Νόμος αριθ.2216 ΦΕΚ 83/31.05.1994
Κύρωση Σύμβασης μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεόμενων επιχειρήσεων και των προσαρτημένων σε αυτήν κοινών και μονομερών δηλώσεών τους και άλλες διατάξεις.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που προβλέπει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διόρθωσης των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων μαζί με τις προσαρτημένες σε αυτήν κοινές και μονομερείς δηλώσεις των Κρατών – Μελών, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 23 Ιουλίου 1990, το κείμενο της οποίας στην ελληνική γλώσσα έχει ως ακολούθως:
ΣΥΜΒΑΣΗ
για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων (90/436/ΕΟΚ ) ΤΑ ΥΨΗΛΑ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΣΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ,
ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να θέσουν σε εφαρμογή το άρθρο 220 της Συνθήκης, σύμφωνα με το οποίο έχουν αναλάβει τη δέσμευση να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για να εξασφαλίσουν, προς όφελος των κατοίκων τους, την εξάλειψη της διπλής φορολογίας, ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη σημασία της εξάλειψης της διπλής φορολογίας στην περίπτωση διόρθωσης των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων, ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΝ να συνάψουν την παρούσα Σύμβαση και όρισαν προς το σκοπό αυτόν ως πληρεξούσιους:
Η ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΒΕΛΓΩΝ: Philippe de SCHOUTHEETE de TERBARENT, Πρέσβυς
Η ΑΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ: Niels HELVEG PETERSEN, Υπουργός Εθνικής Οικονομίας
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ Theo WAIGEL, Ομοσπονδιακός Υπουργός Οικονομικών, Jurgen TRUMPF, Πρέσβυς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: Ιωάννης ΠΑΛΑΙΟΚΡΑΣΣΑΣ, Υπουργός Οικονομικών
Η ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ: Carlos SOLCHAGA CATALAN, Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: Jean VIDAL, Πρέσβυς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ: Albert REYNOLDS, Υπουργός Οικονομικών
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Stefano DE LUCA, Υφυπουργός Οικονομικών
Η ΑΥΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΥΨΗΛΟΤΗΣ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΟΥΚΑΣ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ: Jean – Claude JUNCKER, Υπουργός Προϋπολογισμού, Υπουργός Οικονομικών, Υπουργός Εργασίας
Η ΑΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ: P.C. NEIMAN, Πρέσβυς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: Miguel BELEZA, Υπουργός Οικονομικών Η ΑΥΤΗΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΑΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ: David H.A. HANNAY KCMG, Πρέσβυς,
ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ, συνελθόντες στα πλαίσια του Συμβουλίου, και μετά την ανταλλαγή των πληρεξουσίων εγγράφων τους, που βρέθηκαν εντάξει,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Άρθρο 1
1. Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται όταν, για φορολογικούς σκοπούς, τα κέρδη που περιλαμβάνονται στα κέρδη μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους συμπεριλαμβάνονται ή είναι πιθανόν να συμπεριληφθούν και στα κέρδη μιας επιχείρησης άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, λόγω του γεγονότος ότι οι αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 4 και εφαρμόζονται είτε άμεσα είτε σε αντίστοιχες διατάξεις της νομοθεσίας του συγκεκριμένου κράτους δεν τηρήθηκαν. 2. Για την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, μια μόνιμη εγκατάσταση επιχείρησης Συμβαλλόμενου Κράτους, η οποία ευρίσκεται σε άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, θεωρείται ως επιχείρηση του κράτους στο οποίο ευρίσκεται. 3. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης και όταν κάποια από τις σχετικές επιχειρήσεις είχε ζημίες αντί κερδών.
Άρθρο 2
1. Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος. 2. Οι φόροι στους οποίους εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση είναι, συγκεκριμένα, οι εξής: α) στο Βέλγιο: – impot des personnes physiques/personenbelasting, – impot des societes/vennootschapsbelasting, – impot des personnes morales/rechtspersonenbelasting, – impot des non-risidents/belasting der niet-ver- blijfhouders, – taxe communale et taxe d` agglomeration additionnelles a I` impot des personnes physiques/aanvullende gemeen- tebelasting en agglomeratiebelasting op de personenbelast- ing
β) στη Δανία: – selskabsskat, – indkomstskat til staten, – kommunal indkomstskat, – amtskommunal indkomstskat, – saerlig indkomstskat, – kirkeskat, – udbytteskat, – renteskat, – royaltyskat, – frigorelsesafgift γ) στη Γερμανία: – Einkommensteuer, – Korperschaftsteuer, – Gewerbesteuer, εφόσον τη βάση υπολογισμού του φόρου αυτού αποτελούν τα κέρδη χρήσεως
δ) στην Ελλάδα: – φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων, – φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων, – εισφορά υπέρ των επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης
ε) στην Ισπανία: – impuesto sobre la renta de las personas fisicas, – impuesto sobre sociedades
στ) στη Γαλλία: – impot sur le revenu, – impot sur ler societes ζ) στην Ιρλανδία: – income tax, – corporation tax η) στην Ιταλία: – imposta sul reddito delle persone fisiche, – imposta sul reddito delle persone giuridiche, – imposta Iocale sui redditi
θ) στο Λουξεμβούργο: – impot sur le revenu des personnes physiques, – impot sur le revenu des collectivites, – impot commercial, εφόσον τη βάση υπολογισμού του φόρου αυτού αποτελούν τα κέρδη χρήσεως ι) στις Κάτω Χώρες: – inkomstenbelasting, – vennootschapsbelasting ια) στην Πορτογαλία: – imposto sobre o rendimento das pessoas singulares, – imposto sobre o rendimento das pessoas colectivas, – derrama para os municipios sobre o imposto sobre o rendimento das pessoas colectivas
ιβ) στο Ηνωμένο Βασίλειο: – income tax, – corporation tax.
3. Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται επίσης στους πανομοιότυπους ή ανάλογους φόρους που ενδέχεται να θεσπιστούν μετά την ημερομηνία υπογραφής της, οι οποίοι θα προσετίθεντο ή θα αντικαθιστούσαν τους σημερινούς φόρους. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλόμενων Κρατών αλληλοενημερώνονται όσον αφορά τις τροποποιήσεις που επέρχονται στις αντίστοιχες εθνικές νομοθεσίες τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Τμήμα 1
Ορισμοί
Άρθρο 3
1. Κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης ο όρος “αρμόδια αρχή” αναφέρεται στις κατωτέρω αρχές: – στο Βέλγιο: LE Ministre des Finances ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του LE Minister van Financien ή σε Εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του, – στη Δανία: Skatteministeren ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του, – στη Γερμανία: Der Bundesminister der Finanzen ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του, – στην Ελλάδα: Στον Υπουργό των Οικονομικών ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του, – στην Ισπανία: EI Ministro de Economia y Hacienda ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του, – στη Γαλλία: LE Ministre charge du Budget ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του, – στην Ιρλανδία: The Revenue Commissioners ή σε εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους τους, – στην Ιταλία: II Ministro delle Finanze ή σε Εξουσιοδοτημένο Εκπρόσωπό του, – στο Λουξεμβούργο: Le Ministre des Finances ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του, – στις Κάτω Χώρες: De Minister van Financien ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του, – στην Πορτογαλία: O Ministro das Financas ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του, – στο Ηνωμένο Βασίλειο: The Commissioners of Inland Revenue ή σε εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του. 2. Εκτός αν από τα συμφραζόμενα προκύπτει άλλως, οι όροι εκείνοι οι οποίοι δεν ορίζονται στην παρούσα Σύμβαση έχουν την ίδια έννοια, όπως και στο κείμενο της σύμβασης, που έχει συναφθεί μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών για την αποφυγή της διπλής φορολογίας.
Τμήμα 2
Αρχές που εφαρμόζονται στην περίπτωση διάρθρωσης των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων και καταλογισμού κερδών σε μόνιμη εγκατάσταση
Άρθρο 4
Η εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης διέπεται από τις ακόλουθες αρχές:
1. `Όταν: α) μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους συμμετέχει αμέσως ή εμμέσως στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο μιας επιχείρησης ενός άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους ή β) τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν αμέσως ή εμμέσως στη διοίκηση, στον έλεγχο ή στο κεφάλαιο μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και μιας επιχείρησης ενός άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και, σε καθεμία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, επικρατούν ή επιβάλλονται, στις εμπορικές ή οικονομικές τους σχέσεις, όροι διαφορετικοί από εκείνους ή που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τα κέρδη τα οποία, χωρίς τους όρους αυτούς, θα είχαν πραγματοποιηθεί από μία των επιχειρήσεων αυτών αλλά τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν εξαιτίας των ανωτέρω όρων, μπορούν να συμπεριληφθούν στα κέρδη της επιχείρησης αυτής. 2. `Όταν μία επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ασκεί τη δραστηριότητά της σε άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται στο έδαφος αυτού του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, καταλογίζονται στη μόνιμη αυτή εγκατάσταση τα κέρδη τα οποία θα είχε κανονικά πραγματοποιήσει εάν αποτελούσε ξεχωριστή επιχείρηση, ανέπτυσσε δραστηριότητες πανομοιότυπες ή ανάλογες υπό συνθήκες πανομοιότυπες ή ανάλογες και συνεργαζόταν τελείως ανεξάρτητα με την επιχείρηση της οποίας αποτελεί μόνιμη εγκατάσταση.
Άρθρο 5
Όταν ένα Συμβαλλόμενο Κράτος προτίθεται να διορθώσει τα κέρδη μιας επιχείρησης, κατ` εφαρμογή των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 4, ενημερώνει εγκαίρως την επιχείρηση για την πρόθεση του και της παρέχει τη δυνατότητα να ενημερώσει την άλλη επιχείρηση, ούτως ώστε να μπορέσει και αυτή να ενημερώσει με τη σειρά της το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος. Ωστόσο, το Συμβαλλόμενο Κράτος που παρέχει τέτοιες πληροφορίες δεν πρέπει να παρεμποδίζεται να πραγματοποιήσει την προβλεπόμενη διόρθωση. Αν, μετά την ανακοίνωση των σχετικών πληροφοριών, οι δύο επιχειρήσεις και το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος δεχθούν τη διόρθωση, τα άρθρα 6 και 7 δεν εφαρμόζονται.
Τμήμα 3
Διαδικασία φιλικού διακανονισμού και διαιτητική διαιτησία
Άρθρο 6
1. `Όταν, σε μία από τις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση δυνάμει του άρθρου 1, μια επιχείρηση κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 4 δεν έχουν τηρηθεί, μπορεί, ανεξάρτητα από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο των ενδιαφερόμενων Συμβαλλόμενων Κρατών, να υποβάλλει την υπόθεσή της στην αρμόδια αρχή του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι κάτοικος ή στο οποίο ευρίσκεται η μόνιμη εγκατάστασή της. Η υπόθεση πρέπει να υποβληθεί σε τρία (3) χρόνια από την πρώτη κοινοποίηση του μέτρου, το οποίο συνεπάγεται ή ενδέχεται να συνεπάγεται διπλή φορολογία κατά την έννοια του άρθρου 1. Η επιχείρηση ενημερώνει ταυτόχρονα την αρμόδια αρχή κάθε άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους που μπορεί να αφορά η υπόθεση. Στη συνέχεια, η αρμόδια αρχή ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές των άλλων αυτών Συμβαλλόμενων Κρατών. 2. Η αρμόδια αρχή προσπαθεί, εάν η ένσταση της φαίνεται βάσιμη και αδυνατεί να δώσει η ίδια ικανοποιητική λύση, να επιλύσει το θέμα με φιλικό διακανονισμό με την αρμόδια αρχή κάθε άλλου ενδιαφερόμενου Συμβαλλόμενου Κράτους, ούτως ώστε να αποφευχθεί η διπλή φορολογία, βάσει των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 4. Ο διακανονισμός εφαρμόζεται ανεξαρτήτως των προθεσμιών που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο των οικείων Συμβαλλόμενων Κρατών.
Άρθρο 7
1. Εάν οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία για την αποφυγή της διπλής φορολογίας, εντός προθεσμίας δύο (2) ετών από την πρώτη υποβολή της υπόθεσης σε μία από τις αρμόδιες αρχές, βάσει των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1, συγκροτούν μια συμβουλευτική επιτροπή την οποία επιφορτίζουν να γνωμοδοτήσει σχετικά με τον τρόπο εξάλειψης της εν λόγω διπλής φορολογίας. Οι επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο των ενδιαφερόμενων Συμβαλλόμενων Κρατών. `Όμως, όταν ένα δικαστήριο έχει επιληφθεί της υπόθεσης, η διετής προθεσμία του πρώτου εδαφίου αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη οριστική η απόφαση που ελήφθη κατά τον τελευταίο βαθμό δικαιοδοσίας, στα πλαίσια αυτών των εθνικών μέσων θεραπείας.
2. Το γεγονός ότι η υπόθεση φέρεται ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής δεν εμποδίζει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να κινήσει ή να συνεχίσει, για την ίδια υπόθεση, δικαστική δίωξη ή διαδικασίες που επιδιώκουν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων.
3. Στην περίπτωση που η εθνική νομοθεσία ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να παρεκκλίνουν από τις αποφάσεις των δικαστικών τους αρχών, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνον εάν η συνδεδεμένη επιχείρηση του κράτους αυτού άφησε να παρέλθει η προθεσμία άσκησης προσφυγής η παραιτήθηκε αυτής της προσφυγής πριν από την έκδοση της απόφασης. Η διάταξη αυτή δεν θίγει την προσφυγή, εφόσον η προσφυγή αφορά στοιχεία άλλα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6.
4. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να συμφωνήσουν παρέκκλιση από τις προθεσμίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εφόσον συμφωνήσουν και οι ενδιαφερόμενες συνδεδεμένες επιχειρήσεις. 5. Στο μέτρο που οι παράγραφοι 1 έως 4 δεν εφαρμόζονται, δεν θίγονται τα δικαιώματα καθεμίας των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, όπως προβλέπονται από το άρθρο 6.
Άρθρο 8
1. Η αρμόδια αρχή ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υποχρεούται να κινήσει τη διαδικασία φιλικού διακανονισμού ή να συστήσει τη συμβουλευτική επιτροπή του Άρθρου 7, όταν έχει κριθεί οριστικά, μέσω δικαστικής ή διοικητικής διαδικασίας, ότι μία από τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορούν πράξεις που προβλέπουν διόρθωση των κερδών, βάσει του Άρθρου 4, φέρει την ευθύνη σοβαρών παραβάσεων.
2. `Όταν μία δικαστική ή διοικητική διαδικασία, που επιδιώκει να διαπιστώσει εάν μία από τις εν λόγω επιχειρήσεις, τις οποίες αφορούν πράξεις που προβλέπουν διόρθωση των κερδών βάσει του άρθρου 4, φέρει την ευθύνη σοβαρών παραβάσεων, διεξάγεται παράλληλα με μια από τις διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 6 και 7, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναστείλουν τις τελευταίες αυτές διαδικασίες μέχρι να ολοκληρωθεί η σχετική δικαστική ή διοικητική διαδικασία.
Άρθρο 9
1. Η συμβουλευτική επιτροπή που αναφέρεται στο άρθρο 7 παρ. 1 περιλαμβάνει, εκτός του προέδρου: – δύο αντιπροσώπους κάθε ενδιαφερόμενης αρμόδιας αρχής κατόπιν συμφωνίας μεταξύ αρμόδιων αρχών ο αριθμός αυτός μπορεί να μειωθεί σε έναν, – άρτιο αριθμό ανεξάρτητων προσωπικοτήτων που διορίζονται από κοινού, βάσει του καταλόγου προσωπικοτήτων που προβλέπεται στην παράγραφο 4, ή, ελλείψει συμφωνίας, με κλήρωση που διενεργούν οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.
2. Σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διατάξεις περί διορισμού των ανεξάρτητων προσωπικοτήτων και ταυτόχρονα με το διορισμό αυτό διορίζεται και ένας αναπληρωτής για καθεμία από αυτές, για την περίπτωση κατά την οποία οι ανεξάρτητες προσωπικότητες κωλύονται να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους.
3. Σε περίπτωση κλήρωσης, κάθε αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση οποιασδήποτε ανεξάρτητης προσωπικότητας, εφόσον συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που έχουν συμφωνηθεί εκ των προτέρων μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρμόδιων αρχών, καθώς και μία από τις εξής περιπτώσεις: – η προσωπικότητα αυτή ανήκει σε μία από τις οικείες φορολογικές διοικήσεις ή ασκεί καθήκοντα για λογαριασμό μιας από αυτές, – κατέχει ή κατείχε σημαντική συμμετοχή σε μία ή σε καθεμία από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις ή είναι ή υπήρξε υπάλληλος ή σύμβουλός τους, – δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις αντικειμενικότητας για τη ρύθμιση της ή των υπό κρίση υποθέσεων.
4. Ο κατάλογος των ανεξάρτητων προσωπικοτήτων περιλαμβάνει το σύνολο των ανεξάρτητων προσωπικοτήτων που ορίζονται από τα Συμβαλλόμενα Κράτη. Προς το σκοπό αυτόν, κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος ορίζει πέντε πρόσωπα και ενημερώνει σχετικά το γενικό γραμματέα του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Τα πρόσωπα αυτά πρέπει αν είναι υπήκοοι Συμβαλλόμενου Κράτους και να κατοικούν στα όρια του εδάφους στο οποίο εφαρμόζεται η παρούσα Συνθήκη. Πρέπει να διαθέτουν επαγγελματική επάρκεια και ανεξαρτησία. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη μπορούν να τροποποιήσουν τον κατάλογο του πρώτου εδαφίου ενημερώνοντας αμέσως το γενικό γραμματέα του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
5. Οι αντιπρόσωποι και οι ανεξάρτητες προσωπικότητες που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 εκλέγουν πρόεδρο, βάσει του καταλόγου που αναφέρεται στην παράγραφο 4, με την επιφύλαξη του δικαιώματος της κάθε ενδιαφερόμενης αρμόδιας αρχής να ζητήσει την εξαίρεση της εκλεγόμενης με τον τρόπο αυτό προσωπικότητας, εφόσον συντρέχει μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3. Ο πρόεδρος πρέπει να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση, στη χώρα του, ανώτατου δικαστικού λειτουργήματος ή να είναι νομομαθής εγνωσμένων ικανοτήτων.
6. Τα μέλη της συμβουλευτικής επιτροπής υποχρεούνται να τηρούν το απόρρητο για κάθε στοιχείο το οποίο πληροφορούνται στα πλαίσια της διαδικασίας. Τα Συμβαλλόμενα κράτη λαμβάνουν το ενδεδειγμένα μέτρα για την καταστολή οποιασδήποτε παράβασης της υποχρέωσης τήρησης του απορρήτου. Ανακοινώνουν χωρίς καθυστέρηση τα μέτρα που έλαβον στην επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία τα γνωστοποιεί στα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη. 7. Τα Συμβαλλόμενα κράτη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε η συμβουλευτική επιτροπή να μπορεί να συνεδριάζει αμέσως μόλις της υποβληθεί η υπόθεση.
Άρθρο 10
1. Για τις ανάγκες της διαδικασίας του άρθρου 7, οι ενδιαφερόμενες συνδεδεμένες επιχειρήσεις μπορούν να παράσχουν στην επιτροπή όλες τις πληροφορίες, τα αποδεικτικά μέσα ή τα έγγραφα που τους φαίνονται χρήσιμα για τη λήψη απόφασης. Οι επιχειρήσεις και οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων Συμβαλλόμενων Κρατών υποχρεούνται να ανταποκρίνονται σε κάθε αίτημα της συμβουλευτικής επιτροπής, όσον αφορά την παροχή πληροφοριών, αποδεικτικών μέσων ή εγγράφων. Πάντως, αυτό δεν μπορεί να επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους την υποχρέωση: α) να λαμβάνουν διοικητικά μέτρα κατά παρέκκλιση της εθνικής νομοθεσίας τους ή της συνήθους διοικητικής τους πρακτικής, β) να παρέχουν πληροφορίες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να δοθούν βάσει της εθνικής τους νομοθεσίας ή της συνήθους διοικητικής τους πρακτικής, γ) να παρέχουν πληροφορίες που θα αποκάλυπταν εμπορικά, βιομηχανικά ή επαγγελματικά μυστικά ή παραγωγική διαδικασία ή πληροφορίες, των οποίων η κοινολόγηση θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.
2. Καθεμία από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις μπορεί, εφόσον το ζητήσει, να εκθέσει τις απόψεις της ή να αντιπροσωπευθεί ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής. Εάν το ζητήσει η επιτροπή αυτή, καθεμία από τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις υποχρεούται να παραστεί ή να αντιπροσωπευθεί ενώπιόν της.
Άρθρο 11
1. Η συμβουλευτική επιτροπή του άρθρου 7 γνωμοδοτεί εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία της υπεβλήθη η υπόθεση. Η συμβουλευτική επιτροπή οφείλει να βασίσει τη γνώμη της στις διατάξεις του άρθρου 4.
2. Η συμβουλευτική επιτροπή εκφέρει τη γνώμη της με απλή πλειοψηφία των μελών της. Οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορούν να συμφωνήσουν συμπληρωματικούς διαδικαστικούς κανόνες. 3. Τα έξοδα της διαδικασίας της συμβουλευτικής επιτροπής, εκτός των εξόδων στα οποία προβαίνουν οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις , κατανέμονται εξίσου μεταξύ των ενδιαφερόμενων Συμβαλλόμενων Κρατών.
Άρθρο 12
1. Οι αρμόδιες αρχές που είναι διάδικοι στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρου 7 λαμβάνουν, κατόπιν κοινής συμφωνίας και βάσει των διατάξεων του άρθρου 4, απόφαση που εξασφαλίζει την εξάλειψη της διπλής φορολογίας εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία γνωμοδότησε η συμβουλευτική επιτροπή. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να λάβουν απόφαση που αποκλίνει από τη γνώμη της επιτροπής. Εάν δεν καταλήξουν σε σχετική συμφωνία, υποχρεούνται να συμμορφωθούν με τη γνώμη αυτή.
2. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να συμφωνήσουν τη δημοσίευση της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, υπό την προϋπόθεση ότι συμφωνούν και οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις.
Άρθρο 13
Ο οριστικός χαρακτήρας των αποφάσεων που λαμβάνουν τα Συμβαλλόμενα Κράτη, όσον αφορά τη φορολογία των κερδών που προέρχονται από συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, δεν εμποδίζει την προσφυγή στις διαδικασίες που
Άρθρο 14
Για την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, η διπλή φορολογία των κερδών θεωρείται ότι έχει εξαλειφθεί: α) εάν τα κέρδη έχουν συμπεριληφθεί στον υπολογισμό των φορολογητέων κερδών σε ένα μόνον κράτος ή β) εάν το ποσό του φόρου που επιβάλλεται στα κέρδη αυτά σε ένα κράτος μειώνεται κατά ποσό ίσο προς το φόρο που τους έχει επιβληθεί στο άλλο κράτος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 15
Η παρούσα Σύμβαση δεν θίγει ευρύτερες υποχρεώσεις, όσον αφορά την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περιπτώσεις διόρθωσης κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων, οι οποίες ενδέχεται να απορρέουν από άλλες συμβάσεις, στις οποίες συμμετέχουν ή πρόκειται να συμμετάσχουν τα Συμβαλλόμενα Κράτη ή από το εθνικό δίκαιο των κρατών αυτών.
Άρθρο 16
1. Το εδαφικό πεδίο εφαρμογής της παρούσας Σύμβασης αντιστοιχεί στο πεδίο εφαρμογής που ορίζεται στο άρθρο 227 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την `Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. 2. Η παρούσα Σύμβαση δεν έχει εφαρμογή: – στα γαλλικά εδάφη που αναφέρονται στο παράρτημα ΙV της Συνθήκης για την `Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, – στις νήσους Φερόε και στη Γροιλανδία.
Άρθρο 17
Η παρούσα Σύμβαση θα κυρωθεί από τα Συμβαλλόμενα Κράτη. Τα έγγραφα επικυρώσεως κατατίθενται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Άρθρο 18
Η παρούσα Σύμβαση θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του τρίτου μηνός που ακολουθεί την κατάθεση του εγγράφου επικυρώσεως του υπογράφοντος κράτους, το οποίο θα προβεί τελευταίο στη διατύπωση αυτή. Η Σύμβαση εφαρμόζεται στις διαδικασίες τις προβλεπόμενες στο άρθρο 6 παράγραφος 1, οι οποίες θα κινηθούν μετά την ημερομηνία αυτή.
Άρθρο 19
Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ενημερώνει τα υπογράφοντα κράτη όσον αφορά: α) την κατάθεση κάθε εγγράφου επικυρώσεως, β) την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης, γ) τον κατάλογο των ανεξάρτητων προσωπικοτήτων που διορίζονται από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, καθώς και τις τροποποιήσεις του καταλόγου αυτού, που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 4.
Άρθρο 20
[Η διάρκεια ισχύος της παρούσας Σύμβασης ορίζεται σε πέντε (5) έτη. `Έξι (6) μήνες πριν από την παρέλευση της πενταετίας, τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα συνέλθουν για να αποφασίσουν την παράταση της ισχύος της παρούσας Σύμβασης και κάθε άλλο σχετικό μέτρο που θα πρέπει ενδεχομένως να ληφθεί].
“Άρθρο 20
Η παρούσα Σύμβαση συνάπτεται για πέντε έτη. Η ισχύς της παρατείνεται κάθε φορά για πέντε περαιτέρω έτη, εκτός εάν ένα συμβαλλόμενο μέρος γνωστοποιήσει γραπτώς στο γενικό γραμματέα. του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι έχει αντίρρηση, τουλάχιστον έξι μήνες πριν από τη λήξη μιας πενταετίας.”
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου για την τροποποίηση της Σύμβασης της 23ης Ιουλίου 1990, για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων, κυρωθέν με το Ν.3140/2003 (ΦΕΚ Α΄ 104/6.5.2003).
Άρθρο 21
Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να ζητήσει οποτεδήποτε την αναθεώρηση της παρούσας Σύμβασης. Στην περίπτωση αυτή συγκαλείται αναθεωρητική διάσκεψη από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Άρθρο 22
Η παρούσα Σύμβαση συντάσσεται σε ένα μόνο αντίτυπο στην αγγλική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική ιρλανδική, ισπανική, ιταλική, ολλανδική και πορτογαλική γλώσσα και τα δέκα κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά. Κατατίθεται στο αρχείο της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ο Γενικός Γραμματέας διαβιβάζει επικυρωμένο αντίγραφο στην κυβέρνηση καθενός από τα υπογράφοντα κράτη.
ΤΕΛΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ ΤΩΝ ΥΨΗΛΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ, συνελθόντες στις Βρυξέλλες, στις είκοσι έξι Ιουλίου χίλια εννιακόσια ενενήντα, για την υπογραφή της Συμφωνίας για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων,
κατά τη στιγμή της υπογραφής της Συμβάσεως αυτής:
α) υιοθέτησαν τις ακόλουθες κοινές δηλώσεις, οι οποίες επισυνάπτονται στην παρούσα τελική πράξη: – δήλωση σχετική με το άρθρο 4 σημείο 1, – δήλωση σχετική με το άρθρο 9 παράγραφος 6, – δήλωση σχετική με το άρθρο 13, β) έλαβαν υπό σημείωση τις ακόλουθες μονομερείς δηλώσεις, οι οποίες επισυνάπτονται στην παρούσα τελική πράξη: – δήλωση της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με το άρθρο 7, – κατ` ιδίαν δηλώσεις των Συμβαλλόμενων Κρατών σχετικά με το άρθρο 8, – δήλωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σχετικά με το άρθρο 16.
En fe de lo cual, los abajo firmantes suscriben la presente Acta Final Til bekraeftelse heraf har undertegnede underskrevet denne slutakt. Zu Urkund dessen haben die Unterzerchneten ihre Unterschrift unter diese Schlubakte gesetzt.
Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες πληρεξούσιοι έθεσαν την υπογραφή τους κάτω από την παρούσα τελική πράξη.
In witness wherof, the undersigned have signed this Final Act. En foi de quoi, les soussignes ont appose leurs signatures au bas du present acte final. Da fhianu sin, chuir na daoine thios-sinithe a lamh leis an lonstraim Chriochnaitheach seo. In fede di che, i sottoscritti hanno apposto le loro firme in calce al presente atto finale. Ten blijke waarvan de ondergetekenden hun handtekening onder deze Slotakte hebben gesteld. Em fe do que os abaixo assinados apuseram as suas assinaturas no final do presente Acto Final. Hecho en Bruselas, el veintitres de julio de mil novecientos noventa. Udfaerdiget i Bruxelles, den treogtyvende juli nitten hundrede og halvfems. Geschehen zu Brussel, am dreiundzwanzigsten juli neunzehnhundertneunzig. Εγινε στις Βρυξέλλες, στις είκοσι τρείς Ιουλίου χίλια εννιακόσια ενενήντα. Done at Brussels, on the twenty-third day of July in the year one thousand nine hundred and ninety. Fait a Bruxelles, le vingt-trois juillet mille neuf cent quatre- vingt – dix. Arna dheanamh sa Bjruiseil, an triu la fichead de luil, mile naoi gcead nocha. Fatto a Bruxelles, de drieentwintigste juli negentienhonderd negentig. Feito em Bruxelas, em vinte e tres de Julho de mil novecentos e noventa.
Pour Sa Majeste le Roi des Belges Voor Zijne Majesteit de Koning der Belgen (Signature)
For Hendes Majestaet Danmarks Dronning (Signature)
Fur den Prasidenten den Bundesrepublik Deutschland (Sugnature)
Για τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας (υπογραφή)
Por Su Majestad el Rey de Espana (Signature)
Pour le President de la Republique francaise (Signature)
For the President of Ireland Thar ceann Uachtaran na hEireann (Signature)
Per il Presidente della Republlica italiana (Signature)
Pour Son Artesse Royale le Grand – Duc de Luxembourg (Signature)
Voor Hare Majesteit de Koningin der Nederlanden (Signature)
Pelo Presidente da Republica Portuguesa (Signature)
For Her Majesty the Queen of the United κingdom of Great Britain and Northern Ireland. (Signature)
ΚΟΙΝΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ
Δήλωση σχετικά με το άρθρο 4 σημείο 1
Οι διατάξεις του άρθρου 4 σημείο 1 καλύπτουν τόσο την περίπτωση μιας πράξης που διενεργείται απευθείας μεταξύ δυο επιχειρήσεων νομικά ανεξάρτητων, όσο και την περίπτωση μιας πράξης που διενεργείται μεταξύ μιας από τις επιχειρήσεις αυτές και της μόνιμης εγκατάστασης της άλλης επιχείρησης σε τρίτο Συμβαλλόμενο Κράτος,
Δήλωση σχετικά με το άρθρο 9 παράγραφος 6
Τα Κράτη – Μέλη διατηρούν κάθε ελευθερία όσον αφορά τη φύση και την έκταση των κατάλληλων μέτρων κολασμού κάθε παράβασης της υποχρέωσης τήρησης του απορρήτου.
Δήλωση σχετικά με το άρθρο 13
Σε περίπτωση που, σε ένα ή περισσότερα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Κράτη οι αποφάσεις που αφορούν τις φορολογίες, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο των διαδικασιών των άρθρων 6 και 7, τροποποιηθούν μετά τη λήξη της διαδικασίας του άρθρου 6 ή μετά την απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 12 και με τον τρόπο αυτόν προκύψει διπλή φορολογία κατά την έννοια του άρθρου 1, αφού ληφθεί υπόψη το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ή αυτής της απόφασης, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 6 και 7.
ΜΟΝΟΜΕΡΕΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ Δήλωση σχετικά με το άρθρο 7
Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο δηλώνουν ότι θα εφαρμόσουν τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3.
Κατ` ιδίαν δηλώσεις των Κρατών – Μελών σχετικά με το άρθρο 8
Βέλγιο: Ως “σοβαρή παράβαση” νοείται η επισύρουσα ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις σε περίπτωση: – είτε αδικήματος του κοινού δικαίου το οποίο διαπράττεται με σκοπό τη φοροαπάτη, – είτε παραβάσεως των διατάξεων του κώδικα φορολογίας εισοδήματος ή των εκτελεστικών του διαταγμάτων, η οποία διαπράπεται με πρόθεση απάτης ή βλάβης.
Δανία: Η έννοια της “σοβαρής παράβασης” αναφέρεται σε εκ προθέσεως παράβαση των διατάξεων του ποινικού δικαίου ή της ειδικής νομοθεσίας σε περιπτώσεις που δεν μπορούν να ρυθμιστούν δια της διοικητικής οδού. Οι περιπτώσεις παραβάσεως των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας μπορούν κατά κανόνα να ρυθμιστούν δια της διοικητικής οδού, εφόσον εκτιμάται ότι 1 παράβαση δεν συνεπάγεται ποινή ανώτερη του προστίμου. Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της ΓΓι7μανίας: Ως “σοβαρή παράβαση” θεωρείται κάθε πράξη αντίθετη προς τους φορολογικούς νόμους η οποία επισύρει στερητική της ελευθερίας ποινή, χρηματική ποινή ή διοικητικό πρόστιμο.
Ελλάδα: Σύμφωνα με την ελληνική φορολογική νομοθεσία, μια επιχείρηση φέρει την ευθύνη σοβαρής παράβασης:
1. `Όταν δεν υποβάλλει δηλώσεις ή υποβάλλει ανακριβείς δηλώσεις για φόρους, τέλη ή Εισφορές που σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις υποχρεούται να παρακρατεί και να αποδίδει στο Δημόσιο ή για το φόρο προστιθέμενης αξίας ή για το φόρο κύκλου εργασιών ή την ειδική εισφορά ειδών πολυτελείας, εφόσον το συνολικό ποσό των παραπάνω φόρων, τελών και εισφορών που είχε υποχρέωση να δηλώσει και να αποδώσει στο Δημόσιο, από συναλλαγές ή άλλες πράξεις που πραγματοποιήθηκαν σε διάστημα ενός ημερολογιακού εξαμήνου, υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών ή το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών για διάστημα ενός ημερολογιακού έτους.
2. `Όταν δεν υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, εφόσον για το ποσό του εισοδήματος που δεν δηλώθηκε οφείλεται κύριος φόρος πάνω από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές.
3. `Όταν δεν εκδίδει τα φορολογικά στοιχεία που προβλέπονται από τον κώδικα φορολογικών στοιχείων.
4. `Όταν εκδίδει ανακριβή, ως προς την ποσότητα ή την τιμή μονάδας ή την αξία, τα στοιχεία που αναφέρονται στο προηγούμενο σημείο 3, εφόσον από την ανακρίβεια αυτή προκύπτει διαφορά που υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) της συνολικής ποσότητας ή της συνολικής αξίας των αγαθών ή της παροχής υπηρεσιών ή της συναλλαγής γενικά.
5. `Όταν τηρεί ανακριβή βιβλία και στοιχεία του κώδικα φορολογικών στοιχείων, εφόσον η ανακρίβεια διαπιστωθεί από τακτικό έλεγχο, του οποίου το αποτέλεσμα οριστικοποιήθηκε είτε με διοικητική επίλυση της διαφοράς είτε λόγω παρόδου άπρακτης της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής είτε με οριστική απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου, εφόσον στη διαχειριστική περίοδο που ελέγχθηκε προκύπτει διαφορά ακαθάριστων εσόδων πάνω από είκοσι τοις εκατό (20%) σε σχέση με αυτά που δηλώθηκαν και πάντως όχι μικρότερη από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές.
6. `Όταν δεν τηρεί την υποχρέωση διαφύλαξης των βιβλίων και στοιχείων που προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις του κώδικα φορολογικών στοιχείων.
7. `Όταν εκδίδει πλαστό ή εικονικό ή νοθεύει τιμολόγιο πώλησης αγαθών ή παροχές υπηρεσιών ή οποιοδήποτε από τα φορολογικά στοιχεία που αναφέρονται στην παραπάνω περίπτωση 3. Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησης του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου. Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτοτύπου ή αντιτύπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου. Θεωρείται εικονικό και το φορολογικό στοιχείο που εκδόθηκε για συναλλαγή, διακίνηση ή οποιαδήποτε άλλη αιτία ανύπαρκτη στο σύνολο για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο.
8. `Όταν γνωρίζει το σκοπό της επιχειρούμενης πράξης και συνεργεί με οποιονδήποτε τρόπο στην κατασκευή πλαστών φορολογικών στοιχείων ή γνωρίζει ότι τα στοιχεία είναι πλαστά ή εικονικά και συνεργεί με οποιονδήποτε τρόπο στην έκδοση τους ή αποδέχεται τα πλαστά ή τα εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Ισπανία: Οι σοβαρές παραβάσεις περιλαμβάνουν τις παραβάσεις που επισύρουν διοικητικές ποινές για σοβαρές φορολογικές παραβάσεις, καθώς και ποινικές κυρώσεις για αδικήματα κατά της φορολογικής νομοθεσίας.
Γαλλία: Οι “σοβαρές παραβάσεις” περιλαμβάνουν τις παραβάσεις που επισύρουν ποινικές κυρώσεις, καθώς και φορολογικές κυρώσεις, όπως κυρώσεις για έλλειψη δηλώσεως μετά από σχετική πρόσκληση, για κακή πίστη, για απατηλούς χειρισμούς, για παρεμπόδιση του φορολογικού ελέγχου, για κρυφές αμοιβές ή πληρωμές ή για κατάχρηση δικαιώματος.
Ιρλανδία: Οι “σοβαρές παραβάσεις” περιλαμβάνουν τις παραβάσεις που επισύρουν κυρώσεις για: α) μη υποβολή δηλώσεως, β) υποβολή ανακριβούς δηλώσεως από πρόθεση ή αμέλεια, γ) μη τήρηση των κατάλληλων βιβλίων, δ) μη εμφάνιση αποδεικτικών στοιχείων και βιβλίων κατά τον έλεγχο, ε) παρεμπόδιση των προσώπων που ασκούν εξουσίες, οι οποίες τους δίδονται από το νόμο ή από κανονιστικές διατάξεις, στ) μη δήλωση φορολογητέων εισοδημάτων, ζ) ψευδή δήλωση η οποία γίνεται για να επιτευχθεί έκπτωση από το φόρο. Οι νομοθετικές διατάξεις που διέπουν τις παραβάσεις αυτές είναι οι εξής (3 Ιουλίου 1990): – τμήμα XXXV του Income Tax Act 1967, – άρθρο 6 του Finance Act 1988, – Τμήμα XIV του Corporation Tax Act 1976, – άρθρο 94 του Finance Act 1983.
Περιλαμβάνονται επίσης και οι μεταγενέστερες διατάξεις που αντικαθιστούν, τροποποιούν ή ενημερώνουν τον κώδικα σοβαρών παραβάσεων.
Ιταλία: Ως “σοβαρές παρεμβάσεις” νοούνται εκείνες που επισύρουν τις ποινές που προβλέπονται για παράνομες πράξεις, οι οποίες συνιστούν φορολογικό αδίκημα κατά την έννοια του εθνικού δικαίου.
Λουξεμβούργο: Το Λουξεμβούργο θεωρεί ως “σοβαρή παράβαση” εκείνη την οποία θεωρεί ως “σοβαρή παράβαση”, στα πλαίσια του άρθρου 8, το εκάστοτε Συμβαλλόμενο Κράτος.
Κάτω Χώρες: Ως “σοβαρή παράβαση” νοείται εκείνη η οποία επισύρει ποινή απαγγελλόμενη από δικαστή για οποιαδήποτε εκ προθέσεως πράξη αναφερόμενη στο άρθρο 68 παράγραφος 1 του γενικού φορολογικού νόμου.
Πορτογαλία Ο όρος “σοβαρές παραβάσεις” καλύπτει παραβάσεις οι οποίες επισύρουν ποινικές κυρώσεις και άλλες φορολογικές ποινές και διαπράττονται με πρόθεση ή υπόκεινται σε πρόστιμο ανώτερο του ενός εκατομμυρίου ( 1.000.000) πορτογαλικών εσκούδος.
Ηνωμένο Βασίλειο: Το Ηνωμένο Βασίλειο θα ερμηνεύσει τον όρο “σοβαρή παράβαση” ως αναφερόμενο στις παραβάσεις που επισύρουν ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις για απατηλή ή αμελή υποβολή λογαριασμών, αιτήσεων απαλλαγής, μειώσεως ή επιστροφής ή δηλώσεων για φορολογικούς σκοπούς.
Δήλωση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σχετικά με το άρθρο 16
Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας επιφυλάσσεται του δικαιώματος να δηλώσει, όταν θα καταθέσει το επικυρωτικό της έγγραφο, ότι η Σύμβαση εφαρμόζεται και στο Land του Βερολίνου.
1. Η προβλεπόμενη στην παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 2083/1992 (ΦΕΚ 159 Α`) αύξηση καταβάλλεται αναδρομικά από 1.1.1994 στα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. τα οποία δεν κατέχουν άλλη θέση, ούτε απασχολούνται στον ευρύτερο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, μόνιμα ή πρόσκαιρα με οποιαδήποτε έννομη σχέση και γενικώς, εκτός των αποδοχών της θέσης τους, δεν αποκερδαίνουν άλλα εισοδήματα κατά οποιονδήποτε τρόπο είτε με παροχή εργασίας ή υπηρεσιών είτε από ελευθέριο επάγγελμα ή άλλο επίτηδευμα.
2. Κατ` εξαίρεση, δεν υπάγονται στους περιορισμούς της προηγούμενης παραγράφου χρηματικά ποσά, που εισπράττονται λόγω συμμετοχής σε πρόγραμμα που έχει εγκρίνει και διαχειρισθεί η Επιτροπή Ερευνών του οικείου Α.Ε.Ι. ή λόγω συμμετοχής σε ερευνητικό πρόγραμμα των Ερευνητικών Πανεπιστημιακών Ινστιτούτων (Ε.Π.Ι.) του οικείου ή άλλου Α.Ε.Ι. ή από συγγραφικό έργο εν γένει ή από καλλιτεχνικά έργο συναφές με το γνωστικό αντικείμενο του δικαιούχου μέλους Δ.Ε.Π. ή από διδακτικό έργο που παρέχεται με ανάθεση στο οικείο Α.Ε.Ι. ή και σε άλλα Α.Ε.Ι..
3. Το μέλος Δ.Ε.Π. που ζητεί την αύξηση, υποχρεούται να καταθέσει στη Γραμματεία του οικείου Τμήματος Α.Ε.Ι. υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, στην οποία να δηλώνει ότι δεν εμπίπτει σε κάποια από τις κατηγορίες περιορισμών της πρώτης παραγράφου. Η δήλωση αυτή δεσμεύει το μέλος Δ.Ε.Π. και παραμένει ισχυρή μέχρι την ανάκλησή της. Σε περίπτωση ψευδούς δηλώσεως αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθέντα και τα ποσά που τυχόν έχουν ήδη καταβληθεί στο δικαιούχο.
4. Ειδικά κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η διαδικασία υποβολής της δήλωσης της προηγούμενης παραγράφου ενεργείται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
5. Η ανωτέρω αύξηση δεν παρέχεται, σε καμία περίπτωση, σε άλλες κατηγορίες προσωπικού του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που έχουν βαθμολογική ή μισθολογική εξομοίωση με μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι.. 6. Λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Διαχείριση κεφαλαίων
1. Τα διαθέσιμα, πλην της ταμιακής διαχείρισης, κεφάλαια των δημόσιων οργανισμών και ασφαλιστικών ταμείων, τα μη επενδυόμενα κατά τις διατάξεις των άρθρων 13 του ν. 1902/1990 (ΦΕΚ 138 Α`) και 14 του ν. 2042/1992 (ΦΕΚ 75 Α`) ως και των κοινών αποφάσεων των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδίδονται βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 2 παρ. 1 του ν.δ. 3856/1958, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1266/1982 (ΦΕΚ 81 Α`) μεταφέρονται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος.
2. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ενεργούσα ως διαχειριστικό όργανο των καταθετών, επενδύει τα διαθέσιμα αυτά σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου της επιλογής των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η αμοιβή για την εργασία αυτή ορίζεται με σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Τράπεζας και βαρύνει το Δημόσιο.
Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.11 εδ.θ` άρθρ.15 Ν.2459/1997.
3. Οι λεπτομέρειες των παρ. 1 και 2 ρυθμίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.
Σημ.: όπως ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ με την παρ.11 εδ.θ` άρθρ.15 Ν.2459/1997.
4. Οι διατάξεις του α.ν. 1611/1950 (ΦΕΚ 304 Α`) και του ν. 1902/1990 άρθρο 13 τροποποιούνται αναλόγως ή και καταργούνται, εφόσον αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος. 5. Το άρθρο αυτό ισχύει από την ψήφισή του.
Όπως καταργήθηκε με την Παρ.2 Άρθρο 80 ΝΟΜΟΣ 4549/2018 και ισχύει από 14/6/2018
Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Αθήνα, 31 Μαΐου 1994
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ Α. ΠΕΠΟΝΗΣ Κ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ
ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Γ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
ΥΓΕΙΑΣ, ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
Δ. ΚΡΕΜΑΣΤΙΝΟΣ Δ. ΦΑΤΟΥΡΟΣ
Ο Αναπληρών τον επι του Εμπορίου Υπουργόν
ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
Γ. ΚΑΤΣΙΦΑΡΑΣ Α. ΜΠΑΛΤΑΣ
Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους
Αθήνα, 31 Μαΐου 1994
Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ
Γ. ΚΟΥΒΕΛΑΚΗΣ