ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2236 ΦΕΚ 146/ 06.09.1994
Εθνική Σχολή Δικαστών.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
Άρθρο 1
`Ίδρυση – Πόροι – Διαχείριση – Διοίκηση
1.α. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Εθνική Σχολή Δικαστών (Ε.Σ.ΔΙ.).
Η Σχολή έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και εποπτεύεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης.
β. Σκοπός της Εθνικής Σχολής Δικαστών είναι η επιλογή, η εκπαίδευση και η κατάρτιση των προοριζομένων να διοριστούν σε θέσεις δόκιμων δικαστικών λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και η διαρκής επιμόρφωση των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών.
γ. Η Σχολή εδρεύει και λειτουργεί στο Δήμο Καλαμαριάς του Νομού Θεσσαλονίκης. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζεται ότι όργανα διοίκησης και ορισμένες διοικητικές και οικονομικές υπηρεσίες της Σχολής επιτρέπεται να συνέρχονται και να λειτουργούν και στην Αθήνα ή και στη Θεσσαλονίκη ή και σε άλλη πόλη εκτός της έδρας της.
Επιτροπή που συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Μακεδονίας – Θράκης, η οποία αποτελείται από το γενικό διευθυντή της Σχολής, ως πρόεδρο, έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Μακεδονίας – Θράκης, το Δήμαρχο Καλαμαριάς, έναν εκπρόσωπο του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου, υποδεικνυόμενο από το Κέντρο και τον προϊστάμενο της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, ως μέλη, επιβλέπει και συντονίζει τις εργασίες για την άμεση στέγαση, καθώς και για την ολοκλήρωση της εγκατάστασης και εύρυθμης λειτουργίας της Σχολής στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης.
Το Τμήμα της Σχολής που είναι αρμόδιο για την επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών θα λειτουργήσει στη Θράκη, σε πόλη που θα οριστεί με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Επιμόρφωση μπορεί να παρέχεται και στην έδρα των κατά τόπους εφετείων” “ή πρωτοδικείων ή στην έδρα τηςΣχολής”.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ωςορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα,δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα τηςΚυβερνήσεως.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.3 περ.α` άρθρ.6 Ν.2408/1996 (Α 104).
γγ`
“1) Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, παραχωρείται δωρεάν στην Εθνική Σχολή Δικαστών (Ε.Σ.Δι.) η χρήση : α) του κτιρίου που έχει ανεγερθεί με βάση την οικοδομική άδεια 98/4.9.1996 του Πολεοδομικού Γραφείου Καλαμαριάς στο Τμήμα του Β.Κ.2528 δημόσιου κτήματος, του οποίου η χρήση έχει παραχωρηθεί στο Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου (Κ.Δ.Ε.Ο.Δ.) με την απόφαση 6928/9.7.1979 του Νομάρχη Θεσσαλονίκης και β) του ακάλυπτου χώρου εμβαδού 900 τ.μ. που περιβάλλει το παραπάνω κτίριο.
2) Το Κ.Δ.Ε.Ο.Δ. δικαιούται να χρησιμοποιεί το δώμα του παραπάνω κτιρίου για την εγκατάσταση μηχανημάτων ψύξης, θέρμανσης ή άλλων συναφών μηχανημάτων, καθώς και τμήμα του υπουργείου του κτιρίου αυτού για την εγκατάσταση αρχείου ή την αποθήκευση πραγμάτων.
3) Με σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του Γενικού Διευθυντή της Ε.Σ.Δι. και του Προέδρου Διευθυντή του Κ.Δ.Ε.Ο.Δ. ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου, τον τρόπο χρησιμοποίησης των εγκαταστάσεων και μηχανημάτων που τυχόν εξυπηρετούν τόσο το παραπάνω κτίριο όσο και εκείνο στο οποίο στεγάζεται το Κ.Δ.Ε.Ο.Δ., ιδίως εγκαταστάσεων θέρμανσης και ψύξης, την κατανομή των δαπανών λειτουργίας και συντήρησης των εγκαταστάσεων και μηχανημάτων αυτών, καθώς και κάθε άλλο ζήτημα που τυχόν ανακύπτει μεταξύ των παραπάνω νομικών προσώπων σχετικά με τη χρησιμοποίηση των δυο αυτών κτιρίων και του περιβάλλοντος χώρου ως και τη λειτουργία των υπηρεσιών που στεγάζονται σε αυτά.
4) Αν το κτίριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παύσει να χρησιμοποιείται από την Ε.Σ.Δι. λόγω μετεγκατάστασής της ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, η χρήση του περιέρχεται στο Κ.Δ.Ε.Ο.Δ.. Για τη μεταβολή αυτή εκδίδεται διαπιστωτική πράξη των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
5) Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να προβλέπεται η ετήσια χρηματοδότηση της Εθνικής Σχολής Δικαστών από το Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών συντήρησης και επισκευής του κτιρίου, στο οποίο στεγάζεται η Σχολή, και των μηχανολογικών, ηλεκτρολογικών και λοιπών εγκαταστάσεών του, εφοδιασμού του με τα αναγκαία εποπτικά μέσα, καθώς και διαμόρφωσης και συντήρησης του περιβάλλοντος χώρου.”*** Η υποπαρ.γγ`προστέθηκε με το άρθρο 7 Ν.2721/1999 Α 112/3.6.1999
δ. Στα πλαίσια του σκοπού της η Σχολή μπορεί να συμβάλλεται με εκπαιδευτικά ιδρύματα και άλλους φορείς εκπαίδευσης ή επαγγελματικής κατάρτισης του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής ή με πρόσωπα αναγνωρισμένου επιστημονικού κύρους, να διοργανώνει συνέδρια, σεμινάρια, διαλέξεις και ημερίδες, να διενεργεί μελέτες και έρευνες και να πραγματοποιεί σχετικές εκδόσεις. Μπορεί, επίσης, για τα θέματα της πρακτικής άσκησης των εκπαιδευομένων, να συμβάλλεται με τις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην υποπαράγραφο β` της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του νόμου αυτού. Με όμοιες συμβάσεις μπορεί να ανατίθεται από τη Σχολή στα ως άνω ιδρύματα ή σε άλλους φορείς η διδασκαλία ξένων γλωσσών και πληροφορικής ή άλλων ειδικών μαθημάτων, έναντι συνολικώς εκάστοτε, για κάθε κατηγορία εκπαιδευομένων, συμφωνούμενης αμοιβής”.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 23 τουΝ.2331/1995 (Α 173). Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεταιαπό το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδήδέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.ε. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζεται ότι τμήμα της Σχολής λειτουργεί ή ορισμένες δραστηριότητές της ασκούνται εκτός της έδρας της. Με όμοια απόφαση ορίζεται το σήμα και η σφραγίδα της Σχολής.
2.α. Η εθνική Σχολή Δικαστών έχει τακτικούς και έκτακτους πόρους.
β. Τακτικοί πόροι είναι:
α.α. ετήσια κρατική επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στον οποίο εγγράφεται με ιδιαίτερο κωδικό αριθμό με τίτλο “Επιχορήγηση Εθνικής Σχολής Δικαστών”,
β.β. ετήσια επιχορήγηση από τον προϋπολογισμό δημόσιων επενδύσεων και
γ.γ. πρόσοδοι από την περιουσία της και έσοδα από τη διάθεση δημοσιευμάτων και την παροχή υπηρεσιών σε τρίτους έναντι αμοιβής.
γ. Έκτακτοι πόροι είναι: επιχορηγήσεις, δωρεές, κληρονομίες, κληροδοσίες και κάθε είδους εισφορές νομικών ή φυσικών προσώπων, ημεδαπών ή αλλοδαπών.
δ. Η οικονομική “και διοικητική” διαχείριση γίνεται με τον τρόπο καιτα όργανα που καθορίζει ειδικός κανονισμός, ο οποίος καταρτίζεται από τογενικό διευθυντή της Σχολής, εγκρίνεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η οικονομική διαχείριση υπάγεται στον προληπτικό έλεγχο του ΕλεγκτικούΣυνεδρίου.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.3 του άρθρου 23 τουΝ.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από τοάρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρεςμετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.Επίσης το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παρ. ορίζειότι:» Η δημοσιολογιστικήδιαχείριση εν γένει της Σχολής διεξάγεται, μέχρις ότου συσταθεί ίδιαλογιστική υπηρεσία στη Σχολή, από τη λογιστική υπηρεσία τουΑριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
ε. Ο ετήσιος ισολογισμός της Σχολής συντάσσεται με τη λήξη του λογιστικού έτους και συνοδεύεται από λεπτομερή έκθεση του γενικού διευθυντή της Σχολής για τη διαχείριση και την οικονομική απόδοσή της κατά το λογιστικό έτος, καθώς και για τις προβλέψεις του για το μέλλον.
στ. Τα τυχόν πλεονάσματα του ετησίου απολογισμού της Σχολής μεταφέρονται στην οικονομική χρήση του επόμενου έτους.
3. `Όργανα διοίκησης της Εθνικής Σχολής Δικαστών είναι το διοικητικό συμβούλιο (Δ.Σ.) και ο γενικός διευθυντής.
4.α. Το διοικητικό συμβούλιο είναι εννεαμελές και συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης από: αα) τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ββ) τον αρχαιότερο Πρόεδρο Εφετών του Πολιτικού Εφετείου Αθηνών και τον αρχαιότερο Πρόεδρο του Πολιτικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, γγ) έναν εκπρόσωπο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, οριζόμενο, με τον αναπληρωτή του, για θητεία τεσσάρων (4) ετών, από το διοικητικό συμβούλιο του Συλλόγου, δδ) έναν εκπρόσωπο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έναν εκπρόσωπο του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, οριζόμενους, με τους αναπληρωτές τους, από τη γενική συνέλευση του νομικού τμήματος των Πανεπιστημίων αυτών, για θητεία τεσσάρων (4) ετών και
εε) έναν εκπρόσωπο των εκπαιδευομένων, ο οποίος εκλέγεται με τον αναπληρωτή του από όλους τους εκπαιδευομένους στη Σχολή τους μήνες Μάϊο ή Ιούνιο κάθε έτους.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.6 παρ.2περ.β`Ν.2408/1996 (Α 104),αντικαταστάθηκε πάλι με τοάρθρο 8 παρ. 1 β Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.β. Αν οι πρόεδροι των υπό αα και ββ δικαστηρίων του προηγούμενου εδαφίου δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται αναπληρώνονται από τους νόμιμους αναπληρωτές τους. Στο Δ.Σ. της Σχολής προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Άρειου Πάγου και σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματός τους, ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός μέλος του Δ.Σ..
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.4 του άρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζειως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
γ.Σημ.: όπως τροποποιήθηκε το εδάφιο γ` καταργήθηκε με το δεύτερο εδάφιο της παρ.4 τουάρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ωςορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑστικούΚώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα τηςΚυβερνήσεως.δ. Το Δ.Σ συγκροτείται νομίμως, έστω και αν δεν έχουν εκλεγεί οι εκπρόσωποι των σπουδαστών.
ε. Το Δ.Σ, ύστερα από εισήγηση του γενικού διευθυντή, ορίζει υπαλλήλους της Σχολής ως γραμματέα του και αναπληρωτή του
5 α. Το Δ.Σ. χαράσσει τις γενικές κατευθύνσεις των δραστηριοτήτων της Σχολής και εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό, απολογισμό και ισολογισμό της.
β. Στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους το Δ Σ. υποβάλλει στον Υπουργό Δικαιοσύνης αναλυτική έκθεση για τις δραστηριότητες και τις προοπτικές της Σχολής. Η έκθεση κατατίθεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης στη Βουλή.
γ. Το διοικητικό συμβούλιο συνεδριάζει ύστερα από πρόσκληση του προέδρου του, τουλάχιστον δύο φορές το έτος. Ο πρόεδρος συγκαλεί υποχρεωτικά το συμβούλιο, όταν το ζητήσει η πλειοψηφία των μελών του ή ο Υπουργός Δικαιοσύνης.
6.α. Γενικός διευθυντής της Εθνικής Σχολής Δικαστών τοποθετείται με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, δικαστικός λειτουργός τουλάχιστον ανώτερου βαθμού. Για την τοποθέτηση αυτή απαιτείται προηγούμενη απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου κατά τις κείμενες διατάξεις.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε άρθρ.1 παρ.32 Ν.3065/2002,ΦΕΚ Α 251.
β. Ο γενικός διευθυντής “τοποθετείται με αποκλειστική απασχόληση ήορίζεται με μερική απασχόληση” με θητεία διάρκειας τεσσάρων (4) ετών,που μπορεί να ανανεώνεται.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.5 του άρθρου 23 τουΝ.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
γ. Αν ο γενικός διευθυντής δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από τους κατά την παράγραφο β του παρόντος άρθρου διευθυντή ή υποδιευθυντή σπουδών.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.6 του άρθρου 6 τουΝ.2331/1995 (Α 173). Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεταιαπό το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδήδέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
7.α. Ο γενικός διευθυντής είναι αρμόδιος για όλα τα θέματα που αφορούν τη διοίκηση, τη διαχείριση και το εκπαιδευτικό έργο της Σχολής, εκτός από εκείνα για τα οποία η αρμοδιότητα αυτή έχει ανατεθεί σε άλλο όργανο Εκπροσωπεί τη Σχολή δικαστικώς και εξωδίκως.
β. Ο γενικός διευθυντής: αα) προΐσταται του διοικητικού προσωπικού της Σχολής, το οποίο τοποθετεί και κατανέμει ανάλογα με τις ανάγκες, ββ) εισηγείται στο Δ.Σ. την έγκριση του προϋπολογισμού, απολογισμού και ισολογισμού της Σχολής και γγ) μεριμνά για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ. της Σχολής.
γ. Ο γενικός διευθυντής με απόφασή του μπορεί να εξουσιοδοτεί άλλα όργανα της Σχολής να ασκούν συγκεκριμένες αρμοδιότητές του ή να υπογράφουν με εντολή του κάθε είδους πράξεις, έγγραφα, εντάλματα, συμβάσεις ή αποφάσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητά του. Η απόφαση αυτή καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο προσιτό στο κοινό, που τηρείται στη γραμματεία της Σχολής και αναρτάται επί εικοσαήμερο στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής.
8.α. Ο διευθυντής σπουδών, υπό την εποπτεία του γενικού διευθυντή, έχει τη γενική φροντίδα για την παρεχομένη, στα πλαίσια της Σχολής, θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, μεριμνά για την εκτέλεση του προγράμματος σπουδών και συντονίζει τις εκπαιδευτικές διαδικασίες. Ο διευθυντής σπουδών, αν δεν υπάρχει, απουσιάζει η κωλύεται, αναπληρώνεται από τον υποδιευθυντή σπουδών.
β. Το διευθυντή σπουδών επικουρεί ο υποδιευθυντής σπουδών. Οι αρμοδιότητες του υποδιευθυντή, σπουδών καθορίζονται με απόφαση του γενικού διευθυντή, που καταχωρίζεται και αναρτάται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην υποπαράγραφο γ` της παραγράφου 7 του άρθρου αυτού. Με όμοια απόφαση ρυθμίζονται τα θέματα της αναπλήρωσης του υποδιευθυντή σπουδών.
γ. Ο διευθυντής και ο υποδιευθυντής σπουδών “τοποθετούνται μεαποκλειστική απασχόληση ή ορίζονται με μερική απασχόληση” με απόφαση τουΥπουργού Δικαιοσύνης με θητεία διάρκειας τεσσάρων (4) ετών, που μπορείνα ανανεώνεται. Στις θέσεις αυτές τοποθετούνται δικαστικοί λειτουργοί ήμέλη Δ.Ε.Π. ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής ή τηςαλλοδαπής. Για την τοποθέτηση δικαστικών λειτουργών απαιτείται προηγούμενη απόφασητου οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου κατά τις κείμενες διατάξεις. Για την τοποθέτηση μελών Δ.Ε.Π απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης του οικείου τμήματος του Α.Ε.Ι. στο οποίο ανήκουν. Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού, ο υποδιευθυντής σπουδών ορίζεται με θητεία δύο (2) ετών, που μπορεί να ανανεώνεται.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το δεύτερο εδάφιο τηςπαρ.5 του άρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.Επίσης το τρίτο εδάφιο της ίδιας παρ. ορίζειότι:» Τα πρόσωπα που έχουν τοποθετηθεί ήδη ως γενικός διευθυντής, διευθυντής σπουδών και υποδιευθυντής σπουδών της Σχολής υπηρετούν με μερική απασχόληση.”δ. Οι σύμβουλοι σπουδών είναι δύο (2) και παρακολουθούν υπό την εποπτεία του διευθυντή ή του υποδιευθυντή σπουδών, την πρακτική άσκηση των εκπαιδευομένων. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ανατίθενται καθήκοντα συμβούλου σπουδών σε δικαστικούς λειτουργούς, κατά αποκλειστική απασχόληση ή με παράλληλη πλήρη ή μειωμένη άσκηση των καθηκόντων της κύριας θέσης τους. Η ανάθεση γίνεται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει την τριετία και μπορεί να ανανεώνεται. Για την ανάθεση καθηκόντων συμβούλου σπουδών απαιτείται προηγούμενη απόφαση του οικείου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου κατά τις κείμενες διατάξεις.
ε. Σημ.: όπως το εδάφιο ε` καταργήθηκε με το δεύτερο εδάφιο της παρ.7 τουάρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ωςορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑστικούΚώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα τηςΚυβερνήσεως.
9. “Στη Σχολή λειτουργεί επταμελές συμβούλιο σπουδών, το οποίο αποτελείται από το διευθυντή σπουδών, ως πρόεδρο, τον υποδιευθυντή σπουδών, ο οποίος και αναπληρώνει τον πρόεδρο σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος, έναν εκπρόσωπο του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έναν εκπρόσωπο του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, οι οποίοι ορίζονται, με τους αναπληρωτές τους, από τους προέδρους των νομικών τμημάτων των Πανεπιστημίων αυτών για θητεία δύο (2) ετών, από τους προέδρους των τριμελών συμβουλίων διοίκησης του Πρωτοδικείου και του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από έναν εκπρόσωπο των εκπαιδευομένων, ο οποίος εκλέγεται με τον αναπληρωτή του,”από όλους τους εκπαιδευομένους στη Σχολή το μήνα Μάϊο κάθε έτους”. Το συμβούλιο συγκαλείται από τον πρόεδρό τουτουλάχιστον τρεις φορές κάθε ημερολογιακό έτος και βρίσκεται σε απαρτία αν παρίστανταιτέσσερα τουλάχιστον μέλη του.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.6 παρ.2 περ.γ` Ν.2408/1996 (Α 104) και με το άρθρο 8 παρ.1 γ`Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.
Το συμβούλιο σπουδών αποφασίζει κατ απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, σεπερίπτωση δε ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου του. Έργο έχει την παρακολούθηση της παρεχόμενης στη Σχολή εκπαίδευσης, την υποβολή προτάσεων σχετικά με το πρόγραμμα σπουδών και την εφαρμογή του, καθώς επίσης σχετικά με την πρακτική άσκηση, την αξιολόγηση και τη βαθμολόγηση των εκπαιδευομένων. Ο γραμματέας του συμβουλίου σπουδών και ο αναπληρωτής του ορίζονται, όπως προβλέπεται στο εδάφιο ε` της παρ.4.
Σημ.: όπως η παρ.9 αντικαταστάθηκε με την παρ.8 άρθρ.23 Ν.2331/1995 (Α173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζειδέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στηνΕφημερίδατης Κυβερνήσεως.
Άρθρο 2
Εισαγωγικός διαγωνισμός
1. α. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται έως το τέλος Μαΐου κάθε έτους και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προκηρύσσεται εισαγωγικός διαγωνισμός στην Εθνική Σχολή Δικαστών για καθεμία από τις κατά το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφιο γ` κατευθύνσεις. Ο διαγωνισμός διεξάγεται κατά τους προσεχείς μήνες Νοέμβριο έως Φεβρουάριο.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.6 παρ.2 περ.γ` Ν.2408/1996 (Α 104).β. Στην προκήρυξη ορίζεται ο συνολικός αριθμός των εισακτέων”σε κάθε κατεύθυνση της Σχολής”, ο αριθμός των εκπαιδευομένων που θα κατανεμηθούν στα τμήματα τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 3 παρ.1υποπαρ γ,ο τόπος και ο χρόνος έναρξης του διαγωνισμού και κάθε σχετικό με το διαγωνισμό θέμα. Στην προκήρυξη καθορίζονται και τα εξεταστικά κέντρα όπου θα διενεργηθεί ο διαγωνισμός, τα οποία μπορεί να βρίσκονται και εκτός της έδρας της Σχολής, προβλέπεται ο διορισμός επιτηρητών και μπορεί να ρυθμίζεται κάθε συναφές θέμα. Με την προκήρυξη μπορεί επίσης να ανατίθεται στην επιτροπή διεξαγωγής του διαγωνισμού ο καθορισμός και η μεταβολή των ανωτέρω, καθώς και η απόφαση σχετικά με κάθε άλλη λεπτομέρεια που αναφέρεται στους υποψηφίους, στους όρους και στον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού. Η επιτροπή αποφασίζει κατά πλειοψηφία και οι αποφάσεις της γνωστοποιούνται με τον προσφορότερο, κατά την κρίση της, τρόπο”.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.9 του άρθρου 23 τουΝ.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα,δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.6 παρ.2 περ.ε`Ν.2408/1996 (Α 104).
2 α. Στο διαγωνισμό γίνονται δεκτοί όσοι:
αα) έχουν πτυχίο νομικού τμήματος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος,
ββ`Έχουν συμπληρώσει το εικοστό έβδομο και δεν έχουν υπερβεί το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας τους την 31 η Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο προκηρύσσεται ο διαγωνισμός.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 άρθρ.22Ν.2521/1997 Α 174αντικαταστάθηκε πάλιμε την παρ.1 άρθρ.35Ν.2915/2001,ΦΕΚ Α 109/29.5.2001.γγ) έχουν τα προσόντα που ορίζονται στο άρθρο 36 παράγραφοι 1, 2 και 3 και δεν έχουν τα κωλύματα που προβλέπονται στα άρθρα 37 και 38 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., όπως ισχύουν κάθε φορά, για το διορισμό τους ως δικαστικώνλειτουργών.
β. Τα απαιτούμενα προσόντα, εκτός από το όριο ηλικίας, πρέπει να συντρέχουν κατά το χρόνο έναρξης του διαγωνισμού. Τα κωλύματα πρέπει να μην υπάρχουν κατά το χρόνο έναρξης του διαγωνισμού και κατά το χρόνο εγγραφής στη Σχολή. Η εγγραφή του υποψηφίου στη Σχολή οριστικοποιείται με την προσαγωγή κυρωμένου αντιγράφου του ποινικού του μητρώου και πιστοποιητικού υγείας, το οποίο εκδίδεται από την οικεία επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 1 περίπτ. ια του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ, όπως ισχύει κάθε φορά.
γ. Το παραπάνω ανώτατο όριο ηλικίας παρατείνεται:
αα) για όσο χρονικό διάστημα έχει διαρκέσει η υποχρεωτική στρατιωτική Θητεία του υποψηφίου και
ββ) για τρία (3) ακόμη έτη, αν ο υποψήφιος είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος, ή για ένα (1) έτος, αν είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών.
δ. Η ηλικία του υποψηφίου αποδεικνύεται σύμφωνα με τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ..
3.α. Ο υποψήφιος υποβάλλει στη γραμματεία της Σχολής αίτηση συμμετοχής στο διαγωνισμό μέσα σε προθεσμία που ορίζεται στην προκήρυξη.
β. Με την αίτηση συνυποβάλλονται το πτυχίο και τα δικαιολογητικά, που αποδεικνύουν τη συνδρομή των νόμιμων προσόντων και την έλλειψη κωλύματος για το διορισμό του υποψηφίου ως δικαστικού λειτουργού.
“γ) με την αίτηση ο υποψήφιος δηλώνει την ξένη ή τις ξένες γλώσσες στις οποίες επιθυμεί να εξετασθεί σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου “.
*** Το εδάφιο γ’ αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.1 δ`άρθρ. 8 Ν.2721/1999 ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.
4.α. Ο εισαγωγικός διαγωνισμός διενεργείται από επιτροπή που συγκροτείται για καθεμία από τις κατά το άρθρο 3 παρ. 1 εδάφιο γ` κατευθύνσεις με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης.Η επιτροπή για κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης αποτελείται από: αα) δύο συμβούλους της Επικρατείας, ββ) ένα σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου,γγ) έναν πρόεδρο εφετών ή εφέτη των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και δδ) έναν καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Η επιτροπή για την κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αποτελείται από:
αα) δύο αεροπαγίτες, ββ) έναν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, γγ) έναν πρόεδρο εφετών ή εφέτη και δδ) έναν καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος.
β. Τα μέλη των παραπάνω επιτροπών με στοιχεία αα` ββ` και γγ` ορίζονται με αντίστοιχα αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 3 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., όπως ισχύουν κάθε φορά. Το μέλος υπό στοιχείο δδ` ορίζεται με τον αναπληρωματικό του από τη γενική συνέλευση του οικείου τμήματος του Α.Ε.Ι..
γ. Στις επιτροπές διαγωνισμού προεδρεύει ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.6 παρ.2 περ.στ` Ν.2408/1996 (Α 104).
δ. Με την ίδια απόφαση ορίζεται γραμματέας της επιτροπής. Καθήκοντα γραμματέα ανατίθενται σε υπάλληλο της Εθνικής Σχολής Δικαστών, εφόσον ο διαγωνισμός διενεργείται στην έδρα της Σχολής, και στην περίπτωση που ο εισαγωγικός διαγωνισμός διενεργείται εκτός της έδρας της Σχολής, σε δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α` που υπηρετεί σε μια από τις δικαστικές υπηρεσίες του τόπου όπου διενεργείται ο διαγωνισμός ή σε υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ένα αναπληρωματικό μέλος.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ.5 Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.
5.”α. Ο εισαγωγικός διαγωνισμός περιλαμβάνει δύο στάδια: προκριματικό και τελικό. Κατά το προκριματικό στάδιο οι μεν υποψήφιοι για την κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης εξετάζονται γραπτά σε θέματα: αα) γενικής παιδείας, ββ) συνταγματικού δικαίου, γενικού διοικητικού και δικαίου διοικητικών διαφορών και γγ) δημοσιονομικού δικαίου, οι δε υποψήφιοι για την κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης εξετάζονται γραπτά σε θέματα: αα) γενικής παιδείας, ββ) αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας και γγ) ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας. Η εξέταση στα νομικά μαθήματα γίνεται με συνθετική παρουσίαση πρακτικού θέματος στον αντίστοιχο θεματικό κύκλο. Περιλαμβάνουν δύο γραπτές δοκιμασίες: η εξέταση των υποψηφίων για την κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης στο θεματικό κύκλο του συνταγματικού δικαίου, γενικού διοικητικού δικαίου και δικαίου διοικητικών διαφορών και των υποψηφίων για την κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης στο θεματικό κύκλο του αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας. Οι ενδείξεις των ατομικών στοιχείων των διαγωνιζομένων καλύπτονται με αδιαφανές χαρτί, το οποίο δεν αφαιρείται παρά μετά την οριστικοποίηση της βαθμολογίας στο προκριματικό στάδιο. Κατά το τελικό στάδιο, στο οποίο μετέχουν μόνον όσοι έχουν επιτύχει στο προκριματικό, οι υποψήφιοι κάθε κατεύθυνσης εξετάζονται στην ύλη που προβλέπεται για τις εξετάσεις του προκριματικού σταδίου της ίδιας κατεύθυνσης και σε θέματα ευρωπαικού κοινοτικού δικαίου. Επιπλέον, οι μεν υποψήφιοι για την κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης εξετάζονται σε θέματα αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας, οι δε υποψήφιοι για την κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης εξετάζονται σε θέματα συνταγματικού δικαίου και γενικού διοικητικού δικαίου. Η εξέταση στο τελικό στάδιο είναι προφορική και γίνεται δημοσίως.”
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.6 παρ.2 περ.ζ` Ν.2408/1996 (Α 104).
β. Στο τελικό στάδιο οι υποψήφιοι εξετάζονται προαιρετικά σε μια έως δυο από τις ξένες γλώσσες, αγγλική, γαλλική, γερμανική, ιταλική, ισπανική και ρωσική.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8παρ.6 Ν.2721/1999, ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.
Η εξέταση της ξένης γλώσσας είναι γραπτή και προφορική και γίνεται από μέλος της επιτροπής ή από τρίτο, κατά προτίμηση δικαστικό λειτουργό ή πανεπιστημιακό, που ορίζεται από την Επιτροπή. Η γραπτή εξέταση συνίσταται σε μετάφραση κειμένου από την ελληνική στην ξένη γλώσσα και αντιστρόφως. Η προφορική εξέταση συνίσταται σε συνδιάλεξη μεταξύ του υποψηφίου και του εξεταστή. Ο μέσος όρος των βαθμών που κάθε υποψήφιος έλαβε στις εξετάσεις αυτές αποτελεί τη βαθμολογία του στην ξένη γλώσσα.
γ. Το πρόγραμμα, η διαδικασία, τα εξεταστικά κέντρα διεξαγωγής του διαγωνισμού, ο τρόπος επιτήρησης, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο στοιχείο εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την υπουργική απόφαση με την οποία προκηρύσσεται ο διαγωνισμός καθορίζονται από την επιτροπή του διαγωνισμού με απόφαση της που γνωστοποιείται κατά τον προσφορότερο, κατά την κρίση της τρόπο”.
Σημ.: όπως η παρ.5 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.11 του άρθρου 23 τουΝ.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
6.α. Η βαθμολογική κλίμακα των εισιτηρίων εξετάσεων για όλες τις δοκιμασίες (προκριματικού και τελικού σταδίου) είναι μηδέν (0) έως δεκαπέντε (15).
β. Η βαθμολόγηση των γραπτών δοκιμίων του προκριματικούσταδίου γίνεται από δύο βαθμολογητές, μέλη της επιτροπής, τακτικά ή αναπληρωματικά, ή ειδικούς επιστήμονες του ορίζονται από την επιτροπή .Ο μέσος όρος των βαθμών των δύο βαθμολογητών αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στο γραπτό δοκίμιο, εφόσον η διαφορά τους δεν είναι παραπάνω από τρεις (3) μονάδες. Σε αντίθετη περίπτωση, τα γραπτά δοκίμια βαθμολογούνται από άλλους δύο βαθμολογητές που ορίζονται από την επιτροπή, οπότε βαθμός του γραπτού δοκιμίου είναι ο μέσος όρος των βαθμών των τεσσάρων βαθμολογητών.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το πρώτο εδάφιο της παρ.12 τουάρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
γ. Η αξιολόγηση της επίδοσης του υποψηφίου στην προφορική δοκιμασία γίνεται από κάθε μέλος της επιτροπής, το οποίο, μετά το τέλος της εξέτασης, βαθμολογεί ιδιαιτέρως την επίδοση του υποψηφίου με ένα βαθμό για ολόκληρη την εξεταστέα ύλη. Ο μέσος όρος των πέντε (5) βαθμών αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στην προφορική δοκιμασία.
δ. Ο μέσος όρος των βαθμών στις “τέσσερις (4)” γραπτές δοκιμασίες του προκριματικού σταδίου αποτελεί το βαθμό του υποψηφίου στην προκριματική δοκιμασία.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το πρώτο εδάφιο τηςπαρ.12 του άρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ε. Θεωρούνται ως επιτυχόντες στο προκριματικό στάδιο όσοι υποψήφιοι έλαβαν μέσο όρο βαθμολογίας και στις “τέσσερις (4)” γραπτές δοκιμασίεςοκτώ (8) μονάδες, αλλά σε καμία δεν έλαβαν κάτω από έξι (6) μονάδες.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το πρώτο εδάφιο τηςπαρ.12 του άρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
στ.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το πρώτο εδάφιο της παρ.12 του άρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ζ. Τελικός βαθμός επιτυχίας κάθε υποψηφίου είναι αυτός που προκύπτει από τη διαίρεση δια του 2 του αθροίσματος των μέσων όρων της γραπτής προκριματικής και της προφορικής τελικής δοκιμασίας.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το δεύτερο εδάφιο της παρ.12του άρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
η. Ο τελικός βαθμός προσαυξάνεται με μια κλασματική μονάδα 1/5 για κάθε ξένη γλώσσα, εφόσον ο βαθμός επίδοσης στην ξένη γλώσσα είναι δέκα (10) τουλάχιστον μονάδες.
θ. Στον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων του επόμενου άρθρου κατατάσσονται μόνο οι υποψήφιοι που έλαβαν τελικό βαθμό επιτυχίας, μαζί με την προσαύξηση της προηγούμενης παραγράφου, τουλάχιστον οκτώ (8) μονάδες.
ι. Σημ.: όπως το εδάφιο ι` διαγράφηκε με το τρίτο εδάφιο της παρ.12 τουάρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμουαρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου τουΑστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στηνΕφημερίδα της Κυβερνήσεως.
7.α. Με βάση τον τελικό βαθμό επιτυχίας κάθε υποψηφίου, όπως αυτός εξάγεται σύμφωνα με τις υποπαραγράφους ζ` και η` της προηγούμενης παραγράφου καταρτίζεται ο πίνακας οριστικών αποτελεσμάτων.Ο πίνακας αυτός κυρώνεται από την επιτροπή διαγωνισμού, αποστέλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής.
β. Στη Σχολή εγγράφονται οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων κατά σειρά επιτυχίας, εωσότου καλυφθεί ο αριθμός των θέσεων που αναφέρεται στην προκήρυξη. Σε περίπτωση ισοβαθμίας για την πλήρωση της τελευταίας θέσης, οι υποψήφιοι που ισοβάθμησαν εγγράφονται ως υπεράριθμοι.” Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται μέσα σε είκοσι ημέρες από τη δημοσίευση του κατά το προηγούμενο εδάφιο πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων, ο αριθμός των εγγραφομένων υπεραρίθμων κατανέμεται στα τμήματα που προβλέπονται στο εδάφιο γ` της παραγράφου 1 του άρθρου 3.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 άρθρ.22Ν.2521/1997 Α 174.
Αν ο αριθμός των επιτυχόντων είναι μικρότερος από τον αριθμό των θέσεων που αναφέρονται στην προκήρυξη, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημοσίευση των οριστικών αποτελεσμάτων, γίνεται ανακατανομή των θέσεων της ίδιας κατεύθυνσης.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.2 άρθρ.35Ν.2915/2001,ΦΕΚ Α 109/29.5.2001.
γ. Οι αιτήσεις για την εγγραφή στη Σχολή υποβάλλονται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την ανάρτηση του πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής. Αν ορισμένοι από τους υποψηφίους, που δικαιούνται να εγγραφούν, δεν υποβάλουν αίτηση μέσα στην παραπάνω προθεσμία και εφόσον ο αριθμός των θέσεων που έχουν προκηρυχθεί δεν καλύπτεται με εγγραφή τυχόν υπεραρίθμων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη υποπαράγραφο, προσκαλείται, με ανάρτηση σχετικής ανακοίνωσης στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής, ίσος αριθμός υποψηφίων, κατά σειράεπιτυχίας, με βάση τον πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων να υποβάλει αίτηση εγγραφής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την ανάρτηση της σχετικής ανακοίνωσης.
Σχετικό: παρ.23 του άρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173)
Άρθρο 3
Εκπαίδευση – Επιμόρφωση
1. α Η εκπαίδευση στη Σχολή διαρκεί δεκαοκτώ (18) μήνες.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.6Ν.2408/1996 και την παρ.3 άρθρ.22 Ν.2521/1997,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρο 8 παρ.1 Ν.2721/1999ΦΕΚ Α 112/3.6.1999β. Η εκπαίδευση είναι θεωρητική και πρακτική και κατανέμεται σε “δύο” διαδοχικές φάσεις. Κάθε φάση κατανέμεται σε εναλλασσόμενες περιόδους φοίτησης στη Σχολή και πρακτικής άσκησης. Κατά τις περιόδους φοίτησης στη Σχολή η εκπαίδευση παρέχεται κυρίως με τη μορφή επεξεργασίας φακέλων, σύνταξης ατομικών και συλλογικών εργασιών, παρουσίασης και ανάλυσης κειμένων, συμμετοχής σε σεμινάρια και ομάδες εργασίας και παρακολούθησης διαλέξεων. Η πρακτική άσκηση μπορεί να πραγματοποιείται σε δικαστήρια όλων των κλάδων και των βαθμών και εισαγγελίες, δημόσιες υπηρεσίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και σωφρονιστικά καταστήματα, υπηρεσίες οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλων νομικών προσώπων του δημοσίου τομέα, δημόσιες επιχειρήσεις, κρατικές τράπεζες, πρεσβείες και προξενεία χωρών της Ευρωπαϊκής `Ένωσης, διεθνείς οργανισμούς, διεθνή δικαστήρια και δικαστήρια ξένων χωρών, σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο πρόγραμμα σπουδών.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.6 παρ.2 περ.θ` Ν.2408/1996 (Α 104).Για το σκοπό αυτόν ο γενικός διευθυντής της Σχολής έρχεται σε, συνεννόηση με τα αρμόδια όργανα των παραπάνω υπηρεσιών και των άλλων φορέων και συνάπτει τις σχετικές συμβάσεις, όπου αυτό απαιτείται. Οι υπηρεσίες και οι φορείς αυτοί, εκτός των διεθνών οργανισμών, διεθνών δικαστηρίων και δικαστηρίων ξένων κρατών, υποχρεούνται να συνεργάζονται με τη Σχολή για την πρακτική άσκηση των εκπαιδευομένων, καθώς και να παρέχουν κάθε σχετική με αυτή συνδρομή.
Κατά την πρακτική τους άσκηση στα δικαστήρια και τις εισαγγελίες οι εκπαιδευόμενοι ιδίως επεξεργάζονται, υπό την καθοδήγηση δικαστή ή εισαγγελέα, υποθέσεις που αυτός τους αναθέτει, συντάσσουν προεισηγήσεις και προσχέδια αποφάσεων και προτάσεων, παρίστανται κατά την προανάκριση και ανάκριση και μετέχουν χωρίς δικαίωμα λόγου ή ψήφου στις συνθέσεις των δικαστηρίων κατά τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο.
Ο δικαστής ή εισαγγελέας, ο οποίος έχει την ευθύνη της πρακτικής άσκησης ενός ή περισσότερων εκπαιδευομένων, ορίζεται από τον πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου ή τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας σε συνεννόηση με το γενικό διευθυντή της Σχολής.
γ. Η πρώτη φάση εκπαίδευσης διαρκεί έντεκα (11) μήνες από 1ης Μάϊου έως 31 Μαρτίου του επόμενου έτους. Η δεύτερη φάση διαρκεί έξι (6) μήνες από 1ης Μάϊου έως 31 Οκτωβρίου. Κατά το μήνα Απρίλιο διεξάγονται οι εξετάσεις που προβλέπονται στην παρ. 2″.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ.2 Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.Κατά τη δεύτερη φάση οι εκπαιδευόμενοι κατανέμονται σε πέντε (5) τμήματα: αα) υποψήφιων εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας, ββ) υποψήφιων εισηγητών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γγ) υποψήφιων Παρέδρων Πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, δδ) υποψήφιων Παρέδρων Πρωτοδικείου και εε) υποψήφιων Παρέδρων Εισαγγελίας. Στα τρία πρώτα από τα Τμήματα αυτά εντάσσονται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 2, οι εκπαιδευόμενοι που κατά την πρώτη φάση ανήκουν στην κατεύθυνση της διοικητικής δικαιοσύνης. Στο τέταρτο και πέμπτο τμήμα εντάσσονται όσοι κατά την πρώτη φάση ανήκουν στην κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ.6 παρ.2 περ.ι`Ν.2408/1996 (Α 104),αντικαταστάθηκε πάλι με την παρ.3 εδάφ. β` άρθρ.22 Ν.2521/1997 Α 174. Με το εδάφ. γ ορίζεται ότι:
γ. Τα προηγούμενα εδάφια της παραγράφου αυτής δεν ισχύουν για τουςεκπαιδευόμενους του τρίτου εισαγωγικού διαγωνισμού”.
Σχετικό: το άρθρο 12 Ν.2928/2001
δ. Στην πρώτη και τη δεύτερη φάση η εκπαίδευση περιλαμβάνει αντικείμενα της νομικής επιστήμης και άλλη ύλη σχετιζόμενη με το έργο του δικαστικού λειτουργού, με σκοπό την ανάπτυξη των ικανοτήτων των εκπαιδευομένων, τη διεύρυνση της γενικής παιδείας τους, την προσέγγιση σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων και την απόκτηση γνώσεων σε τομείς που είναι αναγκαίοι για την ορθή άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος. Στην ύλη αυτή μπορεί να περιλαμβάνονται ιδίως θέματα κοινωνιολογίας, οικονομικής επιστήμης, γενικών αρχών λογιστικής, ψυχολογίας, δικαστικής ψυχιατρικής, εγκληματολογίας, επιστημολογίας, τεχνικής της επικοινωνίας, ιστορίας και ιστορίας της δικαιοσύνης, δικαστικής δεοντολογίας, μεθοδολογίας του δικαστικού έργου, ανθρώπινων δικαιωμάτων, οργάνωσης της δικαιοσύνης υπό τα διάφορα δικαϊκά συστήματα στα σύγχρονα κράτη, οικολογίας, γραμμάτων και τεχνών και πληροφορικής, όπως καθορίζονται ειδικότερα με το πρόγραμμα σπουδών. Στην “δεύτερη” φάσηη εκπαίδευση είναι προσανατολισμένη στις ειδικότερες ανάγκες του κλάδου δικαστικών λειτουργών, τον οποίο αφορά κάθε τμήμα. Μέρος της εκπαίδευσης της “πρώτης και δεύτερης” φάσης μπορεί να είναι κοινό γιατις δύο κατευθύνσεις ή τα πέντε τμήματα, αντιστοίχως.”Και στις δύο φάσεις εκπαίδευσης είναι υποχρεωτική η παρακολούθηση της διδασκαλίας μιας τουλάχιστον ξένης γλώσσας, εφόσον αυτό προβλέπεται από το πρόγραμμα σπουδών.
Οι εκπαιδευόμενοι που έχουν την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού ήτου δικαστικού υπαλλήλου αποσπώνται στη Σχολή προκειμένου μεν για δικαστικούς λειτουργούς με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, προκειμένου δε περί δικαστικών υπαλλήλων με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου Δικαστικού Συμβουλίου. Τα σχετικά ερωτήματα του Υπουργού Δικαιοσύνης στις παραπάνω περιπτώσεις αποστέλλονται μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την περιέλευση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης του πίνακα οριστικών αποτελεσμάτων του εισαγωγικού διαγωνισμού. Οι εκπαιδευόμενοι που έχουν την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού ή του δικαστικού υπαλλήλου λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται στο εδάφιο α` της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 2236/1994, όπως τροποποιήθηκε με την περίπτωση ιη` της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του ν. 2408/1996. Η κατά τα ανωτέρω αναστολή της δικηγορικής ιδιότητας και απόσπαση αρχίζουν από την ημερομηνία έναρξης της εκπαίδευσης στη Σχολή και λήγουν την ημερομηνία διορισμού των εκπαιδευομένων ως δικαστικών λειτουργών ή κατά την προγενέστερη διακοπή της εκπαίδευσής τους στη Σχολή.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.4 άρθρ.22Ν.2521/1997 Α 174.
Σημ.: όπως το εδάφιο δ` τροποποιήθηκε ως άνω με την περ.ια`της παρ. 3άρθρ.6 Ν.2408/1996
ε. Με αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδονται ύστερα από γνώμη του γενικού διευθυντή της Σχολής και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ανακατανέμεται, για ορισμένη η ορισμένες εκπαιδευτικές σειρές, ο συνολικός χρόνος εκπαίδευσης μεταξύ των δύο εκπαιδευτικών φάσεων, να μεταβάλλεται η έναρξη και λήξη του ετησίου εισαγωγικού διαγωνισμού και να παρατείνεται ο συνολικός χρόνος εκπαίδευσης για δύο (2) το πολύ μήνες.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.15 του άρθρου 23 τουΝ.2331/1995,αντικαταστάθηκε πάλι με το άρθρ.6 παρ.2περ.ιβ` Ν.2408/1996 (Α 104).
στ. Το πρόγραμμα σπουδών καταρτίζεται από το γενικό διευθυντή της Σχολής, ύστερα από εισήγηση του διευθυντή σπουδών και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με το πρόγραμμα σπουδών καθορίζονται, ιδίως, η διδασκόμενη ύλη, η χρονική διάρκεια και ο τρόπος διδασκαλίας κάθε ενότητας θεμάτων, τα οποία μπορεί να διακρίνονται σε υποχρεωτικά και κατ` επιλογή καθώς και τα θέματα που αφορούν τη χρονική διάρκεια και τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η πρακτική άσκηση των εκπαιδευομένων.
Σχετικό: παρ.3 άρθρ.8 Ν.2721/1999
2.α Μετά το πέρας της πρώτης φάσης της εκπαίδευσης οι εκπαιδευόμενοι προσέρχονται σε εξετάσεις που περιλαμβάνουν τρείς (3) γραπτές δοκιμασίες, οι οποίες συνίστανται στη συνθετική παρουσίαση πρακτικού θέματος. αα) συνταγματικού δικαίου, διοικητικού δικαίου και διοικητικής δικονομίας, ββ) αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας και γγ) ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας. Οι εξετάσεις διενεργούνται ενώπιον πενταμελούς επιτροπής, που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και αποτελείται από: αα) έναν (1) σύμβουλο Επικρατείας η πάρεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ββ) έναν (1) αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή πρόεδρο εφετών ή εφέτη ή εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα εφετών, γγ) έναν (1) σύμβουλο ή πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δδ) έναν (1) πρόεδρο εφετών ή εφέτη των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, που ορίζονται με τους αναπληρωτές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ. 3 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., όπως ισχύουν κάθε φορά και εε) έναν (1) καθηγητή ή αναπληρωτή καθηγητή του ιδιωτικού δικαίου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τη γενική συνέλευση του οικείου τμήματος του Α.Ε.Ι. στο οποίο ανήκει. Με την απόφαση συγκρότησης της επιτροπής ορίζεται ως γραμματέας της διοικητικός υπάλληλος της Σχολής.
β. Η βαθμολογική κλίμακα για τις παραπάνω δοκιμασίες είναι μηδέν (0) έως δεκαπέντε (15).
γ. Μετά το τέλος των εξετάσεων της υποπαραγράφου α η γραμματεία της Σχολής συντάσσει δύο πίνακες επιτυχόντων, από τους οποίους ο ένας αφορά την κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης και ο άλλος την κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Σε καθέναν από τους πίνακες αυτούς εγγράφονται όλοι οι εκπαιδευόμενοι, κατά σειρά επιτυχίας, που καθορίζεται με βάση το βαθμό τους σε καθεμία από τις παραπάνω τρείς (3) δοκιμασίες και το βαθμό προόδου κατά την πρώτη φάση της εκπαίδευσης, υπολογιζομένους με συντελεστές ως εξής: για τον πίνακα της κατεύθυνσης διοικητικής δικαιοσύνης, οι βαθμοί στις δοκιμασίες: αα) συνταγματικού δικαίου, διοικητικού δικαίου και διοικητικής δικονομίας, ββ) αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας, γγ) συνταγματικού δικαίου, ποινικού δικαίου και ποινικής δικονομίας και ο βαθμός προόδου υπολογίζονται με συντελεστές 4, 2, 1 και 3, αντιστοίχως, για δε τον πίνακα της κατεύθυνσης πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης οι βαθμοί αυτοί υπολογίζονται με συντελεστές 1, 4, 2 και 3, αντιστοίχως. Μεταξύ εκπαιδευομένων που εγγράφονται στον ίδιο πίνακα με τον ίδιο συνολικό βαθμό προηγείται εκείνος που έλαβε τον υψηλότερο βαθμό στη δοκιμασία του συνταγματικού δικαίου, διοικητικού δικαίου και διοικητικής δικονομίας, αν πρόκειται για τον πίνακα της κατεύθυνσης διοικητικής δικαιοσύνης ή στη δοκιμασία του αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας, αν πρόκειται για τον πίνακα πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Αν οι εκπαιδευόμενοι ισοβάθμησαν και στη δοκιμασία αυτή, προηγείται εκείνος που έχει τον υψηλότερο βαθμό προόδου. Αν έχουν και τον ίδιο βαθμό προόδου, γίνεται κλήρωση.
δ. Δεν εγγράφονται στον πίνακα επιτυχίας της κατεύθυνσης διοικητικής δικαιοσύνης όσοι εκπαιδευόμενοι λάβουν βαθμό μικρότερο από επτά (7) στη δοκιμασία του συνταγματικού δικαίου, διοικητικού δικαίου και διοικητικής δικονομίας και στον πίνακα της κατεύθυνσης πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης όσοι λάβουν βαθμό μικρότερο από επτά (7) στη δοκιμασία του αστικού δικαίου, εμπορικού δικαίου και πολιτικής δικονομίας.
Όσοι εκπαιδευόμενοι δεν εγγραφούν σε κανέναν από τους παραπάνω πίνακες διαγράφονται από τη Σχολή.
ε. Οι παραπάνω πίνακες επιτυχίας αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής. Μέσα σε δέκα (10) το πολύ ημέρες από την ανάρτηση των πινάκων, οι εκπαιδευόμενοι υποβάλλουν στη γραμματεία της Σχολής δήλωση, με την οποία προσδιορίζουν την κατεύθυνση που επιθυμούν να ακολουθήσουν κατά τη δεύτερη φάση της εκπαίδευσης.
στ. Με βάση τη σειρά εγγραφής στους παραπάνω πίνακες επιτυχίας και τη δήλωση προτίμησης, οι εκπαιδευόμενοι κατανέμονται στις δύο κατευθύνσεις, στα πλαίσια του αριθμού που έχει καθοριστεί για καθεμία με την προκήρυξη του εισαγωγικού διαγωνισμού).
3.α. Μετά το πέρας της πρώτης φάσης της εκπαίδευσης, οιεκπαιδευόμενοι καθεμιάς από τις κατευθύνσεις που προβλέπονται στην παρ. 1 εδάφιο γ` του παρόντος άρθρου προσέρχονται σε γραπτές και προφορικές εξετάσεις σε ύλη από το δίκαιο, καθώς και σε μία από τις ακόλουθες ξένες γλώσσες: αγγλική, γαλλική, γερμανική, ιταλική, ενώπιον τριμελούς επιτροπής που συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία και ορίζεται και διοικητικός υπάλληλος της Σχολής ως γραμματέας.
Η εξεταστική επιτροπή για την κατεύθυνση διοικητικής δικαιοσύνης αποτελείται από αα) έναν (1) αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή σύμβουλο Επικρατείας, ως πρόεδρο, ββ) έναν (1) σύμβουλο η πάρεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και γγ) έναν (1) πρόεδρο εφετών ή εφέτη τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Η εξεταστική επιτροπή για την κατεύθυνση πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης αποτελείται από: αα) έναν (1) αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου ή έναν (1) αρεοπαγίτη, ως πρόεδρο, ββ) έναν (1) αρεοπαγίτη ή πρόεδρο εφετών ή εφέτη και γγ) έναν (1) αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα εφετών. Τα μέλη των επιτροπών αυτών ορίζονται, με τους αναπληρωτές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 παρ 3 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ., όπως ισχύουν κάθε φορά.
β. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη του Δ.Σ. της Σχολής, καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία διεξαγωγής των εξετάσεων της προηγουμένηςυποπαραγράφου, ο αριθμός και το περιεχόμενο των γραπτών και προφορικών δοκιμασιών και η εξεταστέα ύλη, ο τρόπος βαθμολόγησης, η βαθμολογική κλίμακα με δυνατότητα καθορισμού και βαθμολογικής βάσης, ο τρόπος υπολογισμού του τελικού βαθμού, για τον οποίο είναι δυνατή η χρησιμοποίηση συντελεστών για τις επί μέρους δοκιμασίες και κάθε θέμα σχετικό με τις εξετάσεις.
γ. Μετά το τέλος των παραπάνω εξετάσεων η γραμματεία της Σχολής συντάσσει πίνακα για καθεμία από τις κατευθύνσεις, στον οποίο εγγράφονται όσοι πέτυχαν στις εξετάσεις αυτές. Στον πίνακα αυτόν οι εκπαιδευόμενοι εγγράφονται κατά σειρά, με βάση το συνολικό βαθμό που έλαβαν κατά τη “πρώτη” φάση της εκπαίδευσης. “Ο συνολικός αυτός βαθμός προκύπτει από το μέσο όρο του βαθμού τον οποίο έλαβε ο εκπαιδευόμενος κατά τις παραπάνω εξετάσεις και το βαθμό προόδου κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης εκπαίδευσης”.*** Ηεντός ” ” τελευταία φράση αντικαταστάθηκε και πάλιως άνω με το άρθρο 8 παρ.δ` Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.Έναρξη ισχύος από 1.1.2000.
Μεταξύ εκπαιδευομένων με τον ίδιο συνολικό βαθμό προηγείται εκείνος που έλαβε υψηλότερο βαθμό στις εξετάσεις της υποπαρογράφου α. `Όσοι εκπαιδευόμενοι δεν εγγραφούν στον οικείο πίνακα διαγράφονται από τη Σχολή.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την περ. ιε`παρ.3 άρθρ.6Ν.2408/1996.
δ. Οι παραπάνω πίνακες επιτυχίας αναρτώνται στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής “Μέσα σε πέντε (5) το πολύ ημέρες” μετά την ανάρτηση του πίνακα οι εκπαιδευόμενοι υποβάλλουν στη Γραμματεία της Σχολής δήλωση, με την οποία προσδιορίζουν το τμήμα ή κατά σειρά προτίμησης τα τμήματα που επιθυμούν να ακολουθήσουν κατά την “δεύτερη” φάση της εκπαίδευσης.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την περ.ιστ`παρ.3 άρθρ.6Ν.2408/1996
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 δ`Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.
ε. Όσοι επιτύχουν στις παραπάνω εξετάσεις κατανέμονται, με βάση τη σειρά εγγραφής τους στον οικείο πίνακα και 177 δήλωση προτίμησής τους, στα τμήματα, που προβλέπονται στην παράγραφο 1 υποπαρ. γ, στα πλαίσια του αριθμού που έχει καθοριστεί για κάθε τμήμα με την προκήρυξη του εισαγωγικού διαγωνισμού.
Σημ.: όπως το εδάφ.στ`καταργήθηκε με την περ.ιζ`παρ.3 άρθρ.6Ν.2408/1996
Σχετικό: . ΠΔ 8/1998 Α 17/26.2.1998
4.Από 1.1.2002 οι εκπαιδευόμενοι κατά την πρώτη και δεύτερη φάσητης εκπαίδευσης στη Σχολή λαμβάνουν αποδοχές ίσες με το ήμισυ των συνολικών αποδοχών του παρέδρου πρωτοδικείου, όπως αυτές προσδιορίζονται με το Ν. 2521/1997. Οι αποδοχές αυτές εξακολουθούν να καταβάλλονται σε όσους από αυτούς ολοκλήρωσαν με επιτυχία το πρόγραμμα εκπαίδευσης έως τη δημοσίευση του διατάγματος διορισμού τους ως δικαστικών λειτουργών.
Οι δαπάνες μετακίνησής τους για εκπαιδευτικούς λόγους βαρύνουν τη Σχολή.Στους εκπαιδευομένους παρέχεται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από το Δημόσιο.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την περ.ιη` παρ.3 άρθρ.6 Ν.2408/1996,αντικατασταθηκε με την παρ.3 άρθρ.35 Ν.2915/2001,ΦΕΚ Α 109/29.5.2001.
Σχετικό: υπ` αριθμ. 436/2006, 965/2010, 1005/2011, 1006/2011αποφάσεις ΣτΕ, 162/2010,163/2010 ,165/2010, 166/2010, 167/2010 αποφάσεις ΣΤΕ(ΟΛΟΜ) καθώς και τις υπ` αριθμ. 441/2006, 438/2006, 439/2006, 437/2006αποφάσεις του Στ΄Τμήματος την άποψη της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας (μεπαραπομπή του ζητήματος στην Ολομέλεια του ΣτΕ), υπ` αριθμ. 1290/2010 απόφαση ΣΤΕ.
β. Οι εκπαιδευόμενοι έχουν την υποχρέωση να επιστρέψουν τις αποδοχές που έχουν λάβει, αν με υπαιτιότητα τους διακοπεί η εκπαίδευσή τους στη Σχολή.
Ο καταλογισμός γίνεται με πράξη του γενικού διευθυντή. Με απόφαση του Δ.Σ. μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση αυτή όσοι διακόπτουν την εκπαίδευση λόγω αποτυχίας στις εξετάσεις που διεξάγονται μετά το πέρας της πρώτης και (της δεύτερης) φάσης. Δεν απαλλάσσονται όσοι κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης δεν επέδειξαν την προσήκουσα επιμέλεια.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την περ.ιη` παρ.3 άρθρ.6 Ν.2408/1996.
γ. Οι εκπαιδευόμενοι έχουν την υποχρέωση να παρακολουθούν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και να προσέρχονται στις εξετάσεις και δοκιμασίες που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης.
δ. «Όσοι εκπαιδευόμενοι έχουν ιδιότητα δικηγόρου από την εγγραφή τους στη Σχολή, τελούν σε αναστολή της δικηγορικής ιδιότητας και οι προς τους φορείς ασφάλισης οφειλόμενες εισφορές τους υπολογίζονται βάσει των κατά το άρθρο 3 παρ. 3 εδάφιο α` αποδοχών τους.”
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την περ.κ`παρ.3 άρθρ.6 Ν.2408/1996.
Όσοι έχουν την ιδιότητα του δημόσιου υπαλλήλου ή του υπαλλήλου νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα ή δημόσιας επιχείρησης η κρατικής τράπεζας ή του μέλους Δ.Ε.Π ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος θεωρούνται αυτοδικαίως ότι τελούν σε απόσπαση από την ημερομηνία εγγραφής τους και καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους στη Σχολή. Οι εκπαιδευόμενοι αυτοί λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται στην υποπαράγραφο α`.
ε. Για όσους εκπαιδευόμενους αποχωρούν από τη Σχολή μετά το τέλος της πρώτης (ή της δεύτερης) φάσης της εκπαίδευσης λόγω αποτυχίας στις εξετάσεις, που προβλέπονται “στην παράγραφο 2″και εφόσον οι εκπαιδευόμενοι αυτοί”δεν έχουν μια από τις αναφερόμενες στο προηγούμενο εδάφιο ιδιότητες”. ο χρόνος εκπαίδευσης στη Σχολή λογίζεται ως υπηρεσία ασκούμενουδικηγόρου. Οι εκπαιδευόμενοι αυτοί μπορούν επίσης να διορίζονται δικαστικοί υπάλληλοι,σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται με προεδρικό προεδρικό διάταγμα, εκδιδόμενο με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την περ.κα` παρ.3 άρθρ.6 Ν.2408/1996.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ.1 ζ` Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.
στ. Με απόφαση του Δ.Σ. της Σχολής που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του συμβουλίου σπουδών και εγκρίνεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θεσπίζεται κανονισμός σπουδών. Με τον κανονισμό προβλέπονται ιδίως: αα) ο τρόπος και η διαδικασία εγγραφής, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και ο τρόπος υποβολής τους, ββ) οι ειδικότερες υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εκπαιδευομένων, γγ) ο τρόπος αξιολόγησης εξέτασης και βαθμολόγησής τους, τόσο κατά τις περιόδους φοίτησης στη Σχολή όσο και κατά τις περιόδους, πρακτικής άσκησης, δδ) η βαθμολογική κλίμακα και η βαθμολογική βάση, εε) οι προϋποθέσεις απαλλαγής ορισμένων εκπαιδευομένων από την παρακολούθηση, της διδασκαλίας ξένης γλώσσας και στστ) τα πειθαρχικά αδικήματα, οι πειθαρχικές ποινές, τα πειθαρχικά όργανα και η πειθαρχική διαδικασία. Κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού θεσπίζεται προσωρινός κανονισμός, με απόφαση του ΥπουργούΔικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
5.α. Η Σχολή οργανώνει προγράμματα επιμόρφωσης των δικαστικών λειτουργών.
β. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, καθορίζονται το γενικό πλαίσιο, η διάρκεια, τα όργανα και η διαδικασία κατάρτισης των προγραμμάτων επιμόρφωσης, καθώς και τα κριτήρια της τυχόν επιλογής, κατά κατηγορίες, των δικαστικών λειτουργών που συμμετέχουν στα προγράμματα αυτά. Με όμοιο διάταγμα μπορεί να ορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες είναι υποχρεωτική η συμμετοχή στα προγράμματα αυτά των δικαστικών λειτουργών που επιλέγονται και να ορίζεται επίσης ότι αυτοί απαλλάσσονται, μερικώς ή ολικώς, από τα δικαστικά τους καθήκοντα κατά τη διάρκεια της επιμόρφωσης, όπως επίσης και ότι η συμμετοχή στα εν λόγω προγράμματα μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στις υπηρεσιακές τους μεταβολές.
γ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την απόδοση των δαπανών μετακίνησης και διαμονής των δικαστικών λειτουργών, που συμμετέχουν στα προγράμματα επιμόρφωσης, όπως και κάθε άλλης δαπάνης σχετικής με την επιμόρφωσή τους.
δ. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά γνώμη του Γενικού Διευθυντή, μπορεί να προβλέπεται η δυνατότητα να οργανώνονται από τη Σχολή, αυτοτελώς ή σε συνεργασία με αλλοδαπούς αντίστοιχους φορείς εκπαίδευσης, δημόσιες υπηρεσίες ή δικαστήρια, εκπαιδευτικά ή ενημερωτικά προγράμματα για δικαστικούς λειτουργούς ή σπουδαστές βαλκανικών χωρών ή χωρών – Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και προγράμματα επιμόρφωσης από κοινού με αλλοδαπούς δικαστικούς λειτουργούς και να ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με τη διάρκεια, την κατάρτιση και εκτέλεση των προγραμμάτων αυτών και την επιλογή των δικαστικών λειτουργών που συμμετέχουν σε αυτά.”Για την απόδοση των δαπανών μετακίνησης και διαμονής των δικαστικών λειτουργών που συμμετέχουν στα πιο πάνω προγράμματα ισχύει ό,τι προβλέπεται στην κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο γ`.
Σημ.: όπως το εδάφιο δ’ προστέθηκε με την παρ.17 του άρθρου 23 του Ν.2331/1995(Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο103 το Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετάτην δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με τηνπερ.κβ`παρ.3 άρθρ.6 Ν.2408/1996.
Άρθρο 4
Διορισμός των αποφοίτων ως δικαστικών λειτουργών – Δοκιμαστική περίοδος
1. Οι εκπαιδευόμενοι, που περατώνουν επιτυχώς την τρίτη φάση εκπαίδευσης, διορίζονται σε θέσεις δόκιμων δικαστικών λειτουργών στον κλάδο στον οποίο στοιχεί το τμήμα της Σχολής, που ακολούθησαν κατά την τρίτη φάση της εκπαίδευσης. Η σειρά αρχαιότητας μεταξύ των διοριζομένων καθορίζεται με βάση το συνολικό βαθμό που έλαβαν κατά τη δεύτερη φάση της εκπαίδευσης, υπολογιζόμενο με συντελεστή 3, και τον τελικό βαθμό προόδου κατά την τρίτη φάση της εκπαίδευσης, υπολογιζόμενο με συντελεστή 1. Σε περίπτωση ισοβαθμίας προηγείται εκείνος που έλαβε τ` μεγαλύτερο συνολικό βαθμό κατά τη δεύτερη φάση της εκπαίδευσης οι διοριζόμενοι διανύουν δοκιμαστική περίοδο έξι (6) μηνών.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε περ.κγ`παρ.3 άρθρ.6 Ν.2408/1996.
Ο διορισμός των εκπαιδευόμενων σε θέσεις δικαστικών λειτουργών γίνεται αναδρομικώς από τη λήξη της εκπαίδευσης στη Σχολή, χωρίς δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.5 άρθρ.22Ν.2521/1997 Α 174
2. `Όποιος δεν αποδέχεται το διορισμό του, υποχρεώνεται να επιστρέψει τις αποδοχές που εισέπραξε κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης στη Σχολή. Ο διοριζόμενος έχει την υποχρέωση να υπηρετήσει στο δικαστικό σώμα επί χρόνο διπλάσιο από το χρόνο εκπαίδευσης στη Σχολή. Αν ο διοριζόμενος παραιτηθεί νωρίτερα, επιστρέφει ποσοστό των αποδοχών που εισέπραξε κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης του ανάλογο προς τον υπολειπόμενο χρόνο υποχρεωτικής υπηρεσίας στο δικαστικό σώμα.”Δεν υποχρεούνται να επιστρέψουν τις αποδοχές που εισέπραξαν κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης στη Σχολή όσοι εγγράφονται εκ νέου στη Σχολή λόγω αλλαγής κατεύθυνσης, είτε πριν την αποφοίτηση τους είτε μετά την αποφοίτησή τους και την παραίτηση από τη θέση του δικαστικού λειτουργού στην οποία διορίστηκαν. Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει για τους εκπαιδευόμενους της 1ης και 2ης σειράς της Σχολής. Οι εγγραφόμενοι εκ νέου στη Σχολή λόγω αλλαγής κατεύθυνσης δεν δικαιούνται των αποδοχών που προβλέπονται στο εδάφιο α` της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν. 2236/1994, όπως τροποποιήθηκε με την περίπτωση ιη` της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του ν. 2408/1996.”
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.5 άρθρ.22Ν.2521/1997 Α 174.
3. Ο χρόνος εκπαίδευσης στη Σχολή θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας όσων διοριστούν ως δικαστικοί λειτουργοί για τον καθορισμό της σειράς αρχαιότητας και όλα τα λοιπά θέματα της υπηρεσιακής και μισθολογικής κατάστασής τους εκτός από το δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών.
4. Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 40 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών εφαρμόζεται και στους εκπαιδευομένους στην Εθνική Σχολή Δικαστών.
Άρθρο 5
Οργάνωση της Σχολής
1.α. Με προεδρικό διάταγμα. που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης και κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις:
αα) καθορίζεται η οργανωτική διάρθρωση των υπηρεσιακών μονάδων της Σχολής και οι αρμοδιότητές τους,
ββ) συνιστώνται, αναδιαρθρώνονται, συγχωνεύονται ή καταργούνται υπηρεσιακές μονάδες της Σχολής και
γγ) καθορίζεται ο κλάδος και ο βαθμός ή, προκειμένου για προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, η ειδικότητα και τα τυχόν απαιτούμενα προσόντα των προϊσταμένων των υπηρεσιακών μονάδων της Σχολής και η αναπλήρωσή τους.
β. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η πλήρωση των θέσεων των προϊσταμένων των υπηρεσιακών μονάδων της Σχολής μπορεί να γίνεται με μετάταξη ή απόσπαση υπαλλήλων του Δημοσίου, των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, των δημόσιων επιχειρήσεων και των κρατικών τραπεζών.
γ. Ο γενικός διευθυντής ή ο νόμιμος αναπληρωτής του είναι πειθαρχικός προϊστάμενος του διοικητικού προσωπικού της Σχολής”.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.18 του άρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρεςμετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
2. Η εκπαίδευση ανατίθεται σε δικαστικούς λειτουργούς, σε μέλη ΔΕΠ ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε δημόσιους λειτουργούς ή υπαλλήλους του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή του δημόσιουτομέα, δημόσιων επιχειρήσεων και κρατικών τραπεζών, δικηγόρους, καθηγητές ξένων γλωσσών και ιδιώτες με εξειδικευμένη κατάρτιση και πείρα συναφή προς τη διδακτέα ύλη.
H διδασκαλία των συγκεκριμένων μαθημάτων ορισμένης ύλης από κάθε μάθημα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και ωράριο ανατίθεται σε διδάσκοντες που έχουν εγγραφεί σε πίνακα διδασκόντων, ο οποίος καταρτίζεται με απόφαση του Δ.Σ.. Η ανάθεση αυτή γίνεται με απόφαση του γενικού διευθυντή, ύστερα από πρόταση του συμβουλίου σπουδών, που εκδίδεται με εισήγηση του διευθυντή ή του υποδιευθυντή σπουδών.
Η ανάθεση της διδασκαλίας των συγκεκριμένων μαθημάτων και ορισμένης ύλης από κάθε μάθημα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και ωράριο γίνεται με απόφαση του συμβουλίου σπουδών ύστερα από πρόταση του γενικού διευθυντή από πίνακα διδασκόντων που καταρτίζεται με απόφαση του Δ.Σ. της Σχολής. Αν πρόκειται για δικαστικούς λειτουργούς, απαιτείται για την επιλογή στον πίνακα, έγκριση από τον πρόεδρο του δικαστηρίου ή του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός. Η ανάθεση μπορεί να γίνει με περιορισμό της απασχόλησης του επιλεγόμενου δικαστικού λειτουργού στην κύρια θέση του. Η ανάθεση διδασκαλίας σε δικαστικό λειτουργό κατά αποκλειστική απασχόληση γίνεται με απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου για ορισμένο εκάστοτε χρονικό διάστημα που δεν επιτρέπεται να υπερβεί συνολικά την τριετία. Σε κάθε περίπτωση μπορεί να διδάσκουν στη σχολή ορισμένα μαθήματα ο γενικός διευθυντής, καθώς και ο διευθυντής και ο υποδιευθυντής σπουδών, ύστερα από σχετική απόφαση του Συμβουλίου Σπουδών της Σχολής. Μπορούν επίσης, σε περίπτωση κωλύματος μέλους του διδακτικού προσωπικού, να το αναπληρώνουν κατά τις ώρες που κωλύεται.”Για ανάθεση διαλέξεων που δεν υπερβαίνουν τις τρείς (3), κατά έτος για κάθε καλούμενο δεν απαιτείται απόφαση του Δ.Σ. της Σχολής, αλλά απόφαση του γενικού διευθυντή, ύστερα από πρόταση του διευθυντή σπουδών.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με τις περ.κδ και κε`αντίστοιχα της παρ. 3 άρθρ.6 Ν.2408/1996
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.19 του άρθρου 23 τουΝ.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
3.α. Στη Σχολή συνιστώνται:
αα) μία (1) θέση γενικού διευθυντή,
ββ) μία (1) θέση διευθυντή σπουδών,
γγ) μία (1) θέση υποδιευθυντή σπουδών και
δδ) δύο (2) θέσεις συμβούλων σπουδών.
Η πλήρωση των θέσεων αυτών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 8 του άρθρου 1.
β. Στη Σχολή συνιστώνται επίσης οι εξής θέσεις μόνιμου προσωπικού:
αα. μία (1) θέση ΠΕ Προϊσταμένου Διεύθυνσης,
ββ. τρείς (3) θέσεις κλάδου ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού,
γγ. δύο (2) θέσεις κλάδου ΤΕ Διοικητικού – Λογιστικού,
δδ. μία (1) θέση ΤΕ Βιβλιοθηκονόμου,
εε. δύο (2) θέσεις κλάδου ΔΕ Δακτυλογράφων – Στενογράφων,
στστ. τρείς (3) θέσεις κλάδου ΔΕ Διοικητικού – Λογιστικού και
ζζ. δύο (2) θέσεις κλάδου ΥΕ Επιμελητών.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.20 του άρθρου 23 τουΝ.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
γ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του γενικού διευθυντή της Σχολής μπορεί να συνιστώνται, αναδιαρθρώνονται, συγχωνεύονται ή καταργούνται κλάδοι και θέσεις κάθε βαθμού ή ειδικότητας, μόνιμου η με οποιαδήποτε σχέση προσωπικού και να καθορίζονται ειδικά τυπικά προσόντα κάθε κλάδου ή ειδικότητας.
δ΄ «Επιτρέπεται να αποσπώνται στην Εθνική Σχολή Δικαστών δικαστικοίυπάλληλοι για χρονικό διάστημα δύο ετών, το οποίο μπορεί να παρατείνεταιδιαδοχικά, κάθε φορά για δύο έτη και χωρίς τους περιορισμούς τωνπαραγράφων 3 και 4 του άρθρου 82 του Ν. 2812/2000. Η απόσπαση γίνεται μεπράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από εισήγηση του Γενικού Διευθυντήτης Σχολής και αιτιολογημένη απόφαση του πενταμελούς υπηρεσιακούσυμβουλίου του Αρείου Πάγου ή του αντίστοιχου Ανώτατου Δικαστηρίου,αναλόγως του κλάδου στον οποίο υπάγεται ο δικαστικός υπάλληλος. Οιυπάλληλοι αυτοί λαμβάνουν τον από το άρθρο 24 παρ. 4 του Ν. 2145/1993(ΦΕΚ 88 Α), σε συνδυασμό προς την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αρ.5137/28.6.1993 (ΦΕΚ 528 Β), προβλεπόμενο πόρο».
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.7 άρθρ.22 Ν.2521/1997 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.4 άρθρ.14 Ν.3038/2002,ΦΕΚ Α 180/7.8.2002.
ε. Η Σχολή θεωρείται ως δικαστική υπηρεσία. Το προσωπικό της γενικά εξομοιώνεται από κάθε άποψη προς τους δικαστικούς υπαλλήλους. Οι υπάλληλοι της Σχολής που έχουν αποσπαστεί ή μεταταγεί από δικαστικές υπηρεσίες εξακολουθούν να λαμβάνουν τον πόρο που προβλέπεται από το άρθρο 24 παρ. 4 του ν. 2145/1993, σε συνδυασμό προς την 51375/28.6.1993 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, όπως ισχύει κάθε φορά, καθώς και κάθε άλλο ανάλογο πόρο.
Σημ.: όπως το εδάφιο ε`προστέθηκε με την περ.κστ`της παρ. 3 άρθρ.6 Ν.2408/1996
Με απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από πρόταση του Γενικού Διευθυντή, πραγματοποιείται εκκαθάριση των Αρχείων της Σχολής.
Κατά την εκκαθάριση των Αρχείων καταστρέφονται τα έγγραφα τα οποία δεν έχουν υπηρεσιακή χρησιμότητα η ιστορική αξία. Η καταστροφή πραγματοποιείται από τριμελή επιτροπή, που αποτελείται από τον υποδιευθυντή σπουδών και δυο υπαλλήλους της Σχολής και συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή. Η επιτροπή συντάσσει αναλυτικό πρωτόκολλο καταστροφής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο μόνο του β.δ. 120/1966 (ΦΕΚ 30 Α`).
Σημ.: όπως το εδάφ.στ`προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.4 Ν.2721/1999,ΦΕΚ Α 112/3.6.1999.
4. Η Σχολή στις δικαστικές και νομικές γενικώς υποθέσεις της εξυπηρετείται από το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
5.α. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται, κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις, οι αποδοχές και οι κάθε είδους αποζημιώσεις (όπως για έξοδα κίνησης, υπερωριακή εργασία), οι οποίες καταβάλλονται στο γενικό διευθυντή, στο διευθυντή και υποδιευθυντή σπουδών, καθώς και στους συμβούλους σπουδών.
β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του γενικού διευθυντή της Σχολής και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται, κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις, οι αποδοχές και κάθε είδους αποζημιώσεις (όπως για έξοδα κίνησης, υπερωριακή εργασία), οι οποίες καταβάλλονται στο διδακτικό προσωπικό της Σχολής, στους δικαστικούς και άλλους δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους, που αναλαμβάνουν την πρακτική εκπαίδευση των εκπαιδευομένων και δεν ανήκουν στο διδακτικό προσωπικό της Σχολής, καθώς επίσης και στα μέλη της επιτροπής του εισαγωγικού διαγωνισμού και των εξεταστικών επιτροπών, τους βαθμολογητές, τους εξεταστές, τους επιτηρητές και το λοιπό προσωπικό που απασχολείται με τη διεξαγωγή των παραπάνω διαγωνισμών και εξετάσεων,αλλά και όλων των εξετάσεων που διενεργούνται στη Σχολή κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης.
γ. Με όμοια απόφαση μπορεί να ορίζονται ημερήσια αποζημίωση, εκτός έδρας και οδοιπορικά για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και για τα μέλη του συμβουλίου σπουδών που ορίζονται ως εκπρόσωποι του Αριστοτελείου και του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου”.
Σημ.: όπως το εδάφιο γ` προστέθηκε με την παρ.21 του άρθρου 23 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς αυτού του νόμου αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
6.α. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της Σχολής, μπορεί να συνάπτει συμβάσεις με φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου για τη μίσθωση των ακινήτων που είναι αναγκαία για τη στέγαση ή την ικανοποίηση άλλων αναγκών της Σχολής. Ειδικώς, μπορεί να συνάπτει με την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος συμβάσεις μίσθωσης χώρων του Εκπαιδευτικού Κέντρου της Τράπεζας στη Νέα Ερυθραία Αττικής ή άλλων ακινήτων της με τις εγκαταστάσεις και συναφείς υπηρεσίες. Για το σκοπό αυτόν μπορεί να παραχωρούνται κατά χρήση στη Σχολή ακίνητα του Δημοσίου.
β. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει τις αρμοδιότητες της προηγούμενης υποπαραγράφου στο Γενικό Γραμματέα ή σε γενικό διευθυντή ή διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή στο γενικό διευθυντή της Σχολής.
Άρθρο 6
Μεταβατική διάταξη
Στους εισαγωγικούς διαγωνισμούς, που θα διενεργηθούν τα τρία πρώτα έτη μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, γίνονται δεκτοί και υποψήφιοι που δεν έχουν υπερβεί το τριακοστό πέμπτο (35ο) έτος της ηλικίας τους στις 31 Δεκεμβρίου του έτους κάθε διαγωνισμού. Στους διαγωνισμούς αυτούς δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της υποπαραγράφου γ` της παραγράφου 2 του άρθρου 2.
Άρθρο 7
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Αθήνα, 6 Σεπτεμβρίου 1994
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝΑΝΑΣΤ. ΠΕΠΟΝΗΣΑ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣΕΜΠΟΡΙΟΥΓ. ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣΚ. ΣΗΜΙΤΗΣ
Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους
Αθήνα, 6 Σεπτεμβρίου 1994
Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ
Γ. ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣ