νομικό πρόσωποκαι εμφανίζεται στο λογαριασμό “Αφορολόγητα κέρδη τεχνικών και οικοδομικώνεπιχειρήσεων”, το σαράντα τοις εκατό (40%) αυτού φορολογείται στο νομικόπρόσωπο με τους συντελεστές φορολογίας που προβλέπονται από το άρθρο 109κατά περίπτωση. Προς τούτο, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται για τα κέρδη αυτά να υποβάλλει ιδιαίτερη δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέχρι το τέλος του ένατου μήνα από τη λήξη της οικείας διαχειριστικής χρήσης και να καταβάλλει το φόρο που προκύπτει σε τρεις (3) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης και οι υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα των δύο επόμενων μηνών. Επί του φόρου που προκύπτει από τη δήλωση αυτή δεν ενεργείται βεβαίωση προκαταβολής φόρου εισοδήματος. Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την καταβολή του οφειλόμενου φόρου θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Με την Καταβολή του φόρου αυτού για το μέρος των φορολογηθέντων κερδών εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του νομικού προσώπου και των μετόχων ή εταίρων ή μελών, κατά περίπτωση. Τα φορολογηθέντα αυτά κέρδη, μετά την αφαίρεση του φόρου που καταβάλλεται, εμφανίζονται σε ειδικούς λογαριασμούς στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησης και δύνανται οποτεδήποτε να διανεμηθούν ή να κεφαλαιοποιηθούν, χωρίς περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση.

9. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν ανάλογη εφαρμογήκαι στις επιχειρήσεις των περιπτώσεων β` και δ` της παραγράφου 1 του άρθρου101 για τα πέραν των τεκμαρτών κέρδη της οικείας διαχειριστικής χρήσης που δεν φορολογήθηκαν κατά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του άρθρου 107.

10.Για τις αλλοδαπές εταιρίες και οργανισμούς που αναλαμβάνουν τηνεργοληπτική κατασκευή δημοσίων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων στην Ελλάδα, για τις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου “8” του άρθρου 13, με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ίδιου άρθρου παρακράτηση φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των επιχειρήσεων αυτών μόνο για τα προσδιοριζόμενα με το άρθρο 34 τεκμαρτά κέρδη. Σε περίπτωση πραγματοποίησης κερδών από τις εργασίες τους στην Ελλάδα πέραν των φορολογουμένων τεκμαρτών κερδών, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου αυτού για το μέρος των κερδών που δεν φορολογήθηκε.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.4 άρθρ.7 Ν.2579/1998Α 31/17.2.1998 αναριθμήθηκε με το άρθρο 9 παρ.20 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013

11. Για τις αλλοδαπές εταιρίες και οργανισμούς που αναλαμβάνουν την εργοληπτική κατασκευή δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων στην Ελλάδα, για τις οποίες έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 13, με την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του ίδιου άρθρου παρακράτηση φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος των επιχειρήσεων αυτών μόνο για τα προσδιοριζόμενα με το άρθρο 34 τεκμαρτά κέρδη. Σε περίπτωση πραγματοποίησης κερδών από τις εργασίες τους στην Ελλάδα πέραν των φορολογούμενων τεκμαρτών κερδών, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου αυτού για το μέρος των κερδών που δεν φορολογήθηκε.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.4 άρθρ.7 Ν.2579/1998Α 31/17.2.1998 αναριθμήθηκε με το άρθρο 9 παρ.20 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013

12. Τα κέρδη κάθε διαχειριστικής χρήσης των τραπεζικών ανώνυμων εταιρειών,καθώς και των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν με τη μορφή αμιγούςπιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986 (ΦΕΚ 196 Α`), που προέρχονται απότην εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 7 του άρθρου 38 και τουάρθρου 99 και τα οποία μετά την έγκριση του ισολογισμού και τη διάθεση τωνκερδών της οικείας διαχειριστικής περιόδου από τη γενική συνέλευση τωνμετόχων, δεν έχουν φορολογηθεί στο όνομα του νομικού προσώπου καιεμφανίζονται σε λογαριασμό αφορολόγητου αποθεματικού ή συγκεντρωτικά στονισολογισμό και αναλύονται στο προσάρτημα (σημειώσεις επί των οικονομικώνκαταστάσεων) από τις εταιρείες που τηρούν τα Διεθνή ΠρότυπαΧρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (Δ.Π.Χ.Π.), υπόκεινται σε φορολογία στοόνομα του νομικού προσώπου με το συντελεστή φορολογίας που ορίζεται στοάρθρο 109 του Κ.Φ.Ε..

Προς τούτο, το νομικό πρόσωπο υποβάλλει ιδιαίτερη δήλωση φορολογίαςεισοδήματος μέχρι το τέλος του ένατου μήνα από τη λήξη της οικείαςδιαχειριστικής περιόδου και καταβάλλει το φόρο που προκύπτει σε τρεις ίσεςμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται με την υποβολή τηςεμπρόθεσμης δήλωσης και οι υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα των δύοεπόμενων μηνών. Με τη δήλωση αυτή δεν βεβαιώνεται προκαταβολή φόρουεισοδήματος. Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την καταβολή του οφειλόμενου φόρουθεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. Με τηνΚαταβολή του φόρου εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του νομικού προσώπουκαι των μετόχων για τα πιο πάνω κέρδη. Τα φορολογηθέντα αυτά κέρδη, μετά τηναφαίρεση του φόρου που καταβάλλεται, εμφανίζονται σε ειδικούς λογαριασμούςστα τηρούμενα βιβλία της τράπεζας και δύνανται οποτεδήποτε να διανεμηθούν ήνα κεφαλαιοποιηθούν, χωρίς περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται ανάλογα και για ταυποκαταστήματα αλλοδαπών τραπεζών που είναι εγκατεστημένα ή εγκαθίστανταιστη χώρα μας.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με το άρθρο 26 παρ.1 Ν.3634/2008,ΦΕΚ Α 9, και τροποποιήθηκε με την παρ.7 άρθρ.16 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66) ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.24 άρθρου 9Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013,

Μέρος Δεύτερο
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 107
Υπόχρεοι σε δήλωση-Προθεσμία και περιεχόμενο αυτής

1. Κάθε νομικό πρόσωπο του άρθρου 101 υποχρεούται να υποβάλλει δήλωση φόρου εισοδήματος στον αρμόδιο προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας.Επίσης σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος υποχρεούνται και τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που έχουν στην κυριότητά τους ακίνητο στην Ελλάδα, ανεξάρτητα αν προκύπτει ή όχι εισόδημα από αυτό.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3άρθρ.15 Ν.2992/2002, ΦΕΚ Α 54/20/3/2002

2. Η δήλωση της προηγούμενης παραγράφου υποβάλλεται με τη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών μεθόδων και δικτυακών υποδομών:.

α) Από τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 και του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του πέμπτου μήνα από την ημερομηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου, για τα εισοδήματα που απόκτησαν μέσα σε αυτήν.Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, πουδημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να μεταφέρεται ειδικά για τιςημεδαπές ανώνυμες εταιρείες η ημερομηνία λήξης της προθεσμίας που ορίζεται πιο πάνωκαι η υποβολή της δήλωσης να γίνεται ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του αριθμούφορολογικού μητρώου (A.Φ.M.) του νομικού προσώπου.

β) Από τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 101, μέχρι τις 10 Μαρτίου του οικείου οικονομικού έτους για τα εισοδήματα που απέκτησαν μέσα στο αμέσωςπροηγούμενο έτος, ανεξάρτητα αν τα εισοδήματα αυτά υπόκεινται ή όχι σε φορολογία.

Όταν δηλώνεται εισόδημα από την εκμίσθωση ή δωρεάν παραχώρηση γεωργικής γης, υποκείμενο σε φορολογία εισοδήματος, η δήλωση υποβάλλεται μέχρι τις 15 Απριλίου του οικείου οικονομικού έτους.

Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται ανάλογα και στα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που τηρούν βιβλία Γ` κατηγορίας Κ.Β.Σ..

H υποβαλλόμενη δήλωση συνοδεύεται υποχρεωτικά με αναλυτική κατάσταση εσόδων και εξόδων.

γ) Από τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση, μέσα σε ένα (1) μήνα από τη λήξη της εκκαθάρισης για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν κατά την περίοδο αυτή. Σε περίπτωση παράτασης της εκκαθάρισης πέραν του έτους υποβάλλεται προσωρινή δήλωση για τα εισοδήματα κάθε έτους μέσα σε ένα (1) μήνα από τη λήξη του, επιφυλασσομένης της υποβολής οριστικής δήλωσης συγχρόνως με τη λήξη της εκκαθάρισης. Σε περίπτωση μη υποβολής της δήλωσης ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει προσωρινό φύλλο ελέγχου, το οποίο περιέχει το φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει από τα βιβλία και το ποσό του φόρου που αναλογεί μαζί με τον πρόσθετο φόρο που προβλέπεται από τις διατάξεις του «άρθρου 1 του ν. 2523/ 1997», αντίγραφο του οποίου κοινοποιείται στο υπόχρεο νομικό πρόσωπο.

Ο φόρος βεβαιώνεται εφάπαξ αμέσως μετά την οριστικοποίηση του προσωρινού φύλλου ελέγχου. Κατά του προσωρινού φύλλου ελέγχου επιτρέπονται τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τον Κώδικα «Διοικητικής»Δικονομίας

Οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται κατά την προσωρινή διαδικασία αποτελούν προσωρινό δεδικασμένο και δεν επηρεάζουν την κύρια δίκη. Από το ποσό του κύριου και πρόσθετου φόρου που πρόκειται να βεβαιωθεί με βάση το οριστικό φύλλο ελέγχου εκπίπτει ο φόρος που έχει καταλογισθεί με τα προσωρινά φύλλα ελέγχου και ο επιπλέον φόρος που έχει καταβληθεί επιστρέφεται μετά την τελεσιδικία της εγγραφής

δ) Από τα διαλυόμενα νομικά πρόσωπα, για τα οποία δεν επιβάλλεται από το νόμο εκκαθάριση, μέσα σε ένα (1) μήνα από τη διάλυση και σε κάθε περίπτωση πριν από τη διάθεση με οποιονδήποτε τρόπο των περιουσιακών στοιχείων τους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε :

με την παρ.8 άρθρ.4Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999,

με την παρ.9 άρθρ.6 Ν.2873/2000,ΦΕΚ Α 285/28.12.2000

με την παρ.4άρθρ.15 Ν.2992/2002,ΦΕΚ Α 54/20/3/2002,

με την παρ.4 άρθρ.20Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011

με το άρθρο 9 παρ.25,26,27 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

3. Οι διατάξεις του πέμπτου εδαφίου της παραγράφου1, καθώς και των παραγράφων 4, 5 και 6 του άρθρου 61 εφαρμόζονται ανάλογα και στα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.5 άρθρ.20 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 και με τοάρθρου 9 παρ.28Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

4. Ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες στα καθαρά κέρδη των οποίων συμπεριλαμβάνονται και εισοδήματα απαλλασσόμενα της φορολογίας,εφόσον μέσα σε έξι (6) μήνες από τη λήξη της διαχειριστικής χρήσης δεν συνέρχεταιη γενική συνέλευση των μετόχων για να εγκρίνει την προταθείσα από το διοικητικό συμβούλιο διανομή κερδών ή συνέρχεται και τροποποιεί την προταθείσα αυτή διανομή κερδών, υποχρεούνται να υποβάλλουν τροποποιητική δήλωση εντός τριάντα (30) ημερών από τη λήξη του πιο πάνω εξαμήνου για τα φορολογητέα κέρδη, που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των διατάξεωντης παραγράφου 2 του άρθρου 106. Ο τυχόν οφειλόμενος, βάσει της τροποποιητικής δήλωσης, φόρος και προκαταβολή φόρου καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης και οι υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα των δύο επόμενων μηνών.

Σε περίπτωση μεταγενέστερης, αλλά μέσα στην ίδια διαχειριστική χρήση, μερικής ή ολικής έγκρισης της διανομής, εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 106 του παρόντος. Προς τούτο, υποβάλλεται συμπληρωματική δήλωση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το χρόνο έγκρισης από τη γενική συνέλευση και ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης.

Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται ανάλογα και σε περίπτωση περαιτέρω διανομής κερδών του ίδιου οικονομικού έτους, εφόσον η διανομή λαμβάνει χώρα μέχρι το χρόνο λήξης της τρέχουσας διαχειριστικής χρήσης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρου 13 Ν.2459/1997 (Α 17) και με τοάρθρου 9 παρ.29 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

5.Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται κατά περίπτωση και για τις ημεδαπές εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και συνεταιρισμούς.

Παρ.6
6. Η δήλωση συντάσσεται σε έντυπο που παρέχεται δωρεάν από, το Δημόσιο και υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης, καθώς και τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία που υποβάλλονται μαζί με αυτή.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.3 άρθρ. 13 Ν.2459/1997

Άρθρο 108
Αρμόδιος προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας

1. Αρμόδιος για την παραλαβή των δηλώσεων και τον έλεγχό τους, την εξεύρεση του εισοδήματος αυτών που δεν έχουν επιδώσει δηλώσεις και γενικά για την Επιβολή του φόρου, είναι ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικήςυπηρεσίας:

α) Της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται η έδρα του υπόχρεου ημεδαπού νομικού προσώπου.

β) Της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται η κύρια μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα του υπόχρεου αλλοδαπού νομικού προσώπου.

2. Αν στην ίδια περιφέρεια εδρεύουν περισσότεροι από έναν προϊστάμενοι δημόσιων οικονομικών υπηρεσιών, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ο αρμόδιος προϊστάμενος της δημόσιαςοικονομικής υπηρεσίας σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, ο οποίος μπορεί να είναι διαφορετικός κατά γενικές κατηγορίες νομικών προσώπων. Επίσης, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο αρμόδιος προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας για αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που δεν έχουν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα και για το σύνολο των εισοδημάτων τους από κάθε πηγή που αποκτούν στην Ελλάδα.

Άρθρο 109
Υπολογισμός του φόρου

1. Για τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101, ο φόρος υπολογίζεται μεσυντελεστή είκοσι έξι τοις εκατό (26%) στο συνολικό φορολογητέο εισόδημα τους.

Με το συντελεστή αυτόν φορολογούνται και τα κέρδη πουδηλώνονται με την οριστική δήλωση που υποβάλλουν τα υπό εκκαθάριση νομικάπρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 με βάση τις διατάξεις της περίπτωσηςγ` της παραγράφου 2 του άρθρου 107, ανεξάρτητα από το χρόνο που τέθηκαν σεεκκαθάριση. Ειδικά για τα υποκαταστήματα αλλοδαπών ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμωνεταιρειών έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10. Τοεισόδημα από επιχειρηματική αμοιβή υπόκειται σε φορολογία με τις γενικέςδιατάξεις, ανεξάρτητα αν ο δικαιούχος της αμοιβής αυτής είναι κάτοικοςημεδαπής ή αλλοδαπής. Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων εδαφίων έχουνεφαρμογή, εφόσον οι ομόρρυθμοι εταίροι ευθύνονται απεριορίστως και ειςολόκληρον με βάση τη νομοθεσία του κράτους – μέλους στο οποίο έχει την έδρατης η προσωπική εταιρεία.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 14 παρ.9 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 και με το άρθρο 9 παρ.30 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.Ισχύς από το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) και μετά.

2. Για τα ημεδαπά και αλλοδαπά νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ο φόροςυπολογίζεται με συντελεστή είκοσι έξι τοις εκατό (26%).

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με τοάρθρο 9 παρ.31 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

3. Επιπλέον του οριζόμενου στις προηγούμενες παραγράφους φόρου, επιβάλλεται και συμπληρωματικός φόρος στο εισόδημα από ακίνητα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα. Ο φόρος αυτός υπολογίζεται με συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) στο συνολικό Ακαθάριστο εισόδημα που προέρχεται από ακίνητα, μη δυνάμενος να υπερβεί το ποσό του φόρου εισοδήματος των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Ο φόρος της παραγράφου αυτής δεν επιβάλλεται στα εισοδήματα από ακίνητα των νομικών προσώπων, τα οποία απαλλάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 του παρόντος, του φόρου εισοδήματος για τα εισοδήματα αυτά.

4. Από το συνολικό ποσό του φόρου που αναλογεί στο φορολογούμενο εισόδημα και τουσυμπληρωματικού φόρου εκπίπτουν:

α) Ο φόρος που προκαταβλήθηκε, παρακρατήθηκε ή καταβλήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12, 13 παράγραφοι 1 και 2, 55, 111 και 114 του παρόντος, στο εισόδημα που υπόκειται σε φόρο.

β) Ο φόρος που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για το εισόδημα που προέκυψε σεαυτήν και υπόκειται σε φορολογία. Ο φόρος αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναιανώτερος από το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα. Για τηναπόδειξη του ύψους του φόρου που έχει καταβληθεί εκτός Ελλάδας απαιτείται βεβαίωση τηςαρμόδιας αρχής της χώρας σύμφωνα με τις Σ.Α.Δ.Φ.. Ειδικά για τα μερίσματα ή κέρδη πουεισπράττει ημεδαπή μητρική εταιρεία από αλλοδαπή θυγατρική της με έδρα σε άλλο κράτος -μέλοςτης Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 2578/1998εκπίπτει το άθροισμα των ποσών του φόρου που τυχόν καταβλήθηκε ως φόρος εισοδήματοςνομικού προσώπου, καθώς και του φόρου που παρακρατήθηκε ως φόρος επί του μερίσματος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με τοάρθρο 9 παρ.32 Ν. 4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

5. Όταν το ποσό του φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατηθηκε είναι μεγαλύτερο από το φόρο που αναλογεί η επιπλέον διαφορά συμψηφίζεται στο υπόλοιπο ποσό που προκύπτει για βεβαίωση.

6. Όταν μετατρέπεται ανώνυμη εταιρεία σε προσωπική εταιρεία, στα ήδη φορολογηθέντα κέρδηπου υφίστανται κατά το χρόνο της μετατροπής επιβάλλεται σε βάρος του νομικού προσώπου οοριζόμενος από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 54 του Κ.Φ.Ε. φόρος. Επίσης, όταν ημετατροπή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε προσωπική εταιρεία δημοσιεύεται στην Εφημερίδατης Κυβερνήσεως, επιβάλλεται ο οριζόμενος από τις διατάξεις της περίπτωσης δ` της παραγράφου 1του άρθρου 55 φόρος. Το οφειλόμενο ποσό φόρου αποδίδεται εφάπαξ, μέσα στον επόμενο από τηνολοκλήρωση της μετατροπής μήνα, με τα έντυπα απόδοσης του παρακρατούμενου σύμφωνα μετις πάνω διατάξεις φόρου. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και για τααφορολόγητα αποθεματικά που έχουν σχηματιστεί λόγω πραγματοποίησης παραγωγικώνεπενδύσεων με βάση αναπτυξιακό νόμο, καθώς και από αφορολόγητα έσοδα ή αυτοτελώςφορολογηθέντα εισοδήματα. Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή για τα φορολογηθέντα κέρδηπαρελθουσών χρήσεων που έχουν σχηματισθεί από εταιρείες περιορισμένης ευθύνης μέχρι 31Δεκεμβρίου 2010.

Σημ.: όπως προστέθηκε με την παράγραφο 6 άρθρου 322 Ν.4072/2012,ΦΕΚ Α 86/11.4.2012.

Άρθρο 110
Καταβολή του φόρου

1. Ο φόρος εισοδήματος, η βεβαιούμενη με βάση το άρθρο 111 προκαταβολή φάρου εισοδήματος, τα τέλη χαρτοσήμου κ.λπ. ποσά, που οφείλονται με βάση τη δήλωση του Άρθρου 107, καταβάλλονται:”α) Από τα νομικά πρόσωπα που υποβάλλουν δήλωση σύμφωνα με τις διατάξεις τωνπεριπτώσεων α` και β` της παραγράφου 2 του άρθρου 107 του παρόντος, σε οκτώ(8) ίσες μηνιαίες δόσεις, από τις οποίες, η μεν πρώτη με την υποβολή τηςεμπρόθεσμης δήλωσης, οι δε υπόλοιπες επτά (7), μέχρι την τελευταία εργάσιμηγια τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα των επτά (7) επόμενων μηνών, από τη λήξητης προθεσμίας υποβολής της δήλωσης.

β) Από τα νομικά πρόσωπα που υποβάλλουν δήλωση σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων γ` και δ` της παρ. 2 του άρθρου 107 του παρόντος, εφάπαξ με την υποβολή της εμπρόθεσμης προσωρινής ή οριστικής δήλωσης.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 παρ.2 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004

2. Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την καταβολή των αναφερόμενων στην προηγούμενη παράγραφο ποσών, θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.

Αν καταβληθεί εφάπαξ το συνολικό ποσό της οφειλής, που αναφέρεται στηνπροηγούμενη παράγραφο με την εμπρόθεσμη δήλωση, παρέχεται έκπτωση ενάμισιτοις εκατό (1,5%) επί του καταβαλλόμενου ποσού.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 4 παρ.12Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006 και με την παρ.1 άρθρ.14Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010

Άρθρο 111
Προκαταβολή του φόρου

1. Με βάση την οριστική δήλωση του νομικού προσώπου ή τον οριστικό τίτλο,ο προϊστάμενος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας βεβαιώνει ποσόίσο με το ογδόντα τοις εκατό (80%) του φόρου που αναλογεί στα εισοδήματα τηςδιαχειριστικής περιόδου ή του ημερολογιακού έτους, κατά περίπτωση, πουέληξε.

Το ως άνω ποσοστό αυξάνεται σε εκατό τοις εκατό (100%) ειδικά για τιςτραπεζικές ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες και τα υποκαταστήματα αλλοδαπώντραπεζών που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα.

Ειδικά για τα νομικά πρόσωπα τηςπαραγράφου 2 του άρθρου 101 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, το ως άνωποσοστό ορίζεται σε πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).”

Τα ανωτέρω ποσοστά μειώνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) για τα νέανομικά πρόσωπα κατά τα τρία (3) πρώτα οικονομικά έτη από τη δήλωση έναρξηςεργασιών τους, που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ τηςπαραγράφου 1 του άρθρου 36 του Ν. 2859/ 2000 (ΦΕΚ 248 Α΄). Η μείωση αυτή δενεφαρμόζεται για τα νομικά πρόσωπα που προέρχονται από μετατροπή ή συγχώνευσηάλλων επιχειρήσεων με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου.

Η βεβαίωση αυτή γίνεται έναντι του φόρου που αναλογεί στο εισόδημα της διανυόμενης διαχειριστικής περιόδου ή του ημερολογιακού έτους κατάπερίπτωση.`Όταν δεν υπάρχει δήλωση ή οριστικός τίτλος, ο καταβλητέος φόρος υπολογίζεται με βάση το φόρο που προκύπτει από στοιχεία του εγγύτερου οικονομικού έτους.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 26παρ.3 Ν.3634/2008,ΦΕΚ Α 9/29.1.2008 ,με την παρ.2 άρθρ.19Ν.3697/2008,ΦΕΚ Α 194/25.9.2008 και με την παρ.9 άρθρ.6 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253/14.12.2004

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και επί των προσωρινών δηλώσεων που υποβάλλουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης γ` της παρ. 2 του άρθρου 107, τα νομικά πρόσωπα που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση.

3. Από το ποσό που βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού εκπίπτει ο φόροςπου παρακρατείται από πηγή Ελλάδος, εφόσον συντρέχει περίπτωση, καθώς και ο φόρος πουκαταβάλλεται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 13.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.3 άρθρ.14 Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58,αντικαταστάθηκε πάλι με τοάρθρο 9 παρ.33 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

4. Αν μειωθεί το φορολογητέο εισόδημα, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 53. Η εννεάμηνη προθεσμία για την υποβολή της αίτησης μείωσης του προκαταβλητέου ποσού φόρου αρχίζει από την ημέρα έναρξης της νέας διαχειριστικής περιόδου ή του ημερολογιακού έτους κατά περίπτωση.

5. Οι διατάξεις των παρ.4 και 5 του άρθρου 52 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα που φορολογούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 101. Αν το προκαταβλητέο ποσό φόρου εισοδήματος που υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι μικρότερο της προκαταβολής φόρου που οφείλεται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, η διαφορά που προκύπτει βεβαιώνεται στο όνομα του νομικού προσώπου ως προκαταβολή φόρου.

6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή:

α) για τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμες εταιρείεςπου μετατρέπονται ή συγχωνεύονται, σε ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία ή εταιρείαπεριορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 1297/1972,

β) για τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμες εταιρείες,καθώς και τα εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιρειών,που μετασχηματίζονται σε άλλες εταιρείες, σύμφωνα με τις διατάξεις τωνάρθρων 1 έως 6 του ν. 2166/1993.

γ) για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες που συγχωνεύονται σε ανώνυμηεταιρεία ή διασπώνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 80 και 81,κατά περίπτωση, του κ. ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 37 Α`),

δ) για τις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που συγχωνεύονται σεεταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με το άρθρο 54 του ν. 3190/1955 (ΦΕΚ91 Α`),

ε) για τα πιστωτικά ιδρύματα που μετασχηματίζονται, σύμφωνα με τιςδιατάξεις του άρθρου 16 του ν. 2515/ 1997 (ΦΕΚ 154 Α`),

στ) για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που συγχωνεύονται σε νέα ήυφιστάμενη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, καθώς και τις δευτεροβάθμιες ήτριτοβάθμιες αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που μετατρέπονται σεανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, σύμφωνα με τις διατάξειςτου άρθρου 21 του ν. 2810/2000 (ΦΕΚ 61 Α`),

ζ) για τα νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 101 πουμετασχηματίζονται, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις νόμου, σε άλλο νομικόπρόσωπο που εμπίπτει στις διατάξεις της ίδιας παραγράφου.

η) για τα διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα κέρδη ανωνύμων εταιρειών, πουαπαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, βάσει ειδικών διατάξεων νόμων, καθώςκαι επί των εισοδημάτων που ορίζονται από τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου106 του παρόντος.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.2 άρθρ.19 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011.

Άρθρο 112
Επιβράβευση ειλικρίνειας
Οι διατάξεις του άρθρου 73 εφαρμόζονται αναλόγως και για τα νομικά πρόσωπα των περιπτώσεων α` και γ` της παρ. 1 του άρθρου 101.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την περ.7 άρθρου 1 Ν.2459/1997(Α 17).

Άρθρο 113
Διαδικασία βεβαίωσης του φόρου
Οι διατάξεις των άρθρων 65 έως 72, 74, 75, 79, 80, 81, 83 έως 85, εφαρμόζονται αναλόγως και στη φορολογία εισοδήματος των νομικών προσώπων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 101.

Μέρος Τρίτο
ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 114
Υποχρέωση παρακράτησης φόρου

1. Οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες που κεφαλαιοποιούν ή διανέμουν κέρδη μετη μορφή μερισμάτων, προμερισμάτων, αμοιβών και ποσοστών, εκτός μισθού, σταμέλη του διοικητικού συμβουλίου και στους διευθυντές, καθώς και αμοιβών στοεργατοϋπαλληλικό προσωπικό, προβαίνουν σε παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με ταοριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 54. Οι διατάξεις του προηγούμενουεδαφίου εφαρμόζονται ανάλογα και για τα κέρδη που εξάγει ή πιστώνει μόνιμηεγκατάσταση αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα προς την έδρα της ή σε άλλημόνιμη εγκατάσταση της στην αλλοδαπή. Επίσης, οι συνεταιρισμοί«,οι ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και οι ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες» που κεφαλαιοποιούν ή διανέμουν κέρδη σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά,ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, προβαίνουν σε παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με ταοριζόμενα στην περίπτωση δ` της παραγράφου 1 του άρθρου 55.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 14 παρ.11 Ν.3943/2011,ΦΕΚ Α 66/31.3.2011 και με το άρθρο 6 παρ.10 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 54 εφαρμόζονται ανάλογα και όταν ο καταβάλλων το εισόδημα ή δικαιούχος αυτού είναι νομικό πρόσωπο ή επιχείρηση από τα αναφερόμενα στο άρθρο 101 του παρόντος.

Εξαιρετικά, αν ο δικαιούχος του εισοδήματος από κινητές αξίες, εκτόςμερισμάτων και τόκων από μετοχές και ιδρυτικούς τίτλους, που προέρχονται απότα διανεμόμενα κέρδη ημεδαπής ανώνυμης εταιρίας, είναι πρόσωπο από τααναφερόμενα στην περίπτωση δ της παραγράφου 1 του άρθρου 101 το οποίο όμωςδεν έχει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, το ποσοστό του παρακρατούμενουφόρου ορίζεται σε σε τριάντα τρία τοις εκατό (33%) μεστο εισόδημα αυτό και οαλλοδαπός δικαιούχος δεν υποχρεούται στην υποβολή της ετήσιας φορολογικήςδήλωσης για το πιο πάνω εισόδημα.

Εξαιρετικά για τους τόκους που καταβάλλονται από την 1η Ιανουαρίου μέχρι και την 31ηΔεκεμβρίου του έτους 2006, το ποσοστό του παρακρατούμενου φόρου ορίζεται σε είκοσι εννέατοις εκατό (29%).

Όταν δικαιούχος του εισοδήματος από κινητές αξίες, με εξαίρεση τα μερίσματα, είναι φυσικόπρόσωπο κάτοικος αλλοδαπής, η παρακράτηση φόρου ενεργείται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό(20%).

Σημ.: όπως τροποποιήθηκεQ

με την παρ.4 άρθρ.26Ν.3427/2005,ΦΕΚ Α 312/27.12.2005

με την παρ.2α άρθρου 10Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α` 58/23.4.2010

με την παρ.11,12 άρθρου 6 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

3. Στους τόκους που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή και τους οποίουςκαταβάλλει ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία ή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδαεταιρείας κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδεδεμένη εταιρείαάλλουκράτους μέλους ή σε μόνιμη εγκατάσταση συνδεδεμένης εταιρείας κράτους μέλουςευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος, δεν ενεργείται παρακράτηση φόρουεισοδήματος. Ως τόκοι νοούνται τα εισοδήματα από πάσης φύσεως απαιτήσεις,ασφαλισμένες ή μη με υποθήκη και παρέχουσες ή μη δικαίωμα συμμετοχής στακέρδη του οφειλέτη και ιδίως εισοδήματα από τίτλους, ομολογίες ή χρεόγραφα,συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων πρόσθετων ωφελημάτων και ανταμοιβών πουαπορρέουν από τίτλους, ομολογίες ή άλλα χρεόγραφα. Για την εφαρμογή τωναναφερόμενων στην παράγραφο αυτή διατάξεων, μία εταιρεία θεωρείται”συνδεδεμένη” με άλλη εταιρεία εφόσον τουλάχιστον η πρώτη εταιρεία κατέχειάμεσα ελάχιστη συμμετοχή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) στο μετοχικό κεφάλαιοτης δεύτερης εταιρείας ή η δεύτερη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχήμε το ίδιο πιο πάνω ποσοστό στο μετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εταιρείας ή μίατρίτη εταιρεία κατέχει άμεσα ελάχιστη συμμετοχή με το ίδιο πιο πάνω ποσοστόστο μετοχικό κεφάλαιο τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης εταιρείας, καιυπό τον όρο ότι σε όλες τις αναφερόμενες πιο πάνω περιπτώσεις η συμμετοχήκατέχεται χωρίς διακοπή για δύο έτη. Η απαλλαγή από την παρακράτησηπαρέχεται με την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος των τόκων δέχεται τις πληρωμές για δικότου λογαριασμό και όχι με την ιδιότητα του αντιπροσώπου και εφόσονπροσκομίσει σχετική βεβαίωση που ισχύει για δύο έτη από την ημερομηνίαχορήγησής της. Η βεβαίωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχείατου δικαιούχου:

α) ότι έχει την έδρα της πραγματικής διοίκησής του σε ένα συγκεκριμένοκράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

β) ότι υπόκειται στο πιο πάνω κράτος μέλος που έχε την έδρα του σε φόροεισοδήματος χωρίς να τυγχάνει απαλλαγής από αυτόν,

γ) ότι κατέχει την πιο πάνω αναφερόμενη συμμετοχή χωρίς διακοπή τουλάχιστονγια δύο έτη,

δ) ότι το εισόδημα από τους τόκους που αποκτά, σε περίπτωση που αυτός είναιμόνιμη εγκατάσταση άλλης εταιρείας, υπόκειται σε φόρο εισοδήματος στο κράτοςμέλος όπου έχει τη μόνιμη εγκατάσταση και ότι η εταιρεία της οποίας αποτελείμόνιμη εγκατάσταση πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α΄,β΄, γ΄ και ε΄ της παραγράφου αυτής.

ε) ότι έχει μία από τις μορφές που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με το Παράρτημα της Οδηγίας 2003/49/ΕΚ(L. 157/49). Με την ίδια απόφαση θα καθοριστούν ο τρόπος και τα απαιτούμεναδικαιολογητικά για την εφαρμογή των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό .

Εξαιρετικά, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου οκτώ ετών που αρχίζει απότην 1η Ιουλίου 2005, κατά την καταβολή των αναφερόμενων πιο πάνω τόκων, θαενεργείται παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%)κατά τα πρώτα τέσσερα έτη και πέντε τοις εκατό (5%) κατά τα τελευταίατέσσερα έτη, εκτός εάν από την οικεία διμερή σύμβαση για την αποφυγή διπλήςφορολογίας εισοδήματος προβλέπεται ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση. Ηπαρακράτηση του φόρου ενεργείται από τον χρεώστη κατά την καταβολή των τόκωνή την εγγραφή τους στα βιβλία σε πίστωση του αλλοδαπού δικαιούχου καιαποδίδεται εφάπαξ με την υποβολή δήλωσης μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο τουεπόμενου από την παρακράτηση του φόρου μήνα. Με την παρακράτηση αυτήεξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αλλοδαπού δικαιούχου.

Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων δεν έχουν εφαρμογή για τόκους απόπρονομιούχες μετοχές και ιδρυτικούς τίτλους, για τόκους υπερημερίας, καθώςκαι για τόκους που αποτελούν έμμεση διανομή κερδών. Μέχρι την έναρξη τηςμεταβατικής περιόδου που αναφέρεται πιο πάνω, κατά την καταβολή των υπόψητόκων, θα ενεργείται παρακράτηση φόρου εισοδήματος σύμφωνα με τις ισχύουσεςδιατάξεις των διμερών συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας ή της εσωτερικήςνομοθεσίας, κατά περίπτωση.

Σημ.: όπως προστέθηκε και τροποποιήθηκε  με το άρθρο 6 παρ.13,14 Ν.4110/2013,ΦΕΚ Α 17/23.1.2013.

4. Με την καταβολή του οριζόμενου στην παράγραφο 3 του άρθρου 39του ν. 3371/2005 φόρου, τα διανεμόμενα μερίσματα στους μετόχους της εταιρίαςεπενδύσεων χαρτοφυλακίου απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήματος.

Σημ.: όπως αναριθμήθηκε ,τροποποιήθηκε με το άρθρ.15 παρ.9 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

5. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 αυτού του άρθρου εφαρμόζονται ανάλογα και για τα αμοιβαία κεφάλαια.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρ.15 παρ.9 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

6. Οι διατάξεις των παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 13 εφαρμόζονται ανάλογα και όταν ο καταβάλλων το εισόδημα είναι νομικό πρόσωπο του άρθρου 101.

Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με το άρθρ.15 παρ.9 Ν.3522/2006,ΦΕΚ Α 276/22.12.2006.

Άρθρο 115
Ευθύνη διοικούντων νομικά πρόσωπα

1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανώνυμων εταιρειών ή συνεταιρισμών κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. Στις ανώνυμες εταιρίες που συγχωνεύονται, ευθύνεται αλληλεγγύως μαζί με τα πιο πάνω πρόσωπα, για την πληρωμή των κατά το προηγούμενο εδάφιο οφειλόμενων φόρων της διαλυόμενης εταιρίας και εκείνη που την απορρόφησε ή η νέα εταιρία που συστήθηκε ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. Τα πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά των προσώπων που διατέλεσαν σύμβουλοι, καθώς και μέλη ή μέτοχοι του νομικού προσώπου κατά το χρόνο της διάλυσής του ως προς τους φόρους που αφορούν σε χρήσεις προγενέστερες από την έναρξη της εκκαθάρισης, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους.

2. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στη διοίκηση του νομικού προσώπου, κατά το χρόνο της διάλυσης των λοιπών νομικών προσώπων του άρθρου 101, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και των φόρων που παρακρατούνται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους.

3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τηδιάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής:

α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μίααπό τιςως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου καιμετά.

β) Αν δεν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα, που είχανμία απότις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωσηπαρακράτησης τουφόρου.

Σημ.: όπως προστέθηκε  με την παρ.6 άρθρ.22 Ν.2648/1998,ΦΕΚ Α 238/22.10.1998.

Άρθρο 116
Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις
Οι διατάξεις των άρθρων 86 έως 88 και 90 έως 97 εφαρμόζονται και στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 101.Ειδικά σε περίπτωση μη υποβολής της δήλωσης που προβλέπεται από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 105 εκδίδεται φύλλο ελέγχου καταλογισμού του οφειλόμενου τυχόν φόρου πλέον πρόσθετος φόρος μη δήλωσης και πρόστιμο, που δεν μπορεί να είναι μικρότερο του είκοσι τοις εκατό (20%) του ποσού της πρόβλεψης.

Τμήμα Τρίτο
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 117
Φορολογία αδιανέμητων κερδών
Κέρδη αδιανέμητα ημεδαπών ανώνυμων εταιριών και συνεταιρισμών που έχουν φορολογηθεί στο όνομα του νομικού προσώπου και προέρχονται από κέρδη ισολογισμών διαχειριστικών χρήσεων που έληξαν μέχρι και την 29 Ιουνίου 1992, αν διανεμηθούν με οποιαδήποτε μορφή ή κεφαλαιοποιηθούν, υπόκεινται σε φορολογία με συντελεστή φόρου πέντε τοις εκατό (5%) που υπολογίζεται επί του ποσού που διανέμεται ή κεφαλαιοποιείται και δεν επιστρέφεται ούτε συμψηφίζεται ο φόρος εισοδήματος που είχε καταβληθεί κατά το χρόνο που προέκυψαν τα κέρδη αυτά.

Ο φόρος που οφείλεται αποδίδεται στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία με δήλωση, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέσα να υποβληθεί μέσα σε ένα μήνα από το χρόνο που η γενική συνέλευση εγκρίνει τη διανομή ή κεφαλαιοποίηση των πιο πάνω αδιανέμητων κερδών και καταβάλλεται εφάπαξ με την υποβολή της εμπρόθεσμης δήλωσης.

Ο φόρος αυτός βαρύνει την επιχείρηση και δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδά της κατά τον υπολογισμό των φορολογητέων κερδών, ούτε συμψηφίζεται με το φόρο εισοδήματος που οφείλεται από την επιχείρηση.

Με την Καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται κάθε φορολογικά υποχρέωση από το φόρο εισοδήματος της εταιρίας ή του συνεταιρισμού και των δικαιούχων για τα κέρδη που κεφαλαιοποιήθηκαν ή διανεμήθηκαν στους δικαιούχους. Οι διατάξεις των άρθρων 113, 116 και του ν.4125/1960 εφαρμόζονταιανάλογα και στο φόρο που οφείλεται με βάση τις διατάξειςαυτής της παραγράφου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με την παρ.6 άρθρ.13 Ν.2459/1997

Άρθρο 118
Κίνητρα ανάπτυξης μικρών νησιών

1. Για τα φυσικά πρόσωπα που κατοικούν μόνιμα σε νησιά με πληθυσμό,σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους,το ποσό του πρώτου κλιμακίου εισοδήματος των κλιμάκων όπως ισχύουν κάθε φοράτηςπαραγράφου 1 του άρθρου 9, προκειμένου να υπολογιστεί ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημά τους αυξάνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) χωρίς να απαιτούνται για την κάλυψη αυτής της προσαύξησης οι αποδείξεις τωνδαπανών της παραγράφου 1 του άρθρου 9.Τα επόμενα κλιμάκια εισοδήματος της κλίμακας παραμένουν ως έχουν.

Εάν τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου αποκτούν εισοδήματα από εκμετάλλευση ενοικιαζόμενων επιπλωμένων δωματίων, διαμερισμάτων και κάμπινγκ και με την προϋπόθεση ότι αυτές οι επιχειρήσεις βρίσκονται σε νησιά με πληθυσμό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους, από το ετήσιο συνολικό ποσό φόρου που καταβάλλεται γι` αυτά τα εισοδήματα αυτοτελώς, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 33, αφαιρείται ποσό φόρου ίσο με αυτό που αναλογεί με βάση την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 σε ποσό εισοδήματος ίσο με το αυξημένο κλιμάκιο του πρώτου εδαφίου.

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε :

με το άρθρο 25 Ν.2836/2000,ΦΕΚ Α 168/24.7.2000.

με την παρ.3 άρθρου τριακοστού τέταρτου Ν.2932/2001,

με την παρ.11 άρθρ.5 Ν.3296/2004,ΦΕΚ Α 253.Ι

με την παρ.8 άρθρου 1Ν.3842/2010,ΦΕΚ Α 58/23.4.2010.

με το άρθρο 64 παρ.4Ν.4170/2013,ΦΕΚ Α163/12.7.2013.

2. Για νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δικαίου οι συντελεστές φορολογίας που προβλέπονται από την παράγραφο 1 των άρθρον 10 και 109 μειώνονται κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) για τα κέρδη που προκύπτουν από δραστηριότητες οι οποίες ασκούνται στα νησιά της παραγράφου 1.

Εάν τα πρόσωπα του προηγούμενου εδαφίου αποκτούν εισοδήματα από την εκμετάλλευση ενοικιαζόμενων επιπλωμένων δωματίων, διαμερισμάτων και κάμπινγκ και με την προϋπόθεση ότι αυτές οι επιχειρήσεις βρίσκονται σε νησιά με πληθυσμό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους, το ετήσιο συνολικό ποσό φόρου που καταβάλλεται γι` αυτά τα εισοδήματα αυτοτελώς, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 33, μειώνεται κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).

Σημ.: όπως τροποποιήθηκε  με το άρθρο 25 Ν.2836/2000,ΦΕΚ Α 168/24.7.2000.

3. Καταργείται ο κατά περίπτωση επιβαλλόμενος Ειδικός Φόρος Τραπεζικών Εργασιών των άρθρον 6 έως και 16 του ν.1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α`) και η εισφορά του άρθρου 1 του ν.128/1975 (ΦΕΚ 173 Α`) στα δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται στα πρόσωπα των παραγράφων 1 και 2, καθώς και στους τόκους και προμήθειες των δανείων και πιστώσεων αυτών τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε δραστηριότητες που ασκούνται σε νησιά της παραγράφου 1.

4. Οι φορολογικοί συντελεστές μεταβίβασης ακινήτων, του άρθρου 4 του α.ν.1521/1950, μειώνονται κατά ποσοστό 40% για αγορά ακινήτων ή εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων στα νησιά της παραγράφου 1, εφόσον η αγορά αυτή γίνεται από φυσικά πρόσωπα μόνιμους κατοίκους των νησιών αυτών. Επίσης κατά 40% μειώνεται ο φόρος που προκύπτει για γονική παροχή ακινήτων που βρίσκονται στις πιο πάνω περιοχές, εφόσον ο δικαιούχος αυτής είναι μόνιμος κάτοικος των νησιών αυτών.

5. Οι ως άνω φορολογικές απαλλαγές και μειώσεις παρέχονται για μία 10ετία από τη δημοσίευση του παρόντος.

6. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και κάθε άλλα αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο δεύτερο
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς των διατάξεων αυτού του νόμου αρχίζει:

α. Των διατάξεων των περιπτώσεων α΄ και β΄ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9, από την 1η Ιανουαρίου 1995, για τις αμοιβές που καταβάλλονται στους δικαιούχους από την ημερομηνία αυτή και μετά.

β. Των διατάξεων του τέταρτου και πέμπτου εδαφίου της παρ. 7 του άρθρου 9 και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 110 από το οικονομικό έτος 1995 για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η/1/1994 και μετά.

γ. Των διατάξεων των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ του άρθρου 17, της περίπτωσης στ΄ του άρθρου 18, καθώς και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 19, για τα χρηματικά ποσά δαπανών που πραγματοποιούντα» από την 1η Ιανουαρίου 1995 και μετά.

δ. Των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του όρθρου 57, από την 1η Ιουλίου 1994, για το φόρο που παρακρατείται από εισοδήματα που καταβάλλονται στους δικαιούχους από την ημερομηνία αυτήν και μετά.

ε. Των διατάξεων των περιπτώσεων β΄ και θ΄ της παρ. 1, καθώς και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 31, για δαπάνες που αφορούν διαχειριστικές χρήσεις που κλείνουν με 30 Ιουνίου 1994 και μετά. στ. Των διατάξεων των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 109 για διαχειριστικές χρήσεις που κλείνουν με 30/6/1994 και μετά.

ζ. Των λοιπών διατάξεων από τότε που άρχισε η ισχύς τους, όπως αυτή αναφέρεται στα νομοθετήματα που κωδικοποιούνται με αυτό το νόμο.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 16 Σεπτεμβρίου 1994

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους

Αθήνα, 16 Σεπτεμβρίου 1994

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Γ. ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣ