Νόμος 1868 ΦΕΚ Α΄ 230/10.10.1989
Τροποποίηση, αντικατάσταση και συμπλήρωση διατάξεων του ν.1756/1988 “Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών”, τροποποίηση διατάξεων του ν.δ. 3026/1954 “Περί Κώδικος Δικηγόρων και άλλες διατάξεις”.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:
Άρθρο 1
Το άρθρο 7 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“Άρθρο 7
Γραμματέας
1. Για τη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου απαιτείται η παρουσία του γραμματέα του, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Αν δεν υπάρχει ή για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται ο γραμματέας και ο νόμιμος αναπληρωτής του, καθήκοντα γραμματέα ανατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παράγραφος 6.
2. Αν δεν υπάρχει ή για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται ο γραμματέας ειρηνοδικείου, το δικαστήριο συγκροτείται και χωρίς αυτόν και τα πρακτικά τηρούνται από τον ειρηνοδίκη.
3. Στις διασκέψεις του δικαστηρίου μετέχει και ο γραμματέας του εκτός αν το δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαία την παρουσία του”.
Άρθρο 2
Το άρθρο 10 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
Άρθρο 10
Γραμματεία των δικαστηρίων και των εισαγγελιών
1. Σε κάθε δικαστήριο και εισαγγελία λειτουργεί γραμματεία.
2. Της γραμματείας του δικαστηρίου προΐστανται ο δικαστής ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου που το διευθύνει και της γραμματείας της εισαγγελίας ο εισαγγελέας που τη διευθύνει.
3. Ο γραμματέας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του και δίνει τις αναγκαίες οδηγίες στο προσωπικό της. Μετέχει στις συνεδριάσεις του δικαστηρίου του δικαστικού συμβουλίου και της ολομέλειας του δικαστηρίου, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Συντάσσει με ευθύνη δική του, και του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση, τα πρακτικά, τις εκθέσεις, τις πράξεις και τα άλλα έγγραφα που απαιτεί ο νόμος για την πιστοποίηση των δικαστικών ενεργειών. Εκδίδει τα απόγραφα και αντίγραφα, τα πιστοποιητικά και αποσπάσματα τηρεί και ενημερώνει τα βιβλία και φυλάει το αρχείο και τα άλλα αντικείμενα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Διαχειρίζεται την πίστωση για τη γραφική ύλη και παραλαμβάνει οτιδήποτε πρέπει να παρακατατεθεί στο δικαστήριο. Οφείλει να σημειώνει τα εισπρακτέα τέλη του εκδιδόμενου απογράφου ή κατατιθέμενου εγγράφου. Αν υπάρχουν αμφιβολίες για τη χορήγηση απογράφου, αντιγράφου, πιστοποιητικού και άλλων εγγράφων, αποφαίνεται ο προϊστάμενος της γραμματείας.
4. Αν δεν υπάρχει γραμματέας ή για οποιοδήποτε λόγο απουσιάζει ή κωλύεται, τον αναπληρώνει στη διεύθυνση των υπηρεσιών της γραμματείας ο επόμενός του ιεραρχικά, που ορίζεται από τον προϊστάμενο της γραμματείας και στα λοιπά καθήκοντά του ο υπάλληλος που ορίζεται από το γραμματέα που διευθύνει τη γραμματεία.
5. Αν η αναπλήρωση του γραμματέα δεν είναι δυνατή από υπάλληλο του ίδιου δικαστηρίου ή της ίδιας εισαγγελίας, αναπληρώνεται, ύστερα από παραγγελία του προϊσταμένου της γραμματείας, από γραμματέα:
α. του πρωτοδικείου, για τα ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία της περιφέρειας του πρωτοδικείου,
β. του εφετείου, για τα πρωτοδικεία της περιφέρειάς του,
γ. του διοικητικού εφετείου, για τα διοικητικά πρωτοδικεία της περιφέρειάς του,
δ. της εισαγγελίας εφετών, για τις εισαγγελίες της περιφέρειας του εφετείου.
6. Αν, για οποιοδήποτε λόγο, δεν υπάρχει γραμματέας και είναι αδύνατη η αναπλήρωση του από άλλο δικαστικό υπάλληλο, ο προϊστάμενος της γραμματείας αναθέτει προσωρινά την εκτέλεση των καθηκόντων στον γραμματέα σ` οποιοδήποτε ημεδαπό κρίνει κατάλληλο.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων, εφ` όσον έχει διατεθεί το προσωπικό που ορίζεται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου.
Η ανάθεση των προσωρινών αυτών καθηκόντων γίνεται με πράξη που κοινοποιείται στο διοριζόμενο ο οποίος οφείλει να παρουσιαστεί αμέσως, σ` αυτόν που τον διόρισε και αφού δώσει τον όρκο της υπηρεσίας, να αναλάβει τα καθήκοντά του. Για την ορκωμοσία και την ανάληψη υπηρεσίας συντάσσεται έκθεση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών ορίζονται η καταβλητέα ημερήσια αποζημίωση και τα σχετικά με αυτή ζητήματα.
7. Η μη αναγραφή, στην πράξη ανάθεσης των προσωρινών καθηκόντων, του λόγου αναπλήρωσης του γραμματέα, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της πράξης.
8. Σε περίπτωση απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων η διοίκηση της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης, που έχει κηρύξει την απεργία, οφείλει να διαθέτει σε κάθε γραμματεία δικαστηρίου και εισαγγελίας τους απολύτως αναγκαίους υπαλλήλους για την αντιμετώπιση εξαιρετικώς επειγουσών υποθέσεων.
9. Οι έμμισθοι επιμελητές των δικαστηρίων και των εισαγγελιών φροντίζουν για την ευταξία των ακροατηρίων κάνουν τις επιδόσεις των εγγράφων και εκτελούν τις υπηρεσίες του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας που ανατίθεται σ` αυτούς από τον προϊστάμενο της γραμματείας ή το γραμματέα που διευθύνει της υπηρεσίες της γραμματείας”.
Άρθρο 3
1. Το άρθρο 14 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“Άρθρο 14
Ολομέλεια
1. Η ολομέλεια του δικαστηρίου αποτελείται από όλους τους δικαστές και τους δικαστικούς προέδρους που υπηρετούν σ` αυτό. Στην ολομέλεια προεδρεύει ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο. Ο εισαγγελέας ή ο εισαγγελικός πάρεδρος του δικαστηρίου παρίσταται κατά τις συνεδριάσεις της ολομέλειας και, αφού εκφράσει τη γνώμη του, αποχωρεί.
2. Την ολομέλεια συγκαλεί ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου ή ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο. Η σύγκληση της ολομέλειας είναι υποχρεωτική όταν:
α. ζητηθεί εγγράφως από το ένα τρίτο των μελών που κατά το χρόνο της αίτησης συμμετέχουν σ` αυτή ή, σε περίπτωση που στο δικαστήριο υπηρετούν περισσότεροι από εξήντα δικαστές και δικαστική πάρεδροι, από είκοσι τουλάχιστον μέλη της,
β. ζητηθεί από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου ή το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, όταν πρόκειται για διοικητικά δικαστήρια, και η σύγκλησή της αφορά ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος οργάνωσης και λειτουργίας του δικαστηρίου,
γ. ασκηθεί προσφυγή από ένα μέλος της εναντίον πράξεως του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο,
δ. υποβληθεί από μέλος της αίτησης για την εφαρμογή του άρθρου 29 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Σε περίπτωση που δεν συγκληθεί η ολομέλεια μέσα σε πέντε (5) ημέρες, εκείνος που ζήτησε τη σύγκλησή της έχει δικαίωμα να συγκαλέσει την ολομέλεια με αίτηση που γνωστοποιείται σε όλα τα μέλη.
3. Η διαδικασία της σύγκλησης και της διεξαγωγής των εργασιών της ολομέλειας μπορεί να ρυθμιστεί από τον κανονισμό του δικαστηρίου.
4. Η ολομέλεια μπορεί να συγκληθεί για ν` ανταλλάξουν τα μέλη της απόψεις σε νομικά ζητήματα. Τα πορίσματα των σχετικών συζητήσεων δεν δεσμεύουν τα δικαιοδοτικά όργανα του δικαστηρίου.
5. Η ολομέλεια βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα περισσότερα από τα μισά κατά το χρόνο της σύγκλησης μέλη της, όχι όμως λιγότερα από τρία. Αν ο αριθμός των μελών της ολομέλειας υπερβαίνει τους διακόσιους αρκεί η παρουσία των εκατό. Στην περίπτωση της παραγράφου 7δ` αρκεί η παρουσία του ενός τρίτου των μελών της και, αν υπερβαίνουν τους εκατόν πενήντα, αρκεί η παρουσία των πενήντα. Προκειμένου για τη δημοσίευση των αποφάσεών της, η ολομέλεια του Αρείου πάγου βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα δώδεκα τουλάχιστον μέλη της.
6. Οι αποφάσεις της ολομέλειας λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών της. Αν, για κάποιο θέμα, σχηματισθούν περισσότερες από δύο γνώμες, επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία για μία από τις δύο επικρατέστερες γνώμες. Οι αποφάσεις της ολομέλειας υπερισχύουν των αποφάσεων των άλλων οργάνων του δικαστηρίου για το ίδιο θέμα.
7. Στην αρμοδιότητα της ολομέλειας υπάγονται: α. η κατάρτιση, συμπλήρωση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού του δικαστηρίου,
β. η λήψη αποφάσεων για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος, οργάνωσης και λειτουργίας του δικαστηρίου και απονομής της δικαιοσύνης,
γ. η κατάρτιση των τμημάτων των διακοπών, δ. η λήψη απόφασης ή η γνωμοδότηση για όσα θέματα έχουν υπαχθεί στην αρμοδιότητά της από τον κανονισμό ή από ειδικές διατάξεις.
8. Οι συνεδριάσεις των δικαστικών συμβουλίων και των ολομελειών των δικαστηρίων δεν είναι δημόσιες, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 4, 5 παρ. 1 και 7 παρ. 1 εφαρμόζονται αναλόγως στα δικαστικά συμβούλια και στις ολομέλειες των δικαστηρίων.
Όταν απαιτείται από το νόμο απόφαση ή γνωμοδότηση της ολομέλειας του Αρείου πάγου, αυτή συγκροτείται όπως ορίζει το άρθρο 23.
9. Οι δικονομικές διατάξεις, που ρυθμίζουν τα σχετικά με τη διάσκεψη και την κατάρτιση των αποφάσεων των δικαστηρίων, εφαρμόζονται αναλόγως και στα δικαστικά συμβούλια και στις ολομέλειες των δικαστηρίων, όταν κρίνουν θέματα διοικητικής φύσης”.
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του π.δ. 18/1989 αντικαθίσταται ως εξής:
“Η ολομέλεια συνέρχεται εν συμβουλίω μετά από πρόσκληση του προέδρου. Η σύγκλησή της είναι υποχρεωτική όταν ζητηθεί εγγράφως από το ένα τρίτο των μελών της. Σε περίπτωση που δεν συγκληθεί μέσα σε πέντε ημέρες, εκείνοι που ζήτησαν τη σύγκλησή της μπορούν να συγκαλέσουν την ολομέλεια με αίτησή τους που γνωστοποιείται σε όλα τα μέλη της. Η ολομέλεια συντίθεται από όλα τα μέλη της εκτός από εκείνα που κωλύονται”.
3. Στο άρθρο 131 του π.δ. 1225/1981 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
“5. Η σύγκληση της ολομέλειας είναι υποχρεωτική όταν ζητηθεί εγγράφως από το ένα τρίτο των μελών της. Σε περίπτωση που δεν συγκληθεί μέσα σε πέντε ημέρες, εκείνοι που ζήτησαν τη σύγκλησή της μπορούν να συγκαλέσουν την ολομέλεια με αίτηση που γνωστοποιείται σε όλα τα μέλη της”.
Άρθρο 4
Το άρθρο 15 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“Άρθρο 15
Διεύθυνση Δικαστηρίων
1. Τα δικαστήρια διευθύνονται:
α. από τον πρόεδρο του δικαστηρίου και, αν είναι περισσότεροι, από τον αρχαιότερο,
β. από τον πρωτοδίκη το ειρηνοδικείο και τον πταισματοδίκη το πταισματοδικείο και, αν είναι περισσότεροι, από τον αρχαιότερο.
2. Το πολιτικό και το διοικητικό εφετείο Αθηνών, τα πρωτοδικεία, πολιτικά και διοικητικά, Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και το ειρηνοδικείο Αθηνών διευθύνονται από τριμελές συμβούλιο.
3. α. Το συμβούλιο αποτελείται:
1. για το πολιτικό εφετείο Αθηνών από έναν αρεοπαγίτη, ως πρόεδρο, και δύο προέδρους εφετών ή έναν πρόεδρο εφετών και ένα εφέτη, ως μέλη,
2. για το διοικητικό εφετείο Αθηνών από τον αρχαιότερο πρόεδρο εφετών ως πρόεδρο και από δύο προέδρους εφετών, ή έναν πρόεδρο εφετών και έναν εφέτη ως μέλη,
3. για τα πολιτικά και διοικητικά πρωτοδικεία από έναν πρόεδρο εφετών ή εφέτη ως πρόεδρο και δύο προέδρους πρωτοδικών ή πρωτοδίκες ως μέλη,
4. για το ειρηνοδικείο Αθηνών από ένα πρόεδρο πρωτοδικών ως πρόεδρο και δύο δικαστές που υπηρετούν σ` αυτό ως μέλη.
β. Οι πρόεδροι των συμβουλίων ορίζονται για το πολιτικό εφετείο, τα πολιτικά και διοικητικά πρωτοδικεία και το ειρηνοδικείο με απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Τα μέλη των συμβουλίων εκλέγονται από την ολομέλεια του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου με μυστική ψηφοφορία των μελών της, μεταξύ των δέκα αρχαιότερων προέδρων εφετών και των δέκα αρχαιότερων εφετών προκειμένου για το πολιτικό και διοικητικό εφετείο Αθηνών, των δέκα αρχαιότερων προέδρων πρωτοδικών και των δεκαπέντε αρχαιότερων πρωτοδικών προκειμένου για τα πολιτικά και διοικητικά πρωτοδικεία και των δεκαπέντε αρχαιότερων δικαστών προκειμένου για το ειρηνοδικείο Αθηνών.
Προκειμένου για το ειρηνοδικείο Αθηνών η εκλογή γίνεται από την ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών και προκειμένου για το διοικητικό εφετείο Αθηνών από την ολομέλειά του.
γ. Η θητεία του προέδρου και των μελών των συμβουλίων είναι διετής και αρχίζει την 1η Οκτωβρίου του έτους του διορισμού ή της εκλογής του. Ο πρόεδρος δεν επιτρέπεται να επαναδιοριστεί και τα μέλη του συμβουλίου δεν επιτρέπεται να επανεκλεγούν πριν από την πάροδο διετίας από τη λήξη της θητείας τους.
δ. Η εκλογή των μελών των συμβουλίων γίνεται το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου από την ολομέλεια του αρμόδιου δικαστηρίου. Ταυτόχρονα με την εκλογή των μελών των συμβουλίων εκλέγονται και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη.
4. Κωλύονται να είναι προέδροι ή μέλη των συμβουλίων οι δικαστές που:
α. έχουν τιμωρηθεί πειθαρχικά με οποιαδήποτε ποινή εκτός από επίπληξη ή έχουν παραλειφθεί από προαγωγή τουλάχιστον δύο φορές στον ίδιο βαθμό,
β. εκκρεμεί εναντίον τους ποινική δίωξη για αδίκημα σε βαθμό τουλάχιστον πλημμελήματος.
5. Τα όργανα που διευθύνουν τα δικαστήρια έχουν το καθένα τις παρακάτω αρμοδιότητες:
α) πρόεδρος του συμβουλίου:
1. διευθύνει το δικαστήριο και φροντίζει για την εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών του,
2. αποφασίζει για τη σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου στις προβλεπόμενες από το νόμο ή τον κανονισμό του δικαστηρίου περιπτώσεις, καθορίζει την ημερήσια διάταξη και διευθύνει τις εργασίες της,
3. παραπέμπει τα κατά την κρίση του σημαντικά θέματα στην ολομέλεια του δικαστηρίου,
4. ορίζει τους κατά το άρθρο 5 αναπληρωτές δικαστές,
5. προσδιορίζει κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους σε επείγουσες περιπτώσεις συζητήσεις υποθέσεων καθ` υπέρβαση του αριθμού, που έχει καθοριστεί από την ολομέλεια ή τον κανονισμό του δικαστηρίου, και σε ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 10% του αριθμού αυτού,
6. συγκαλεί το συμβούλιο με πρόσκληση που επιδίδεται με απόδειξη στα μέλη του συμβουλίου και εκτελεί τις αποφάσεις του συμβουλίου και της ολομέλειας του δικαστηρίου,
7. εκπροσωπεί το δικαστήριο,
8. έχει την επιμέλεια της αλληλογραφίας του δικαστηρίου,
9. προΐσταται της γραμματείας του δικαστηρίου,
10. εγκρίνει τη χορήγηση αντιγράφων,
11. βεβαιώνει την ιδιότητα και το γνήσιο της υπογραφής των δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων,
12. αποφαίνεται για τις αιτήσεις κατά προτίμηση προσδιορισμού συζήτησης υπόθεσης σε σύντομη δικάσιμο. Οι κατά προτίμηση προσδιοριζόμενες υποθέσεις δεν μπορούν να υπερβαίνουν τον αριθμό που έχει καθοριστεί από την ολομέλεια ή τον κανονισμό του δικαστηρίου.
Στην άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών ο πρόεδρος επικουρείται από τα μέλη του συμβουλίου, στα οποία μπορεί να αναθέτει ορισμένες απ` αυτές.
β) Το τριμελές συμβούλιο:
1. ορίζει τους δικαστές και δικαστικούς υπαλλήλους που θα μετέχουν σε επιτροπές, συλλογικά όργανα της Διοίκησης, συμβούλια ή άλλα μη δικαιοδοτικά όργανα που προβλέπονται από το νόμο ή τον κανονισμό του δικαστηρίου,
2. καταρτίζει τις συνθέσεις των τμημάτων του δικαστηρίου πριν από την έναρξη του δικαστικού έτους, εφ` όσον ο νόμος ή ο κανονισμός του δικαστηρίου δεν ορίζει διαφορετικά,
3. αποφασίζει για οποιοδήποτε άλλο θέμα το οποίο δεν υπάγεται ρητά από το νόμο ή τον κανονισμό στην αρμοδιότητα του προέδρου του συμβουλίου ή της ολομέλειας (τεκμήριο αρμοδιότητας),
4. τοποθετεί δικαστικούς υπαλλήλους στα διάφορα τμήματα και υπηρεσίες του δικαστηρίου,
5. μετακινεί δικαστές από ένα τμήμα σε άλλο κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους εφ` όσον το επιβάλλουν ειδικές υπηρεσιακές ανάγκες.
Το συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον δύο από τα μέλη του. Οι αποφάσεις του συμβουλίου λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η γνώμη του προέδρου του ή εφ`όσον ο πρόεδρος δεν είναι παρών, του αρχαιότερου μέλους τους.
γ) Ο δικαστής:
Όλες τις αρμοδιότητες του τριμελούς συμβουλίου και του προέδρου του.
6. Οι πράξεις και αποφάσεις του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του της περίπτωσης 6 της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου καθώς και οι αντίστοιχες του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, υπόκεινται σε προσφυγή στην ολομέλεια του δικαστηρίου σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης α` της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου. Οι πράξεις και αποφάσεις του τριμελούς συμβουλίου για όλα τα θέματα των αρμοδιοτήτων του καθώς και του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο για τις αντίστοιχες αρμοδιότητες υπόκειται σε προσφυγή στην ολομέλεια του δικαστηρίου που συγακλείται σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης α` της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου καθώς και αν ζητηθεί από το μέλος ή τα μέλη της ολομελείας, τα οποία οι πράξεις και αποφάσεις αυτές αφορούν. Σε περίπτωση που η ολομέλεια του δικαστηρίου έχει λιγότερα από εφτά (7) μέλη, η προσφυγή ασκείται στην ολομέλεια του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου.
7. Ο πρόεδρος και τα μέλη του τριμελούς συμβουλίου υπηρετούν μέχρι να λήξει η θητεία τους σε δικαστήριο της έδρας του δικαστηρίου του συμβουλίου του οποίου είναι μέλη.
Σε περίπτωση προαγωγής τους σε βαθμό που δεν επιτρέπει τη συμμετοχή τους στο συμβούλιο αντικαθίστανται με τη διαδικασία της παραγράφου 3 α` του παρόντος άρθρου”.
Άρθρο 5
Το άρθρο 17 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
Άρθρο 17
Α. Κανονισμοί
1. Κάθε δικαστήριο και εισαγγελία οφείλει να καταρτίζει τον κανονισμό της εσωτερικής της υπηρεσίας ο οποίος συμπληρώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται όταν το επιβάλλουν οι υπηρεσιακές ανάγκες.
2. Ο κανονισμός καταρτίζεται συμπληρώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται:
α. του δικαστηρίου, από την ολομέλειά του,
β. της εισαγγελίας, από τον εισαγγελέα που τη διευθύνει και τους εισαγγελείς και αντεισαγγελείς που υπηρετούν σ` αυτή.
γ. του αυτοτελούς μονομελούς δικαστηρίου, από τον πρωτοδίκη.
3. Μέχρις ότου εκδοθεί και ισχύσει ο κανονισμός, τα θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο 5 ρυθμίζονται με πράξη του δικαστή ή του εισαγγελέα που διευθύνει την εισαγγελία.
4. Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα να ζητήσει τη σύνταξη, συμπλήρωση, τροποποίηση ή αντικατάσταση κανονισμού.
5. Οι κανονισμοί των δικαστηρίων και των εισαγγελιών ορίζουν τα τμήματά τους και τον τρόπο συγκρότησής τους, τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων καθεμιάς δικασίμου, την κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα, το χρονικό διάστημα που θα υπηρετούν οι δικαστές στα τμήματα και επιπλέον ρυθμίζουν οποιοδήποτε ζήτημα ανάγεται στην εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών και την εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών τους.
6. Ένα μήνα πριν από την επικείμενη κατάρτιση, συμπλήρωση τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση του κανονισμού ή διατάξεών του ειδοποιούνται εγγράφως η οικεία ένωση δικαστικών λειτουργών, ο γραμματέας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, ο δικηγορικός σύλλογος της έδρας του δικαστηρίου και η οικεία συνδικαλιστική οργάνωση των δικαστικών υπαλλήλων για να υποβάλλουν, αν επιθυμούν έγγραφες προτάσεις για θέματα σχετιζόμενα με το αντικείμενο του κανονισμού. Τις προτάσεις αυτές καλούνται να αναπτύξουν αμέσως μετά την έναρξη της συνεδρίασης της ολομέλειας ο εκπρόσωπος της ένωσης δικαστικών λειτουργών, ο γραμματέας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας και οι πρόεδροι του δικηγορικού συλλόγου και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των δικαστικών υπαλλήλων οι οποίοι στη συνέχεια αποχωρούν.
7. Οι κανονισμοί και οι οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους υποβάλλονται στον Υπουργό Δικαιοσύνης και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Υπουργός της Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα, μέσα σ` ένα μήνα από την ημέρα που ο κανονισμός έχει περιέλθει σ` αυτόν, να τον παραπέμψει για συμπλήρωση, τροποποίηση ή ακύρωση στο αντίστοιχο όργανο του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Οι κανονισμοί ισχύουν από την ημέρα της δημοσίευσής τους ή τη χρονολογία που αυτοί ορίζουν. Προκειμένου για κανονισμούς των διοικητικών εφετείων ο Υπουργός της Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα να παραπέμψει για μια μόνο φορά τον κανονισμό με τις υποδείξεις του για συμπλήρωση, τροποποίηση ή ακύρωση της ολομέλειας αυτού του δικαστηρίου.
Β. Κλήρωση των συνθέσεων
1. Σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία υπηρετούν περισσότεροι από δεκαπέντε δικαστές και στις εισαγγελίες τους οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση.
2. Η κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων στις δικασίμους κάθε μήνα γίνεται από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο στην πρώτη δικάσιμο του δεύτερου δεκαήμερου του προηγούμενου μήνα και, αν δεν υπάρχει ή ματαιωθεί για οποιοδήποτε λόγο, γίνεται την επόμενη δικάσιμο ή εργάσιμη ημέρα αντίστοιχα.
3. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακα με ονόματα των δικαστικών λειτουργών με τις εξής χωριστά κατηγορίες:
Στο πρωτοδικείο:
α) μικτά ορκωτά δικαστήρια 1) πρόεδροι 2) δεξιά μέλη 3) αριστερά μέλη.
β) τριμελή πλημμελειοδικεία 1) πρόεδροι 2) δεξιά μέλη 3) αριστερά μέλη.
γ) δικαστές μονομελών πλημμελειοδικείων.
Στην εισαγγελία πρωτοδικών:
Εισαγγελείς α) μικτών ορκωτών δικαστηρίων β) τριμελών πλημμελειοδικείων γ) μονομελών πλημμελειοδικείων.
Στο εφετείο:
α) μικτά ορκωτά εφετεία 1) Πρόεδροι 2) Μέλη.
β) πενταμελή εφετεία 1) Πρόεδροι 2) Μέλη.
γ) τριμελή εφετεία 1) Πρόεδροι 2) Μέλη,
Στην εισαγγελία εφετών:
Εισαγγελείς α) μικτών ορκωτών εφετείων β) πενταμελών εφετείων γ) τριμελών εφετείων.
4. Με βάση τους πίνακες, καταρτίζονται, κλήροι, τοποθετούνται σε χωριστές κληρωτίδες οι κατηγορίες κάθε δικαστηρίου (προέδρων, δεξιών μελών, αριστερών μελών, εισαγγελέων) και διενεργείται η κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων. Αν εξαντληθούν οι κλήροι πριν συμπληρωθούν όλες οι συνθέσεις, ρίχνονται και πάλι στην ίδια κληρωτίδα. Δικαστικοί λειτουργοί οι οποίοι κατά τη διάρκεια του ίδιου δικαστικού έτους έχουν κληρωθεί κατ` επανάληψη, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν με προσφυγή στο τριμελές συμβούλιο ή τον προϊστάμενο της εισαγγελίας την εξαίρεση τους από την κλήρωση του επόμενου μήνα.
Στην κληρωτίδα δεν τίθενται τα ονόματα των δικαστικών λειτουργών που έχουν συμπληρώσει την ανάλογη μηνιαία υπηρεσία.
5. Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι συμπάρεδροι δικαστές και δεύτεροι εισαγγελείς.
6. Ο κανονισμός του δικαστηρίου και, αν δεν υπάρχει, η πράξη του δικαστή του προέδρου του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ρυθμίζει τις λοιπές λεπτομέρειες της διαδικασίας της κλήρωσης.
7. Αν εμφανιστεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία με αιτιολογημένη πράξη που ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα αντίστοιχα.
8. Απαγορεύεται να προσδιοριστεί ή ν` αναβληθεί υπόθεση σε δικάσιμο για την οποία έχει γίνει η κλήρωση της σύνθεσης του δικαστηρίου.
Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται:
α. Ο προσδιορισμός 1) αν συμπληρώνεται ο χρόνος της παραγραφής του εγκλήματος, οπότε ο αρμόδιος εισαγγελέας εκδίδει αιτιολογημένη πράξη, που παραμένει στη δικογραφία, 2) αν ο κατηγορούμενος κρατείται και συμπληρώνεται το ανώτατο όριο της προσωρινής του κράτησης, 3) αν πρόκειται για υποθέσεις του άρθρου 27 παρ. 2 του παρόντος νόμου, 4) αν ο νόμος ορίζει προθεσμία προσδιορισμού.
β. Η αναβολή 1) αν ο νόμος ορίζει προθεσμία αναβολής, 2) αν συντρέχει λόγος αναβολής σε σύντομη ρητή δικάσιμο, που αιτιολογείται ειδικά στην απόφαση.
9. Ο προσδιορισμός των ποινικών υποθέσεων γίνεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα με σημείωση της δικασίμου, χρονολογία και υπογραφή του στους φακέλους των δικογράφων.
10. Η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης.
11. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν έχουν εφαρμογή στην κατάρτιση των συνθέσεων των δικαστηρίων ανηλίκων”.
Άρθρο 6
1. Απαλείφεται από την περίπτωση β` της παραγράφου 6 του άρθρου 18 του ν. 1756/1988 η φράση “… και να μην απομακρύνεται αυτογνωμόνως πριν λυθεί η συνεδρίαση”.
2. Το άρθρο 19 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“Άρθρο 15
Εποπτεία
1. Ασκούν εποπτεία:
α. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης στην διοίκηση της δικαιοσύνης.
β. Ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια όλης της Χώρας και τις γραμματείες τους.
γ. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου στις εισαγγελίες όλης της Χώρας και στις γραμματείες τους.
δ. Ο γενικός επίτροπος της επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στις γραμματείες τους.
ε. Ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής που διευθύνει το εφετείο στα δικαστήρια της περιφέρειας του εφετείου και τις γραμματείες τους.
ζ. Ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία εφετών στις εισαγγελίες και τις γραμματείες της περιφέρειάς της.
η. Ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής που διευθύνει το πρωτοδικείο στα δικαστήρια της περιφέρειας του πρωτοδικείου και τις γραμματείες του.
θ. Ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία πρωτοδικών στους ανακριτικούς υπαλλήλους, δημόσιους κατήγορους, συμβολαιογράφους, φύλακες μεταγραφών, υποθηκών, κτηματολογίων, νηολογίων και υποθηκολογίων πλοίων και αεροσκαφών, ληξιάρχους, υπαλλήλους και επιμελητές της εισαγγελίας πρωτοδικών και τους άμισθους δικαστικούς επιμελητές.
2. Η εποπτεία συνίσταται στην επίβλεψη και στην έκδοση γενικών οδηγιών για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών των δικαστηρίων και των εισαγγελιών.
3. Οποιαδήποτε οδηγία, σύσταση ή υπόδειξη σε δικαστικό λειτουργό για ουσιαστικό ή δικονομικό θέμα σε συγκεκριμένη υπόθεση ή κατηγορία υποθέσεων είναι ανεπίτρεπτη και συνιστά πειθαρχικό αδίκημα.
3. Η περίπτωση α` της παραγράφου 5 του άρθρου 24 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“α. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου προς όλους τους εισαγγελικούς λειτουργούς της Χώρας”.
4. Το άρθρο 26 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
Άρθρο 26
Ανακριτές και δικαστές ανηλίκων
1. Ανακριτές και δικαστές ανηλίκων στα πλημμελειοδικεία ορίζονται για μια διετία ένας ή περισσότεροι πρωτοδίκες με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, και πρόταση του οικείου εισαγγελέα εφετών. Με την ίδια διαδικασία ορίζεται ο ανακριτής και ο δικαστής ανηλίκων του εφετείου.
2. Σε υποθέσεις επείγουσες ή που απαιτούν ιδιαίτερη ή μακρόχρονη έρευνα, το συμβούλιο και ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο μπορεί, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών, να ορίσει επίκουρο ανακριτή έναν ή περισσότερους πρωτοδίκες, προκειμένου να βοηθηθεί ο ανακριτής, αν αυτός το ζητήσει. Σε περίπτωση που τον ανακριτή έχει διορίσει η ολομέλεια, αυτή ορίζει και τον επίκουρο.
3. Δικαστής ανηλίκων ορίζεται κατά προτίμηση όποιος έχει ειδικές γνώσεις. Σε όσα δικαστήρια υπηρετούν περισσότεροι από είκοσι δικαστές οι ανακριτές, επίκουροι ανακριτές και δικαστές ανηλίκων ορίζονται από την ολομέλεια του δικαστηρίου.
4. Αν δεν υπάρχει, απουσιάζει ή κωλύεται ή έπαψε να υπηρετεί ο ανακριτής και δεν μπορεί άλλος ανακριτής να τον αναπληρώσει, ο δικαστής ή το συμβούλιο που διευθύνει το πρωτοδικείο ορίζει ως ανακριτή έναν πρωτοδίκη για διάστημα που δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες.
5. Αν συντρέχει επείγουσα ανάγκη, ανακριτικά καθήκοντα εκτελεί και ο πρόεδρος πρωτοδικών.
6. Ο ανακριτής και ο δικαστής των ανηλίκων ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά την συμπλήρωση της διετίας μέχρι την αντικατάστασή τους. Πριν από την πάροδο της διετίας απαλλάσσονται από τα καθήκοντά τους με τη διαδικασία της παραγράφου 1, ή κατά περίπτωση της παραγράφου 3, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Η θητεία του ανακριτή και του δικαστή ανηλίκων μπορεί να ανανεωθεί για μια ακόμη διετία”.
5. Η παράγραφος 3 του άρθρου 27 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“3. Η ολομέλεια του δικαστηρίου καταρτίζει τα τμήματά του και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία τα τμήματά της για το διάστημα των διακοπών, ανάλογα με την κίνησή τους και τον αριθμό των λειτουργών τους. Η απόφαση υποβάλλεται το δεύτερο δεκαήμερο του Μαΐου στον Υπουργό Δικαιοσύνης ο οποίος έχει δικαίωμα, εντός προθεσμίας πέντε ημερών από την ημέρα που έχει περιέλθει σ` αυτόν, να την παραπέμψει για συμπλήρωση, τροποποίηση ή ακύρωση στο αντίστοιχο όργανο του αμέσως ανωτέρου δικαστηρίου ή εισαγγελίας. Προκειμένου για διοικητικά εφετεία ο Υπουργός της Δικαιοσύνης έχει δικαίωμα να παραπέμψει για μία μόνο φορά την απόφαση με τις υποδείξεις του για συμπλήρωση, τροποποίηση ή ακύρωση στην ολομέλεια αυτού του δικαστηρίου”.
Άρθρο 7
1. Το άρθρο 29 του ν 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
Άρθρο 29
Αρμοδιότητες γενικού επιτρόπου
Ο γενικός επίτροπος:
α) Προΐσταται της Γενικής Επιτροπείας και της γραμματείας της, διευθύνει τις εργασίες τους και φροντίζει για την εύρυθμη διεξαγωγή τους.
β) Επικοινωνεί με τις υπηρεσίες των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων της Χώρας, τα οποία είναι υποχρεωμένα να τον διευκολύνουν στην άσκηση των, κατά τις κείμενες διατάξεις, αρμοδιοτήτων του.
γ) Υποβάλλει έγγραφες αιτιολογημένες προτάσεις προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιου, όταν αυτό πρόκειται να αποφασίσει για θέματα που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών της Γενικής Επιτροπείας και ενεργεί κατά τους ορισμούς της παραγράφου 8 του άρθρου 67 τους παρόντος.
δ) Συλλέγει, επεξεργάζεται και αναλύει τα στατιστικά στοιχεία της κίνησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλης της χώρας και υποβάλλει κατά το μήνα Μάρτιο κάθε έτους στον Υπουργό Δικαιοσύνης γενική έκθεση, με την οποία επισκοπείται η πορεία των εργασιών τους, επισημαίνονται οι ελλείψεις και οι αδυναμίες και προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία τους.
ε) Προτείνει στον Υπουργό Δικαιοσύνης με έγγραφη αιτιολογημένη έκθεση του συγκεκριμένες λύσεις για την επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών και των υπαλλήλων της γραμματείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας.
ζ) Διενεργεί μετά από παραγγελία του Υπουργού Δικαιοσύνης διοικητική εξέταση όταν, σ` αυτόν ή τον Υπουργό, υποβληθούν επώνυμες αναφορές ή περιέλθουν συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία πιθανολογείται η διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος από δικαστικό λειτουργό της Γενικής Επιτροπείας ή υπάλληλο της γραμματείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή της Γενικής Επιτροπείας.
η) Ασκεί υπέρ του νόμου στο Συμβούλιο Επικρατείας, χωρίς να περιορίζεται από προθεσμίες ή άλλους δικονομικούς κανόνες, αίτηση αναίρεσης κατά οποιασδήποτε απόφασης διοικητικού δικαστηρίου. Για το σκοπό αυτό δικαιούται να ζητεί πληροφορίες και στοιχεία από κάθε αρχή και δικαστήριο. Οι σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν έχουν έννομα αποτελέσματα για τους διαδίκους.
Τα έγγραφα και η όλη διαδικασία δεν υπόκεινται σε κανένα τέλος, εισφορά ή παράβολο για οποιονδήποτε. Οι αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 6 του άρθρου 19 του π.δ. 18/1989.
θ) Γνωμοδοτεί για γενικότερου ενδιαφέροντος θέματα της διοικητικής νομοθεσίας και εισηγείται στον Υπουργό Δικαιοσύνης μέτρα για την εφαρμογή της διοικητικής νομοθεσίας και την απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, για τον αναγκαίο βαθμό οργανικών συνθηκών λειτουργίας των διοικητικών δικαστηρίων. Οι γνωμοδοτήσεις αυτές δεν δεσμεύουν τα αρμόδια δικαστήρια.
ι) Ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που παρέχεται σ` αυτόν από τις κείμενες διατάξεις”.
2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 39 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“3. Για τον αναδιορισμό αποφαίνεται το αρμόδιο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, το οποίο καθορίζει και την αρχαιότητα του αναδιοριζομένου, λαμβάνοντας υπόψη τη σειρά επιτυχίας του στο διαγωνισμό πρόσληψης και τον τυχόν, στο μεταξύ, διορισμό ή επαναδιορισμό τους ως δικηγόρου”.
3. Η παράγραφος 4 του άρθρου 42 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“4. Από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εξαιρούνται οι δικαστικοί λειτουργοί που υπηρετούν στα δικαστήρια των πόλεων Αθηνών, Πειραιά, Θεσσαλονίκης, Πατρών, Λαρίσης, Βόλου και Ηρακλείου”.
4. Η πρώτη περίοδος του εδαφίου 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 46 του ν. 1756/1988 τροποποιείται ως εξής:
“Εκπαιδευτική άδεια δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί μετά τη συμπλήρωση του τεσσαρακοστού πέμπτου (45ου) έτους”.
5. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 49 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“2. Οι προαγωγές των δικαστικών λειτουργών μέχρι το βαθμό του συμβούλου Επικρατείας, του αρεοπαγίτη και του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του συμβούλου και αντεπιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του γενικού επιτρόπου και του αντεπιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων καθώς και ο διορισμός σε θέση αντεπιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, ύστερα από απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου”.
6. Από την παράγραφο 3 του άρθρου 49 του ν. 1756/1988 απαλείφονται οι λέξεις: “του γενικού επιτρόπου και του επιτρόπου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων”.
Άρθρο 8
Το άρθρο 50 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“Άρθρο 50
Μεταθέσεις
1. Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορεί να μετατίθενται:
α) για πλήρωση κενής θέσης ύστερα από αίτηση ή αν συντρέχουν υπηρεσιακές ανάγκες,
β) αν υποβληθούν αιτήσεις αμοιβαίας μετάθεσης,
γ) αν η μετάθεση επιβάλλεται λόγω συνθηκών που δημιουργούν στο δικαστικό λειτουργό δυσχέρειες στην εκπλήρωση των καθηκόντων του,
δ) αν υπάρχει περίπτωση κωλύματος.
2. Μετάθεση δικαστικού λειτουργού χωρίς αίτησή του γίνεται μόνο με αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά της οποίας χωρεί αίτηση ανάκλησης από τον ενδιαφερόμενο ενώπιον του ίδιου Συμβουλίου για σπουδαίο λόγο. Η αίτηση αυτή ασκείται στη γραμματεία του οικείου δικαστικού συμβουλίου μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την τηλεγραφική ειδοποίηση του ενδιαφερομένου, στην οποία προβαίνει ο γραμματέας του Συμβουλίου. Αν η μετάθεση γίνεται για λόγους που ανάγονται στη συμπεριφορά ή την εκτέλεση καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού, απαιτείται προηγούμενη έγγραφη κλήση του σε ακρόαση.
3. Δημόσιος υπάλληλος και υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου σύζυγος δικαστικού λειτουργού μετατίθεται ύστερα από αίτησή του στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του, εφ` όσον υπάρχει κενή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία. Η αποδοχή της αίτησης δεν είναι υποχρεωτική για τη διοίκηση αν δεν έχει παρέλθει έτος από την προηγούμενη μετάθεση. Δικαστικοί λειτουργοί σύζυγοι δικαστικών λειτουργών μετατίθενται ύστερα από αίτησή τους στην περιφέρεια που υπηρετεί ο άλλος σύζυγος, εφ` όσον δεν υπάρχει κώλυμα συνυπηρέτησης”.
Άρθρο 9
Το άρθρο 61 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“Άρθρο 61
Διορισμός Προαγωγή
1. Σε θέση δόκιμου εισηγητή του Συμβουλίου της Επικρατείας διορίζεται αυτός που πέτυχε στο σχετικό διαγωνισμό. Ο διαγωνισμός γίνεται από επιτροπή που αποτελείται από έναν αντιπρόεδρο ή σύμβουλο Επικρατείας ως πρόεδρο και δύο σύμβουλους Επικρατείας ως μέλη, οι οποίοι ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από την ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.
2. Γραμματέας της επιτροπής ορίζεται ο γραμματέας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή προϊστάμενος τμήματος της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας με τον αναπληρωτή του.
3. Γίνονται δεκτοί στο διαγωνισμό α) δικαστικοί λειτουργοί, β) δικηγόροι με διετή τουλάχιστον δικηγορία, γ) πτυχιούχοι νομικής σχολής εφ`όσον παρακαλούθησαν επί ένα έτος ευδόκιμα τις εργασίες του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως ορίζεται εκάστοτε από τις κείμενες διατάξεις, ή άσκησαν το δικηγορικό λειτούργημα τουλάχιστον επί διετία ή παρακολούθησαν για ένα τουλάχιστον έτος μεταπτυχιακά μαθήματα δημοσίου δικαίου σε πανεπιστήμιο της ημεδαπής ή αλλοδαπής και έλαβαν δίπλωμα μεταπτυχιακών σπουδών ύστερα από ειδικές εξετάσεις ή έχουν αναγνωρισμένο διδακτορικό δίπλωμα σε θέμα που ανάγεται στην εξεταστέα ύλη ή είναι δικαστικοί ή διοικητικοί υπάλληλοι με τριετή τουλάχιστον υπηρεσία μετά την απόκτηση του πτυχίου.
4. Ο διαγωνισμός προκηρύσσεται μόνο για θέσεις εισηγητών που είναι κενές κατά την προκήρυξή του, ο πίνακας όμως των επιτυχόντων στο διαγωνισμό ισχύει για ένα έτος από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
5. Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει γραπτή και προφορική εξέταση στα εξής μαθήματα: α) συνταγματικό και διοικητικό δίκαιο, β) δημοσιονομικό δίκαιο, γ) διοικητική και φορολογική δικονομία, δ) στοιχεία δημοσίου διεθνούς δικαίου, ε) αστικό δίκαιο, στ) στοιχεία εμπορικού δικαίου, ζ) στοιχεία εργατικού δικαίου της, η) πολιτική δικονομία και θ) γενικές αρχές του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης. Οι υποψήφιοι εξετάζονται γραπτώς υποχρεωτικά σε μία από τις γλώσσες αγγλική, γαλλική, γερμανική, ιταλική και προαιρετικά και σε άλλη ή άλλες απ` αυτές τις γλώσσες, για αύξηση του βαθμού της ξένης γλώσσας κατά μία ή περισσότερες μονάδες, ανάλογα με τον αριθμό των ξένων γλωσσών στις οποίες ο υποψήφιος εξετάζεται προαιρετικά.
6. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και σύμφωνη γνωμοδότηση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθορίζονται ο τρόπος προκήρυξης του διαγωνισμού, οι αναγκαίες δημοσιεύσεις, ο τρόπος υποβολής των αιτήσεων και δικαιολογητικών, ο έλεγχος των προσόντων, η διεξαγωγή του διαγωνισμού κατά δύο στάδια (προκριματικό και οριστικό), η βαθμολογία, η εξαγωγή των αποτελεσμάτων, η ανακήρυξη των επιτυχόντων και η σειρά κατάταξης στο σχετικό πίνακα σε περίπτωση ισοβαθμίας, όπως και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Με όμοια προεδρικά διατάγματα ρυθμίζεται ο τρόπος ασκήσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας των υποψήφιων εισηγητών. Μέχρι να εκδοθούν τα παραπάνω διατάγματα εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις, εφ` όσον δεν καταργούνται ή τροποποιούνται με τον παρόντα νόμο.
7. Ο διορισμός αυτών που πέτυχαν στο διαγωνισμό γίνεται στο βαθμό του δόκιμου εισηγητή και σύμφωνα με τη σειρά εγγραφής στον πίνακα των επιτυχόντων. Θέσεις εισηγητών που κενώνονται μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του πίνακα των επιτυχόντων συμπληρώνονται απ` αυτόν τον πίνακα και με τη σειρά που ορίζεται σ` αυτόν.
8. Οι δόκιμοι εισηγητές διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία δύο ετών, στη διάρκεια της οποίας έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τακτικού δικαστικού λειτουργού.
9. Μετά τη συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης αποφασίζει, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για την προαγωγή τους σε θέσεις εισηγητών. Η απόφαση είναι αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη το ήθος, την επιστημονική κατάρτιση, τη φιλοπονία που επέδειξαν, καθώς και την ικανότητα και καταλληλότητά τους για το δικαστικό λειτούργημα. Αν, αντίθετα, το συμβούλιο κρίνει ότι ο δόκιμος εισηγητής δεν πρέπει να προαχθεί σε θέση εισηγητή, λόγω ανεπάρκειας ή έλλειψης ήθους, αποφασίζει με αιτιολογημένη απόφαση του την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης
10. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Διοικητικής Δικαιοσύνης μπορεί επίσης με αιτιολογημένη απόφασή του να παρατείνει τη δοκιμαστική υπηρεσία του δόκιμου εισηγητή για ένα ακόμη έτος, αν κρίνει ότι δεν είναι ακόμα ώριμος να προαχθεί σε θέση εισηγητή. Αν όμως και μετά την πάροδο του πρόσθετου έτους το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν πρέπει να προαχθεί σε εισηγητή, αποφασίζει ταυτόχρονα, με αιτιολογημένη απόφαση, την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία, η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
11. Οι δόκιμοι εισηγητές, που κρίνονται ικανοί από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, προάγονται σε εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με τη σειρά επιτυχίας στο διαγωνισμό δόκιμων εισηγητών. Η προαγωγή γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης”.
Άρθρο 10
1. Το άρθρο 64 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
Άρθρο 64
Διορισμός σε θέσεις παρέδρων πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων
1) Σε θέση παρέδρου πρωτοδικείου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων διορίζεται αυτός που πέτυχε στο σχετικό διαγωνισμό. Ο διαγωνισμός γίνεται από πενταμελή επιτροπή που αποτελείται από:
α) έναν αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή σύμβουλο Επικρατείας, ως πρόεδρο και
β) δύο προέδρους εφετών διοικητικών δικαστηρίων και
γ) δύο καθηγητές του Νομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών ως μέλη.
Καθήκοντα γραμματέα της επιτροπής εκτελεί υπάλληλος της γραμματείας των διοικητικών δικαστηρίων με το βαθμό α`.
2) Ο πρόεδρος της Επιτροπής και ο αναπληρωτής του καθώς και τα υπό στοιχ. β` μέλη της επιτροπής και οι αναπληρωτές τους ορίζονται από τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τα υπό στοιχ. γ` μέλη και οι αναπληρωτές τους ορίζονται από τον πρόεδρο του Νομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το γραμματέα της επιτροπής με τον αναπληρωτή του ορίζει ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας. Η επιτροπή συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που τοιχοκολλάται στα γραφεία της Γραμματείας της Γενικής Επιτροπείας δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την έναρξη του διαγωνισμού.
3) Στο διαγωνισμό έχουν δικαίωμα συμμετοχής:
α) δικαστικοί λειτουργοί, β) δικηγόροι με διετή τουλάχιστο δικηγορία, γ) πτυχιούχοι νομικού τμήματος ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής, εφ` όσον είναι κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος νομικών ή κάτοχοι διπλώματος μεταπτυχιακών νομικών σπουδών που απονέμεται από ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής μετά από παρακολούθηση τουλάχιστον ενός έτους μεταπτυχιακών μαθημάτων και εξετάσεις και δ) δικαστικοί ή διοικητικοί υπάλληλοι κατηγορίας Π.Ε. με τριετή υπηρεσία από τη λήψη του πτυχίου νομικού τμήματος.
4. Ο διαγωνισμός ενεργείται μόνο για την πλήρωση των κενών θέσεων. Κενές θέσεις θεωρούνται όλες οι κενές θέσεις δικαστικών λειτουργών της ιεραρχίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων που υπάρχουν κατά το χρόνο της προκήρυξης του διαγωνισμού. Στις κενές θέσεις υπολογίζονται και αυτές που θα προκύψουν κατά την 30η Ιουνίου του έτους της διενέργειας του διαγωνισμού με την αποχώρηση δικαστικών λειτουργών λόγω ορίου ηλικίας. Στην προκήρυξη πρέπει να μνημονεύεται ο αριθμός των θέσεων που θα πληρωθούν με το διαγωνισμό
5. Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει γραπτή και προφορική εξέταση για τα εξής μαθήματα: α) συνταγματικό δίκαιο, β) διοικητικό δίκαιο, γ) αστικό και εμπορικό δίκαιο, δ)δημοσιονομικό δίκαιο, ε) γενικές αρχές του δικαίου των κοινωνικών ασφαλίσεων, στ) διοικητική και φορολογική δικονομία, ζ) δίκαιο της διοικητικής εκτέλεσης, η) πολιτική δικονομία και θ) στοιχεία δικαίου των ευρωπαϊκών κοινοτήτων. Προαιρετική είναι η εξέταση σε μία ή περισσότερες από τις γλώσσες αγγλική, γαλλική, γερμανική και ιταλική, καθώς και στις γενικές αρχές της λογιστικής επιστήμης.
6. Εάν υπάρχει ανάγκη εξέτασης υποψηφίου στις γενικές αρχές της λογιστικής επιστήμης ή σε ξένη γλώσσα που δεν είναι γνωστή σε τρία τουλάχιστο μέλη της επιτροπής, ο πρόεδρος της επιτροπής ορίζει έναν ή δύο ή τρεις κατά περίπτωση παρέδρους ή εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας ή εφέτες ή προέδρους πρωτοδικών ή πρωτοδίκες των διοικητικών δικαστηρίων, ως ειδικούς εξεταστές.
7. Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και σύμφωνη γνωμοδότηση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθορίζονται, κατά τα λοιπά, ο τρόπος προκήρυξης του διαγωνισμού, οι αναγκαίες δημοσιεύσεις, ο τρόπος υποβολής των αιτήσεων και των δικαιολογητικών, ο έλεγχος των προσόντων, η διεξαγωγή του διαγωνισμού κατά δύο στάδια (προκριματικό και οριστικό), όπως και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Μέχρι να εκδοθούν τα παραπάνω διατάγματα εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις”.
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8 του άρθρου 67 του ν.1756/ 1988 τροποποιείται ως εξής:
Απαλείφονται οι λέξεις “τους διοικητικούς δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και”.
3.α) Οι διατάξεις των δύο τελευταίων περιόδων της παραγράφου 8 του άρθρου 68 του ν.1756/1988 καταργούνται.
β) Μετά τη λέξη “προαγωγή” του πρώτου εδαφίου της πρώτης περιόδου της παραγράφου 8 του άρθρου 68 τουν.1756/1988, προστίθεται η φράση “ή οποιαδήποτε άλλο αίτημα σχετικό με την υπηρεσιακή κατάσταση”.
γ. Μετά τη λέξη “παραλείφθηκε από αυτήν” του ίδιου, όπως πιο πάνω, εδαφίου, προστίθεται η φράση “ή δεν έγινε δεκτό άλλο αίτημά τους σχετικό με την υπηρεσιακή κατάσταση”.
Άρθρο 11
1. Το άρθρο 69 του ν.1756/1988 τροποποιείται ως εξής:
Άρθρο 69
Διορισμός δόκιμων εισηγητών
1. Οι θέσεις των δόκιμων εισηγητών του Ελεγκτικού Συνεδρίου συμπληρώνονται με το διορισμό αυτών που πέτυχαν στο σχετικό διαγωνισμό. Ο διαγωνισμός γίνεται από επιτροπή που αποτελείται από τρείς αντιπροέδρους ή συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι οποίοι ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τον πρόεδρο του ελεγκτικού Συνεδρίου.
2. Γραμματέας της επιτροπής ορίζεται ο γραμματέας του ελεγκτικού Συνεδρίου ή ο νόμιμος αναπληρωτής του.
3. Γίνονται δεκτοί στο διαγωνισμό
α) δικαστικοί λειτουργοί,
β) δικηγόροι που έχουν ασκήσει το δικηγορικό λειτούργημα τουλάχιστον επί διετία και
γ) υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Υπουργείου Οικονομικών που έχουν πτυχίο νομικού τμήματος Πανεπιστημίου και δεκαετή τουλάχιστον υπηρεσία.
4. Ο διαγωνισμός προκηρύσσεται μόνο για τις θέσεις δόκιμων εισηγητών που είναι κενές κατά την προκήρυξή του, ο πίνακας όμως των επιτυχόντων στο διαγωνισμό ισχύει για ένα χρόνο από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
5. Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει γραπτή και προφορική εξέταση στα εξής μαθήματα:
α) συνταγματικό δίκαιο,
β) διοικητικό δίκαιο,
γ) δημοσιονομικό δίκαιο και οργανισμό του ελεγκτικού Συνεδρίου,
δ) συνταξιοδοτικό δίκαιο δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου,
ε) αστικό δίκαιο και
στ) πολιτική δικονομία.
6. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του Υπουργού και σύμφωνη γνωμοδότηση της ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζονται ο τρόπος προκήρυξης του διαγωνισμού, οι αναγκαίες δημοσιεύσεις, ο τρόπος υποβολής των αιτήσεων και δικαιολογητικών, ο έλεγχος των προσόντων, η διεξαγωγή του διαγωνισμού, η βαθμολογία, η εξαγωγή αποτελεσμάτων, η ανακήρυξη των επιτυχόντων και η σειρά κατάταξης στο σχετικό πίνακα σε περίπτωση ισοβαθμίας, όπως και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
7. Ο διορισμός αυτών που πέτυχαν στο διαγωνισμό γίνεται με το βαθμό του δόκιμου εισηγητή και σύμφωνα με τη σειρά εγγραφής στον καταρτιζόμενο πίνακα των επιτυχόντων. Θέσεις δόκιμων εισηγητών που κενώνονται μέσα σε ένα χρόνο από τη δημοσίευση του πίνακα των επιτυχόντων συμπληρώνονται με τη σειρά που ορίζεται στον πίνακα. Οι δόκιμοι εισηγητές διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία δύο ετών, στη διάρκεια της οποίας έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του δικαστικού λειτουργού. Οι δόκιμοι εισηγητές βοηθούν τους συμβούλους και, παρέδρους, καθώς και το γενικό επίτροπο και αντεπίτροπο, στην εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τα οριζόμενα με απόφαση της ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί, με πράξη του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να ανατεθεί σε δόκιμους εισηγητές η προσωρινή αναπλήρωση παρέδρων του Ελεγκτικού Συνεδρίου για χρονικό διάστημα μέχρι τρείς μήνες.
8. Μετά τη συμπλήρωση της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφασίζει, ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης, για την προαγωγή των δόκιμων εισηγητών σε θέση εισηγητών. Η απόφαση είναι αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη το ήθος, την επιστημονική κατάρτιση, τη φιλοπονία που επέδειξαν καθώς και την ικανότητα και καταλληλότητά τους για το δικαστικό λειτούργημα.
Αν, αντίθετα, το Συμβούλιο κρίνει ότι ο δόκιμος εισηγητής δεν πρέπει να προαχθεί σε θέση εισηγητή λόγω ανεπάρκειας ή έλλειψης ήθους, αποφασίζει με αιτιολογημένη απόφαση την οριστική του απόλυση από την υπηρεσία η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
9. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο επίσης με αιτιολογημένη απόφασή του να παρατείνει τη δοκιμαστική υπηρεσία του δόκιμου εισηγητή για έναν ακόμα χρόνο αν κρίνει ότι δεν είναι ώριμος να προαχθεί σε θέση εισηγητή. Αν όμως και μετά την πάροδο του πρόσθετου χρόνου το Συμβούλιο κρίνει ότι δεν μπορεί να προαχθεί σε εισηγητή, αποφασίζει ταυτόχρονα με αιτιολογημένη απόφαση την οριστική απόλυση από την υπηρεσία, η οποία γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
10. Οι δόκιμοι εισηγητές, που κρίθηκαν ικανοί από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο προάγονται εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου σύμφωνα με τη σειρά επιτυχίας τους στο διαγωνισμό δοκίμων εισηγητών. Ο διορισμός τους γίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης.
11. Οι εισηγητές βοηθούν τους συμβούλους, τους παρέδρους και το γενικό επίτροπο και αντεπίτροπο της Επικρατείας. Επίσης μπορούν να αναπληρώσουν προσωρινά τους παρέδρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου για χρονικό διάστημα μέχρι έξι μήνες, με πράξη του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου”.
2. Η παρ. 3 του άρθρου 71 του ν.1756/1988 (ΦΕΚ 35) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
“3. Σε σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή αντεπιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, προάγεται, μόνο κατ` απόλυτη εκλογή, πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου που έχει τρία τουλάχιστον έτη υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν”.
3. Στην παρ. 2 του άρθρου 72 του ν.1756/1988 προστίθενται τα εξής εδάφια:
“Στην περίπτωση αυτήν, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο συγκροτείται, εκτός από τον πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και το γενικό επίτροπο της Επικρατείας, από τα τρία προκειμένου για το επταμελές, και τα πέντε, προκειμένου για το εννεαμελές, τακτικά μέλη των οποίων τα ονόματα είχαν εξαχθεί πρώτα κατά σειρά από την κληρωτίδα. Τα υπόλοιπα μέλη θεωρούνται, αναπληρωματικά. Αν η συγκρότηση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου ούτε με τη μειωμένη αυτή σύνθεση είναι δυνατή, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο συγκροτείται από τον πρόεδρο του ελεγκτικού Συνέδριου, το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας και οποιοδήποτε αριθμό μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Αν ο αριθμός των μελών είναι άρτιος εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 11 του π.δ. 774/1980.
Τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη που έχουν ορισθεί με κλήρωση και κατά τη διάρκεια της θητείας τους προάγονται σε πρόεδρο ή γενικό επίτροπο της Επικρατείας αντικαθίστανται με νέα κλήρωση σύμφωνα με την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου για το υπόλοιπο της θητείας τους”.
Άρθρο 12
Το άρθρο 74 του ν.1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
Άρθρο 74
Κέντρο Δικαστικών Σπουδών
1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου υπό την επωνυμία “Κέντρο Δικαστικών Σπουδών”, εποπτευόμενο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, με έδρα που θα ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Σκοπός του είναι η επαγγελματική εκπαίδευση των δικαστικών και εισαγγελικών παρέδρων, η περιοδική μετεκπαίδευση των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και η οργάνωση σεμιναρίων για τους δικαστικούς γραμματείς από ινστιτούτο διαρκούς επιμόρφωσης και η διεξαγωγή δικαστικών μελετών και ερευνών, καθώς και η επιμέλεια συναφών εκδόσεων από ινστιτούτο ερευνών. Το επιμορφωτικό ινστιτούτο και το ινστιτούτο ερευνών αποτελούν μονάδες του Κέντρου.
2. Το Κέντρο έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Διοικείται από πενταμελές διοικητικό συμβούλιο (Δ.Σ.) διοριζόμενο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από τον προϊστάμενο της επιθεώρησης δικαστηρίων, ως πρόεδρος, δύο ανώτατους δικαστικούς ή εισαγγελικούς λειτουργούς, προτεινόμενους με τους αναπληρωτές τους από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, και δύο καθηγητές του νομικού τμήματος νομικής σχολής που προτείνονται με τους αναπληρωτές τους από τον πρόεδρο του νομικού τμήματος. Η θητεία του προέδρου του Δ.Σ. του Κέντρου συμπίπτει με τη θητεία του ως προϊσταμένου της επιθεώρησης. Η θητεία των λοιπών μελών του Δ.Σ. είναι τριετής και μπορεί να ανανεωθεί για μια ακόμη τριετία με την ίδια διαδικασία. Το κέντρο εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του.
3. Στο Κέντρο λειτουργεί γνωμοδοτικό συμβούλιο συγκροτούμενο με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Το συμβούλιο αυτό γνωμοδοτεί σχετικά με τις γενικές κατευθύνσεις των προγραμμάτων σπουδών. Στο συμβούλιο αυτό μετέχουν ο πρόεδρος του Κέντρου, ως πρόεδρος και δύο ανώτατοι δικαστικοί ή εισαγγελικοί λειτουργοί, οριζόμενοι με τους αναπληρωτές τους από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και από δύο εκπροσώπους των δικηγορικών συλλόγων του Κράτους, από τους οποίους ένας εκπρόσωπος του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών, καθώς και του Εθνικού Συμβουλίου Ανώτατης Παιδείας, οριζόμενους με τους αναπληρωτές τους από την Ολομέλεια των δικηγορικών συλλόγων του κράτους προκειμένου για τους εκπροσώπους των δικηγορικών συλλόγων και από τον αντίστοιχο φορέα προκειμένου για τους εκπροσώπους του Εθνικού Συμβουλίου Ανώτατης Παιδείας ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αν οι εκπρόσωποι αυτοί δεν οριστούν σε προθεσμία 30 ημερών από τη λήψη του ερωτήματος, το συμβούλιο συγκροτείται χωρίς τη συμμετοχή τους.
4. Ως διευθυντές των ινστιτούτων επιμόρφωσης και ερευνών τοποθετούνται δικαστικοί ή εισαγγελικοί λειτουργοί, με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, για ορισμένο χρόνο που μπορεί να παραταθεί. 5. Πόροι του Κέντρου είναι:
α) ετήσια τακτική επιχορήγηση που εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης με ιδιαίτερο κωδικό αριθμό,
β) επιχορηγήσεις από το ΤΑΧΔΙΚ ή τον προϋπολογισμό δημόσιων επενδύσεων και
γ) δωρεές, κληρονομίες, κληροδοσίες και κάθε είδους εισφορές νομικών ή φυσικών προσώπων ημεδαπών ή αλλοδαπών.
6. Οι μονάδες και οι υπηρεσίες του Κέντρου λειτουργούν σε αίθουσες που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του Κέντρου.
7. Με προεδρικά διατάγματα, εκδιδόμενα με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μέσα σε δύο έτη από την έναρξη ισχύος του κώδικα αυτού, και τροποποιούμενα με την ίδια διαδικασία, κανονίζονται:
α) η διαδικασία διορισμού των μελών του διοικητικού και του νομοδοτικού συμβουλίου του Κέντρου, ο τρόπος σύγκλισης και λειτουργίας τους, οι αρμοδιότητές του και οι αρμοδιότητες του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου,
β) το αναγκαίο για μόνιμο προσωπικό, προερχόμενο από δημόσιους δικαστικούς και πανεπιστημιακούς λειτουργούς, καθώς και η διαδικασία επιλογής και ανάθεσης των σχετικών καθηκόντων από το διοικητικό συμβούλιο του Κέντρου,
γ) η διαδικασία συγκρότησης των προγραμμάτων εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης στο ινστιτούτο επιμόρφωσης των λοιπών δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και η οργάνωση σεμιναρίων για τους δικαστικούς γραμματείς,
δ) η διαδικασία σύστασης ομάδων στο ινστιτούτο ερευνών για ειδικές μελέτες ή εργασίες ή για την παροχή συμβουλευτικής συνδρομής και νομικών πληροφοριών και η επιμέλεια των εκδόσεων του Κέντρου,
ε) η απόσπαση για ορισμένη χρονική περίοδο, ανανεώσιμη με απόφαση του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου, υπαλλήλων της γραμματείας των πολιτικών δικαστηρίων για τις ανάγκες του Κέντρου,
στ) η τυχόν ιδιαίτερη αποζημίωση για την απασχόληση, έξοδα κίνησης υπερωριακή εργασία κ.λπ. του διδακτικού προσωπικού και των υπαλλήλων του Κέντρου, κατάρτισης του ετήσιου προϋπολογισμού, απολογισμού, και ισολογισμού και έγκρισης των δαπανών,
ζ) η οργάνωση μηχανογραφικής τεκμηρίωσης, βιβλιοθήκης και εκτυπωτικής μονάδας,
η) οι ειδικότεροι όροι και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την οργάνωση, λειτουργία και επίτευξη των σκοπών του Κέντρου και
θ) η έναρξη λειτουργίας του, που μπορεί να είναι σταδιακή”.
Άρθρο 13
1. Το άρθρο 75 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
Άρθρο 75
Διορισμός παρέδρων πρωτοδικείων και εισαγγελίας
1. Σε θέση παρέδρου πρωτοδικείου και εισαγγελίας διορίζεται αυτός που πέτυχε στο σχετικό διαγωνισμό. Ο διαγωνισμός γίνεται από επιτροπή που αποτελείται από
α) τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως πρόεδρο και
β) τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου,
γ) έναν αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου ή αρεοπαγίτη, που ορίζει με τον αναπληρωτή του η ολομέλεια του Αρείου Πάγου και
δ) δύο καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, έναν του αστικού και έναν του εμπορικού δικαίου, που ορίζει με τους αναπληρωτές τους η οικεία σχολή ως μέλη.
2. Ο πρόεδρος και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, όταν κωλύονται, αναπληρώνονται κατά τον οργανισμό των δικαστηρίων. Οι αναπληρωτές τους όμως δεν παίρνουν τη θέση των κωλυομένων, αλλά εκείνη που ανήκει στο βαθμό τους κατά τον ίδιο οργανισμό.
3. Γραμματέας της επιτροπής ορίζεται ο γραμματέας του Αρείου Πάγου ή ο νόμιμος αναπληρωτής τους.
4. Γίνονται δεκτοί στο διαγωνισμό
α) δικαστικοί λειτουργοί,
β) δικηγόροι,
γ) όσοι έχουν διατελέσει δικηγόροι ή δικαστικοί λειτουργοί για δύο τουλάχιστον έτη και
δ) οι κάθε βαθμού υπάλληλοι όλων των κλάδων της γραμματείας των δικαστηρίων και εισαγγελιών, αφού συμπληρώσουν δύο έτη υπηρεσίας μετά τη λήψη πτυχίου νομικού τμήματος Πανεπιστημίου ή ένα έτος, εφ`όσον έχουν τριετή συνολική υπηρεσία δικαστικού υπαλλήλου.
5. Ο διαγωνισμός ενεργείται ενιαία για τις θέσεις παρέδρων πρωτοδικείου και παρέδρων εισαγγελίας και μόνο για την πλήρωση των κενών θέσεων. Κενές θέσει θεωρούνται όλες οι κενές θέσεις δικαστικών λειτουργών από τον ανώτατο μέχρι τον κατώτατο βαθμό που υπάρχουν κατά το χρόνο της προκήρυξης του διαγωνισμού. Στις κενές θέσεις υπολογίζονται και αυτές που θα προκύψουν κατά την 30η Ιουνίου του έτους της έναρξης του διαγωνισμού με την αποχώρηση δικαστικών λειτουργών λόγω ορίου ηλικίας. Στην υπουργική απόφαση προκήρυξης πρέπει να μνημονεύεται ο αριθμός των θέσεων που θα πληρωθούν με το διαγωνισμό.
6. Ο διαγωνισμός περιλαμβάνει γραπτή και προφορική εξέταση στα εξής μαθήματα:
α) αστικό δίκαιο,
β) εμπορικό δίκαιο,
γ) πολιτική δικονομία,
δ) συνταγματικό δίκαιο και στοιχεία ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου,
ε) διοικητικό δίκαιο,
στ) ποινικό δίκαιο,
ζ) ποινική δικονομία. Προαιρετική είναι η εξέταση σε μία ή περισσότερες από τις γλώσσες αγγλική, γαλλική, γερμανική και ιταλική. Η εξέταση αυτή είναι γραπτή και προφορική και γίνεται είτε από μέλος της επιτροπής ή από ειδικό εξεταστή στην ξένη γλώσσα, που ορίζει ο πρόεδρος της επιτροπής. Η επιτυχής εξέταση στην ξένη γλώσσα με βαθμό τουλάχιστον “λίαν καλώς” προσαυξάνει το σύνολο της βαθμολογίας αυτού που ευδοκίμησε στο διαγωνισμό με μία κλασματική μονάδα (1/5) για κάθε ξένη γλώσσα.
7. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και σύμφωνη γνωμοδότηση της ολομέλειας του Αρείου Πάγου, καθορίζονται ο τρόπος προκήρυξης του διαγωνισμού, οι αναγκαίες δημοσιεύσεις, ο τρόπος διενέργειας του διαγωνισμού και εξαγωγής των αποτελεσμάτων, η ανακήρυξη των επιτυχόντων, (ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι ανώτερος από τον αριθμό των θέσεων που προκηρύχθηκαν) και η σειρά κατάταξης τους στο σχετικό γενικό πίνακα και στους ειδικούς πίνακες παρέδρων πρωτοδικείου και παρέδρων εισαγγελίας, καθώς και η σειρά τους σε περίπτωση ισοβαθμίας και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Αν δεν εκδοθούν τα παραπάνω διατάγματα, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις, εφ` όσον δεν καταργούνται ή τροποποιούνται με τον παρόντα κώδικα.
8. Οι επιτυχόντες διορίζονται κατά τη σειρά που έχουν στο σχετικό πίνακα και τοποθετούνται κατά προτίμηση στα πρωτοδικεία ή στις εισαγγελίες Αθηνών, Πειραιά, Θεσ/νίκης, Πατρών, Ηρακλείου και Λάρισας.
9. Οι πάρεδροι πρωτοδικείου και εισαγγελίας διανύουν διετή δοκιμαστική υπηρεσία, στη διάρκεια της οποίας έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τακτικού δικαστικού λειτουργού και επιθεωρούνται όπως και οι λοιποί τακτικοί δικαστές.
10. Οι εκθέσεις των παρέδρων πρωτοδικείου για την επίδοση και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο ή πληροφορία για την επίδοση ή την καταλληλότητά τους φυλάσσονται σε ειδικό ατομικό φάκελο, που στο τέλος της δοκιμαστικής υπηρεσίας υποβάλλεται στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο μέσω του Υπουργού Δικαιοσύνης.
11. Στη διάρκεια της δοκιμαστικής τους υπηρεσίας οι πάρεδροι πρωτοδικείου α) μετέχουν στη σύνθεση του πολυμελούς πρωτοδικείου και του τριμελούς πλημμελειοδικείου,
β) μετέχουν στη σύνθεση του δικαστικού συμβουλίου,
γ) ορίζονται εισηγητές για τη διεξαγωγή αποδείξεων,
δ) μετέχουν στην ολομέλεια του δικαστηρίου και
ε) κατά την κρίση του προέδρου πρωτοδικών ή του οργάνου που διευθύνει το πρωτοδικείο ασκούν τα λοιπά καθήκοντα του πρωτοδίκη, εκτός από τα καθήκοντα του ανακριτή.
12. Οι πάρεδροι εισαγγελίας κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής τους υπηρεσίας ασκούν τα καθήκοντα του εισαγγελέα, αναλόγως της προόδου του, κατά την κρίση του προϊσταμένου της εισαγγελίας.
13. Κατά το πρώτο έτος της δοκιμαστικής υπηρεσίας επιτρέπεται να μετατάσσονται οι πάρεδροι πρωτοδικείου σε κενές θέσεις παρέδρων εισαγγελίας και αντιστρόφως. Η μετάταξη γίνεται ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου και απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Δεύτερη μετάταξη στο βαθμό του παρέδρου δεν επιτρέπεται.
14. Αυτοί που μετατάσσονται λαμβάνουν στο νέο κλάδο τη σειρά αρχαιότητάς τους μεταξύ αυτών που προέρχονται από τον ίδιο τελικό διαγωνισμό, σύμφωνα με το γενικό πίνακα των επιτυχόντων.
15. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και για όσους δικαστικούς λειτουργούς έχουν μεταταγεί, ενώ είχαν το βαθμό του παρέδρου μέχρι σήμερα”.
2. Το άρθρο 82 του ν. 1756/1988 τροποποιείται ως εξής.
1. Η περίπτωση α` της παραγράφου 1 τροποποιείται ως εξής:
“α. Στους παρέδρους, εισηγητές και δόκιμους εισηγητές του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ορίζεται με απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Με ίδια απόφαση ορίζεται προϊστάμενος της επιθεώρησης αντιπρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου με βοηθό του ένα σύμβουλο”.
2. Η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
“2 Προϊστάμενος της Επιθεώρησης των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι σύμβουλος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ορίζεται με απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου”.
3. Το άρθρο 84 του ν. 1756/1988 τροποποιείται ως εξής:
Απαλείφονται από την παράγραφο 7 οι λέξεις “του Συμβουλίου Επικρατείας και”.
Άρθρο 14
1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 87 του ν. 1756/1988 τροποποιείται ως εξής:
“1. Η επίδοση των εκθέσεων της Επιθεώρησης στους επιθεωρουμένους γίνεται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους στο Υπουργείο. Ο επιθεωρούμενος, μέσα σε τριάντα (30) μέρες αφότου λάβει την έκθεση της τακτικής επιθεώρησης, έχει δικαίωμα να προσφύγει υπηρεσιακώς ή με συστημένη επιστολή στον προϊστάμενο της επιθεώρησης και να ζητήσει διόρθωση της έκθεσης ή επανάκριση, ιδιαίτερα αν η έκθεση:
α) περιέχει ανακριβή περιστατικά ή
β) είναι αναιτιολόγητη ή
γ) περιέχει ανακριβείς αιτιολογίες ή δυσμενείς κρίσεις και χαρακτηρισμούς που δεν δικαιολογούνται από τις διαπιστώσεις όπου αναφέρονται σ` αυτήν ή στηρίζονται σε στοιχεία αντικειμενικώς ανακριβή ή βρίσκονται σε αντίθεση με προηγούμενες εκθέσεις”.
2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 88 του ν. 1756/1988 καταργείται.
3. Το άρθρο 91 του ν. 1756/1988 τροποποιείται ως εξής:
1. Η περίπτωση δ` της παραγράφου 3 τροποποιείται ως εξής:
“δ) η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση καθηκόντων τους”.
2. Οι περιπτώσεις α`, β`, γ`, της παραγράφου 5 τροποποιούνται ως εξής:
“α) η άρνηση του να εφαρμόσει διατάξεις που τίθενται κατά κατάλυση του συντάγματος ή είναι αντίθετες σ` αυτό.
β) η έκφραση γνώμης δημοσίως, εκτός αν γίνεται με σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης ή υπέρ ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής οργάνωσης.
γ) η συμμετοχή και η ανάπτυξη δραστηριότητας σε ήδη αναγνωρισμένες ενώσεις δικαστών ή άλλα σωματεία και η έκφραση γνώμης και κριτικής άποψης που γίνεται στα πλαίσια της συνδικαλιστικής δραστηριότητας”.
4. Η διάταξη υπό στοιχεία ββ` της περίπτωσης α` της παραγράφου 5 του άρθρου 95 του ν. 1756/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“ββ) στους προέδρους εφετών, στους εφέτες και στους προέδρους πρωτοδικών των διοικητικών δικαστηρίων”.
5. Στο άρθρο 99 του ν. 1756/1988 προστίθεται η εξής παράγραφος ως παράγραφος 12:
“12. Αν για την ίδια περίπτωση έχουν επιληφθεί περισσότεροι από τους κατά την παράγραφο 1 συναρμοδίους, η διαδικασία για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης συνεχίζεται μόνο από αυτόν που σύμφωνα με το άρθρο 55 είναι κατά βαθμό ανώτερος και ο οποίος καθίσταται αποκλειστικά αρμόδιος. Στην περίπτωση αυτήν ο ιεραρχικά κατώτερος σε βαθμό υποβάλλει όλα τα σχετικά έγγραφα στον ανώτερο. Αν η υπόθεση τεθεί στο αρχείο, σύμφωνα με αυτά που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο, δεν μπορεί να επανέλθει σ` αυτήν άλλος αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης εκτός από τον Υπουργό Δικαιοσύνης”.
6. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 105 του ν. 1756/ 1988 απαλείφεται.
7. Το άρθρο 109 του ν. 1756/1988 τροποποιείται ως εξής:
1. Η τέταρτη περίοδος του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 109 του ν.1756/1988 τροποποιείται ως εξής.
“Η ένταξη γίνεται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ύστερα από γνωμοδότηση της ολομέλειας του αρμόδιου Εφετείου, εφ`όσον ο κρινόμενος έχει, τα προσόντα της κατ` εκλογή προαγωγής στο βαθμό του πρωτοδίκη”.
2. Η παρ. 10 τροποποιείται ως εξής:
“10. Πράξεις της διαδικασίας ένταξης των ειρηνοδικών και πταισματοδικών (δηλώσεις, εκθέσεις, γνωμοδοτήσεις) που έγιναν κατά τη διάρκεια της ισχύος του παρόντος κώδικα, διατηρούν την ισχύ τους. Στην περίπτωση αυτήν η διαδικασία ένταξης συνεχίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα”.
Άρθρο 15
1. Τα άρθρα 110 και 111 του ν. 1756/1988 καταργούνται και τα άρθρα 112 και 113 αριθμούνται ως άρθρα 110 και 111.
2. Στο άρθρο 112 του ν. 1756/1988 (Μεταβατικές διατάξεις) προστίθενται οι εξής παράγραφοι:
“8. Όπου στον παρόντα νόμο και τις κείμενες διατάξεις αναφέρεται προϊστάμενος του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας νοείται το όργανο που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του παρόντος νόμου. 9. Η θέση του προϊσταμένου των Δικαστηρίων, όπως μέχρι τώρα ισχύει, καταργείται. Οι προϊστάμενοι που είχαν οριστεί με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου ανακαλούνται απ` αυτό. Τα δικαστήρια τα οποία διευθύνονται από τριμελές συμβούλιο, μέχρι να συγκροτηθεί το συμβούλιο αυτό, διευθύνονται από τον αρχαιότερο δικαστή που υπηρετεί στα δικαστήρια αυτά.
10. Ανασυνιστάται η θέση Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 1756/1988 και καταργείται η θέση συμβούλου που είχε συσταθεί αντί γι` αυτή με την ίδια διάταξη. Ο αριθμός των αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας ορίζεται σε πέντε (5) και των συμβούλων σε τριάντα τέσσερις (34).
11. Όσοι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου φοιτούν στο τμήμα διοικητικής δικαιοσύνης της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, εξέλθουν επιτυχών και επιτύχουν στην εξέταση που προβλέπεται από το άρθρο 22 παράγραφος 1 του ν. 1388/1983, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 εδάφιο (η) του ν. 1586/1986, διορίζονται σε θέση δόκιμου εισηγητή του Συμβουλίου της Επικρατείας ή παρέδρου των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή δόκιμου εισηγητή του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ο διορισμός γίνεται κατά την οριστική σειρά επιτυχίας, αφού ληφθεί υπόψη, για την κατανομή στις θέσεις, η δήλωση επιλογής των διοριστέων”.
3.α) τα τριμελή συμβούλια για τη δικαστική περίοδο που αρχίζει το Σεπτέμβριο 1989 θα συγκροτηθούν μέσα σε 15 μέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και θα έχουν ετήσια θητεία.
β) Δικαστικοί λειτουργοί, που παραλείφθηκαν κατά τις κρίσεις που έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος των ν.1649/1986 και ν.1756/1988, μπορούν να ζητήσουν, με αίτησή τους, που υποβάλλεται μέσα σε 30 ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, να επανακριθούν και, σε περίπτωση προαγωγής, κατατάσσονται στη σειρά αρχαιότητας που καθορίζει το οικείο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.
Άρθρο 16
1. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 62 του ν.δ. 3026/1954 (ΦΕΚ Α 235) Προστίθεται περίπτωση Θ`, που έχει ως εξής:
“Θ. Οι ευρωβουλευτές, οι καθηγητές πρώτης βαθμίδας, οι αναπληρωτές, επίκουροι καθηγητές λέκτορες και ειδικοί επιστήμονες όλων των σχολών των πανεπιστημίων και των άλλων ανώτατων σχολών, εφ` όσον διδάσκουν μαθήματα νομικών και πολιτικών επιστημών, καθώς και οι νόμιμοι ή με σύμβαση καθηγητές νομικών και πολιτικών επιστημών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης”.
2. Στο άρθρο 62 του ν.δ. 3026/1954 προστίθεται παράγραφος 6, η οποία έχει ως εξής:
“6. Οι διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 του ν.1640/1986 του άρθρου 6 παράγραφοι 1 και 3 του ν. 1791 /1988 και του άρθρου 21 του ν. 723/1977, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στα παραπάνω, καταργούνται”.
Άρθρο 17
1. Το άρθρο 206 ν.δ. 3026/1954 αντικαθίσταται ως εξής:
“Άρθρο 2061”
1. Ως συντονιστικό όργανο των δικηγορικών συλλόγων λειτουργεί η “ολομέλεια των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων Ελλάδας”.
Η ολομέλεια εδρεύει στην Αθήνα, όπου διατηρεί γραφεία και διοικητικό προσωπικό. Μέλη της ολομέλειας είναι οι πρόεδροι των δικηγορικών συλλόγων της χώρας.
Η ολομέλεια διευθύνεται από τριμελές προεδρείο, το οποίο αποτελείται από τους προέδρους των δικηγορικών συλλόγων Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πειραιά. Πρόεδρος αυτής είναι ο πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Αθήνας, ο οποίος και την εκπροσωπεί. Πόροι της ολομέλειας είναι η ετήσια συνδρομή των δικηγορικών συλλόγων της χώρας, που καθορίζεται κάθε φορά με απόφασή της.
2. Σκοπός της ολομέλειας είναι ο συντονισμός της δραστηριότητας των δικηγορικών συλλόγων και η εκπροσώπηση του δικηγορικού σώματος. Ιδίως έργο της ολομέλειας είναι:
α. Η μελέτη επεξεργασία θεμάτων σχετικών με τη νομοθεσία και τη νομολογία.
β. Η μέριμνα για ζητήματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης και την άσκηση της δικηγορίας.
γ. Η παρέμβαση σε ζητήματα εθνικής ή κοινωνικής σημασίας.
δ. Η δημιουργία και λειτουργία από την ίδια ή σε συνεργασία με άλλους, κρατικούς ή μη φορείς, τράπεζας νομικών πληροφοριών.
ε. Η εκπροσώπηση του δικηγορικού σώματος ενώπιον των αρχών, των διεθνών οργανισμών και των οργάνων των ευρωπαϊκών κοινοτήτων.
στ. Η οργάνωση συνεδρίων των δικηγορικών συλλόγων της χώρας.
3. Οι συνεδριάσεις της ολομέλειας γίνονται με έγγραφη πρόσκληση του προέδρου της, επίσης με αίτηση των δύο άλλων μελών του προεδρείου ή δέκα τουλάχιστον μελών της ολομέλειας προς τον πρόεδρο αυτής, ο οποίος οφείλει, σε διάστημα ενός μήνα από την υποβολή της αίτησης, να συγκαλέσει την ολομέλεια.
Στην πρόκληση του προέδρου, ή την αίτηση των μελών πρέπει να αναφέρονται τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.
4. Η ολομέλεια βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον τα 3/5 των μελών της, αποφασίζει δε με ονομαστική ψηφοφορία και απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων. Τα μέλη υποχρεωτικά παρίστανται αυτοπροσώπως.
5. Η ανεξαρτησία και η αυτοτέλεια των δικηγορικών συλλόγων της Χώρας, όπως το άρθρο 199 του παρόντος ορίζει, δεν θίγονται από την ύπαρξη και λειτουργία της ολομέλειας των προέδρων. Οι αποφάσεις της ολομέλειας αξιοποιούνται από τους δικηγορικούς συλλόγους στην αναζήτηση λύσεων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων τους και την πραγμάτωση των σκοπών τους”.
2. Στο ν.δ. 3026/1954, μετά το άρθρο 206 προστίθενται άρθρα 206 Α, 206 Β, και 206 Γ, που έχουν ως εξής:
“Άρθρο 206 Α”
1. Η ολομέλεια των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων Ελλάδας οργανώνει κάθε τριετία τουλάχιστον πανελλήνιο συνέδριο, το οποίο σκοπό έχει τη λήψη αποφάσεων σε θέματα που αναφέρονται στη δικαιοσύνη, τη δικηγορία, τη νομοθεσία και νομολογία, καθώς και σε θέματα γενικότερου εθνικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Σύνεδροι είναι οι πρόεδροι και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των δικηγορικών συλλόγων, δικαίωμα όμως παρέμβασης έχουν και εκπρόσωποι συνδικαλιστικών δικηγορικών παρατάξεων.
2. Με απόφαση της ολομέλειας ορίζεται επταμελής επιτροπή, η οποία συντάσσει τον κανονισμό του συνεδρίου, που ορίζει χρόνο και τόπο διοργάνωσης του συνεδρίου, την ημερήσια διάταξη, τους εισηγητές και τα μέλη επιτροπών επεξεργασίας των θεμάτων αυτής, τον τρόπο παρέμβασης των συνδικαλιστικών δικηγορικών παρατάξεων και γενικά ό,τι αφορά στη διεξαγωγή του συνεδρίου. Εισηγητές και μέλη των επιτροπών μπορούν να ορισθούν και δικηγόροι με μέλη των διοικητικών συμβουλίων των δικηγορικών συλλόγων. Ο κανονισμός αυτός εγκρίνεται από την ολομέλεια και η εφαρμογή του ανατίθεται στην πιο πάνω επταμελή επιτροπή”.
“Άρθρο 206 Β
Η ολομέλεια των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων Ελλάδας εγκρίνει τον κανονισμό λειτουργίας της. Ο κανονισμός συντάσσεται από πενταμελή επιτροπή, που εκλέγεται από μέλη της”.
Άρθρο 206 Γ
1. Η ολομέλεια των προέδρων των δικηγορών συλλόγων εκλεγεί με μυστική ψηφοφορία, στην πρώτη μετά τη συγκρότησή της συνεδρίασης, συντονιστική επιτροπή, η οποία αποτελείται από τους προέδρους των δικηγορικών συλλόγων Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και από δέκα (1Ο) προέδρους συλλόγων επαρχιακών πόλεων.
2. Η συντονιστική επιτροπή εδρεύει στην Αθήνα και εξυπηρετείται από το διοικητικό προσωπικό της ολομέλειας, διευθύνεται δε από τον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου Αθήνας, ο οποίος συγκαλεί και τις συνεδριάσεις αυτής.
3. Η συντονιστική επιτροπή συγκαλείται επίσης με αίτηση πέντε (5) τουλάχιστο μελών της, βρίσκεται δε σε απαρτία όταν παρίστανται στις συνεδριάσεις της τουλάχιστον επτά από τα μέλη της και αποφασίζει με πλειοψηφία των τριών πέμπτων των παρόντων μελών της.
4. Έργο της συντονιστικής επιτροπής είναι η αντιμετώπιση επειγόντων ζητημάτων και όσων αναθέτει σ` αυτήν η ολομέλεια.
5. Οι διατάξεις για τη λειτουργία της ολομέλειας των προέδρων και των διοικητικών συμβουλίων των δικηγορικών συλλόγων ισχύουν αναλογικά και για τη συντονιστική επιτροπή”.
3. Η παρ. 2 του άρθρου 221 του νδ. 3026/1954 αντικαθίσταται ως εξής:
“2. Σε όσους δικηγορικούς συλλόγους τα μέλη τους υπερβαίνουν την 31 Ιανουαρίου του έτους των εκλογών τα 200 ο πρόεδρος και οι σύμβουλοι θέτουν υποψηφιότητα σε συνδυασμούς οι οποίοι περιλαμβάνουν υποψήφιους τουλάχιστον το ένα τρίτο του αριθμού των συμβούλων και σε περίπτωση κλάσματος, τα χωρίς το κλάσμα ακέραιου αριθμού που ορίζονται για κάθε σύλλογο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 και 217 όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 του ν. 343/1976. Υποψήφιος σύμβουλος μπορεί να μετέχει μόνο σε ένα συνδυασμό. Επιτρέπεται υποβολή μεμονωμένων υποψηφιοτήτων μόνο για τη θέση του προέδρου. Επιτρέπεται επίσης η υποβολή μεμονωμένων υποψηφιοτήτων για θέσεις συμβούλων μέχρι του ενός τρίτου (1/3) του αριθμού των συμβούλων σε συνδυασμούς που περιλαμβάνουν υποψηφίους τουλάχιστον μέχρι του αριθμού τούτου. Ο συνδυασμός καταρτίζεται με έγγραφη δήλωση, που υπογράφονται σ` αυτήν με αλφαβητική σειρά. Η δήλωση κατατίθεται στο δικηγορικό σύλλογο σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου.
3. Η ανακήρυξη των υποψηφίων προέδρων και συμβούλων γίνεται μέχρι την 3η Φεβρουαρίου του έτους των εκλογών”.
4. Το άρθρο 227 του ν.δ. 3026/1954 αντικαθίσταται ως εξής:
“Άρθρο 227
1. Η εκλογή των μελών του διοικητικού συμβουλίου γίνεται με το σύστημα της απλής αναλογικής. Οι θέσεις των συμβούλων κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη. Το σύνολο των έγκυρων ψηφοδελτίων διαιρείται με τον αριθμό των θέσεων του διοικητικού συμβουλίου. Το πηλίκον αυτής της διαίρεσης, και σε περίπτωση κλάσματος ο πλησιέστερος προς το κλάσμα ακέραιος αριθμός, αποτελεί το εκλογικό μέτρο. Αν το κλάσμα ισούται με το μισό της μονάδας, ως εκλογικό μέτρο θεωρείται ο μεγαλύτερος ακέραιος αριθμός. Κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες θέσεις στο διοικητικό συμβούλιο, όσες φορές χωρεί το εκλογικό μέτρο στον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων που έλαβε.
Συνδυασμός, που περιλαμβάνει υποψηφίους λιγότερους από τις θέσεις που του ανήκουν, καταλαμβάνει τόσες μόνο θέσεις, όσοι είναι και οι υποψήφιοί του. Οι θέσεις που μένουν αδιάθετες από την πρώτη κατανομή, σύμφωνα με τα παραπάνω, κατανέμονται στη συνέχεια στους συνδυασμούς εκείνους που έχουν τα μεγαλύτερα κατά σειρά υπόλοιπα ψήφων, έστω και αν δεν κατέλαβαν έδρα από την πρώτη κατανομή. Σε περίπτωση ίσου αριθμού ψήφων γίνεται κλήρωση. Ο επικεφαλής συνδυασμού εκλέγεται σύμβουλος, αν ο συνδυασμός, στον οποίο ηγείται, καταλάβει μία τουλάχιστον έδρα από οποιαδήποτε κατανομή”.
5. Από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις του ν.δ. 1210/72 περί Κώδικος Δικαστικών Επιμελητών που αφορούν το σύστημα εκλογής των μελών του διοικητικού συμβουλίου των συλλόγων των δικαστικών επιμελητών και στο εξής εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 221 και του άρθρου 227 του Κώδικος περί Δικηγόρων, όπως τροποποιούνται με τις διατάξεις του παρόντος, σ` όλους τους συλλόγους δικαστικών επιμελητών ανεξάρτητα από τον αριθμό των μελών τους. Οι αυτές διατάξεις εφαρμόζονται και για την εκλογή των μελών των εξελεγκτικών επιτροπών.
Άρθρο 18
1. Οι παράγραφοι 2 και 6 του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 (ΦΕΚ Α 149) αντικαθίστανται ως εξής:
“2. Η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή που αποτελείται από:
α) έναν πρόεδρο πρωτοδικών του πρωτοδικείου της έδρας του δικηγορικού συλλόγου,
β) Τρεις δικηγόρους, από τους οποίους ο ένας με 15ετή τουλάχιστον δικηγορική υπηρεσία, που ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο, του οικείου δικηγορικού συλλόγου,
γ) έναν εκπρόσωπο του ενδιαφερόμενου νομικού προσώπου. Πρόεδρος της επιτροπής είναι ο πρόεδρος πρωτοδικών, καθήκοντα δε γραμματέα αυτής ασκεί υπάλληλος του νομικού προσώπου. Υποψήφιοι μπορούν να είναι δικηγόροι μέλη του δικηγορικού συλλόγου του τόπου, όπου πρόκειται να παρασχεθούν οι υπηρεσίες”.
“6. Με την αίτηση τους οι υποψήφιοι υποβάλλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την απόδειξη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους.
Για την πρόσληψη λαμβάνονται υπόψη η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευσή του στο αντικείμενο της απασχόλησης, η επαγγελματική του πείρα και επάρκεια και η γνώση ξένων γλωσσών, που συνεκτιμώνται με την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, τις βιοτικές του ανάγκες, την ηλικία του και την πρόβλεψη της εξέλιξής του. Κρίσιμος χρόνος για τον έλεγχο της συνδρομής των τυπικών προσόντων είναι ο χρόνος λήξης της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων. Προσλήψεις, που γίνονται ή έχουν γίνει από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης απ` αυτόν διαδικασίας, είναι άκυρες”.
2. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 68 του ν. 4125/1960 (ΦΕΚ Α 202) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
“Οι προθεσμίες όμως, που έχουν ταχθεί για τη διεξαγωγή αποδείξεων, αναστέλλονται κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει όταν πρόκειται για συντηρητική απόδειξη ή για υποθέσεις των τμημάτων διακοπών. Στις προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής ή ένδικων μέσων ή άλλων ένδικων βοηθημάτων δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου.”.
Σημ.: Η διάταξη αυτή κρίθηκε αντισυνταγματική με την απόφαση 1476/2004 Ολομ. ΣτΕ.
Άρθρο 19
1. Η αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων είναι ανεξάρτητο ένδικο βοήθημα σε σχέση με την προσφυγή, την αίτηση ακύρωσης ή άλλα ένδικα βοηθήματα κατά της διοικητικής πράξης ή παράλειψης από την οποία απορρέει η αξίωση προς αποζημίωση και μπορεί να ασκηθεί και αυτοτελώς κατ` επιλογή του ενδιαφερομένου.
2. Στην αγωγή αποζημίωσης το διοικητικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης ή παράλειψης από την οποία απορρέει η αξίωση προς αποζημίωση, με την επιφύλαξη τυχόν ύπαρξης δεδικασμένου από απόφαση που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ή άλλου ένδικου βοηθήματος.
3. Το δεδικασμένο που απορρέει από απόφαση αγωγής αποζημίωσης εκτείνεται και στα διοικητικής φύσης ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης, εφ` όσον το δικαστήριο ήταν καθ` ύλη αρμόδιο να αποφασίζει για τα ζητήματα αυτά.
4. Αν εκκρεμεί προσφυγή κατά διοικητικής πράξης ή παράλειψης και αγωγή για αποζημίωση που απορρέει από την ίδια πράξη ή παράλειψη, η οποία δεν έχει σωρευθεί στο ίδιο δικόγραφο με την προσφυγή, εφαρμόζεται το άρθρο 39 του π.δ. 341/1978.
5. Αν εκκρεμούν αίτηση ακύρωσης κατά διοικητικής πράξης ή παράλειψης και αγωγή αποζημίωσης από την ίδια πράξη ή παράλειψη, αναβάλλεται, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την αίτηση ακύρωσης, η εκδίκαση της αγωγής αποζημίωσης είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση του διαδίκου.
6. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 αυτού του άρθρου εφαρμόζονται και σε αγωγές που δεν έχουν συζητηθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση που απορρίπτεται αγωγή αποζημίωσης για το λόγο ότι δεν είχε προηγηθεί η έκδοση, ύστερα από άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ή άλλου ένδικου βοηθήματος, δικαστικής απόφασης που να διαπιστώνει ευθέως τη παρανομία της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης από την οποία απορρέει η αξίωση, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει εκ νέου αγωγή. Το χρονικό διάστημα από την άσκηση της αγωγής που απορρίφθηκε δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της σχετικής αξίωσης για αποζημίωση.
Άρθρο 20
1. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 8 του ν. 702/1977 αντικαθίστανται ως εξής:
“1. Οι αποφάσεις για τις κατά το προηγούμενο άρθρο διαφορές υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου τριμελούς διοικητικού εφετείου.
2. Για την εκδίκαση της έφεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε σε προσφυγή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 60 έως 64 του π.δ. 341/1978, 166, 167, 168, παρ. 2, 3 και 6, 170, 172, 173, και 174 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, όπως σήμερα ισχύει, και των άρθρων 14 και 15 του π.δ. 458/1985”.
2. Σε περίπτωση που εκκρεμούν εφέσεις κατ` αποφάσεων που εκδόθηκαν σε προσφυγή κατά διοικητικής πράξης ή παράλειψης και σε αγωγή αποζημίωσης από την ίδια πράξη η παράλειψη, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 39 του π.δ. 341/1978.
3. Η προθεσμία και η άσκηση της έφεσης δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε σε προσφυγή.
4. Το εφετείο συγκροτούμενο ως συμβούλιο, με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 31 του π.δ. 341/1978, μπορεί, ύστερα από αίτηση του εκκαλούντος, να αναστείλει με αιτιολογημένη απόφαση του ολικά ή μερικά την εκτέλεση της πράξης κατά της οποίας ασκήθηκε προσφυγή, όπως τυχόν διαμορφώθηκε με την απόφαση του πρωτοδικείου μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την έφεση.
5. Η αίτηση υποβάλλεται μαζί με δύο αντίγραφα στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση και διαβιβάζεται στο εφετείο μαζί με το φάκελο της έφεσης. Αν ο φάκελος έχει ήδη διαβιβασθεί, η αίτηση υποβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η έφεση. Αντίγραφο της αίτησης κοινοποιείται, με την επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου, στον εφεσίβλητο για να διατυπώσει τις απόψεις του μέσα σε προθεσμία που τάσσεται από τον πρόεδρο. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση την αναστολή. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 6,7 και 9 του άρθρου 31 του π.δ. 341/1978.
6. Η παράγραφος 6 του άρθρου 26 του ν. 1729/1987 αντικαθίσταται ως εξής:
“6. α. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται επίσης και μετά την έκδοση οριστικής καταδικαστικής απόφασης για τα εγκλήματα της χρήσης ναρκωτικών και της προμήθειας ή κατοχής ναρκωτικών για ίδια αποκλειστική χρήση (άρθρο 12 παράγραφος 1 ), καθώς και για τα εγκλήματα των άρθρων 5 και 6 του παρόντος, εφ` όσον ο δράστης έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση κατά το άρθρο 13 παράγραφος 3, περίπτωση β`.
β. Τα αυτά ισχύουν και στην περίπτωση που ο χρήστης ναρκωτικών (άρθρο 12 παράγρ. 1) έχει καταδικαστεί σε φυλάκιση για τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου 23 του Π.Κ. και για τα εγκλήματα κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων του κεφαλαίου 24 του Π.Κ. Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται αίτηση του καταδικασμένου, που υποβάλλεται στα δικαστήρια του τόπου της εκτέλεσης της ποινής τους”.
Άρθρο 21
Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης συνιστώνται ειδικές επιτροπές για τη μελέτη σχεδίων νέου Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και νέου Κώδικα Δικηγόρων και σχεδίου νόμου για την αναμόρφωση των νομικών σπουδών και της άσκησης των υποψήφιων δικηγόρων.
Άρθρο 22
1. Το άρθρο 3 του ν. 1861/1989 τροποποιείται από τότε που ίσχυσε ως εξής:
“Άρθρο 3
Στο άρθρο 9 του ν. 813/1978 προστίθεται παράγραφος με αριθμό 9 που έχει ως εξής:
“9. Σε περίπτωση άσκησης στο μίσθιο επαγγέλματος που προστατεύεται από το νόμο αυτόν ή μικτής χρήσης (επαγγελματική στέγη και κατοικία), αν ο εκμισθωτής ή ο κύριος του μισθίου, σύζυγός τους ή ενήλικο τέκνο τους δεν έχει, για ένα τουλάχιστον έτος πριν από την άσκηση του δικαιώματός του, ιδιόκτητη κατοικία στην ίδια πόλη ή σε προάστιό της που να καλύπτει τις οικογενειακές ή ατομικές ανάγκες στέγασής τους, ο εκμισθωτής ή αν κατά τη διάρκεια του μισθωτικού χρόνου έγινε μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου, ο νέος κύριος, μπορεί να ζητήσει την απόδοση του μισθίου για ιδιοκατοίκηση, μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, εφ` όσον το μίσθιο είναι κατάλληλο για κατοικία. Στην περίπτωση αυτήν
α) τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά από οκτώ μήνες από την επίδοσή της στο μισθωτή,
β) ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή ως αποζημίωση το κατά το χρόνο της καταγγελίας καταβαλλόμενο μίσθωμα οκτώ μηνών. Το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μπορεί να αυξήσει την αποζημίωση μέχρι του ποσού δεκαοκτώ μηνιαίων μισθωμάτων,
γ) ο εκμισθωτής υποχρεώνεται να ιδιοχρησιμοποιήσει το μίσθιο ως κατοικία αυτού ή των προσώπων που προαναφέρονται για χρονική περίοδο τουλάχιστον τριών ετών και
δ) αν η καταγγελία ασκείται υπέρ πολύτεκνης οικογένειας, αναπήρων, ατόμων που πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο ή χηρών με ανήλικα τέκνα, το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, δικαιούται να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης ή το χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του 813/1978 όπως ισχύει. Τα ίδια ισχύουν και για τις αγωγές που ασκήθηκαν με βάση τη διάταξη που τροποποιείται με τον παρόντα νόμο”.
2.α. Η εφαρμογή του Κεφαλαίου Β`, άρθρου 6 έως και 15, του νόμου 1805/ 1988 “Εκσυγχρονισμός του θεσμού του ποινικού μητρώου, τροποποίηση ποινικών διατάξεων και ρύθμιση άλλων σχετικών θεμάτων” (ΦΕΚ Α` 199) αναστέλλεται μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1990.
β. Αναστέλλεται μέχρι 31.12.1990 η εφαρμογή των άρθρων 58 έως 60 και 64 έως 76 του ν. 1851/1989 “Κώδικας βασικών κανόνων για τη μεταχείριση των κρατουμένων και άλλες διατάξεις”.
“Για το ίδιο χρονικό διάστημα διατηρείται η ισχύς των άρθρων 53 έως 69 του α.ν. 125/ 1967 “Σωφρονιστικός Κώδιξ εκτελέσεως ποινών και ασφαλιστικών μέτρων”.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 1877/1990 (ΦΕΚ Α 28).
Σχετικό: : Σύμφωνα με το άρθρο 22 εδάφ. 1 του Ν. 1941/1991, ΦΕΚ Α 41: “Παρατείνεται μέχρι 31.12.1991 η αναστολή εφαρμογής των παραγράφων 1 έως 3 του άρθρου 15 και των άρθρων 58 εως 60 και 64 έως 76 του ν.1851/1989 “Κώδικας βασικών κανόνων για τη μεταχείριση των κρατουμένων και άλλες διατάξεις”, που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης β` της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 1868/1989″.
3. Καταργούνται από 1 Ιανουαρίου 1990 οι διατάξεις των άρθρων 34 και 35 του ν. 1489/1984 “Τροποποίηση και συμπλήρωση της κείμενης συνταξιοδοτικής νομοθεσίας και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α ` 170), του άρθρου 40 του ν. 1731/1987 “Ρυθμίσεις στην άμεση και έμμεση φορολογία και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α` 161), καθώς και οι υπουργικές αποφάσεις που κατ` εξουσιοδότησή τους έχουν εκδοθεί, και επαναφέρονται σε ισχύ οι διατάξεις που είχαν καταργηθεί ή τροποποιηθεί από τις πιο πάνω διατάξεις.
4. Η διάταξη τού άρθρου 11 του “Κώδικος των νόμων περί των δικών του Δημοσίου” (Κ.Δ. της 26-6/10.7.1944) εφαρμόζεται και στις υποθέσεις δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως προς όλα τα ασκούμενα από το Δημόσιο ή τη διοικητική αρχή ενώπιόν τους ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα.
Σχετικό: Με την παρ.4 άρθρ.28 Ν.2579/1998 Α 31/17.2.1998 ορίζεται ότι: ” Οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου – 10 Ιουλίου 1944 “Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου” και 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α` 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.). Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών”.
5. Η κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του ν.δ. 170/1973 (π.δ. 18/1989 άρθρο 53, Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας ΦΕΚ Α` 8) προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από το Δημόσιο ή τη διάδικη διοικητική αρχή στο Συμβούλιο της Επικρατείας αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης στο Δημόσιο ή τη διάδικη διοικητική αρχή.
6. Το εδάφιο α` της παραγράφου 1 του άρθρου 489 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (π.δ. 258/26.7-8.8.86, ΦΕΚ Α` 121) τροποποιείται ως εξής:
“α) κατά της απόφασης του πταισματοδικείου και του ειρηνοδικείου (άρθρο 116) αν με αυτήν ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε κράτηση περισσότερο από οκτώ ημέρες ή σε πρόστιμο πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες δραχμές ή σε αποζημίωση ή σε χρηματική ικανοποίηση προς τον πολιτικώς ενάγονται πάνω από δέκα χιλιάδες δραχμές συνολικά”.
7. Η παράγραφος 16 του άρθρου 5 του ν. 1738/1987 για τη “Σύσταση Συμβουλίου Πρόληψης της Εγκληματικότητας, τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, των Κωδικών Ποινικής και Πολιτικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις” καταργείται.
8.α. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν.δ 4114/1960 (ΦΕΚ 164 Α) προστίθεται εδάφιο δ`, που έχει ως εξής:
“δ) Εισφορά από ειδικό ένσημο αξίας ίσης με την παράσταση δικηγόρου στο πρωτοδικείο που επικολλάται από τους δικηγόρους στα αντίγραφα εγγράφων που επικυρώνουν με εξαίρεση όσα προσκομίζονται στα δικαστήρια ως σχετικά.
Σε περίπτωση μη επικόλλησης τα αντίγραφα είναι ανίσχυρα”.
β. Η διάταξη του άρθρου 23 του ν. 1759/1988 καταργείται.
9. Οι κενές θέσεις δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών που υπάρχουν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού για τις οποίες έγινε ο διαγωνισμός παρέδρων της 2ας Μαΐου 1988, πληρούνται με διορισμό στο βαθμό αυτόν από τους υποψηφίους του ως άνω διαγωνισμού που έλαβαν μέχρι και το βαθμό “σχεδόν καλώς” επτά (7).
10.α. Στο άρθρο 9 του ν. 1093/1980 προστίθεται παράγραφος 1α, που έχει ως εξής:
“1.α. Με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού συλλόγου, καθορίζεται το ποσοστό αμοιβής των δικηγόρων των διαδίκων που αξιώνουν κυριότητα στο απαλλοτριούμενο ή άλλο σ` αυτό εμπράγματο δικαίωμα. Το ποσοστό αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 100 και επομ. ελάχιστο όριο”.
β. Η παράγραφος 6 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 αντικαθίσταται ως εξής:
“6. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση παρακρατεί την αμοιβή του δικηγόρου του καθ` ου η απαλλοτρίωση, που καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 1α του παρόντος. Αν δεν παρακρατηθεί απ` αυτόν και κατατεθεί η αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τότε η υποχρέωση για την παρακράτηση αυτή βάρυνε το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων αποδίδουν την αμοιβή που παρακράτησαν στο Δικηγορικό Σύλλογο που ανήκε ο δικαιούχος δικηγόρος. Η αμοιβή αυτή είναι ακατάσχετη και ανεκχώρητη.
Η διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων καταργείται.
Η ισχύς του νόμου αυτού καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, εφ` όσον έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης περί καθορισμού του ποσοστού που παρακρατείται εκ μέρους του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου από τις αμοιβές των δικηγόρων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 και εφ`όσον δεν έχει πληρωθεί στο δικαιούχο η αποζημίωση. Σε κάθε άλλη περίπτωση ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”.
11. Οι εγγεγραμμένοι στον πίνακα βαθμολογίας υποψηφίων συμβολαιογράφων κατά το διαγωνισμό του Μαρτίου 1987 για την περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που έχουν λάβει βαθμολογία όχι μικρότερη των 72 βαθμών συνολικά, διορίζονται συμβολαιογράφοι στην ανωτέρω περιφέρεια, ως υπεράριθμοι, με απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης και καταλαμβάνουν κατά προτεραιότητα και κατά τη σειρά του πίνακα δύο κατ` έτος κενούμενες θέσεις συμβολαιογράφων, αρχής γενομένης από του έτους 1990 και μέχρι την κατά προτεραιότητα πλήρη απορρόφησή τους στις νέες θέσεις συμβολαιογράφων που θα συσταθούν με το αμέσως επόμενο σχετικό προεδρικό διάταγμα καθορισμού των θέσεων.
12. Στο άρθρο 1 του ν.δ. 811/1971 οι παράγραφοι 5 και 7 αριθμούνται ως παράγραφοι 7 και 8 αντιστοίχως και προστίθεται παράγραφος 6, που έχει ως εξής:
“6. Οι πρώτοι έξι (6) υπάλληλοι, που θα προσληφθούν από τον ειδικό άμισθο Υποθηκοφύλακα Νέας Σμύρνης, θα προέρχονται υποχρεωτικά από το υπαλληλικό προσωπικό που εργάζεται στο ειδικό άμισθο Υποθηκοφυλακείο Καλλιθέας κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας του ειδικού άμισθου Υποθηκοφυλακείου Νέας Σμύρνης και η σχέση εργασίας τους θα θεωρείται σαν σχέση εργασίας στον ίδιο εργοδότη. Οι υποχρεωτικές αυτές προσλήψεις γίνονται χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου του ν.δ. 811/1971 ”
Άρθρο 23
1.α. Οι ειρηνοδίκες Β` τάξεως με προϋπηρεσία τρία (3) χρόνια στο βαθμό αυτόν και ένδεκα (11) χρόνια από το διορισμό τους λαμβάνουν τις αποδοχές του επόμενου βαθμού.
Σχετικό: Με το άρθρο 25 Ν.2521/1997 Α 174/1-9-1997 ορίζεται ότι: “Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος καταργούνται, κατά το μέρος που αναφέρονται στους δικαστικούς λειτουργούς το κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τους ιατροδικαστές, οι διατάξεις: α..β…. γ… δ. Της παρ. 1α του άρθρου 23 του ν.1868/1989 (ΦΕΚ 230 Α`)”.
β. Με την ένταξη των Ειρηνοδικών σε Πρωτοδίκες δεν αλλάζει σε βάρος τους η μισθολογική τους κατάσταση και ο μέχρι τότε τρόπος μισθολογικής τους εξέλιξης.
2. Τα συμβόλαια και πάσης φύσεως συμβολαιογραφικές πράξεις που καταρτίστηκαν από τη δημοσίευση του ν. 670/1977 (25.8.1977) μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος από το νόμιμο αναπληρωτή του Ειρηνοδίκου, είναι ισχυρά και έγκυρα, λογιζόμενης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ως υπαρχούσης της αρμοδιότητας του συντάξαντος αυτά αναπληρωτού.
3. Στο άρθρο 102 του ν. 670/1977 προστίθεται παράγραφος 5, που έχει ως εξής:
“5. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, που εκδίδεται μία φορά, μέσα σε τρείς (3) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος, συνεχίζεται το καταβαλλόμενο επίδομα στους υπαλλήλους του Συλλόγου από τα προς διανομή δικαιώματα των άρθρων 101 και 102 του ν. 670/1977, όπως ισχύει. Τα μέχρι σήμερα καταβληθέντα επιδόματα νομιμοποιούνται.
Εκκρεμείς δίκες για το αντικείμενο αυτό, για τις οποίες δεν εκδόθηκε αμετάκλητη δικαστική απόφαση καταργούνται”.
Άρθρο 24
1. Η παράγραφος 9, που προστέθηκε στο άρθρο 10 του ν.δ. 4114/1960 με το άρθρο 13 του ν. 1512/1985, αντικαθίσταται ως εξής:
“9. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που απασχολούν δικηγόρους που αμείβονται με πάγια αντιμισθία, έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών εισφορά 3% που υπολογίζεται στο σύνολο των κάθε είδους μηνιαίων αποδοχών των απασχολουμένων σ` αυτά δικηγόρων για το μέρος αυτών που αντιστοιχεί κάθε φορά στο μισθό του 13ου κλιμακίου δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου και ποσοστό 5% για το επί πλέον ποσό ή για οποιοδήποτε άλλο ποσοστό καθοριστεί μελλοντικά με νόμο.
Η εισφορά αυτή αποδίδεται στο ταμείο Νομικών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα από την ημερομηνία της υποχρέωσης προς καταβολή από τον εντολέα.
Η απόδοση της παραπάνω εισφοράς γίνεται με κατάθεση του οφειλόμενου ποσού είτε στο Ταμείο Νομικών είτε στο κατά τόπους υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για λογαριασμό του Ταμείου”.
2.”Το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ., τα ν.π.ι.δ., καθώς και τα φυσικά πρόσωπα που απασχολούν δικηγόρους με έμμισθη εντολή ορισμένου ή αορίστου χρόνου, όπως προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις του ν. 3026/1954 “περί του Κώδικα Δικηγόρων” έχουν την υποχρέωση να καταβάλλουν στο Ταμείο Νομικών, το Ταμείο Πρόνοιας Δικηγόρων και τον Κ.Ε.Α.Δ. ποσοστό 2/3 της εκάστοτε ετήσιας ασφαλιστικής εισφοράς των απασχολούμενων σε αυτά δικηγόρων. Η υποχρέωση καταβολής του ποσοστού αυτού ασφαλίστρων αρχίζει από 1.1.93 και ισχύει για τους μέχρι 31.12.92 ασφαλισμένους στους ανωτέρω φορείς δικηγόρους.”
Οι διατάξεις του ανωτέρω εδαφίου ισχύουν και για τους από 1.1.1993 και εφεξής ασφαλισμένους δικηγόρους στους ανωτέρω φορείς.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 άρθρου 37 του Ν. 2145/1993 (ΦΕΚ Α 88),όπως αυτή συμπληρώθηκε με την παρ.8 άρθρ.19 Ν.3232/2004,ΦΕΚ Α ΦΕΚ Α΄ 48/12.02.2004)
Η παραπάνω εισφορά αποδίδεται από τους φορείς στα ασφαλιστικά ταμεία μέσα στο μήνα Ιανουάριο του επόμενου έτους στο οποίο αφορά η υποχρέωση καταβολής των εισφορών.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παραπάνω διάταξης θα ρυθμισθούν με κοινή απόφαση των συναρμόδιων Υπουργών Οικονομικών, Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Δικαιοσύνης.
Σχετικό: Με την παρ.7 άρθρ.29 Ν.2819/2000 ΦΕΚ Α 84/15.3.2000 όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.10 άρθρου 4 Ν.2839/2000 ορίζεται ότι: “Η παρ. 2 του άρθρου 24 του Ν. 1868/1989 (ΦΕΚ 230 Α), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 37 του Ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88Α), εφαρμόζεται αναλόγως, με εξαίρεση τη δεύτερη περίοδο της παρ. 2 του άρθρου 24, από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων τους για τους δικηγόρους που υπηρετούν ή υπηρέτησαν στο Συνήγορο του Πολίτη ως ειδικοί επιστήμονες ή βοηθοί επιστήμονες και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή άσκησης του λειτουργήματός τους.”
Σχετικό: : Με την παρ.8 άρθρ.19 Ν.2941/2001,με την οποία συμπληρώθηκε η παρ.7 άρθρ.8δ Ν.703/1977,ορίζεται ότι: “Η παρ. 2 του άρθρου 24 του Ν. 1868/1989, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 37 του Ν. 2145/1993, εφαρμόζεται αναλόγως, με εξαίρεση τη δεύτερη περίοδο του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 24 του Ν. 1868/1989, από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων τους, για τους δικηγόρους που υπηρετούν στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή άσκησης του λειτουργήματός τους. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, εφόσον είναι δικηγόρος.”
Σχετικό: : Σύμφωνα με το άρθρο 2, παρ. 4 της ΥΑ 2/1048/0022/ 31.1.2002 (ΦΕΚ Β΄105) ισχύουν τα ακόλουθα: “Η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του Ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α` 230), όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 37 του Ν. 2145/1993 (ΦΕΚ Α` 88) εφαρμόζεται αναλόγως με εξαίρεση τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 2 του άρθρου 24, για τους δικηγόρους που υπηρετούν στη Γραμματεία της ΡΑΕ σε θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή άσκησης του λειτουργήματός τους.”
Σχετικό: Σύμφωνα με την παρ.6 του άρθρου 26 του Ν.3200/2003 (Α΄ 281), ορίσθηκε ότι: “Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 24 του Ν. 1868/1989 (ΦΕΚ 230 Α), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 37 του Ν. 2145/1993 (ΦΕΚ 88 Α), όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, εφαρμόζονται ανάλογα και για τους δικηγόρους που υπηρετούν με θητεία στο Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ως Ειδικοί Επιστημονικοί Συνεργάτες και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή της ασκήσεως της δικηγορίας κατά τη διάρκεια της θητείας.”
Σχετικό: Με το άρθρο 61 παρ.4.δ. Ν.4146/2013,ΦΕΚ Α 90/18.4.2013 ορίζεται ότι η παρ. 2 του άρθρου 24 εφαρμόζεται αναλόγως για τον Πρόεδρο, τα μέλη της Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων που είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και το ειδικό επιστημονικό προσωπικό, εφόσον έχουν τη δικηγορική ιδιότητα, καθώς και για τον Νομικό Σύμβουλο της Αρχής αυτής.
Σχετικό: Κατά το άρθρο 68 Ν.4331/2015,ΦΕΚ Α 69/2.7.2015: “H παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 1868/1989, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 2145/1993, εφαρμόζεται αναλόγως και για το ασφαλισθέν μετά την 1.1.1993 προσωπικό των άρθρων 5 και 6 του ν. 924/1979, όπως εκάστοτε ισχύουν, εφόσον το εν λόγω προσωπικό έχει επιλέξει ως φορέα ασφάλισης τους κλάδους του Ε.Τ.Α.Α.. Η παρούσα ρύθμιση καταλαμβάνει και τις ασφαλιστικές εισφορές που αναλογούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2014 μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος”.
Σχετικό: Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περ.γ΄της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3152/2003,το οποίο (εδάφιο) προστέθηκε με το άρθρο 127 του άρθρου 2 Ν.4335/2015, ΦΕΚ Α 87/23.7.2015 «Η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του ν.1868/1989 (Α`230), όπως εκάστοτε ισχύει, εφαρμόζεται για τους δικηγόρους που υπηρετούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή άσκησης του λειτουργήματος τους.
3. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του παρόντος, προστίθεται το εξής:
“Προσλήψεις δικηγόρων, που υπηρετούσαν ή υπηρετούν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, με πάγια αντιμισθία ή με αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή, στις αντίστοιχες θέσεις που προέβλεπαν ο οικείοι οργανισμοί, χωρίς να τηρηθούν οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις του ν. 1649/1986, είναι έγκυρες και έχουν τις ίδιες συνέπειες”.
4. Δικηγόροι ή νομικοί σύμβουλοι που υπηρετούσαν στον κατά τις κείμενες διατάξεις δημόσιο τομέα με πάγια αντιμισθία και απολύθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1232/1982, του άρθρου 21, παρ. 7 και 8 του ν. 1400/1983 επανέρχονται στην υπηρεσία από την οποία απομακρύνθηκαν χωρίς προηγούμενη πράξη του νομικού προσώπου στο οποίο υπηρετούσαν.
Οι διαπιστωτικές πράξεις της απόλυσης τους ανακαλούνται, και οι απολυθέντες επανέρχονται στην υπηρεσία από την οποία απομακρύνθηκαν, ανεξάρτητα από το αν έχουν ή όχι κριθεί με δικαστική απόφαση ως προς το αν είχαν ή όχι πλήρη απασχόληση.
Οι δικηγόροι εμφανίζονται στην υπηρεσία από την οποία απολύθηκαν “μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1991” και αναλαμβάνουν χωρίς άλλο υπηρεσία. Ο χρόνος εκτός υπηρεσίας των επανερχομένων θεωρείται χρόνος πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, υπολογίζεται για κάθε άλλο δικαίωμα αντίστοιχης πραγματικής υπηρεσίας και οι συμβάσεις τους θεωρούνται ότι συνεχίζονται χωρίς διακοπή. Οι αξιώσεις των δικηγόρων αυτών για αποδοχές από την απομάκρυνσή τους “μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1991” θεωρούνται παραγεγραμμένες.
Τα ποσά όμως που εισπράχθησαν από αυτούς μέχρι σήμερα για αποζημίωση ή μισθούς υπερημερίας δεν αναζητούνται. Οι εκκρεμείς δίκες καταργούνται.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 6 του Ν. 1968/1991 (Α` 150).
4α. Ο εκτός υπηρεσίας χρόνος των δικηγόρων και νομικών συμβούλων οι οποίοι επανήλθαν στην υπηρεσία τους με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 1868/1989, αναγνωρίζεται από τα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, κατόπιν αιτήσεως του ασφαλισμένου υποβαλλομένης εντός 6μήνου από της ισχύος του παρόντος.
Η εξαγορά του αναγνωριζόμενου χρόνου γίνεται με την καταβολή του συνόλου των εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη των κλάδων κύριας και επικουρικής ασφάλισης και χορηγήσεως εφάπαξ παροχής (πρόνοιας) που ισχύουν κατά το χρόνο της επανόδου στην υπηρεσία.
Οι εισφορές υπολογίζονται στις αποδοχές του χρόνου της επανόδου που υπόκεινται σε κράτηση και βαρύνουν τον εργοδότη.
Η εξόφληση του ποσού της εξαγοράς γίνεται εφάπαξ, μέσα σε 3 μήνες από την κοινοποίηση της πράξης αναγνώρισης.
Συντάξεις και εφάπαξ βοηθήματα που είχαν ληφθεί από εν ενεργεία δικηγόρους συνταξιούχους κλαδικών ταμείων, οι οποίοι επανήλθαν στην υπηρεσία τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 24 του ν. 1868/1989, δεν αναζητούνται.
Για τον υπολογισμό του εφάπαξ βοηθήματος κατά την οριστική έξοδό τους από το ταμείο, λαμβάνεται υπόψη όλος ο χρόνος υπηρεσίας τους, συνυπολογιζομένου και του εκτός υπηρεσίας χρόνου.
Για όσους εκ των ανωτέρω είχαν λάβει εφάπαξ βοήθημα κατά την απόλυση τους, από το ποσό του νέου βοηθήματος αφαιρείται το ποσό που αντιστοιχεί στο χρόνο που ελήφθη υπόψη κατά τον υπολογισμό του ληφθέντος εφάπαξ βοηθήματος, υπολογιζομένου όμως με τις αποδοχές της οριστικής εξόδου τους από το ταμείο, βάσει των οποίων θα υπολογισθεί το νέο βοήθημα.
Η αναγνώριση του χρόνου για τον οποίο επιστράφηκαν ασφαλιστικές εισφορές στους δικηγόρους και νομικούς συμβούλους μετά την απόλυσή τους με τους νόμου 1232/1982 και 1400/1983 γίνεται με τις διατάξεις του άρθρο 13 του ν. 1405/1983.
Σημ.: όπως η παρ.4α προστέθηκε με την παρ.2 του άρθρου 37 του Ν.2145/1993 (ΦΕΚ Α 88)
5. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του ν δ. 3026/1954 (ΦΕΚ 300 Α` ), όπως ισχύει, προστίθεται διάταξη, η οποία έχει ως εξής:
“Όσοι έχουν αποκτήσει πτυχίο μέχρι και 30.6.89 μπορούν να ζητήσουν μέσα σε 6μηνη προθεσμία από τη δημοσίευση του παρόντος να εγγραφούν στα οικεία βιβλία ασκουμένων και να μετάσχουν στις εξετάσεις για να διοριστούν δικηγόροι σε δικηγορικούς συλλόγους του ανατολικού Αιγαίου και δεν δικαιούνται να μετατεθούν σε άλλο δικηγορικό σύλλογο πριν από την πάροδο διετίας. Η εγγραφή τους γίνεται μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του δικηγορικού συλλόγου, στον οποίο ζητούν να μετατεθούν. Σε κάθε περίπτωση η μετάθεσή τους δεν είναι δυνατή για τους δικηγορικούς συλλόγους Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης”.
6. Επιτρέπεται η μετάταξη σε κενή θέση δικαστικών υπαλλήλων από τη γραμματεία των πολιτικών – ποινικών δικαστηρίων στη γραμματεία των διοικητικών δικαστηρίων και αντίστροφα μετά από αίτησή τους.
Η μετάταξη γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μετά από σύμφωνη γνώμη των οικείων δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων. Σε περίπτωση διαφωνίας του ενός ή και των δύο δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων, η αίτηση μετάταξης παραπέμπεται στα πενταμελή ή στο πενταμελές δικαστικό συμβούλιο του δικαστηρίου που εξέφρασε την αρνητική γνώμη. Εάν και στα δύο ή έστω και στο ένα δικαστικό συμβούλιο απορριφθεί η αίτηση, δεν γίνεται η μετάταξη.
7. Η ρύθμιση της διάταξης της παραγρ. 3 εφαρμόζεται και για τους κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου υπηρετούντες σε δήμους πληθυσμού άνω των 100.000 κατοίκων και σε θέσεις που οι οικείοι οργανισμοί προβλέπουν μέχρι σήμερα”.
Σημ.: όπως η παρ.7 προστέθηκε με την παρ.9 του άρθρου 26 του Ν.2130/1993 (ΦΕΚ Α 62)
Άρθρο 25
1. Στο άρθρο 18 παρ. 3, εδ. α` του ν.1586/1986 και μετά τη φράση “…και του άρθρου 12 του ν. 1042/1980” προστίθεται: Καθώς και όσοι προέρχονται από τον ίδιο με τους τελευταίους διαγωνισμούς ανεξάρτητα από το χρόνο διορισμού τους. Η εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου επεκτείνεται και στους δικαστικούς υπαλλήλους, που έχουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1980 διορισθεί ως δικαστικοί υπάλληλοι ή ως επιμελητές δικαστηρίων, εφόσον όμως οι τελευταίοι απέκτησαν μέχρι την ημερομηνία αυτή (31.12.1980) τα τυπικά προσόντα διορισμού σε θέσεις δικαστικών υπαλλήλων και έχουν μέχρι τη δημοσίευση του ν. 1868/1989 μεταταγεί σε θέσεις δικαστικών υπαλλήλων.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με την παρ.7 του άρθρου 20 του Ν.2298/1995 (Α 62), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ.6 του άρθρου 10 του Ν.2331/1995 (Α 173).Η ισχύς του αρχίζει ως ορίζεται από το άρθρο 103 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, δηλαδή δέκα μέρες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ!!: η παράγραφος 6 του άρθρου 10 του Ν.2331/1995 (Α 173) διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 33 Ν.4354/2015,ΦΕΚ Α 176/16.12.2015, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο δεύτερο παρ.2 Ν.4405/2016, ΦΕΚ Α 129/13.7.2016.
Η εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου επεκτείνεται στους δικαστικούς υπαλλήλους οι οποίοι προέρχονται από τον ίδιο διαγωνισμό, με τους υπαλλήλους του προηγούμενου εδαφίου, ανεξάρτητα από το χρόνο που αυτοί διορίστηκαν. Στη ρύθμιση υπάγονται και οι υπάλληλοι του ίδιου διαγωνισμού, οι οποίοι στο μεταξύ διάστημα έχουν μεταταγεί στην κατηγορία ΤΕ.
Σημ.: όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 Ν.2721/1999 ΦΕΚ Α 112.
2.α. Το Ελληνικό Ινστιτούτο Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου προστίθεται στον πίνακα των τρίτων δικαιούχων που περιέχεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 663/1977 (ΦΕΚ 215 Α`), η οποία συμπληρώνεται ως εξής:
“ια) Στο Ελληνικό Ινστιτούτο Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου ποσοστό 0,70%. Το ποσοστό αυτό μπορεί ν` αυξομειώνεται με απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών”.
β. Το ποσοστό της προηγούμενης παραγράφου αποδίδεται στο Ινστιτούτο από 1.1.1990.
γ. Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Άρθρου καταργούνται οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 4431/1964 (ΦΕΚ 218 Α`) καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, που ρυθμίζει θέματα κρατικής επιχορήγησης του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου.
Άρθρο 26
Το άρθρο 26 του ν. 1419/1984 καταργείται και στο άρθρο 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 7, που έχει ως εξής:
“7. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε με απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου σε ποινή στερητική της ελευθερίας και άσκησε έφεση, η οποία όμως δεν έχει ανασταλτική δύναμη, μπορεί να ζητηθεί, με αίτηση του ίδιου ή του εισαγγελέα, η αναστολή της εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως μέχρις ότου εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η αίτηση απευθύνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και, αν πρόκειται για το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, στο Πενταμελές Εφετείο. Η αναστολή διατάσσεται αν ο κατηγορούμενος δεν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος και δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει βάσιμος φόβος πως θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις, εφ` όσον η έκτιση της ποινής μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως προβλέπεται ότι θα έχει σαν συνέπεια υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη για τον ίδιο ή για την οικογένειά τους.
Στον κατηγορούμενο μπορεί να επιβληθούν περιοριστικοί όροι, σύμφωνα με το άρθρο 294 Κ.Π.Δ.”.
Άρθρο 27
Οι διατάξεις του ν.δ. 1059/1971 “Περί απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων” του ν. 1806/1988 “Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα χρηματιστήρια αξιών και άλλες διατάξεις” και του ν. 1858/1989 τροποποιούνται ως εξής:
1. Το άρθρο 3 του ν.δ. 1059/1971 αντικαθίσταται ως εξής:
Άρθρο 3
Εξαιρετικώς επιτρέπεται η παροχή πληροφοριών για τις απόρρητες χρηματικές ή άλλες καταθέσεις σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα μετά από ειδικά αιτιολογημένη παραγγελία ή αίτηση ή απόφαση του αρμόδιου για την άσκηση ποινικής δίωξης ή τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ή κύριας ανάκρισης οργάνου δια του δικαστικού συμβουλίου ή δικαστηρίου, στο οποίο διενεργείται η σχετική διαδικασία, εφ`όσον η παροχή των πληροφοριών αυτών είναι απολύτως αναγκαία για την ανίχνευση και τον κολασμό κακουργήματος”.
2.α. Η παράγραφος 2 του άρθρου 40 του ν. 1806/1988 αντικαθίσταται ως εξής:
“2. Το απόρρητο που θεσπίζεται από το άρθρο 1 του ν. 1059/1971 (ΦΕΚ 270 Α`) των καταθέσεων σε οποιασδήποτε μορφής πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί στη χώρα δεν ισχύει έναντι των ελεγκτικών οργάνων και των νομισματικών αρχών της Τράπεζας της Ελλάδος, των δικαστικών αρχών, των προανακριτικών κοινοβουλευτικών επιτροπών, στις οποίες κατά το νόμο ανατίθεται ο σχετικός έλεγχος των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς τις καταθέσεις που υπάρχουν στο οικείο πιστωτικό ίδρυμα, εφ` όσον τα προαναφερόμενα πρόσωπα ή όργανα ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και της ορθής εφαρμογής της πιστωτικής και νομισματικής νομοθεσίας ή της νομοθεσίας περί προστασίας του εθνικού νομίσματος”.
β. Η παράγραφος 4 του άρθρου 40 του ν.1806/1988 (ΦΕΚ 207 Α`) καταργείται.
3α. Η παράγραφος 5 του άρθρου 40 του ν.1806/1988 αντικαθίσταται, ως εξής:
“5. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στη συνέχεια οφείλουν να υποβάλλουν μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου, και στο εξής το μήνα Απρίλιο κάθε έτους, δήλωση για την προέλευση των χρηματικών ή άλλων οικονομικών μέσων, με τα οποία συμμετέχουν σε εκδοτική επιχείρηση ή πιστωτικό ίδρυμα της παραγράφου 1.
Σε περίπτωση ίδρυσης επιχείρησης ή συμμετοχής σε επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος η δήλωση υποβάλλεται, προκειμένου για την ίδρυση, μαζί με την αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και προκειμένου για συμμετοχή μέσα σ` ένα μήνα από την κτήση του σχετικού δικαιώματος. Τα υπόχρεα σε υποβολή της παραπάνω δήλωσης φυσικά ή νομικά πρόσωπα υποβάλλουν αυτήν τη δήλωση στην Τράπεζα της Ελλάδος, αν συνδέονται με πιστωτικό ίδρυμα της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου με οποιαδήποτε από τις ιδιότητες των περιπτώσεων β` ή δ` της παρούσας παραγράφου, ή στον κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1738/1987 αρμόδιο εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αν συνδέονται με εκδοτική επιχείρηση της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου με οποιαδήποτε από τις ιδιότητες των περιπτώσεων α` ή γ` ή δ` της παρούσας παραγράφου κατά τα οριζόμενα στη συνέχεια.
Τα υπόχρεα σύμφωνα με τα ανωτέρω πρόσωπα είναι τα εξής:
α) πρόεδροι, διοικητές, γενικοί διευθυντές, αναπληρωτές, γενικοί διευθυντές και διαχειριστές των επιχειρήσεων της παραγράφου 1 ή άλλα όργανα των ιδίων επιχειρήσεων που ασκούν διοίκηση ή διαχείριση βάσει του καταστατικού ή ύστερα από απόφαση γενικής συνέλευσης των μετόχων ή των εταίρων ή του διοικητικού συμβουλίου, εκδότες και διευθυντές εφημερίδων, περιοδικών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών καθώς και ιδιοκτήτες, εκδότες και διευθυντές περιοδικών.
β) Φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που έχουν τουλάχιστον το 5% του μετοχικού κεφαλαίου ελληνικών τραπεζών της παρ. 1, όπως αυτό προκύπτει από το βιβλίο των μετόχων ή των συμμετοχών στην προηγούμενη του ελέγχου γενική συνέλευση των μετόχων.
γ) Φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή ενώσεις προσώπων που λειτουργούν με οποιαδήποτε μορφή και ιδίως ως ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, κοινοπραξίες, ιδρύματα και εταιρίες αστικού δικαίου και έχουν σκοπό ή ασχολούνται με την έκδοση ημερησίων εφημερίδων και εβδομαδιαίων εκδόσεων και περιοδικών κάθε φύσης, καθώς και με την ίδρυση ή λειτουργία ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθμών.
δ. Οι εκπρόσωποι κάθε είδους επιχείρησης, στην οποία συμμετέχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα των προηγούμενων περιπτώσεων α`, β` και γ` κατά ποσοστό τουλάχιστον 10% του εταιρικού κεφαλαίου.
ε. Συγγενείς εξ αίματος ή συγγενείς μέχρι και του δευτέρου βαθμού εξ αγχιστείας των προσώπων που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις α` έως και δ` “.
β. Η παράγραφος 8 του άρθρου 40 του ν. 1806/1988, η παράγραφος 5 της κοινής υπουργικής απόφασης 60013/14.10.1988 (ΦΕΚ 750/14.10.88) καθώς και το άρθρο 10 του ν.1858/1989 καταργούνται.
4. Η πράξη Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αριθ. 1379/24.10.88, που αφορά την ίδρυση πιστωτικού ιδρύματος, εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις μεταβίβασης τραπεζών σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου για μεταβιβάσεις μετοχών που εκπροσωπούν τουλάχιστον 10% του μετοχικού κεφαλαίου.
Σημ.: όπως η παρ.4 καταργήθηκε με την παρ.14 άρθρ.12 Ν.2548/1997 Α 259.
Άρθρο 28
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.
Αθήνα, 10 Οκτωβρίου1989
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας
ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΝΤ.ΣΑΡΤΖΕΤΑΚΗΣ
Οι Υπουργοί